← Κύπρος

Θ. Δ. ν. Κ. Δ., Αίτηση Αρ. 16/2023, 29/1/2024

Θ. Δ. ν. Κ. Δ., Αίτηση Αρ. 16/2023, 29/1/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κούσιου, Πρ. Αίτηση Αρ. 16/2023 Μεταξύ: Θ. Δ. Αιτητή ΚΑΙ Κ. Δ. Καθ' ης η αίτηση. ----------------------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 19/1/23 29 Ιανουαρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Π. Αριστοτέλους Για Καθ' ης η αίτηση: Ηλ. Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά, τον Α. και το Μ., οι οποίοι γεννήθηκαν στις 6/2/2008 και 23/12/2014, αντίστοιχα. Με το διάταγμα ημερομ. 25/2/2022, ο Αιτητής διατάχθηκε να καταβάλλει στην Καθ' ης η αίτηση από 1/3/22 και την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, το ποσό των €1,090, ως η συνεισφορά του για τη διατροφή των πιο πάνω ανήλικων τέκνων του, για τον Α. €630 και για το Μ. €460. Το πιο πάνω διάταγμα εκδόθηκε μετά από ακρόαση και επικυρώθηκε από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο (Έφεση αρ. 12/2022, ημερομ. 24/11/2022). Με την εναρκτήρια αίτησή του ημερομ. 18/1/23, όπως αυτή στη συνέχεια τροποποιήθηκε, ο Αιτητής ζητά την ακύρωση ή την τροποποίηση του πιο πάνω διατάγματος με μείωση του ποσού το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει, χωρίς όμως να συγκεκριμενοποιεί την εν λόγω μείωση. Με την κρινόμενη αίτηση ημερομηνίας 19/1/23, ο Αιτητής ζητά ουσιαστικά την αναστολή της ισχύος του πιο πάνω διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η Καθ' ης η αίτηση, στην οποία με οδηγίες του Δικαστηρίου επιδόθηκε η πιο πάνω αίτηση, ενέστη στο αίτημα του Αιτητή εγείροντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «(α) Δεν πληρούνται και/ή συντρέχουν και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη Νομολογία και την κείμενη Νομοθεσία για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. (β) Ο Αιτητής δεν προβαίνει σε πλήρη, ειλικρινή και δίκαιη αποκάλυψη όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και/ή δεν προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. (γ) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. (δ) Το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και ασαφές, ενώ εμπεριέχει ταυτόχρονα τόσο απαγορευτική όσο και προστακτική θεραπεία. (ε) Ο Αιτητής δεν έχει καλή υπόθεση αλλά ούτε και πιθανότητα επιτυχίας, ενόψει του ότι δε υφίσταται η απαιτούμενη μεταβολή συνθηκών και/ή δεν επήλθε οποιοδήποτε καινοφανές μεταγενέστερο γεγονός και/ή τα ισχυριζόμενα γεγονότα δεν ανέκυψαν μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής. (στ) Το αιτούμενο διάταγμα δε δύναται να εκδοθεί, καθ' ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει και/ή να λάβει υπόψη μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. (ζ) Η οποία τυχόν ζημία του Αιτητή δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεπανόρθωτη, είναι σαφώς αποτιμητή σε χρήμα, γεγονός το οποίο συνιστά επαρκή θεραπεία. (η) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει αρνητικά τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων, αφού θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα το αναφαίρετο δικαίωμά τους για διατροφή και συντήρηση. (θ) Τυχόν έκδοση του διατάγματος θα αποτελεί παραβίαση της έννομης τάξης και του δικαιϊκου συστήματος. (ι) Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.» Η αίτηση έχει ως πραγματικό υπόβαθρο την ένορκη δήλωση του Αιτητή και είκοσι τεκμήρια και η ένσταση την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Αφού μεσολάβησε αίτηση της Καθ' ης η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασής της, η οποία μετά από ακρόαση, με απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ημερομ. 