L. S. D. C.I. ν. D. S. M. G. C.I., Αρ. Αίτησης: 60/23, 30/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Μ. Χ. Κάιζερ, Δ. Αρ. Αίτησης: 60/23 (
- i)Μεταξύ: L. S. D. C.I. Αιτήτρια και D. S. M. G. C.I. Καθ'ου η αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερ. 12/09/2023 Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κος Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κα Τ. Τζίρτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διάδικοι είναι πρώην σύζυγοι. Από τον γάμο τους απέκτησαν 2 παιδιά, την Ε. η οποία γεννήθηκε στις 27/01/2011 και τον Α. ο οποίος γεννήθηκε στις 03/06/2015. Αμφότεροι οι διάδικοι είναι Σουηδοί υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Κύπρου. Βρίσκονται στην Κύπρο από τον Σεπτέμβριο του 2015. Είναι σε διάσταση από τον Νοέμβριο του 2020 και ο γάμος τους λύθηκε από Σουηδικό Δικαστήριο στις 26 Ιουλίου 2022. Με αίτηση της η Αιτήτρια ημερομηνίας 02/02/2023 και ανταπαίτηση ο Καθ'ου η αίτηση ημερομηνίας 09/06/2023, ζητούν την ρύθμιση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων τους. Στις 12/09/2023 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείτο την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: (Α)''Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναθέτει στην Αιτήτρια την επιμέλεια και/ή τη φύλαξη και φροντίδα του προσώπου των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Ε.Ι.L.C.I και A.C.D.I. (Β) Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει ως τόπο διαμονής των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Ε.Ι.L.C.I και A.C.D.I τον εκάστοτε τόπο διαμονής της Αιτήτριας. (Γ)Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου που να ρυθμίζει το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση μαζί με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων Ε.Ι.L.C.I και A.C.D.I. (Δ) Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται στην Αιτήτρια να μεταφέρει εκτός Κύπρου, τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων Ε.Ι.L.C.I και A.C.D.I. συνοδευόμενα από την ίδια, χωρίς να απαιτηθεί η υπογραφή και/ή συγκατάθεση του Καθ'ου η αίτηση, τις μέρες που τα παιδιά θα βρίσκονται με την Αιτήτρια. (Ε) Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ'ου η αίτηση από το να επιτρέπει στα ανήλικα τέκνα των διαδίκων να έρχονται σε επαφή με την Beata Irimi είτε με το να επιτρέπει σε αυτήν να εισέρχεται και να βρίσκεται εντός του εκάστοτε τόπου διαμονής του όταν βρίσκονται σε αυτόν τα ανήλικα, είτε με το να επιτρέπει σε αυτήν να συνοδεύει ή να μεταφέρει οπουδήποτε τα ανήλικα μόνη της είτε συνοδευμένη με τον Καθ'ου η αίτηση ή άλλο πρόσωπο ή άλλως πως''. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Ο Καθ'ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην οποία διατυπώνονται 6 λόγοι ένστασης συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του και 6 Τεκμήρια. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου και της σύμφωνης γνώμης της άλλης πλευράς η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 13/12/2023. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του Ν.216/90, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του (βλ. Γ.Δ. v. Α.Β. Έφεση αρ.1/2022 και 2/2022, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2022[1]). Συνεπώς στις 14/12/2023 πραγματοποιήθηκε κατ' ιδίαν συνέντευξη της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων Ε. από το Δικαστήριο, χωρίς ωστόσο να γίνει το ίδιο και με τον ανήλικο Α. καθότι ο ανήλικος έκλαιγε ασταμάτητα, γεγονός που δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση της συνέντευξης. Ειδικότερη αναφορά στη συνέντευξη θα γίνει κατωτέρω. Ακολούθως και κατόπιν προφορικού αιτήματος από τους συνήγορους της Αιτήτριας και της σύμφωνης γνώμης της άλλης πλευράς, επετράπη και πάλιν η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας στις 24/01/2024 και στις 22/02/2024 του Καθ'ου η αίτηση. Σημειώνεται ότι στις 14/12/2023, ημέρα που ήταν προγραμματισμένη η συνέντευξη των ανηλίκων και πριν την έναρξη αυτής, αμφότερες οι πλευρές προσδιόρισαν τα επίδικα ζητήματα που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε με την υπό εξέταση αίτηση. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές δηλώσεις. ''Δικαστήριο: Προτού λάβει χώρα η συνέντευξη των ανηλίκων παρακαλώ προσδιορίστε μου τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή τι θα κληθεί να αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης. Ζητούνται διάφορες θεραπείες, ωστόσο αντιλαμβάνομαι κρίνοντας και από τις προηγούμενες δικασίμους ότι συμφωνείτε σε προσωρινό επίπεδο η φύλαξη να ανατεθεί στην μητέρα και στην ουσία αυτό που θέλετε να αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης είναι το εύρος της επικοινωνίας του πατέρα. Έτσι είναι; ξεκαθαρίστε το προκειμένου να ξέρω τόσο για την απόφαση αλλά και για το τι ερωτήσεις θα θέσω στα παιδιά στην συνέντευξη. κα Τζίρτη: Ναι όσον αφορά στην φύλαξη αυτή θα είναι με την μητέρα, αλλά το εύρος της επικοινωνίας αυτό θα το αποφασίσει το Δικαστήριο. κα Παπαδοπούλου Ναι συμφωνώ, αλλά όσον αφορά στην ανήλικη δεν θα πρέπει να υπάρχει οποιοδήποτε διατακτικό διάταγμα, λόγω της άρνησης της ανήλικης και όσον αφορά στον ανήλικο η θέση μας είναι ότι ο πατέρας ζητά περισσότερες μέρες από εκείνες που θεωρούμε ότι είναι προς όφελος του ανήλικου. κα Τζίρτη Να δηλώσω ότι ο πατέρας δεν διαχωρίζει τα παιδιά και αυτά είναι η πλευρά της μητέρας που τα λέει''. Στις 07/02/2024 η Αιτήτρια απέσυρε την αιτούμενη θεραπεία (γ) υποστηρίζοντας ότι σε αυτό το στάδιο ο Καθ'ου η αίτηση δεν πρέπει να έχει δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά του, καθότι αυτό δεν είναι προς το συμφέρον τους αναφέροντας ότι τα δεδομένα που υπήρχαν κατά την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης δεν υφίστανται πλέον. Η θέση της Αιτήτριας, γιατί στο παρόν στάδιο δεν πρέπει να εκδοθεί κάποιο διάταγμα που να ρυθμίζει την επικοινωνία του Καθ'ου η αίτηση με τα παιδιά του, καταγράφεται λεπτομερώς στην συμπληρωματική ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 24/01/2024. Στον αντίποδα ο Καθ'ου η αίτηση υποστηρίζει ότι είναι επάναγκες να εκδοθεί διάταγμα επικοινωνίας με τα τέκνα του. Στηρίζει το αίτημα του στη βάση του άρθρου 17Β του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, Ν.23/90 όπως αυτός έχει τροποποιηθεί (και του Κανονισμού 8 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικού Κανονισμού 2/90), τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, το Δικαστήριο δύναται και αυτεπαγγέλτως να εκδίδει διάταγμα προσωρινής φύσεως με το οποίο να ρυθμίζονται οι σχέσεις των συζύγων και οι σχέσεις των γονέων και των τέκνων σχετικά με θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής κτλ. Προς καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος των ανήλικων τέκνων των διαδίκων και προς αποφυγήν περαιτέρω δικαστικών διαδικασιών μεταξύ των διαδίκων και κατακερματισμό της παρούσας διαδικασίας με την ενδεχόμενη καταχώριση νέας αίτησης εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, κρίνω επιβεβλημένο όπως με την παρούσα απόφαση εξεταστεί το ζήτημα του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση με τα τέκνα του. Επομένως στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων το μόνο που απομένει να αποφασίσω είναι αν θα εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του, το οποίο εδράζεται στο άρθρο 17Β του Ν. 23/90 ή αν δεν θα του επιτραπεί μια τέτοια επικοινωνία ως αιτιάται εντέλει η Αιτητρια. Κατά την ακρόαση του προσωρινού διατάγματος, οι διάδικοι δεν αντεξετάστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τους. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους, καταχώρισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, η συνήγορος του Καθ'ου η αίτηση καταχώρισε και συμπληρωματικές αγορεύσεις, αλλά και οι δυο πλευρές αγόρευσαν και προφορικά. Μελέτησα με προσοχή τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και τα όσα υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της η Αιτήτρια αναφέρεται στον γάμο της με τον Καθ'ου η αίτηση και στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ως ζευγάρι και στους λόγους που οδήγησαν στον χωρισμό. Αναφέρει ότι μετά την οριστικοποίηση του διαζυγίου τους από το Σουηδικό Δικαστήριο (26/07/22) οι διάδικοι συμφώνησαν να εναλλάσσουν την διαμονή τους στην συζυγική κατοικία κάθε βδομάδα, προκειμένου να μην διαταραχθεί η καθημερινότητα και το περιβάλλον στο οποίο ζούσαν τα παιδιά, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσουν μια αίσθηση κανονικότητας παρά την έκδοση διαζυγίου. Αυτή η ρύθμιση διήρκησε 4 μήνες περίπου. Από τα τέλη Νοεμβρίου του 2022 η Αιτήτρια μετακόμισε μαζί με τα παιδιά από την συζυγική οικία και έκτοτε διαμένουν σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα. Ο Καθ'ου η αίτηση διαμένει στην συζυγική οικία. Ειδικότερη αναφορά κάνει στην θυγατέρα τους, όπου επισημαίνει ότι διαγνώστηκε με αυτισμό όταν ήταν περίπου 8 ετών. Επισύναψε ως Τεκμήριο Α σχετική ιατρική βεβαίωση. Υποστήριξε ότι ο Καθ'ου η αίτηση καθόλη την διάρκεια του γάμου τους κακομεταχειριζόταν συστηματικά συναισθηματικά, λεκτικά και σωματικά την ανήλικη θυγατέρα τους, καταχρηστική συμπεριφορά η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Ο Καθ'ου η αίτηση από τότε που διαγνώστηκε η ανήλικη με αυτισμό αγνοεί εντελώς την διάγνωση. Δεν έχει υπομονή με την ανήλικη, ούτε επίσης είναι σε θέση να την φροντίσει και να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της. Τονίζει ότι ο Καθ'ου η αίτηση καθόλη την διάρκεια του γάμου τους αλλά και μετά τον χωρισμό επεδείκνυε τεράστια ευνοιοκρατία προς τον ανήλικο υιό των διαδίκων, γεγονός που αντιλαμβανόταν η ανήλικη και την πλήγωνε, αναφέροντας παραδείγματα διάκρισης μεταξύ των δυο παιδιών. Αναφέρεται εκτενώς στην στάση και συμπεριφορά του Καθ'ου η αίτηση η οποία οδήγησε τα ανήλικα να μην θέλουν να τον ακολουθήσουν. Στον αντίποδα ο Καθ'ου η αίτηση κατηγορεί την Αιτήτρια για την στάση των ανηλίκων έναντι του, υποστηρίζοντας ότι πρόθεση της είναι να απομακρύνει τα παιδιά από κοντά του. Αρνείται ότι η θυγατέρα του έχει αυτισμό καθότι η ιατρική εξέταση που έγινε στην Κύπρο και τη Σουηδία δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε φάσμα αυτισμού, ούτε η ανήλικη λαμβάνει κάποια φαρμακευτική αγωγή. Συγκεκριμένα το αποτέλεσμα της εξέτασης έδειξε ότι δεν υπήρχε επαρκής βάση για διάγνωση ΔΕΠΥ και έλαβε το χαμηλότερο επίπεδο στον αυτισμό. Υποστηρίζει ότι το μόνο θέμα που διαπιστώθηκε στο παρελθόν είναι ότι η ανήλικη δυσκολευόταν να κοινωνικοποιηθεί και να συναναστραφεί με τα υπόλοιπα παιδάκια, ήταν δύσκολο γι' αυτή να ακολουθεί κανόνες και ήταν λίγο επιθετική στο σχολείο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι βρίσκεται στο φάσμα του αυτισμού. Σήμερα η Αιτήτρια παρεμποδίζει με διάφορες προφάσεις την επικοινωνία των ανήλικων μαζί του και με τον τρόπο αυτό δημιουργεί άγχος στην ανήλικη θυγατέρα τους να μείνει μόνη μαζί του. Υποστηρίζει έντονα ότι δεν μπορεί η Αιτήτρια να επικαλείται δήθεν αυτισμό στην ανήλικη, αναφέρει ότι είναι και δικό του παιδί και αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα τον αφορά και εκείνον. Κατά τον Καθ'ου η αίτηση τα μόνα προβλήματα που υπάρχουν είναι τα ψυχολογικά της Αιτήτριας. Αρνείται κατηγορηματικά ότι άσκησε βία εναντίον της Αιτήτριας και των ανηλίκων και αναφέρει ότι δεν έγινε ποτέ καμία καταγγελία εναντίον του. Yποστηρίζει ότι και αυτό είναι άλλη μια προσπάθεια της Αιτήτριας να τον απομακρύνει από τα παιδιά του. Ισχυρίζεται ότι πάντοτε ήταν τρυφερός πατέρας απέναντι και στα δύο του παιδιά και κατηγορεί την Αιτήτρια για την κακή σχέση του με την ανήλικη. Αναφέρει ότι αγαπά και νοιάζεται εξίσου για τα ανήλικα τέκνα του και αρνείται ότι επιδεικνύει ευνοιοκρατία στο γιο του, αυτά είναι ψεύδη της Αιτήτριας, με τα οποία προσπαθεί να δηλητηριάσει τη σχέση του με την ανήλικη θυγατέρα του. Υποστηρίζει ότι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο η ανήλικη θέλει να διαμένει με την Αιτήτρια, είναι γιατί η τελευταία την δελεάζει με τα