← Κύπρος

L. S. D. C.I. ν. D. S. M. G. C.I., Αρ. Αίτησης: 60/23, 4/10/2024

L. S. D. C.I. ν. D. S. M. G. C.I., Αρ. Αίτησης: 60/23, 4/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Μ. Χ. Κάιζερ, Δ. Αρ. Αίτησης: 60/23 (
  2. i)Μεταξύ: L. S. D. C.I. Αιτήτρια και D. S. M. G. C.I. Καθ'ου η αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερ. 02/08/2024 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Οκτωβρίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κος Λ. Βραχίμης για Ελένη Βραχίμη & Σια Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κα Τ. Τζίρτη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 02/08/2024 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείτο την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: (Α) Πρoσωριvό διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ πoυ vα αvαθέτει στηv αιτήτρια τηv επιμέλεια και/ή φύλαξη και φρovτίδα τoυ πρoσώπoυ τωv αvήλικωv τέκvωv τωv διαδίκωv E.I.L.C.I. και A.C.D.I. μέχρι απoπερατώσεως της κυρίως αίτησης της αιτήτριας, υπό τov πιo πάvω αριθμό και τίτλo ή μέχρι vεωτέρας διαταγής τoυ Δικαστηρίoυ. (Β) Διαζευκτικά, (I) Πρoσωριvό διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ με τo oπoίo vα επιτρέπεται η εγγραφή και συvέχιση της φoίτησης τωv αvήλικωv τέκvωv τωv διαδίκωv E.I.L.C.I. και A.C.D.I. στηv Iδιωτική Σχoλή PASCAL, στη Λευκωσία, για τη σχoλική χρovιά 2024-2025, και για κάθε επόμεvη σχoλική χρovιά, χωρίς vα απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση τoυ καθ'oύ η αίτηση, μέχρι απoπερατώσεως της κυρίως αίτησης της αιτήτριας, υπό τov πιo πάvω αριθμό και τίτλo ή μέχρι vεωτέρας διαταγής τoυ Δικαστηρίoυ. (II) Διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ με τo oπoίo η αιτήτρια θα μπoρεί vα ταξιδεύει μαζί με τα αvήλικα τέκvα τωv διαδίκωv E.I.L.C.I. και A.C.D.I. εκτός Κύπρoυ, χωρίς vα απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση τoυ Καθ'oύ η αίτηση, μέχρι απoπερατώσεως της κυρίως αίτησης της αιτήτριας. (III) Πρoσωριvό διάταγμα τoυ Δικαστηρίoυ με τo oπoίo vα επιτρέπεται η συμβoυλευτική και ψυχoλoγική στήριξη αvήλικωv τέκvωv τωv διαδίκωv E.I.L.C.I. και A.C.D.I. από τov Κλιvικό Ψυχoλόγo, κ. Στυλιαvό Κωvσταvτίvoυ χωρίς vα απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση τoυ Καθ'ου η αίτηση, μέχρι απoπερατώσεως της κυρίως αίτησης της αιτήτριας, υπό τov πιo πάvω αριθμό και τίτλo ή μέχρι vεωτέρας διαταγής τoυ Δικαστηρίoυ. Γ) Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. (Δ) Τα έξoδα της Αίτησης. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Ο Καθ'ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην οποία διατυπώνονται 13 λόγοι ένστασης συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του και 15 Τεκμήρια. Σημειώνω εξαρχής ότι στον βαθμό που με την παρούσα αίτηση επιζητούνται οι υπό στοιχείο Α και Β (ΙΙΙ) θεραπείες, αυτές αφορούν ζητήματα για τα οποία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εκφράσει σχετική κρίση στις 30/04/2024. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου, ούτε υπό μορφή γενικού ισχυρισμού ότι μεταβλήθηκαν τα δεδομένα επί των οποίων το Δικαστήριο βασίστηκε για να εκδώσει την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του, ώστε να μπορεί να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε νέα κρίση επί αυτών των θεμάτων. Στην ουσία αυτό που επιδιώκεται μέσω αυτών των θεραπειών είναι το Δικαστήριο να ενεργήσει εν είδει εφετείου για να μεταβάλει την προγενέστερη σχετική με τις θεραπείες αυτές κρίση του. Εξάλλου ως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, η ανάγκη καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης 3 μήνες μετά, ήταν η διαφωνία των διαδίκων ως προς το πού θα συνεχίσουν τη φοίτηση τους τα παιδιά τους. Κατά συνέπεια οι θεραπείες Α και Β (ΙΙΙ) δεν μπορούν να αποδοθούν. Συνεπώς αντικείμενο εξέτασης αυτής της ενδιάμεσης απόφασης είναι οι θεραπείες Β (Ι) και Β (ΙΙ). Ένορκη Δήλωση Αιτήτριας Στην ένορκη της δήλωση αναφέρεται εκτενώς στο ιστορικό φοίτησης των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, επισημαίνοντας ότι όλα αυτά τα χρόνια η φοίτηση τους λάμβανε χώρα σε ιδιωτικά αγγλόφωνα σχολεία. Ανέφερε ότι τα παιδιά ομιλούν μόνο την Αγγλική και Σουηδική γλώσσα (η Σουηδική είναι η μητρική τους γλώσσα), επισημαίνοντας ότι η συνέχιση της φοίτησης τους σε ιδιωτικό Αγγλόφωνο σχολείο είναι μονόδρομος, αφού δεν είναι σε θέση να φοιτήσουν σε οποιοδήποτε ελληνόφωνο σχολείο. Τα ανήλικα από την σχολική χρονιά 2023-2024, με τη συγκατάθεση του Καθ'ου η αίτηση ενεγράφησαν στο Ιδιωτικό σχολείο PASCAL (Επισύναψε ως Τεκμήριο Β αντίγραφο της συναίνεσης του Καθ'ου η αίτηση ημερομηνίας 16/06/2023), συνεχίζοντας τη φοίτηση τους σε αγγλόφωνο σχολείο, αφού σύμφωνα πάντοτε με την Αιτήτρια, τόσο η τελευταία όσο και ο ίδιος ο Καθ'ου η αίτηση γνωρίζουν ότι είναι αδύνατο τα ανήλικα να φοιτήσουν σε κάποιο άλλο σχολείο πέραν από Αγγλόφωνο. Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι παρόλο που με συναίνεση αμφότερων των διαδίκων τα ανήλικα ενεγράφησαν και φοιτούσαν στο εν λόγω ιδιωτικό σχολείο, από την διεύθυνση του σχολείου τους απέστειλαν στις 06/06/24 έντυπο, το οποίο σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς του Υπουργείου Παιδείας πρέπει να υπογραφεί εκ νέου και από τους δύο γονείς των παιδιών, προκειμένου να συνεχιστεί η φοίτηση τους για την επόμενη σχολική χρονιά. Παρά το γεγονός ότι τα παιδιά και είχαν εγγραφεί και κρατήθηκε η θέση τους για την επόμενη σχολική χρονιά. Επισύναψε ως Τεκμήριο Γ την εν λόγω επιστολή. Η θέση της Αιτήτριας είναι ότι ο Καθ'ου η αίτηση εκμεταλλευόμενος τους νέους κανονισμούς αρνήθηκε να συναινέσει και απέστειλε επιστολή προς το σχολείο με την οποία ευχαριστεί το σχολείο γιατί είναι το καταλληλότερο για τα ανήλικα, αλλά επειδή αδυνατεί να πληρώνει για να συνεχίσουν τη φοίτηση τους για την επόμενη χρονιά, απέσυρε την συναίνεση του αναφέροντας ότι τα ανήλικα θα φοιτήσουν μόνο σε ελληνικό δημόσιο σχολείο. Προς επίρρωση της θέσης της Αιτήτριας ότι τα ανήλικα δεν μπορούν να φοιτήσουν σε δημόσιο Ελληνόφωνο σχολείο επισύναψε ως Τεκμήριο Δ έκθεση σε σχέση με τον ανήλικο Α, της εκπαιδευτικής ψυχολόγου του σχολείου στο οποίο φοιτούν τα ανήλικα στην οποία καταλήγει η εν λόγω ψυχολόγος ότι «...συνιστάται να απαλλαγεί από την εκμάθηση επιπρόσθετων γλωσσών εκτός από τα Αγγλικά και τα Σουηδικά, προκειμένου να επικεντρωθεί στο βασικό πρόγραμμα σπουδών του». Αναφέρθηκε ακολούθως η Αιτήτρια στις ανεπιτυχείς προσπάθειες που έκανε για να πεισθεί ο Καθ'ου η αίτηση να μην αποσύρει την συναίνεση του, προκειμένου να αποφευχθεί η καταχώριση νέας ενδιάμεσης αίτησης (σχετικές είναι οι παράγραφοι 8 και 9). Αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Β (ΙΙ), η Αιτήτρια ανέφερε ότι η απόλυτη αμετάκλητη και συνεχής άρνηση του Καθ'ου η αίτηση να συγκατατίθεται προκειμένου να δύναται να ταξιδεύει στην Σουηδία από όπου έλκουν την καταγωγή τους αμφότεροι οι διάδικοι, έχει ως αποτέλεσμα να αναγκάζεται να καταφεύγει στο Δικαστήριο κάθε φορά που θέλει να ταξιδέψει με τα ανήλικα. Επισήμανε ότι το ταξίδι της με τα ανήλικα τον Αύγουστο του 2024 δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, παρά την έκδοση σχετικού διατάγματος από το Δικαστήριο τον Ιούνιο του 2024, καθότι μέχρι να δώσει εντέλει την συγκατάθεση του ο Καθ'ου η αίτηση και να εκδοθεί το σχετικό εκ συμφώνου διάταγμα από το Δικαστήριο, το κόστος έκδοσης των αεροπορικών εισιτηρίων ήταν εξωπραγματικό. Ο δε Καθ'ου η αίτηση πανηγύριζε που τελικά δεν ταξίδεψαν, αδιαφορώντας για τη ζημιά που συνεχίζει να προκαλεί στα ανήλικα και την απογοήτευση τους, που έχει σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω άρνηση τους για επικοινωνία μαζί του. Με την ένσταση του ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει τους κάτωθι λόγους: 1. ''Δεν βασίζεται η αιτούμενη θεραπεία Β (Ι) σε καμία αιτούμενη θεραπεία της κυρίως αίτησης, ούτε και η νομική βάση της μονομερούς αίτησης βασίζεται στο άρθρο 17Β του τροποποιημένου Ν. 23/90 από το Ν. 2 (Ι) 2023, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. 2. Για τις αιτούμενες θεραπείες Α και Β (ΙΙ), (ΙΙΙ) έχει ήδη εκδοθεί προσωρινό διάταγμα στην παρούσα αίτηση Γονικής Μέριμνας, το οποίο ευρίσκεται σε ισχύ και θα πρέπει να απορριφθούν, με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας, είτε εκδικαστούν, είτε αποσυρθούν πριν την ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης. 3. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 32 του Ν.14/60, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η Νομολογία του ΔΟΔ, ΑΔ, Εφετείου και ΕΔΑΔ για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ως οι αιτούμενες θεραπείες. 4. Η Αιτήτρια απέκρυψε πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα, τα οποία αφορούν τη θέση του καθ΄ού η αίτηση από την αρχή για την εγγραφή των παιδιών σε δημόσια σχολεία στην Κύπρο, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες φοίτησαν οι ανήλικοι σε αγγλόφωνα ιδιωτικά σχολεία μέχρι σήμερα, ότι πέρσι πάλι τους άλλαξε μονομερώς η ίδια σχολεία παραβλέποντας το συμφέρον τους και δεν αναφέρθηκε στη δική της συμπεριφορά και ενέργειες με το να προσπαθεί να αποξενώνει και/ή απομακρύνει τα ανήλικα από τον καθ΄ού η αίτηση, με τρόπο ώστε ενεργεί ενάντια στα συμφέροντα των τέκνων των διαδίκων, γεγονότα τα οποία αν γνωρίζει το Δικαστήριο θα επηρεάσουν την κρίση του. 5. Η Αιτήτρια δεν υποστηρίζει τη θέση της, η οποία να έχει γνώμονα και πρώτιστο το συμφέρον των ανηλίκων, δεν δικαιολογεί γιατί να συνεχίσουν να φοιτούν οι ανήλικοι σε ιδιωτικά σχολεία, αφού ο μόνος γνώμονας είναι η Αγγλική γλώσσα και ζουν και θα συνεχίσουν να ζουν στην Κύπρο, ούτε και αποκαλύπτει ότι τα παιδιά διδάσκονται όλα τα χρόνια φοίτησής στα διάφορα σχολεία που άλλαξαν και φοίτησαν μέχρι σήμερα την Ελληνική γλώσσα και γνωρίζουν έστω φτωχά αυτήν. 