19/7/2023, απορρίφθηκε, η κρινόμενη αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατ' αυτήν κανένας από τους ενόρκους δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεώς του. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. Η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας συναρτάται με τις θεραπείες που μπορούν να παρασχεθούν στο τέλος, όπως, βέβαια, αυτές πιθανολογούνται στο στάδιο εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης. Η πρόβλεψη γίνεται στη βάση σαφώς διατυπωμένων κριτηρίων, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) ως αυτά έχουν ερμηνευθεί, κύρια, στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Πιερής

(1982)1 Α.Α.Δ. 557. Για να δικαιολογείται λοιπόν η έκδοση διατάγματος με βάση το πιο πάνω άρθρο πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. [βλ. μεταξύ άλλων Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, Μ & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, Σάββα ν. Τηλεμάχου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2081, Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 629, Reckendorfer v. Reckendorfer
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1132]. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152]. Στην απόφαση Κυτάλα (ανωτέρω) τονίστηκε πως το ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα, αλλά η έκδοση του υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας δε θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης. Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό μόνο να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263). Με τις πρόνοιες του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90) εισάγεται η αρχή της υποχρέωσης και των δύο γονέων για την από κοινού διατροφή των ανήλικων τέκνων τους (άρθρο 33.1) (Βλ. Μαρκουλλίδης ν. Μαρκουλλίδη κ.α.
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1386). Η εξουσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου να τροποποιεί προηγούμενη απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου στηρίζεται στο άρθρο 38 του ίδιου πιο πάνω Νόμου το οποίο προβλέπει: «38.
(1)Αν αφότου εκδόθηκε η απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, το Δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει την απόφαση του ή και να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής.». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Χρ. Χριστοδούλου ν. Α. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, όπου στη σελ. 201 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο όρος «αφότου» στο πλαίσιο του Άρθρου 38 του Ν.216/90, δεν αφήνει αμφιβολία ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την εκδίκαση του διατάγματος και τείνουν να διαφοροποιήσουν το πραγματικό βάθρο στο οποίο στηρίχθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση, μπορεί να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις για αναθεώρηση του εκδοθέντος διατάγματος. Διαφορετικά, δεν παρέχεται δικαιοδοσία σε δικαστήριο να αναθεωρήσει την απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου». Επίσης, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Αντρέου ν. Τσίρου, Έφεση αρ.16/2013, ημερομηνίας 21.12.2016, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το άρθρο 38, το οποίο είναι προσδιοριστικό της δυνατότητας τροποποίησης υφιστάμενου διατάγματος διατροφής, ερμηνεύθηκε σε αριθμό υποθέσεων όπως τις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ 195, Αριστείδου ν. Χρυσάνθου