άλογα, αφού και η ίδια η Αιτήτρια έχει αγάπη προς αυτά και είναι ιδιοκτήτρια πόνυ. Σε σχέση με τα μαθήματα ιππασίας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για να συναινέσει. Η θέση του είναι, ότι αφής στιγμής η Αιτήτρια αποφάσισε από μόνη της να εγγράψει την ανήλικη σε ένα τόσο ακριβό χόμπι, δεν τον αφορά, χωρίς αυτό να έχει να κάνει με την αγάπη του προς τη θυγατέρα του, αλλά σχετίζεται στη μη ικανοποιητική οικονομική του δυνατότητα μετά την απόλυσή του από την οικογενειακή εταιρεία της Αιτήτριας, αφού ξαφνικά βρέθηκε άνεργος, έχασε υψηλά εισοδήματα και ωφελήματα που είχε και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει οικονομικά. Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estatesand Others
(1982)1 Α.Α.Δ.557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β)Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά.ν.Χρυσάνθουκ.ά.
(1996)1(Α)Α.Α.Δ.253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)(Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Το δικαίωμα επικοινωνίας ρυθμίζεται από το άρθρο 17 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, Ν.216/90 και ορίζει τα εξής: «17.
(1)Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2)Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3)Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6.» Το άρθρο 6 διαλαμβάνει τα κάτωθι: «6.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. (β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.» Όπως ανέφερα και ανωτέρω αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης είναι το αν είναι προς το συμφέρον των ανηλίκων να εκδοθεί διάταγμα επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του και αν ναι το εύρος αυτού. Το ζήτημα της φύλαξης και του τόπου διαμονής των παιδιών δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα, αφού όπως ανέφερα και ανωτέρω οι δυο πλευρές στις 14/12/2023 προσδιόρισαν τα επίδικα ζητήματα σε σχέση με την ενδιάμεση αίτηση. Είναι γεγονός ότι και οι δυο πλευρές στις ένορκες τους δηλώσεις αναλώνονται σε λεπτομερέστατη καταγραφή γεγονότων και θέσεων, που ως επί τω πλείστον αφορούν ζητήματα που θα απασχολήσουν το δικαστήριο κατά την κυρίως αίτηση. Αυτό που συνάγεται από τις πολυσέλιδες ένορκες τους δηλώσεις είναι ότι η Αιτήτρια καταλογίζει στον Καθ'ου η αίτηση μια σειρά από ενέργειες και/ή παραλείψεις του τις οποίες περιγράφει αναλυτικά, και που κατά την θέση της οδήγησαν τα ανήλικα να μην θέλουν να έχουν επαφή μαζί του. Στον αντίποδα η θέση του πατέρα είναι ότι για την αρνητική στάση των παιδιών ευθύνεται αποκλειστικά η Αιτήτρια. Συνεπώς επίδικο θέμα, της παρούσας διαδικασίας, είναι η ρύθμιση από το Δικαστήριο της άσκησης της προσωπικής επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του, δηλαδή του ενός εκ των δυο φορέων της γονικής μέριμνας. Αναμφίβολα κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης και ότι ο Καθ'ου η αίτηση δικαιούται σε θεραπεία ή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ένεκα της εξουσίας του Δικαστηρίου να αποφασίζει, σε περίπτωση διαφωνίας, για την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου. Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις του Καθ'ου η αίτηση, υπάρχει επιχειρηματολογία προς υποστήριξη της θέσης του. Αυτή αντικρούεται από την Αιτήτρια. Όμως, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση του θέματος ποια από τις δύο θέσεις είναι ορθή, εφόσον και οι δύο είναι, εκ πρώτης όψεως, δυνητικά υποστηρίξιμες. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει την ορθότητά τους σε αυτό το στάδιο και με αυτή τη διαδικασία, καθότι σε τέτοιες αιτήσεις πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και της αξιοπιστίας των διαδίκων και να επιλέγει αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 ΑΑΔ 1588, 1593: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων». Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 131, αναφέρεται το εξής: «Όπως αναγνωρίστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην R. v. U.K.