6. Η Ένορκος Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της Αιτήτριας, περιέχει ψευδή και αναληθή γεγονότα και κυρίως για το γεγονός ότι έχει ένα σχεδόν χρόνο που γνωρίζει τη θέση του καθ΄ού η αίτηση και την επιθυμία του για τη φοίτηση των ανηλίκων σε δημόσια σχολεία, αφού είναι και προς το συμφέρον τους να φοιτήσουν σε δημόσια σχολεία και να μάθουν καλά την ελληνική γλώσσα και να μπορούν να φοιτήσουν σε πανεπιστήμια στην Κύπρο, αλλά και λόγω οικονομικής αδυναμίας και των δύο (ως αναφέρει η ίδια στην εκκρεμούσα αίτηση Διατροφής) και το απέκρυψε από το Δικαστήριο. 7. Η αιτούμενη θεραπεία δεν αποβλέπει και/ή εξυπηρετεί και/ή έχει ως πρώτιστο το συμφέρον των ανηλίκων, αλλά αλλότριους εκδικητικούς σκοπούς της Αιτήτριας προς το πρόσωπο του καθ΄ού η αίτηση, τον οποίο προσπαθεί να αποξενώσει από τα τέκνα τους αδικαιολόγητα, παρουσιάζοντάς τον συνεχώς σαν τον γονέα που δεν θέλει το καλό τους. 8. Τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων θα ωφεληθούν από τα Δημόσια σχολεία της Κύπρου λόγω της αυξημένης στήριξης που δίνουν σε αλλόγλωσσους μαθητές και ειδικά ο ανήλικος Alexander που χρειάζεται στήριξη και ειδική εκπαίδευση, την οποία παρέχει δωρεάν το δημόσιο σχολείο και ουδεμία ζημιά θα υποστούν από την εγγραφή τους σε δημόσια σχολεία της Κύπρου, όπου από τη γέννησή τους σχεδόν ζουν εδώ και δεν υπάρχει επιθυμία των διαδίκων να αλλάξουν χώρα διαμονής. 9. Ο καθ΄ού η αίτηση ενόψει της άρνησης της Αιτήτριας για εγγραφή των ανηλίκων σε Δημόσια σχολεία έχει καταθέσει στο Υπουργείο Παιδείας - χωρίς την υπογραφή της Αιτήτριας - αιτήσεις εγγραφής/μεταγραφής των ανηλίκων και το Υπουργείο δυνάμει της εν ισχύ νομοθεσίας και της ηλικίας των ανηλίκων τις έχει αποδεχτεί και παραλάβει και είναι δέσμιοι να τις εγκρίνουν, αφού η νομοθεσία ορίζει ότι η φοίτηση μέχρι τα 15 χρόνια και τη Γ΄ Γυμνασίου είναι υποχρεωτική και δωρεάν, άλλως αποτελεί ποινικό αδίκημα για τους γονείς τους. 10. Οι ανήλικοι δεν είναι αποδεκτά εγγεγραμμένοι στο ιδιωτικό σχολείο Pascal για τη σχολική χρονιά 2024-2025, λόγω μη υπογραφής του και ενημέρωσης του σχολείου γραπτώς. 11. Η οικονομική δυνατότητα του καθ΄ού η αίτηση, δεν του επιτρέπει να καλύπτει κανένα μέρος των διδάκτρων και άλλων εξόδων ιδιωτικών σχολείων και δη για 2 παιδιά, αφού το εισόδημά του μετά τη διάσταση των διαδίκων μειώθηκε στο 1/3, ήτοι €1.200 σήμερα. Ούτε και τα εισοδήματα της Αιτήτριας ως τα επικαλείται και παρουσιάζει στην εκκρεμούσα αίτηση Διατροφής δικαιολογούν κάλυψη τόσο μεγάλων ποσών, παράγοντας σημαντικός για έγκριση της αιτούμενης της θεραπείας, αφού υπόλογοι απέναντι στις οικονομικές απαιτήσεις του κάθε ιδιωτικού σχολείου είναι και οι δύο γονείς. 12. Υπάρχει κατάφωρη κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών από την Αιτήτρια, με την καταχώρηση συνεχόμενων ενδιάμεσων μονομερών αιτήσεων για κάθε θέμα που αφορά πτυχή της γονικής μέριμνας, οι οποίες καταλήγουν σε εκδίκαση και/ή αφόρητη πίεση στον καθ΄ού η αίτηση για συμβιβασμό και με τον τρόπο αυτό κατατεμαχίζει τις διαδικασίες και καθυστερεί την εκδίκαση της κυρίως υπόθεσης, αλλά και προσπαθεί να δημιουργήσει προηγούμενες καταστάσεις υπέρ της, όπως φάνηκε και στην κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου στην ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 30/4/24. 13. Η Αιτήτρια ασκεί κακώς τη γονική μέριμνα των ανηλίκων, αφού ασκεί πτυχές αυτής μονομερώς και παραβλέποντας και αντιστρατεύοντας το συμφέρον των παιδιών των διαδίκων και δεν συμμορφώνεται, ούτε με το εν ισχύ προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στην παρούσα αίτηση στις 30/4/24, μετά από ακροαματική διαδικασία''. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Καθ'ου η αίτηση στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία, επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Εξαρχής να διευκρινίσω, καθότι είναι ένα ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση του Καθ'ου η αίτηση (4ος λόγος ένστασης) και σχετίζεται με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και τα καθαρά χέρια, ότι το Δικαστήριο, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, επιλαμβανόμενο της μονομερούς αίτησης ημερ. 02/08/2024, δεν εξέδωσε προσωρινό διάταγμα μονομερώς, αλλά έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στον Καθ' ου η αίτηση, όπως και έγινε. Επομένως, όλα τα ουσιώδη γεγονότα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν τίθεται θέμα μη αποκάλυψης. Σημειώνεται ότι η επίδοση της αίτησης, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, αφαιρεί από αυτήν την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και την μετατρέπει σε αίτηση δια κλήσεως [βλ. Κώστας Σμυρνιός