(1994)1 Α.Α.Δ. 711, Δημητρίου ν. Περδίου
(2005)1 Α.Α.Δ 1418 και άλλες. Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος. Είναι η μεταβολή των όρων που καθιστά την αρχική απόφαση μεταρρυθμιστέα. Αυτό σημαίνει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων που υπόκειται στο αρχικό διάταγμα διατροφής, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω, ή, ακόμη και να επιδιώξει εξ ολοκλήρου τερματισμό της διατροφής, (δέστε σχετικά και τα όσα αναφέρονται στα συγγράμματα Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙα, σελ. 144-145, Γιώργου Κουμάντου: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, σελ. 123-125 και Βασίλη Βαθρακοκοίλη: Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, σελ. 515-518, που ερμηνεύουν το αντίστοιχο άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα). Ο αιτητής έχει βέβαια το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του». Ως προς τη διαφοροποίηση των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκε το υφιστάμενο διάταγμα διατροφής, η πρώτη αναφορά του Αιτητή στηρίζεται στο χρόνο επικοινωνίας του με τα παιδιά, στη βάση του οποίου χρόνου ισχυρίζεται πως αυτός έχει την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα τους. Αναφέρει ο Αιτητής με παραπομπή στη Μιχελάκης ν. Μιχελάκη, Έφ. Αρ. 12/20, πως δικαιούχος σε διατροφή είναι ο ίδιος ο ανήλικος, την αγωγή δε για λογαριασμό του ασκεί αυτός που έχει τη γονική μέριμνα ή έστω την επιμέλεια του και αν δεν την έχει κανείς, το πρόσωπο με το οποίο διαμένει το παιδί (Απ. Γεωργιάδη, Οικογενειακό Δίκαιο, Β΄ έκδοση σελ. 677), για να αιτιολογήσει τη θέση του περί μη ύπαρξης πλέον δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση για συνεισφορά στη διατροφή των ανηλίκων από τον ίδιο, εξ' ου και οι θεραπείες που επιζητεί τόσο με την εναρκτήρια όσο και με την κρινόμενη αίτησή του. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στους ισχυρισμούς του Αιτητή σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ούτε και με τους περί αντιθέτου ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση. Ό,τι αρκεί να υπομνήσω κατ' αρχάς είναι πως το ζήτημα αυτό τέθηκε από τον Αιτητή και στην Έφεσή του Αρ. 12/2022, η οποία απορρίφθηκε. Προς κάλυψη περαιτέρω ισχυρισμών του Αιτητή ως προς το ίδιο θέμα, τους οποίους επίσης απορρίπτει η Καθ' ης η αίτηση και οι οποίοι εκφεύγουν της πιο πάνω έφεσης ή αναφέρονται σε χρόνο μετά την έκδοση απόφασης σ' αυτήν, άξιο αναφοράς είναι το γεγονός που αναφέρεται στην τροποποιημένη εναρκτήρια αίτηση του Αιτητή και αφορά στην έκδοση διατάγματος ημερομ. 6/7/23, στην αίτηση γονικής μέριμνας με αρ. 71/19 μεταξύ των διαδίκων. Το διάταγμα αυτό, το οποίο έχει εφεσιβληθεί από τον Αιτητή, προνοεί, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ανατίθεται η φύλαξη και η φροντίδα των τέκνων των διαδίκων και στους δύο γονείς ανάλογα με ποιο γονέα θα διαμένουν τα τέκνα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Καθορίζεται ως τόπος διαμονής των τέκνων ο εκάστοτε τόπος διαμονής του γονέα με τον οποίο θα διαμένουν τα τέκνα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Θα ασκούνται από τους δύο γονείς από κοινού οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας.» Γενικότερα ως προς την αρχή που επικαλείται ο Αιτητής (Μιχελάκης πιο πάνω) παραθέτω πιο κάτω τα όσα σχετικά μ' αυτήν αναφέρθηκαν από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Έφ. Αρ. 23/2022, ημερομ. 1/6/2023 και έχουν ως εξής: «Η εν λόγω αρχή, η οποία ήταν βασισμένη στο ανωτέρω σύγγραμμα, παρουσίασε μια διαφοροποίηση στην Γ΄ έκδοση του 2022, μετά την αντικατάσταση της AΚ 1516 §2, στην οποίαν στη σελ. 622 αναφέρεται υπό τον τίτλο «Αξιώσεις διατροφής τέκνου» ότι «.νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να τις ασκεί οποιοσδήποτε από τους γονείς, ανεξάρτητα από το ποιος έχει την επιμέλεια του τέκνου ή με ποιόν διαμένει αυτό. Η εύστοχη αυτή τροποποίηση αποσκοπεί εμφανώς στην αποτελεσματικότερη προστασία των συμφερόντων του τέκνου.» Στη βάση όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι τα όσα ανωτέρω επικαλείται ο Αιτητής δεν συνιστούν, από νομικής πλευράς και μόνο, διαφοροποίηση των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκε το υφιστάμενο διάταγμα. Άλλοι λόγοι που κατά τον Αιτητή συνιστούν αλλαγή των συνθηκών είναι οι ακόλουθοι: Ο ίδιος καταβάλλει: · Από τον Οκτώβριο του 2022 €55 μηνιαίως «στην ακαδημία ποδοσφαίρου που έχει εγγραφεί ο ανήλικος Μ. (ΤΕΚ 8). · Από τις αρχές του 2022 €60 μηνιαίως «για άσκηση γιόγκα από τους ανήλικους τα απογεύματα» (ΤΕΚ 9). · Από το Νοέμβριο του 2022 €60 για μαθήματα ρωσικών που παρακολουθεί ο ανήλικος Μ. (ΤΕΚ 10). · €6 μηνιαίως «για την κινητή τηλεφωνία του Α. (ΤΕΚ 11). (Παρ. 19 ένορκης δήλωσης Αιτητή) Σε σχέση με τα πιο πάνω, η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την ένστασή της, διευκρινίζει για τα πρώτα 3 πως αποτελούν μεν νέα έξοδα των ανηλίκων, ισχυρίζεται όμως πως «αυτά είναι αποτέλεσμα των μονομερών αποφάσεων και οικειοθελών πρωτοβουλιών του Αιτητή στις οποίες προέβηκε αυτοβούλως χωρίς προηγουμένως να με ενημερώσει ή να το συζητήσει μαζί μου.» (παρ. 14 ένορκης δήλωσής της). Για το τέταρτο έξοδο, ήτοι την κινητή τηλεφωνία του Α., διευκρινίζει ότι αποτελεί έξοδο που λήφθηκε υπόψη στην έκδοση του υφιστάμενου διατάγματος, και «το οποιοδήποτε ποσό κατ' ισχυρισμό καταβάλλει ο Αιτητής είναι ποσό το οποίο επίσης καταβάλλει οικειοθελώς και αυτοβούλως.» (παρ. 15 ένορκης δήλωσής της). Ισχυρίζεται ακόμα, ο Αιτητής, ότι «από τον Ιανουάριο του 2020 που έχω αναλάβει την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων» τα ποσά που καταβάλλει για τη διατροφή τους «έχουν αυξηθεί κατακόρυφα σε σχέση με το χρόνο προ του Ιανουαρίου του 2020, όταν απλά είχα επικοινωνία με τα ανήλικα και δεν είχα τη αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων. Αντιστοίχως, τα ποσά που οφείλει να ξοδεύει η Καθ' ης η αίτηση για τα ανήλικα τέκνα για όσο χρόνο διαμένουν μαζί της, έχουν μειωθεί και ουσιαστικά τα ποσά που απαιτούνται για την διατροφή τους και/ή μεταφορικά τους και/ή ρεύμα και/ή νερό και/ή ένδυση και/ή υπόδηση τους δεν μπορεί να είναι τα ίδια σε σχέση με τα ποσά που απαιτείτο να ξοδεύει όταν τα ανήλικα τέκνα διέμεναν τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας στην οικία της και η ίδια είχε την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα αυτών.» (παρ. 20 ένορκης δήλωσης Αιτητή - ΤΕΚ 12-15). Σε σχέση με τα πιο πάνω, η Αιτήτρια απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί αποκλειστικής φύλαξης και φροντίδας των ανηλίκων από τον τελευταίο. Είναι η θέση της ότι ο χρόνος διαμονής των παιδιών με τον ένα ή τον άλλο γονέα εξακολουθεί να είναι ο ίδιος όπως και κατά την έκδοση του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής και τα έξοδα που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι επωμίζεται κατά το χρόνο που τα παιδιά διαμένουν μαζί του αποτελούν έξοδα που επιβαρύνεται «στα πλαίσια της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα ανήλικα.» Συμπληρώνει δε σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή «ότι αναλαμβάνει περισσότερα έξοδα από εμένα ότι δεν ευσταθεί αφού απλούστατα αναλαμβάνει τα έξοδα διατροφής και συντήρησης των ανήλικων τέκνων μας σύμφωνα με τις οικονομικές του δυνατότητες και εισοδήματα, τα οποία είναι σχεδόν τετραπλάσια από τα δικά μου εισοδήματα.» Διατείνεται επίσης ο Αιτητής ότι υπήρξε και αλλαγή των συνθηκών ως προς τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση η οποία είναι ιδιοκτήτης διαμερίσματος το οποίο ενοικιάζει. Πηγή της γνώσης του για το ότι η Καθ' ης η αίτηση απέκτησε διαμέρισμα, αποτελεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας της ίδιας ημερομ. 