(1987)Times,9th July (Series A Judgments and Decisions Vol. 121), η πρόσβαση του γονέα στο τέκνο αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του ανθρώπου για οικογενειακή ζωή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Βλ. επίσης Ν. 39/62). Στην Κύπρο το δικαίωμα αυτό επίσης διασφαλίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 15 του Συντάγματος. Όπως εξηγείται όμως στην υπόθεση Re KD (A minor)
(1988)1 All E.R. 577 (H.L) το δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί εφόσον δεν ασκείται προς όφελος του σκοπού για τον οποίο παρέχεται, που δεν είναι άλλος από την συμβολή στην ευημερία του τέκνου». Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θεωρώ επίσης ότι ικανοποιείται. Η τρίτη προϋπόθεση, είναι συνυφασμένη με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Στην υπό εξέταση περίπτωση θα ήταν ιδιαιτέρως επισφαλές να εξετασθεί η προϋπόθεση αυτή, σε συνάρτηση με οικονομικά συμφέροντα. Το δικαίωμα επικοινωνίας και κατ'επέκταση η ρύθμιση του, είναι σύμφυτο με τη γονική μέριμνα και εξυπηρετεί, όχι μόνο το συμφέρον του γονέα, αλλά πρωτίστως το συμφέρον του παιδιού, αφού η διατήρηση ζωντανής σχέσης και με τους δύο γονείς, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του. Είναι για αυτό το λόγο άλλωστε, που το Δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με γνώμονα το συμφέρον του ανήλικου, εξετάζοντας τα δεδομένα και τις τρέχουσες συνθήκες, της συγκεκριμένης περίπτωσης. Εν προκειμένω, ο Καθ'ου η αίτηση επιζητεί όπως διασφαλιστεί η απρόσκοπτη επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα του, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της κυρίως αίτησης. Στην ουσία αυτό που επιζητεί είναι η προστασία του νομικού και συνταγματικού δικαιώματος του (βλ. άρθρο 17 του Ν.216/90, άρθρο 15 του Συντάγματος και άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α), γεγονός που εκ της φύσεως της παρούσας διαδικασίας, τη διαφοροποιεί από άλλες διαδικασίες. Παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.α. v. Timberland Co, όπου τονίστηκαν τα πιο κάτω: «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία». Εφόσον η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Τυχόν αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και θα έπληττε το συμφέρον των τέκνων. Είναι πρόδηλο επομένως ότι η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση, με τα ανήλικα δεν θα μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Η νέκρωση του δεσμού του γονέα με τα τέκνα του, είναι δυνατόν να οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη ζημία πρωτίστως στα ίδια τα παιδιά, αλλά και στην οικογένεια γενικότερα. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», ΤόμοςVII, όπου στις σελίδες 228-229 αναφέρονται τα πιο κάτω: "Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων. Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδισή της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες." Παραθέτω επίσης ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, από την απόφαση Μαρία Μαυρονικόλα ν. Άντη Ξάνθου
(2011)1 Α.Α.Δ. 293, όπου λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι γονείς έχουν συλλογική ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά τους. Η καταφυγή σε αντιμετώπιση των όποιων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με, «εμπορικούς όρους» σαφώς δεν οδηγεί σε επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο «η παράδοση» δεν έπρεπε να αντικρίζεται από την εφεσείουσα ως μηχανιστική ενέργεια, αλλά, ως υποχρέωση θετικής ενέργειας, που αντίκριση της οποίας επέβαλλε όχι μόνο τη φυσική της παρουσία, που στην προκείμενη περίπτωση δεν υλοποιήθηκε, αλλά και στη δική της ενθάρρυνση και προτροπή, που ούτε αυτό υπήρχε, έτσι ώστε να υλοποιήσει την αναληφθείσα εκ συμφώνου υποχρέωση με το Διάταγμα «για παράδοση». Όπως έχει ήδη λεχθεί ανωτέρω δεν αποτελεί μέρος της διεργασίας του Δικαστηρίου να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης και να ασχοληθεί με την αξιολόγηση των πραγματικών ζητημάτων. Με γνώμονα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αξιολογεί τις εκδοχές των μερών και δεν ασχολείται να εξακριβώσει ποια από αυτές αληθεύει για σκοπούς της αίτησης και αντίστοιχα της ανταπαίτησης. Θα περιοριστώ να αναφέρω ότι μόνο θλίψη προκαλεί το γεγονός ότι οι διάδικοι εξαπολύουν ο ένας έναντι του άλλου δριμείς χαρακτηρισμούς, χωρίς να επικεντρώνονται στο ζητούμενο που είναι το συμφέρον των τέκνων τους και χωρίς κυρίως να προβαίνουν σε αυτοκριτική. Η μεν Αιτήτρια κατηγορεί τον Καθ'ου η αίτηση και του ''χρεώνει'' ότι η άρνηση των παιδιών να έχουν επαφή του, οφείλεται αποκλειστικά στις ενέργειες, χειρισμούς και παραλείψεις του, καθώς και στην αδυναμία του να καταλάβει τα παιδιά και να τα προσεγγίσει όπως πρέπει, κυρίως σε ό,τι αφορά στην ανήλικη Ε. Ο δε Καθ'ου η αίτηση θεωρεί την Αιτήτρια πλήρως αποξενωτική και αποκλειστικά υπεύθυνη για την απομάκρυνση των παιδιών από κοντά του, χαρακτηρίζοντας την Αιτήτρια με πολύ κακούς χαρακτηρισμούς. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στις παραγράφους 4,6,7,30,34,48,49 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 08/12/2023 που υποστηρίζει την ένσταση του, χαρακτηρίζει την Αιτήτρια ψυχικά ανισόρροπη και γενικότερα προβαίνει σε χαρακτηρισμούς που σχετίζονται με την ψυχική της υγεία. Χαρακτηρισμοί οι οποίοι επαναλαμβάνονται και στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση. Αποτελεί κοινό έδαφος ωστόσο ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων δεν επιθυμούν να έχουν επαφή με τον Καθ'ου η αίτηση, η ανήλικη Ε. από τον Απρίλη του 2023 και ο ανήλικος Α. από τις 05/01/2024. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων κατά τη διενέργεια της προβλεπόμενης από το Νόμο συνέντευξης (για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί συνέντευξη με τον ανήλικο Α). Με βάση τη νομολογία η γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία και αναλόγως της ωριμότητας του πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται. Αυτό αποτελεί ένδειξη της σεβασμού της προσωπικότητας του, είναι δε υποχρεωτική όταν το επιτρέπει η ωριμότητα του και είναι σε θέση να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνεται υπόψιν νοουμένου ότι αυτή είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στην μονομερή επίδραση ενός εκ των γονέων (βλ. Π.Ε. v. K.R.U, Έφεση Αρ. 23/2018, ημερομηνίας 3.12.2019). Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αξιολογήσει στο τέλος τη γνώμη του παιδιού και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αξία και ανάλογα με την περίπτωση να εντάξει το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας στο υπόλοιπο υλικό προς συνεκτίμηση ( βλ. Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1446). Στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο θα περιοριστώ να αναφέρω ότι η ανήλικη Ε. ήταν αρνητική στο να έχει επικοινωνία με τον πατέρα της, αυτό που κυρίως εισέπραξα από την ανήλικη είναι ότι είναι πολύ πληγωμένη από τον πατέρα της γιατί δεν την καταλαβαίνει, δεν την ''ακούει'' και κυρίως αισθάνεται ότι περνά σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τον αδελφό της, αφού ο Καθ'ου η αίτηση δείχνει ξεκάθαρα την προτίμηση του προς αυτόν με αποτέλεσμα η ίδια να νιώθει έντονα αυτή την διάκριση. Πρόκειται για ένα παιδί ώριμο, οξυδερκές, πολύ ευγενικό και συνεσταλμένο. Έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και την άρνηση των παιδιών να έχουν επικοινωνία με τον πατέρα τους (πραγματικότητα που αναγνωρίζεται και από τις δυο πλευρές, επιρρίπτοντας ωστόσο ο ένας γονέας τις ευθύνες στον άλλο), αν σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο που αποφασίζω, χωρίς επαναλαμβάνω να μπορώ να προβώ σε ευρήματα, αν είναι περίπτωση που το δικαίωμα επικοινωνίας πρέπει να αποκλειστεί ή να περιοριστεί. Το αυστηρά προσωπικό δικαίωμα του γονέα να επικοινωνεί με το τέκνο του απορρέει από το φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς το τέκνο και συντελεί στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του. Σε πολύ ακραίες περιπτώσεις και μόνον εφόσον η ανάγκη προστασίας του συμφέροντος του τέκνου το επιβάλλει, το Δικαστήριο διατάσσει τον πλήρη αποκλεισμό του δικαιώματος επικοινωνίας (βλ. Έφη Κουνουγιέρη - Μανωλεδάκη, «Οικογενειακό Δίκαιο», ΙΙ, 2008, σελ. 329 επ. και παρατεθείσα εκεί νομολογία ΕφΑθ 8074/2004 ΝοΒ 53
(2005)312, ΜονΠρΑθ 8074/2004 ΝοΒ 53
(2005)312 με σημ. Κ. Χριστακάκου, ΜονΠρΘεσ 12629/ 2005 Αρμ 60
(2006)240, ΜονΠρΘεσ 28658/ 2006 Αρμ 61