(2000)1 Α.Α.Δ. 43, Μαρκιτανής v. Μουτζούρη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 923, Αυγή Κασπάρη κ.ά. v. Βάσου Ανδρέου
(2004)1 Α.Α.Δ. 784 και Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583]. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(3)του Ν.216/90, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του (βλ. Γ.Δ. v. Α.Β. Έφεση αρ.1/2022 και 2/2022, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2022[1]). Συνεπώς στις 11/09/2024 πραγματοποιήθηκε κατ' ιδίαν συνέντευξη των ανήλικων τέκνων των διαδίκων. Νομική πτυχή Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. β) Η ύπαρξη πιθανότητας ο/η Αιτητής/τρια να δικαιούται θεραπεία ή να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. (γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, της ύπαρξης δηλαδή σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτούντος διαδίκου στην αίτηση. Η έννοια της πιθανότητας, ως αναφέρθηκε, εισάγει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται για απόδειξη αστικής αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα δε της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η προϋπόθεση αυτή. Αν η υπόθεση, ως εκ της φύσεως της, δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων, ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η δυσκολία όμως υπολογισμού των αποζημιώσεων, αυτή καθ' εαυτή, δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Οι προϋποθέσεις αυτές έχουν κατ' επανάληψη εξεταστεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263), Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 253, Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co
(1997)1 AAΔ 1791). Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152). Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα. Επιπλέον, υπάρχει η υποχρέωση του αιτητή, όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 583, Σάββα ν. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2081). Όπως έχει τονίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1 (Ε) Α.Α.Δ. 148, σελ. 1465 - 1466: «... η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία με τον καθορισμό της διακήρυξης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παρούσα προσωρινή θεραπεία είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης.» Επισημαίνω ότι ζητήματα που αφορούν το άρθρο 32 του Ν. 14/60 εξετάζονται στη βάση προϋποθέσεων. Αν ο Αιτητής/τρια με τη μαρτυρία που παρουσιάζει στην όψη της και μόνο, και όχι κατόπιν αξιολόγησης ή επιλογής εκδοχών των δυο πλευρών, παρουσιάζει μαρτυρία που χαρακτηρίζεται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, ώστε ακριβώς στη βάση αυτού του δεδομένου να κρίνεται, αν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Παραπέμπω στην απόφαση Δίγκλης κ.α ν. Total Fit Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E135/2015, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ''Επομένως, αυτή δε θα μπορούσε και να προσκομιστεί, ως μέρος της μαρτυρίας της εφεσίβλητης, ως η περί του αντιθέτου εισήγηση των εφεσειόντων. Τα θέματα αυτά και τα υπόλοιπα θέματα που αναφέρονται στη συνέχεια εξετάζονται υπό το πρίσμα της φύσεως της παρούσας διαδικασίας, η οποία αναλήφθηκε δυνάμει του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960 και η οποία επιβάλλει την εξέταση των σχετικών με τα εν λόγω θέματα ισχυρισμών ως αυτοί έχουν στην όψη τους. Τούτο δε, εφόσον οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο της καθοδήγησης που παρέχεται, σχετικά, στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557. '' (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Δικαστήριο θα αποφασίσει σε συνάρτηση με τον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν 216/90). Το άρθρο 5
(1)(α) του Ν. 216/90, αναφέρει ότι η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(2)(α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1911). Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1446, 1452 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδη,
(2000)1 ΑΑΔ 1108 από την οποία και η πιο κάτω επιγραμματική διατύπωση της αρχής: «Η ύψιστη αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει πάντα να έχει υπόψιν σε τέτοιες υποθέσεις είναι η ευημερία του ανηλίκου»». Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 ΑΑΔ 1588, 1593: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων». Σημειώνω εξαρχής ότι η θέση του Καθ'ου η αίτηση η οποία αποτυπώνεται στον πρώτο λόγο ένστασης ότι '' η αιτούμενη θεραπεία Β (Ι) σε καμία αιτούμενη θεραπεία της κυρίως αίτησης, ούτε και η νομική βάση της μονομερούς αίτησης βασίζεται στο άρθρο 17Β του τροποποιημένου Ν. 23/90 από το Ν. 2 (Ι) 2023, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια'', δεν μπορεί να ευσταθήσει. Θα ήταν παράλογο για κάθε ζήτημα που άπτεται της γονικής μέριμνας να υπήρχε επακριβής καταγραφή στις αιτούμενες θεραπείες της εναρκτήριας αίτησης. Εν πάση δε περιπτώσει στην εναρκτήρια αίτηση, η Αιτήτρια μεταξύ άλλων επιζητεί όπως της ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων. Έχοντας υπόψη το ανωτέρο αναφερόμενο νομικό πλαίσιο, και το καθήκον του Δικαστηρίου να αποφεύγει σε αιτήσεις, ως η επίδικη, να επιλέγει εκδοχές ή να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς ή να εξετάζει, τελικώς, την αξιοπιστία των μαρτύρων, καθώς επίσης και το ότι, τέτοιες αιτήσεις, εξετάζονται στη βάση της λογικότητας και ποιοτικής επάρκειας των ισχυρισμών που προβάλλει η Αιτήτρια, με γνώμονα, πάντα και την όποια τυχόν αποδυνάμωσή τους από τα όσα, σε αντιδιαστολή, προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση (βλέπε υπόθεση Δίγκλης (ανωτέρω) και Πόλα Ιορδάνου ν. PS Seamless Gutters Ltd κ.α., Πολ. Εφ. 4/2022, απόφαση ημερομηνίας 08.11.2022), προχωρώ να εξετάσω τούτη με γνώμονα τους λόγους που προβάλλει ο Καθ'ου η αίτηση για απόρριψή της, οι οποίοι άπτονται των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιήσει η Αιτήτρια. Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και εξηγώ. Κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας στην αίτηση, εφόσον είναι η μητέρα των ανηλίκων, δηλαδή μια εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας. Η ασυμφωνία δε των γονέων ως προς την ανάγκη και τον τρόπο ρύθμισης της γονικής μέριμνας, επιτάσσει όπως η λύση δοθεί από το Δικαστήριο, λόγω ακριβώς της εξουσίας του να αποφασίζει σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας με βάση το συμφέρον του τέκνου. Είναι πολύ λυπηρό δυο γονείς να μην μπορούν να αποφασίσουν από μόνοι τους σε ποιο σχολείο θα συνεχίσουν τη φοίτηση τα παιδιά τους. Ωστόσο, αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Δυστυχώς η έντονα συγκρουσιακή σχέση των γονέων έχει και πάλι αντίκτυπο στα παιδιά, εφόσον αδυνατούν να συνεννοηθούν και να καταλήξουν σε διευθέτηση ακόμη και επί των πιο αυτονόητων πτυχών της γονικής μέριμνας. Αυτή η αδυναμία αποτυπώνεται και στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση, όπου το Δικαστήριο καλείται μετά από λίγους μήνες που εξέδωσε (μετά από ακρόαση) προσωρινό διάταγμα για ρύθμιση των ζητημάτων γονικής μέριμνας, να αποφασίσει για το πού θα συνεχίσουν τη φοίτηση τους τα ανήλικα. Στην υπό εξέταση περίπτωση αποτελεί κοινό τόπο ότι τα ανήλικα δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα ή κατά τον Καθ'ου η αίτηση, την ομιλούν φτωχά (παράγραφος 26 της ένορκης του δήλωσης). Εξάλλου, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία κατά την διάρκεια τόσο της πρώτης, όσο και της δεύτερης συνέντευξης με τα ανήλικα να διαπιστώσει του λόγου το αληθές, ότι δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση στην ελληνική γλώσσα (εξού και χρειάστηκε η παρουσία μεταφραστή). Επίσης είναι κοινός τόπος ότι την μέχρι τώρα εκπαίδευση τους την έχουν λάβει από αγγλόφωνα ιδιωτικά σχολεία, με την τελευταία μεταβολή να είναι από ένα αγγλόφωνο ιδιωτικό στο νυν αγγλόφωνο ιδιωτικό. Καθώς επίσης ότι είναι λογικό και εύλογο να υπάρχει εξοικείωση των ανήλικων με το χώρο, τους δασκάλους, και τους φίλους που έχουν δημιουργήσει στο εν λόγω ιδιωτικό σχολείο. Επίσης αυτό που τονίζει η Αιτήτρια είναι ότι τυχόν μεταβολή των δεδομένων αυτών δεν είναι προς το συμφέρον των ανηλίκων, τα οποία δεν θα μπορούν να εξοικειωθούν. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και συνυπολογίζοντας τον αντίλογο του Καθ'ου η αίτηση, κρίνω ότι από την μια οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας μπορεί ευκόλως να θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζονται από λογική επάρκεια και ότι τα όσα ο Καθ'ου η αίτηση υποστηρίζει δεν έχουν μεταβάλει την δυναμική των ισχυρισμών της Αιτήτριας (βλέπε ανωτέρω αποφάσεις Δίγκλης και Πόλα Ιορδάνους). Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, οι διάδικοι δεν έχουν τη βούληση και γενικότερα δεν μπορούν να επιλύσουν μόνοι τους τα ζητήματα που άπτονται της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων τους. Προκύπτει δε αβίαστα ότι δεν είναι δυνατή η συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων τόσο στο ιδιωτικό σχολείο που ήδη φοιτούν όσο και η ενδεχόμενη μεταγραφή τους σε δημόσιο σχολείο, χωρίς τη συγκατάθεση αμφότερων των γονέων, κάτι που δεν φαίνεται με τη στάση που τηρούν να μπορούν να συμφωνήσουν. Κατά συνέπεια, τυχόν μη έκδοση διατάγματος, θα συνεπαγόταν τη μη εγγραφή των ανηλίκων σε οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ίδρυμα γεγονός που αντίκειται στον Περί Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης Νόμο του 1993 (Ν.24 (Ι)/1993), αλλά και στο Σύνταγμα. Δεν έχω ενώπιον μου οτιδήποτε που να δεικνύει ότι οι γονείς θα συγκατατεθούν χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Προσθέτω επίσης ότι δεν μου διαφεύγει η αναφορά του Καθ'ου η αίτηση η οποία προβάλλεται στον 9ο λόγο ένστασης ότι ''ενόψει της άρνησης της Αιτήτριας για εγγραφή των ανηλίκων σε Δημόσια σχολεία έχει καταθέσει στο Υπουργείο Παιδείας - χωρίς την υπογραφή της Αιτήτριας - αιτήσεις εγγραφής/μεταγραφής των ανηλίκων και το Υπουργείο δυνάμει της εν ισχύ νομοθεσίας και της ηλικίας των ανηλίκων τις έχει αποδεχτεί και παραλάβει και είναι δέσμιοι να τις εγκρίνουν, αφού η νομοθεσία ορίζει ότι η φοίτηση μέχρι τα 15 χρόνια και τη Γ΄ Γυμνασίου είναι υποχρεωτική και δωρεάν, άλλως αποτελεί ποινικό αδίκημα για τους γονείς τους''. Πλην όμως ακόμη μέχρι και σήμερα που καλούμαι να εκδώσω την απόφαση μου, το κατά πόσο έγινε δεκτό το αίτημα του παρέμεινε άγνωστο, με αποτέλεσμα να μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω ότι τα ανήλικα αυτήν την στιγμή κατά παράβαση του Νόμου δεν φοιτούν σε κάποιο σχολείο. Συνεπώς οι όποιες αναφορές του, παρέμειναν στην σφαίρα της αοριστίας, αφού το Δικαστήριο δεν γνωρίζει την τύχη της αίτησης του. Δεν μου διαφεύγουν επίσης τα όσα ο Καθ'ου η αίτηση αναφέρει σε σχέση με την ευκολία ένταξης των ανηλίκων σε δημόσιο ελληνόφωνο σχολείο, καθώς θα λάβουν επιπλέον 20ωρη ενισχυτική διδασκαλία στα Ελληνικά. Θέση η οποία στηρίζεται σε αναφορές λειτουργών του Υπουργείου Παιδείας, οι οποίοι ωστόσο δεν έχουν δει τα ανήλικα. Από την άλλη όμως έχω υπόψη την ειδική αναφορά της εκπαιδευτικής ψυχολόγου του σχολείου στο οποίο φοιτούν τα ανήλικα, όπου η εν λόγω ψυχολόγος αναφέρει για τον ανήλικο Α. ότι «...συνιστάται να απαλλαγεί από την εκμάθηση επιπρόσθετων γλωσσών εκτός από τα Αγγλικά και τα Σουηδικά, προκειμένου να επικεντρωθεί στο βασικό πρόγραμμα σπουδών του». Κατά συνέπεια, χωρίς να αποφαίνομαι και χωρίς να καταλήγω ως προς το ποσό θα δικαιολογείται στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης να εκδοθεί σχετική απόφαση, κρίνω ότι για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης -ν- Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean,Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.» Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου. Το συμφέρον του τέκνου ορίζεται ως πρωταρχικός οδηγός της δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 216/90, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Το δικαίωμα στην εκπαίδευση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος, καθώς επίσης είναι και επιβαλλόμενο νομικό καθήκον. Αυτό που δεν αμφισβητείται και από τους δυο γονείς, είναι ότι τα ανήλικα πρέπει να λάβουν εκπαίδευση, καθώς επίσης και ότι το εν λόγω θέμα δεν μπορεί να αφεθεί να αποφασισθεί κατά την κυρίως διαδικασία. Αποτελεί ωστόσο ''κόκκινη γραμμή'' για τον κάθε γονέα το πού θα φοιτήσουν και όχι η αναγκαιότητα φοίτησης. Ένεκα δε της έντονης διαφωνίας των γονέων, το θέμα αφέθηκε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η παράταση της αβεβαιότητας και ρύθμισης του εγερθέντος ζητήματος στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, θα οδηγούσε, κατά την κρίση μου, σε διαιώνιση της εκκρεμότητας και αυτό με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον απαραίτητη προϋπόθεση για τη φοίτηση των ανήλικων, η οποία ειρήσθω εν παρόδω είναι υποχρεωτική, είναι η εγγραφή τους. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα ανήλικα δεν μπορούν να μείνουν χωρίς εκπαίδευση και μόρφωση αναμένοντας να ρυθμιστεί οριστικά η διαφωνία των γονέων τους, πόσο μάλλον όταν και με βάση την μαρτυρία του Καθ'ου η αίτηση μέχρι σήμερα δεν έγινε η εγγραφή των ανηλίκων στο δημόσιο. Συνεπώς είναι επάναγκες να αποφασίσει το Δικαστήριο, προκειμένου να διαφυλάξει το δικαίωμα τους στην εκπαίδευση, εφόσον οι ίδιοι οι γονείς τους δυστυχώς δεν το κατόρθωσαν. Συνακόλουθα και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρούνται. Ωστόσο το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας, αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει διάταγμα στη βάση από την μια της αίτησης της Αιτήτριας για συνέχιση της φοίτησης τους στο ιδιωτικό σχολείο PASCAL και από την άλλη το αίτημα του Καθ'ου η αίτηση το οποίο εδράζεται στο άρθρο 17Β του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου, Ν.23/90 τα ανήλικα να φοιτήσουν σε δημόσιο σχολείο. Ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι αυτός που αφορά στην ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι είναι ''δίκαιον ή πρόσφορον''. Ο όρος είναι συνώνυμος με τον όρο '' το ισοζύγιο της ευχέρειας''. Στο Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», Έκδ. 2016, στη σελ. 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία. Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (
  1. i)τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (
  2. ii)κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι' αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται» Στην απόφαση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20/01/2014 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ''Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670)''. Λαμβάνοντας υπόψη 1) την ακραία θέση των δυο γονέων αναφορικά με το πού θα φοιτήσουν τα ανήλικα, 2) ότι πρόκειται για δυο παιδιά που έλκουν την καταγωγή τους από την Σουηδία, 3) τη μέχρι τώρα εκπαίδευση και φοίτηση τους την έχουν λάβει σε αγγλόφωνα ιδιωτικά σχολεία, 4) ότι δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα (βλέπε όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω), 5) ότι τα ανήλικα φοιτούν από την προηγούμενη σχολική χρονιά στο εν λόγω ιδιωτικό σχολείο, 6) ότι είναι λογικό και εύλογο να υπάρχει εξοικείωση των ανήλικων με το χώρο, τους δασκάλους, τις φιλίες που έχουν δημιουργήσει με τους συμμαθητές τους στο εν λόγω ιδιωτικό σχολείο, 8) ότι δεν έχει τεθεί τίποτα ενώπιον μου από τον Καθ' ου η αίτηση ως προς το ότι αν συνεχίσoυν τα ανήλικα να φοιτούν στο εν λόγω σχολείο θα πάθουν οποιαδήποτε ζημιά, κρίνω ότι αν δεν εκδοθεί το επιζητούμενο διάταγμα της αίτησης της Αιτήτριας ελλοχεύει ο κίνδυνος, αν όχι ότι είναι βέβαιο, ότι δεν θα είναι δυνατή η φοίτηση των ανηλίκων. Σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζω τα όσα αναφέρει ο Καθ'ου η αίτηση σχετικά με την οικονομική του αδυναμία να ανταπεξέλθει στην πληρωμή των ομολογουμένως ακριβών διδάκτρων ενός ιδιωτικού σχολείου, ωστόσο αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα σε αυτήν την περίπτωση, διότι αφορά ζήτημα που θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αίτησης διατροφής και όχι στη γονική μέριμνα. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της γονικής μέριμνας επικεντρώνεται στη λήψη αποφάσεων που αφορούν στο βέλτιστο συμφέρον των παιδιών, και όχι σε οικονομικές παραμέτρους. Εν πάση περιπτώσει με το παρόν διάταγμα η όποια οικονομική δυσχέρεια θα αφορά μόνο στο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, στα πλαίσια της οποίας θα αποφασιστούν και τα διαφιλονικούμενα γεγονότα και ως προς την οικονομική δυνατότητα των γονέων, όχι για σκοπούς απόφανσης επί της αναλογίας που έκαστος θα καταβάλλει, αλλά για να διαφανεί και να εξεταστεί κατόπιν υποκειμενικής πλέον αξιολόγησης (κάτι που δεν μπορώ να κάνω σε αυτό το στάδιο), του κατά πόσον διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα, η οποία να επιτρέπει τη φοίτηση των παιδιών τους σε ιδιωτικό σχολείο. Κατά συνέπεια κρίνω ότι τα όσα προβάλλει ο Καθ'ου η αίτηση, με τον τρόπο που τα προβάλλει, δεν έχουν μεταβάλει τη δυναμική της μαρτυρίας της Αιτήτριας. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων κατά τη διενέργεια της προβλεπόμενης από το Νόμο συνέντευξης. Με βάση τη νομολογία η γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία και αναλόγως της ωριμότητας του πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται. Αυτό αποτελεί ένδειξη του σεβασμού της προσωπικότητας του, είναι δε υποχρεωτική όταν το επιτρέπει η ωριμότητα του και είναι σε θέση να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνεται υπόψιν νοουμένου ότι αυτή είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στην μονομερή επίδραση ενός εκ των γονέων (βλ. Π.Ε. v. K.R.U, Έφεση Αρ. 23/2018, ημερομηνίας 3.12.2019). Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αξιολογήσει στο τέλος τη γνώμη του παιδιού και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αξία και ανάλογα με την περίπτωση να εντάξει το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας στο υπόλοιπο υλικό προς συνεκτίμηση ( βλ. Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη
(2002)1 ΑΑΔ 1446). Στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο θα περιοριστώ να αναφέρω ότι και τα δυο παιδιά ήταν απόλυτα ευχαριστημένα με το σχολείο που ήδη φοιτούν και επισήμαναν ότι αυτό το δεδομένο δεν θα ήθελαν να αλλάξει. Ανέφεραν ότι πάντοτε φοιτούσαν σε ιδιωτικά αγγλόφωνα σχολεία, ότι είναι γνώστες της Σουηδικής (μητρική τους γλώσσα) και της αγγλικής. Ότι δεν γνωρίζουν την Ελληνική γλώσσα, παρά μόνο κάποιες λέξεις και ότι ενώ βρίσκονται στην Κύπρο από το 2015 δεν έχουν κάνει φροντιστήρια για εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Με γνώμονα τη διασφάλιση της σταθερότητας στις συνθήκες ανάπτυξης των ανηλίκων και την αρμονική ανταπόκριση τους στο σχολικό περιβάλλον, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον τους να συνεχίσουν τη φοίτηση τους στο ιδιωτικό σχολείο PASCAL. H ύπαρξη ασφάλειας και σταθερότητας στη ζωή τους συνεισφέρουν τα μέγιστα στην εξελικτική ανάπτυξη τους σε όλους τους τομείς, γνωστικό, συναισθηματικό, κοινωνικό, ηθικό, ψυχοκινητικό και αισθητικό καθώς και στην απόκτηση δεξιοτήτων ζωής, ορθών στάσεων, αρχών και αξιών. Ο Καθ'ου η αίτηση με την μαρτυρία του δεν κατάφερε να ανατρέψει την επάρκεια και λογικότητα που χαρακτηρίζουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ώστε να ανατραπεί η υπάρχουσα κατάσταση. Στην ουσία ζητά ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης, λόγω των οικονομικών του δεδομένων, ζήτημα για το οποίο έχω αναφερθεί ανωτέρω. Παρέμεινε για εξέταση η αιτούμενη θεραπεία Β(ΙΙ). Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι επιζητεί αυτήν την θεραπεία γιατί τον Αύγουστο του 2024, εντέλει δεν ταξίδεψε με τα ανήλικα στην Σουηδία, παρά την έκδοση σχετικού εκ συμφώνου διατάγματος τον Ιούνιο του 2024, γιατί ο Καθ'ου η αίτηση καθυστέρησε να δώσει την συγκατάθεση του με αποτέλεσμα οι τιμές των εισιτηρίων να τετραπλασιαστούν, γεγονός που κατέστησε αδύνατο το ταξίδι. Ο δε Καθ'ου η αίτηση δεν τοποθετείται επί της ουσίας του αιτήματος, αλλά υποστηρίζει ότι ο λόγος που εντέλει δεν ταξίδεψαν οφείλεται στο γεγονός ότι η Αιτήτρια απέκτησε παιδί με τον νέο της σύντροφο και δεν ταξίδεψαν λόγω ευαισθησίας του νεογέννητου σε δυνατούς θορύβους. Το αίτημα της Αιτήτριας είναι εντελώς γενικό και αόριστο και δεν υποστηρίζεται από την δέουσα μαρτυρία. Είναι θεμιτό από την μία να επιθυμεί ένας διάδικος να ταξιδεύει με τα τέκνα του στο εξωτερικό και πόσο μάλλον στην χώρα καταγωγής του, που στην υπό εξέταση περίπτωση είναι χώρα καταγωγής και των δυο, από την άλλη, ωστόσο, το γεγονός ότι δυστυχώς οι σχέσεις των διαδίκων είναι τόσο συγκρουσιακές και τεταμένες δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει εν λευκώ τέτοιο διάταγμα, καθότι αυτό ενέχει σοβαρούς κινδύνους τα ανήλικα να μην επιστραφούν. Δεδομένου ότι οι γονείς δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε τίποτα, ακόμη και για τα πιο στοιχειώδη ζητήματα που αφορούν στα παιδιά τους, η γενικότητα που περιβάλει την εν λόγω θεραπεία από πλευράς της Αιτήτριας δεν μπορεί να αποδοθεί. Θεωρώ ορθότερο το ζήτημα αυτό να αποφασισθεί στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης, κατόπιν υποκειμενικής πλέον αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα έπρεπε να είναι η τελευταία καταφυγή για τέτοια ζητήματα. Για αυτόν τον λόγο, είναι σημαντικό οι γονείς να συνεργάζονται και να δρουν με γνώμονα το συμφέρον των παιδιών τους, αφήνοντας τις προσωπικές τους διαφορές στην άκρη. Όπου δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι ανησυχίας, η συναίνεση για τέτοια ταξίδια πρέπει να παρέχεται για να διασφαλιστεί η ομαλή ψυχική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών. Συνακόλουθα, εκδίδεται το εξής προσωρινό διάταγμα : Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και συνέχιση της φοίτησης των ανήλικων τέκνων των διαδίκων E.I.L.C.I. και A.C.D.I. στην Ιδιωτική Σχολή PASCAL, στη Λευκωσία, για τη σχολική χρονιά 2024-2025, και για κάθε επόμενη σχολική χρονιά, χωρίς vα απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση τoυ Καθ'oυ η αίτηση, μέχρι αποπερατώσεως της κυρίως αίτησης ή μέχρι vεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η έκδοση τεσσάρων θεραπειών, οι δυο από αυτές δεν έχουν δοθεί για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω και η τρίτη εξ αυτών έχει απορριφθεί για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, κρίνω ότι η αίτηση έχει επιτύχει μερικώς. Κατά συνέπεια τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ'ου η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. (Υπ.) .......................... Μ. Χ. Κάιζερ, Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των προνοιών των Άρθρων 17
(3)και 6
(3)του Ν.216/1990 απολήγει στο ότι, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για την άσκηση του δικαιώματος του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί για προσωπική επικοινωνία με το παιδί, ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται η γνώμη του. Επομένως, η γνώμη του παιδιού πρέπει να ζητείται εκτός και αν διαπιστώνεται ότι δεν έχει την ωριμότητα και βαθμό αντίληψης που απαιτούν οι περιστάσεις, για να εκφέρει τη γνώμη του. . Το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει το παιδί. Τη θέση του, εφόσον βάσιμη και ειλικρινή και όχι καθοδηγούμενη ή προς ικανοποίηση του γονέα με τον οποίο διαμένει, θα συνεκτιμήσει. Δεν είναι όμως υπόχρεο να την ακολουθήσει. Όπως εξηγούμε στη συνέχεια, κυρίαρχη και καθοριστική παράμετρος παραμένει το συμφέρον του, όπως το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι εξυπηρετείται καλύτερα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.