3/6/22 στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών μεταξύ των διαδίκων με αρ. 7/20223 (ΤΕΚ 18). Συμπληρώνει δε ο Αιτητής «Ήταν τότε που ενημερώθηκα για πρώτη φορά ότι η Καθ' ης η αίτηση κατέστη κατά την 24/01/2019 ιδιοκτήτης του εν λόγω διαμερίσματος και σε ευθέτω ουσιώδη χρόνο μετά τις 3/6/2022 ενημερώθηκα μάλιστα από άτομο που κλήθηκε για εργασίες στο εν λόγω διαμέρισμα ότι η Καθ' ης η αίτηση ενοικίαζε και εξακολουθεί να ενοικιάζει το εν λόγω διαμέρισμα, αφού μέσα διέμεναν τρίτα άτομα και έτσι λαμβάνει ένα επιπλέον εισόδημα πέραν του μισθού της, το οποίο μόνο η ίδια γνωρίζει το ακριβές ποσό.» Η θέση της Αιτήτριας σε σχέση με τα πιο πάνω είναι πως τα περί ενοικίασης του διαμερίσματός της «αποτελούν ατεκμηρίωτες εικασίες, καθ' ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, κανένα τέτοιο εισόδημα δεν λαμβάνει και ως εκ τούτου καμία αλλαγή ή διαφοροποίηση δεν έχει επέλθει στο ύψος των εισοδημάτων μου.» Τέλος, ο Αιτητής αναφέρει στην παρ. 27 της ένορκης δήλωσής του τα εξής: «Επίσης σύμφωνα με την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης μου που συνοδεύει ως παράρτημα την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 11/04/2022 της κας. Κ. Κ. (στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας με αρ. 71/2019) και που ετοιμάστηκε από την Ειδική Ψυχολόγο Μ. Α. και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 20, στην παρούσα φάση υποφέρω από καταθλιπτική διάθεση και από διαταραχές ύπνου ένεκα των διαδικασιών οικογενειακού δικαίου που είναι εκκρεμείς μέχρι σήμερα στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας μεταξύ εμένα και της Καθ' ης η Αίτηση. Όλα αυτά προέκυψαν εξαιτίας των ψευδών δηλώσεων της και ενώ εγώ ήμουν και είμαι ένας στοργικός πατέρας και πρότυπο οικογενειάρχη. Με τις ψευδείς της δηλώσεις η Καθ' ης η Αίτηση πέτυχε κατά την 22/12/2018 την προσωρινή απομάκρυνση μου με προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της αίτησης αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής οικίας με αρ. 147/2018, από τη συζυγική μου οικία στο Τσέρι και από τα ανήλικα μου τέκνα. Αυτή η ψυχολογική μου κατάσταση διατηρείται δυστυχώς και σήμερα καθώς παρόλο που έχω πλέον την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων, αναγκάζομαι να καταβάλλω και στην Καθ' ης η αίτηση κάθε μήνα το ποσό των €1.090 ως συνεισφορά μου στην διατροφή των ανήλικων τέκνων, κάτι το οποίο είναι εξαιρετικά άδικο. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα η ψυχολογική μου κατάσταση δεν θα αλλάξει, θα συνεχίσει και ενδέχεται και να επιδεινωθεί, κάτι που είναι και ενάντια στο συμφέρον των ανήλικων τέκνων, η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη αφού οιαδήποτε χρηματική αποζημίωση δεν θα μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως την βλάβη στην ψυχική μου υγεία.» Σε σχέση με τα πιο πάνω η Καθ' ης η αίτηση αντιτείνει στην παρ. 30 της ένορκης δήλωσής της πως «τα τελεσίδικα ευρήματα αυτών και η αρνητική για τον Αιτητή κατάληξή τους δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται από τον Αιτητή προς απόδειξη