(2007)385, ΑΠ 896/2007 ΧρΙΔ Ζ/2007.976). Μάλιστα, στην απόφαση 488/2003 του Εφετείου Λαρίσης όπου το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το δικαίωμα επικοινωνίας και ειδικότερα με τη δυνατότητα περιορισμού ή αποκλεισμού του από το δικαστήριο κατά την ΑΚ 1520 παρ. 3, ακολουθεί την άποψη σύμφωνα με την οποία «εφόσον η ανάγκη προστασίας του συμφέροντος του τέκνου το επιβάλλει, μπορεί να διατάσσεται από το δικαστήριο και πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας», επισημαίνοντας πάντως ότι «με βάση την αρχή της αναλογικότητας η επιβολή του αποκλεισμού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων» Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις ακόμη και στον αποκλεισμό του δικαιώματος της επικοινωνίας. Με βάση την αρχή της αναλογικότητας, η επιβολή του αποκλεισμού τελεί υπό την προϋπόθεση ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων. Όπως ορθώς επεσήμανε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Γ. Δ. κ.α. v. Α. Β. κ.α (ανωτέρω): «Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία. Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό.[3] Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του.» Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι ο αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας του πατέρα από την ζωή των παιδιών του και μάλιστα με απόφαση του Δικαστηρίου θα επιδράσει ακόμη πιο αρνητικά και ενδεχομένως να έχει ολέθριες συνέπειες στην ψυχοσύνθεση των ανηλίκων. Η όποια απόφαση ληφθεί θα πρέπει να διασφαλίζει τον περιορισμό της περαιτέρω επιδείνωσης της οικογενειακής σχέσης και ιδανικά την αποκατάσταση της. Τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, περιλαμβανομένου και του περιεχομένου της συνέντευξης με την ανήλικη δεν είναι τέτοια που να κατατάσσουν την παρούσα περίπτωση μεταξύ των «εξαιρετικών και ακραίων περιπτώσεων» που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη από αυτήν της επικοινωνίας των παιδιών με τον πατέρα τους, δηλαδή τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένουν. Κρίνω με βάση τα όσα ανωτέρω ανέφερα, ότι η πλάστιγγα κλίνει προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ελλοχεύει κίνδυνο αποξένωσης γονέα - παιδιού, που επέρχεται σε περιπτώσεις ανυπαρξίας επικοινωνίας, γεγονός το οποίο επιτάσσει στο Δικαστήριο να προβεί σε ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και δη την έντονα συγκρουσιακή σχέση των γονέων τους στην οποία δυστυχώς τα ανήλικα έχουν καταστεί κοινωνοί, αλλά και την άρνηση των ανηλίκων να έχουν επικοινωνία με τον πατέρα τους, κρίνω ότι η επικοινωνία του Καθ'ου η αίτηση τουλάχιστον σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο είναι προσφορότερο να ασκείται στην παρουσία της λειτουργού του γραφείου ευημερίας στο χώρο του Γραφείου Ευημερίας, η οποία και θα πρέπει να συνδράμει στην υλοποίησή της. Εν προκειμένω βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την περίπτωση που δεν έχει δοκιμαστεί κάποιο μέτρο το οποίο να έχει αποτύχει, ώστε να προκύπτει ζήτημα αποκλεισμού της επικοινωνίας. Επίσης είναι περίπτωση στην οποία μέχρι πρότινος (ανεξαρτήτως του τι ήθελαν τα παιδιά) ήταν δυνατή η επικοινωνία πατέρα-παιδιών σε τέτοιο βαθμό που η ίδια η Αιτήτρια αναγνώριζε αυτό το δικαίωμα, εξου και ζητούσε και προωθούσε σχετική θεραπεία. Είναι ακόμη ένας λόγος που έχω εύλογη προσδοκία ότι η επικοινωνία του πατέρα με τα τέκνα στην παρουσία της Λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, είναι ένα μέτρο που θα βοηθήσει, θα γεφυρώσει την διαφορά και θα αναγεννήσει την σχέση γονέα και τέκνων. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι εντέλει είναι κοινό αίτημα και των δυο πλευρών τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων να τύχουν συμβουλευτικής στήριξης από ειδικό και ενόψει της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 6
(3)του Νόμου 23/90[2] (όπως αυτό έχει τροποποιηθεί), κρίνω απαραίτητο να διαταχθεί η παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης στα παιδιά. Δεν συμμερίζομαι τη θέση του Καθ'ου η αίτηση να μην είναι ιδιώτης ο γιατρός και να γίνει παραπομπή μέσω των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, καθότι είναι μια διαδικασία που δυστυχώς καθυστερεί και ο χρόνος δεν είναι με το μέρος τους. Χωρίς να σημαίνει ότι στα πλαίσια της κυρίως διαδικασίας δεν μπορούν να δοθούν οι σχετικές οδηγίες προκειμένου να γίνονται όσο γίνεται παράλληλα. Θα προχωρήσω κατωτέρω να καθορίσω προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση με τα παιδιά. Όσον αφορά στην φύλαξη και φροντίδα των ανηλίκων όπως ανέφερα δεν ήταν επίδικο ζήτημα στα πλαίσια εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδονται τα πιο κάτω προσωρινά διατάγματα:
- Διάταγμα με το οποίο ανατίθεται η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Ε. και Α. στην Αιτήτρια και καθορίζεται ως τόπος διαμονής των πιο πάνω ανηλίκων ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας εντός της επαρχίας Λευκωσίας.