κατ' ισχυρισμό βλάβης και ανεπανόρθωτης ζημιάς του.» Υπαγόμενα τα πιο πάνω περιστατικά στο νομικό πλαίσιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη διαφορά, βρίσκω πως τα ισχυριζόμενα από τον Αιτητή γεγονότα με προεξάρχοντα την έκταση της επικοινωνίας του με τα ανήλικα, τα νέα έξοδα τους τα οποία ο ίδιος καταβάλλει και της διαφοροποίησης της εισοδηματικής κατάστασης της Καθ' ης η αίτηση κατά το ποσό που ενδεχομένως εισπράττει ως ενοίκιο από την τυχόν ενοικίαση του διαμερίσματός της, ακόμα και με τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση λαμβανομένων υπόψη, έχουν τη δυναμική της θεώρησης ότι πληρούνται, τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, που είναι ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία και να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Πρόκειται, βέβαια, για θεώρηση, στο στάδιο αυτό, που αφορά απλή πιθανολόγηση. Οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων ως προς τα πιο πάνω ζητήματα θα αποφασιστούν στα πλαίσια ακρόασης της εναρκτήριας αίτησης κατά την οποία το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία που θα προσαχθεί. Στη βάση των ίδιων γεγονότων όμως και καθ' όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή «χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο», τα πράγματα διαφέρουν και βρίσκω ότι αυτή απουσιάζει. Η πιο πάνω τρίτη προϋπόθεση, κατά τη νομολογία μας, συνδέεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Έχοντας ήδη απορρίψει την πρώτη αναφορά του Αιτητή για διαφοροποίηση των συνθηκών στις οποίες στηρίχθηκε το υφιστάμενο διάταγμα, οι υπόλοιπες αναφορές του οδηγούν στη θεώρηση πως στην παρούσα υπόθεση οι αποζημιώσεις, με την έννοια της αποκοπής του όποιου ποσού ήθελε μειωθεί το ύψος της διατροφής από τις μελλοντικές δόσεις, θεωρείται αρκούντος επαρκής θεραπεία ώστε να αναιρεί τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ούτε τα αναφερόμενα από τον Αιτητή στην παρ. 27 της ένορκης δήλωσής του, όπως αυτά αντικρούονται από την Καθ' ης η αίτηση, επηρεάζουν την πιο πάνω κρίση. Τουναντίον την ισχυροποιούν εφόσον η υποχρέωση διατροφής των γονέων έναντι των ανήλικων τέκνων τους αποτελεί θέμα υψίστης σημασίας έναντι του οποίου υποχωρούν οι οποιεσδήποτε επιπτώσεις στον υπόχρεο, στην περίπτωση που εξετάζεται τον Αιτητή. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και η πρόνοια του άρθρου 40 του Ν.216/90 σύμφωνα με το οποίο τα διατάγματα διατροφής μπορούν να εκτελεστούν και ως χρηματικές ποινές σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση καλείται να εξετάσει κατά πόσο τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του, όπως τα έχω παραθέσει πιο πάνω, δικαιολογούν την αναστολή του υφιστάμενου διατάγματος. Η απάντηση του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση είναι αρνητική. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα και κύρια συνεκτιμώντας το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων, διαπιστώνω πως η περίπτωση εδώ αφορά αντικρουόμενες θέσεις και ισχυρισμούς που θα πρέπει να αφεθούν να εξεταστούν τελεσίδικα κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης μια και η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων. Για να εκδοθεί ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 (Οδυσσέως, πιο πάνω). Η απουσία της μίας στην προκειμένη περίπτωση δεν επιτρέπει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, να καταβληθούν, όμως, μετά το πέρας της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ............ Δ. Κούσιου, Πρ. /ΚΤ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.