- Οι λοιπές πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούνται από κοινού.
- Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται αμφότεροι οι διάδικοι όπως προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου τα ανήλικα τέκνα τους Ε. και Α. τύχουν συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης. Το κόστος της αντιμισθίας του ειδικού να καλυφθεί εξ ημισείας από τους διαδίκους.
- Το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση ρυθμίζεται ως εξής: (α) Κάθε Δευτέρα και Πέμπτη από η ώρα 1:50 μ.μ. μέχρι η ώρα 3:00 μ.μ. στην παρουσία Λειτουργού Ευημερίας στον χώρο του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας στo Καϊμακλί. Νοείται ότι σε περίπτωση που η Δευτέρα ή η Πέμπτη είναι δημόσιες αργίες και το Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας είναι κλειστό τότε η απολεσθείσα επικοινωνία θα αναπληρώνεται κατά την αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα τις ίδιες ακριβώς ώρες. Η Αιτήτρια διατάσσεται όπως μεταφέρει τα ανήλικα στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στo Καϊμακλί και όπως τα παραδίδει σε Λειτουργό Ευημερίας του εν λόγω Γραφείου κατά την έναρξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση και παραλαμβάνει αυτά, στο ίδιο μέρος, κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ'ου η αίτηση. Τα πιο πάνω προσωρινά διατάγματα θα έχουν ισχύ από σήμερα (πλην του διατάγματος επικοινωνίας που η ισχύς του άρχεται στις 09/05/2024) και θα ισχύουν μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως διαδικασίας και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας στo Καϊμακλί για ενημέρωση και υλοποίηση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος. Αναφορικά με τα έξοδα, κρίνεται ότι ενόψει της φύσεως και των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, η πιο κατάλληλη διαταγή είναι όπως αυτά ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης και σε καμία περίπτωση να είναι εναντίον του Καθ'ου η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Μ. Χ. Κάιζερ, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των προνοιών των Άρθρων 17
(3)και 6
(3)του Ν.216/1990 απολήγει στο ότι, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για την άσκηση του δικαιώματος του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί για προσωπική επικοινωνία με το παιδί, ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται η γνώμη του. Επομένως, η γνώμη του παιδιού πρέπει να ζητείται εκτός και αν διαπιστώνεται ότι δεν έχει την ωριμότητα και βαθμό αντίληψης που απαιτούν οι περιστάσεις, για να εκφέρει τη γνώμη του. . Το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει το παιδί. Τη θέση του, εφόσον βάσιμη και ειλικρινή και όχι καθοδηγούμενη ή προς ικανοποίηση του γονέα με τον οποίο διαμένει, θα συνεκτιμήσει. Δεν είναι όμως υπόχρεο να την ακολουθήσει. Όπως εξηγούμε στη συνέχεια, κυρίαρχη και καθοριστική παράμετρος παραμένει το συμφέρον του, όπως το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι εξυπηρετείται καλύτερα.» [2]
(3)Οι δικαστές, εφόσον κρίνουν ότι είναι προς το συμφέρον του παιδιού, δύνανται να διατάσσουν αυτεπαγγέλτως την παροχή συμβουλευτικής και/ή ψυχολογικής στήριξης σε παιδί, χωρίς να απαιτείται συγκατάθεση των γονέων του: Νοείται ότι, η αντιμισθία του προσώπου το οποίο παρέχει συμβουλευτική ή/και ψυχολογική στήριξη στο παιδί καταβάλλεται από τον ένα ή και τους δύο διαδίκους, αναλόγως της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο