M. M. N. ν. Λ.Κ., Αρ. Αίτησης: 253/2020, 5/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Αρ. Αίτησης: 253/2020 Μεταξύ: M. M. N. από την Περσία Αιτητή - και - Λ.Κ. από την Λεμεσό Καθ' ης η Αίτηση Αίτηση Παρακοής, ημερομηνίας 28 Ιουλίου 2022 Ημερομηνία: 05 Ιουλίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Λ. Λυσάνδρου για Χριστόφορος Φλώρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση։ κ. Η. Ηλία Καθ' ης η Αίτηση παρούσα ΠΟΙΝΗ Η Καθ΄ ης η αίτηση βρέθηκε ένοχη μετά από ακροαματική διαδικασία στο αδίκημα της παρακοής διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η μαρτυρία όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέδειξε ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 17/12/2019 για την επικοινωνία του Αιτητή με τα τρία ανήλικα τέκνα του στις 12/07/2022, στις 15/07/2022 και στις 19/07/2022, ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτός μετέβη στην οικία της για να παραλάβει τα παιδιά των διαδίκων και η επικοινωνία ματαιώθηκε. Η Καθ' ης η Αίτηση κρίθηκε ένοχη διότι μεταξύ άλλων απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε, ότι δηλαδή η παρακοή ήταν ακούσια, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είχε ποτέ πραγματική πρόθεση να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Κρίθηκε ότι στοιχειοθετήθηκε τόσο η αντικειμενική υπόσταση όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της παρακοής της Καθ' ης η Αίτηση στο επίδικο διάταγμα. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν εκτεθεί λεπτομερώς στην απόφαση μου ημερομηνίας 31/05/2024 και συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Το Δικαστήριο από την έκδοση της απόφασης του ημερομηνίας 31/05/2024 στην Αίτηση παρακοής, μετά από αίτημα των συνηγόρων των διαδίκων, έκρινε ορθό να δώσει την ευκαιρία στην Καθ' ης η Αίτηση ώστε να γίνουν επαφές μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων για επανέναρξη της επικοινωνίας των ανήλικων τέκνων με τον πατέρα τους, έτσι ώστε να επέλθει κάποια συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου, έστω και σε αυτό το στάδιο. Συνεπώς, όρισε την υπόθεση στις 18/06/2024 για Γραπτές Αγορεύσεις για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Ακολούθως, κατά την δικάσιμο της υπόθεσης στις 18/06/2024, το Δικαστήριο έδωσε επιπλέον χρόνο στην Καθ' ης η Αίτηση μετά από κοινό αίτημα των δύο συνηγόρων, αφού οι επαφές μεταξύ τους συνεχίζονταν, ορίζοντας την υπόθεση στις 27/06/2024 για τον ίδιο σκοπό. Στις 27/06/2024 ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση υπέβαλε την γραπτή αγόρευση του, μεταφέροντας στο Δικαστήριο την μεταμέλεια της Καθ' ης η αίτηση για την πράξη της και την απολογία της. Με προφορική τοποθέτηση του ανέφερε ότι στις 23/06/2024 επιτεύχθηκε τελικώς η επικοινωνία του Αιτητή με τα τρία ανήλικα τέκνα του, η οποία ήταν ιδιαίτερα επιτυχής και διήρκεσε αρκετές ώρες. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε ουσιαστικά και ο συνήγορος του Αιτητή με δήλωση στην οποία προέβη. Στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρθηκε στις αρχικές προσπάθειες που αυτή κατέβαλε αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης, όπου απέστειλε μηνύματα (sms) στον Αιτητή για την διεξαγωγή της επικοινωνίας σε συγκεκριμένη ημέρα αλλά και την επικοινωνία που είχε η μεγαλύτερη θυγατέρα των διαδίκων με τον πατέρα της προς αυτό τον σκοπό, αναφέροντας όμως ότι αυτός ήταν αρνητικός επιμένοντας στην πλήρη τήρηση του προγράμματος επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα του, όπως ρητά προνοεί το διάταγμα. Περιγράφει επίσης και τις προσπάθειες που έγιναν στον χώρο του Δικαστηρίου αλλά και μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων που εστάλησαν μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων, οι οποίες δεν είχαν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, περιγράφονται οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της Καθ' ης η Αίτηση, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησε, και οι επιπτώσεις που θα επέλθουν στην ίδια αλλά κυρίως στα τρία ανήλικα τέκνα της σε περίπτωση φυλάκισης της. Αναφέρει ότι διαμένει σε ιδιόκτητη οικία με τα τρία ανήλικα τέκνα της και με τον συμβίο της. Εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος σε ασφαλιστική εταιρεία με καθαρό μισθό €1,000 μηνιαίως ποσό το οποίο διαθέτει ουσιαστικά σχεδόν αποκλειστικά για τα παιδιά της. Λαμβάνει διατροφή από τον Αιτητή από 17/12/2019 στην βάση διατάγματος, ήτοι το ποσό των €150,00 για κάθε παιδί της. Τα παιδιά της φοιτούν καθημερινά σε πρωϊνό και απογευματινό σχολείο και μετά που σχολνούν, τα φροντίζει η μητέρα της Καθ' ης η Αίτηση για λίγη ώρα μέχρι να σχολάσει από την εργασία της και να τα παραλάβει, καθότι οι γονείς της είναι μεγάλης ηλικίας με προβλήματα υγείας και κινητικότητας. Η Καθ' ης η Αίτηση αντιμετωπίζει αρκετά χρέη και η οικία στην οποία διαμένει σήμερα με τα τρία ανήλικα τέκνα της κινδυνεύει να εκποιηθεί λόγω ύπαρξης μη εξυπηρετούμενου δανείου. Υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης μέχρι και σήμερα, έδειξε την μεταμέλεια της με τις προσπάθειες στις οποίες προέβη για να πείσει τα παιδιά της, ώστε να έχουν επικοινωνία με τον Αιτητή, ενώ κατέβαλε προσπάθεια για να πείσει ακόμα και τον ίδιο τον Αιτητή για να προβούν έστω προσωρινά σε κάποια αναπροσαρμογή του προγράμματος επικοινωνίας με τα τέκνα. Επικαλείται ακόμη ως μετριαστικό παράγοντα την μεγάλη συναισθηματική φόρτιση της Καθ' ης η Αίτηση, λόγω των διαφόρων περιστατικών και επεισοδίων που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους αλλά και λόγω του περιστατικού όπου κτυπήθηκε ο συμβίος της από τον Αιτητή μπροστά στα παιδιά τους. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση διακατέχεται από αγωνία και φόβο για το τί θα απογίνουν τα παιδιά της σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης της και αν θα χάσει την φύλαξη και φροντίδα τους, ενώ αν στερηθεί την ελευθερία της δεν θα μπορεί να τα προστατεύσει. Υπό τις περιστάσεις, ο συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση πιστεύει ότι η αρμόζουσα ποινή που πρέπει να επιβληθεί είναι αυτή του προστίμου αφού ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα και αρχές όπως, το γεγονός ότι η ποινή πρέπει να ταιριάζει στο πρόσωπο της Καθ' ης η Αίτηση, το λευκό ποινικό μητρώο της, η μεταμέλεια της, η ηλικία της Καθ' ης η Αίτηση αλλά και των παιδιών της, αλλά και οι συνέπειες που θα υποστούν, οι προσωπικές της συνθήκες, καθώς και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Περαιτέρω, αναφέρει ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται σε επιβολή ποινή φυλάκισης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναστολής της με βάση τον νόμο, ο οποίος παρέχει επιεικέστερες προϋποθέσεις σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναστολή της όποιας ποινής αφού ενδεχόμενη φυλάκιση της Καθ' ης η Αίτηση θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την ίδια, τα τέκνα της και τον συμβίο της. Καταληκτικά, καλεί το Δικαστήριο όπως ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια στην επιβολή της ποινής εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου είναι υψίστης σημασίας. Η νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα της ανυπακοής στις διαταγές των Δικαστηρίων. Έχει δε υποδειχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται προς τις πρόνοιες του διατάγματος, αφού η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου. Η σοβαρότητα της ανυπακοής σε αποφάσεις ή διατάγματα του Δικαστηρίου είναι μεγάλη. Η ανυπακοή έχει λεχθεί ότι καταβαραθρώνει το κύρος των Δικαστηρίων, καθιστά δε την αποστολή τους αναποτελεσματική και κλονίζει την πίστη του κοινού προς αυτά. Στην καθοδηγητική υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1996)2.Α.Α.Δ. 227, στη σελ. 229 τονίστηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Πική ως ήταν τότε, η σοβαρότητα της ανυπακοής και ποια είναι η ενδεδειγμένη σε αυτές τις περιπτώσεις ποινή, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου πλήττει το θεμέλιο της έννομης τάξης. Η συνέχιση της (παρακοής) τείνει να το ανατρέψει. Ανάλογη με τη σοβαρότητα της ανυπακοής είναι και η τιμωρία η οποία επιβάλλεται. Η τιμωρία για συνεχιζόμενη παρακοή σε διαταγή του Δικαστηρίου είναι κατά κανόνα η φυλάκιση. Όταν επέλθει η συμμόρφωση παρέχεται η δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη, χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος». Η εξουσία των Δικαστηρίων για την τιμωρία των καταφρονητών με αποτρεπτικές ποινές έχει σκοπό να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία και την περιφρούρηση του κύρους, της υπόστασης και της αποτελεσματικότητας των Δικαστηρίων. Η παράλειψη δε τιμωρίας των καταφρονητών, όπου τα περιστατικά της υπόθεσης το επιβάλλουν, ισοδυναμεί με παρέκκλιση από το επιτακτικό καθήκον του δικαστηρίου. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), όπως τροποποιήθηκε, δίδεται η εξουσία στο Δικαστήριο να εξαναγκάζει σε υπακοή στα διατάγματα τα οποία εκδίδει, με τρεις τρόπους: (α) με πρόστιμο, (β) με φυλάκιση και (γ) με μεσεγγύηση πραγμάτων. Με βάση το λεκτικό της εν λόγω διάταξης: «με πρόστιμο ή φυλάκιση ή μεσεγγύηση πραγμάτων», δεν υπάρχει δυνατότητα για να επιβληθούν οι πάνω ποινές ή ορισμένες από αυτές, σωρευτικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 162 του Συντάγματος, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φ. Ντούμα & Α. Πεγειώτη,
(2002)1Α Α.Α.Δ. 133, 137, τόνισε τα ακόλουθα: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστικό διάταγμα οφείλει να συμμορφώνεται προς τις πρόνοιες του διατάγματος αφού η υπακοή σε διατάγματα δικαστηρίου συνιστά μια σημαντική πτυχή του κράτους δικαίου». Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 2)
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1007: «Η νομολογία έχει προδιαγράψει με σαφήνεια, διαχρονικότητα και εξαντλητικά, ότι η παρακοή διαταγμάτων δικαστηρίου καταστρατηγεί την ίδια τη βάση του συστήματος και την καλή και απρόσκοπτη λειτουργία και απονομή της ίδιας της δικαιοσύνης. Υποσκάπτει την εξουσία του Δικαστηρίου γι' αυτό και η πρέπουσα, κατά κανόνα, τιμωρία είναι αυτή της ποινής φυλάκισης.» Περαιτέρω, στην απόφαση στην Ποινική Έφεση C.C.C LAUNDRIES (PAPHOS) LIMITED κ.α. v. Ελισάβετ Θεοφάνους,
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, το Εφετείο τονίζοντας με ιδιαίτερη αυστηρότητα τη σοβαρότητα του αδικήματος της ανυπακοής, υπέδειξε ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης, αναφέροντας τα ακόλουθα։ «Οι έννοιες «Κράτος Δικαίου» και Έννομη Τάξη» είναι άρρηκτα συνυφασμένες. Η επικράτηση τους στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο καθήκον σεβασμού και υπακοής των δικαστικών διαταγών και διαταγμάτων. Η απείθεια σε διαταγή δικαστηρίου ενέχει το στοιχείο της καταφρόνησης του δικαστηρίου. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα η τέλεση του οποίου πλήττει ευθέως την απονομή της δικαιοσύνης και κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού στην αξιοπιστία του συστήματος για αποτελεσματική εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την εμπέδωση του νόμου και της τάξης. Τέτοιου είδους συμπεριφορά ποτέ δεν έγινε ανεκτή. Οι παραβάτες όταν είναι φυσικά πρόσωπα κατά κανόνα τιμωρούνται με φυλάκιση. Η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται. Βλ. Kay v. Municipality of Larnaca
(1982)2 ΑΑΔ 236. Οι πολίτες σε όποια κοινωνική τάξη θεωρούν ότι ανήκουν ή σε όποια θέση βρίσκονται, υπέχουν αυστηρή υποχρέωση υπακοής στα δικαστικά διατάγματα που τους αφορούν. Αυτό επιβάλλει η αρχή της ισονομίας. Οι δικαστές προσηλωμένοι στην αποστολή τους με πλήρη διαφάνεια και αυξημένο αίσθημα ευθύνης εκτελούν το καθήκον τους. Συμπεριφορές οι οποίες υπονομεύουν το έργο τους δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές.» Ανάλογη αυστηρή αντιμετώπιση επέδειξε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στον ευαίσθητο τομέα των οικογενειακών σχέσεων και της επικοινωνίας των γονέων με τα ανήλικα τέκνα τους. Στην παρούσα υπόθεση, η φύση του δικαιώματος που παραβιάστηκε αφορά στο αναφαίρετο, νομοθετικά και συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τα παιδιά του. Η δε προσωπική επικοινωνία των ανήλικων τέκνων με τους γονείς τους, αποτελεί αδήριτη ανάγκη τόσο των ίδιων των παιδιών όσο και των γονέων τους και κανένας δεν μπορεί να παρεμβάλει εμπόδια σε αυτήν. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση αρ 8/21 Γ.Κ. και Ε.Ζ ημερομηνίας 13/5/2021, ο πατέρας ισχυριζόταν ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στη μητέρα τους και ότι εκείνος έκανε το παν για να εφαρμοστεί το διάταγμα, ισχυρισμό που απέρριψε το πρωτόδικο δικαστήριο. Το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα: «Ως προς το καίριο αυτό ζήτημα κρίνουμε ότι ήταν καθόλα εύλογο το εύρημα του δικαστηρίου ότι η όλη συμπεριφορά του πατέρα δεν συνιστούσε πραγματική προσπάθεια προς συμμόρφωση, αλλά αντίθετα η στάση των μικρών και υπό τον έλεγχο του παιδιών ήταν το αποτέλεσμα της δικής του επίδρασης και μεθοδευμένης συμπεριφοράς». Εν προκειμένω, η απόφαση του Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή άμεσης φυλάκισης επικυρώθηκε κατ' έφεση. Παραθέτω σχετικό χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η ποινή φυλάκισης για τους λόγους στους οποίους αναφέρθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν αναπόφευκτη. Δεν τίθεται μόνο ζήτημα νομιμότητας, αλλά και προσπάθειας να εφαρμοστεί ένα διάταγμα δικαστηρίου το οποίο προϋποθέτει, κατά την έκδοση του, ότι το συμφέρον των παιδιών ήταν η φύλαξη και η φροντίδα τους να βρίσκεται στη μητέρα τους. Εάν ο πατέρας διατηρεί διαφορετική άποψη, θα έπρεπε να επιχειρήσει τη διαφοροποίηση της νόμιμης αυτής κατάστασης δια νόμιμων μέσων. Αντ' αυτού, έλαβε τον νόμο στα χέρια του, παραβίασε το διάταγμα και δημιούργησε μια απαράδεκτη κατάσταση. Η θέση ότι προσπάθησε και προσπαθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση δεν έπεισε το πρωτόδικο δικαστήριο. Το γεγονός δε, ότι κατέστη «ο μόνος γονέας» των παιδιών τους δεν μπορεί να το επικαλείται ως λόγο για να μην του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Τούτο ακριβώς ήταν το αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών και της πλήρους αποξένωσης των παιδιών από τη μητέρα τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δικαστήριο επιβάλλοντας ποινή άμεσης φυλάκισης είχε επίγνωση της δυσμενούς επίπτωσης στα παιδιά. Όμως όσο δύσκολο και αν ήταν για τα ίδια τα παιδιά, θα έπρεπε πλέον να εξευρεθεί και να επιβληθεί εκείνος ο τρόπος που θα έπειθε τον πατέρα τους να προσπαθήσει πραγματικά ώστε το διάταγμα να εφαρμοστεί με τη δική τους συναντίληψη και συμφωνία». Επιπρόσθετα, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση Αρ. 11/2022 στην υπόθεση Α.Κ ν. Κ.Κ. ημερομηνίας 06/04/2022, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε τη μητέρα ένοχη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο αδίκημα της παρακοής και ότι η συμπεριφορά της να μην εφαρμόζει το διάταγμα του Δικαστηρίου συνιστούσε ηθελημένη παρακοή. Καταδίκασε τη μητέρα σε 45 ημέρες φυλάκισης, ποινή την οποία κατέληξε να μην αναστείλει. Εξετάζοντας τους λόγους έφεσης που αφορούσαν την ποινή φυλάκισης, το Εφετείο προχώρησε σε μείωση της ποινής φυλάκισης από 45 ημέρες σε 30 ενόψει του ότι ενώ υπήρχε διάσταση μεταξύ των θέσεων των διαδίκων κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση, αφού η πλευρά της μητέρας πρόβαλε στην επιμέτρηση της ποινής ότι υπήρξε συμμόρφωση ή γενικότερα εξομάλυνση των σχέσεων των γονέων, ενώ του πατέρα ανέφερε ότι δεν υπήρξε καμιά εξομάλυνση στις σχέσεις και το Δικαστήριο δεν άκουσε μαρτυρία. Παραπέμπω σε όσα υπέδειξε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο: «Συμφωνούμε, όπως ήδη αναφέραμε, ότι ως προς το θέμα της συμμόρφωσης θα έπρεπε να ακούσει μαρτυρία ή τουλάχιστον, υπό εξαιρετικές συνθήκες, να υιοθετήσει την ευνοϊκότερη για την Εφεσείουσα εκδοχή ως καταδεικνύεται από τη Vryoni ανωτέρω. Εκτός όμως από αυτό το στοιχείο, η ποινή στην κρινόμενη περίπτωση δεν ήταν εκτός πλαισίων αφενός διότι η παρακοή ήταν μακρά και συστηματική και αφετέρου διότι οδήγησε τον πατέρα στη στέρηση ενός θεμελιώδους δικαιώματος, να έχει επικοινωνία με το παιδί. Γι' αυτό δεν θεωρούμε την επιλογή ποινής φυλάκισης ως λανθασμένη επιλογή». Τόσο η επιβολή της ποινής όσο και το ύψος της εμπίπτουν στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξαρτώνται βέβαια από τα γεγονότα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Για την επιλογή και τον καθορισμό της ποινής η οποία θα επιβληθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη διάφορους παράγοντες όπως οι συνέπειες από την παραβίαση του καθώς και τους λόγους παρακοής του. Στο σύγγραμμα ''Sentencing in Cyprus'', 2η έκδοση του κ. Γ.Μ. Πική στην σελ. 196 αναφέρονται τα ακόλουθα։ «The nature of the order, the likely repercussions of its breach and the reasons for disregarding it, are considerations relevant to the choice of punishment on a charge of breaching terms of an order of the court». ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ։ Με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές, προχωρώ επομένως να εξετάσω ποια θα πρέπει να είναι η αρμόζουσα ποινή στην προκείμενη περίπτωση, αφού λάβω κυρίως υπόψη μου τα όσα αναφέρθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση προς μετριασμό της ποινής. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου, ότι η ανυπακοή της Καθ' ης η αίτηση είναι καταφανής. Η φύση του δικαιώματος που παραβιάστηκε είναι ιδιαίτερα σοβαρή, αφού σχετίζεται με το αναφαίρετο δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τα τρία ανήλικα τέκνα του και τα εμπόδια που παρεμβλήθηκαν σε αυτήν. Η Καθ' ης η αίτηση, ηθελημένα και με πλήρη περιφρόνηση προς το διάταγμα του Δικαστηρίου για απρόσκοπτη επικοινωνία πατέρα και παιδιών, δεν σεβάστηκε ούτε το Δικαστήριο, ούτε την ανάγκη του πατέρα να διατηρήσει τους δεσμούς με τα τέκνα του. Δεν παραβλέπω αλλά λαμβάνω σοβαρά υπόψη τα όσα τέθηκαν για σκοπούς μετριασμούς της ποινής από τον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση, όπως το λευκό ποινικό της μητρώο, η μεταμέλεια της, η ηλικία της Καθ' ης η Αίτηση αλλά και των παιδιών της, αλλά και οι συνέπειες που θα υποστούν, οι προσωπικές και οικονομικές της συνθήκες, καθώς και οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Εν τούτοις, η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης του, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα επιβληθεί. Επομένως, κρίνω στην βάση όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, αλλά και της σοβαρότητας της παρακοής καθώς και της ανάγκης για αποτροπή, ότι η ενδεδειγμένη ποινή είναι η ποινή της φυλάκισης, αφού καμία άλλη ποινή δεν θα αντικατόπτριζε την σοβαρότητα του διαπραχθέντος αδικήματος από την Καθ' ης η Αίτηση. Συνεπώς, επιβάλλω στην Καθ' ης η Αίτηση ποινή φυλάκισης 30 ημερών από σήμερα. Προχωρώ πλέον να εξετάσω αν στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης, στην βάση των προνοιών του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν.95/1972), ως έχει τροποποιηθεί και της σχετικής νομολογίας. (βλ. Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 12/2016, ημερομηνίας 29/03/2016 κ.α.). Εξυπακούεται, ότι η ποινή φυλάκισης είτε άμεση είτε με αναστολή δεν παύει από το να αποτελεί ποινή φυλάκισης. Στην Ποινική Έφεση αρ. 5457 στην υπόθεση Γεώργιος Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας, ημερομηνίας 16/07/1991, λέχθηκαν τα ακόλουθα։ «Είναι σχετικό να υπενθυμίσουμε ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς. Η αναστολή απλά αναβάλλει την εκτέλεση της ποινής. Δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της φύσης της». Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι στον τροποποιητικό δε Νόμο 186
(1)/03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου και σήμερα το ζήτημα αποφασίζεται με πιο ελαστικά κριτήρια, αφού με την τροποποίηση που έγινε το εδ.
(2)του άρθρου 3 έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Στην Ποινική Έφεση αρ. 221/2012 στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 19/12/2012, το Εφετείο αρνήθηκε να αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης και υπέδειξε τα ακόλουθα։ «Ως προς το ζήτημα αναστολής της ποινής, παρατηρούμε ότι μετά την τροποποίηση του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, (Ν. 95/72), (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 186(Ι)/2003), η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου- (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583). Είναι γεγονός ότι οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσείοντα, όπως εξετέθησαν ενώπιον του Κακουργιοδικείου, είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μυλωνάς, Ποινική Έφεση αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14/12/2018 υποδείχθηκαν τα ακόλουθα։ «Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή». Επί του προκειμένου, λαμβάνω υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση αλλά και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης, περιλαμβανομένων των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος. Λαμβάνω υπόψη μου την μεταμέλεια της Καθ' ης η Αίτηση όπως εκφράστηκε μέσω του δικηγόρου της έστω και καθυστερημένα και τις προσπάθειες της για συνάντηση των ανήλικων τέκνων της με τον πατέρα τους η οποία έλαβε χώρα προσφάτως και που φαίνεται ότι ήταν ομαλή. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη την ηλικία της Καθ' ης η Αίτηση, τις δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν στην ίδια από τυχόν φυλάκιση της σε σχέση με την εργασία της, ιδίως από την στιγμή που αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει προηγούμενες καταδίκες, τον δυσμενή αντίκτυπο που θα προκληθεί άμεσα στα τρία ανήλικα τέκνα της ηλικίας 12, 8 και 6 ετών σήμερα, σε περίπτωση άμεσης φυλάκισης της και στην αδυναμία φροντίδας, επίβλεψης, φύλαξης αλλά και των μετακινήσεων τους. Χωρίς βέβαια να υποβιβάζω την σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει η Καθ' ης η Αίτηση, κρίνω ότι στην περίπτωση της μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου 95/72, ώστε να μην της επιβληθεί άμεση ποινή φυλάκισης, προσδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην συμπεριφορά της μετά την έκδοση της απόφασης, την προσπάθεια της έστω και την υστάτη για συμμόρφωση αλλά κυρίως το συμφέρον των παιδιών της που βρίσκονται σε νεαρή ηλικία και θα στερούνταν την μητέρα τους, τραυματίζοντας τον ψυχικό τους κόσμο. Οι πιο πάνω παράμετροι με οδηγούν στην απόφαση να εξαντλήσω όλη την επιείκεια μου και να δώσω στη μητέρα των ανήλικων τέκνων ακόμη μια ευκαιρία αλλά και χρόνο για να αποδείξει ότι η υπόσχεση της για συμμόρφωση στο διάταγμα του Δικαστηρίου, είναι γνήσια και ειλικρινής. Αλλά και για να δώσει την ευκαιρία στον πατέρα τους, ο οποίος έχει για περισσότερο από δύο χρόνια να δεί τα παιδιά του, να συμμετέχει στην ζωή τους και να μοιραστεί στιγμές μαζί τους, αφού εξάλλου αυτό είναι το ζητούμενο και αυτό επιτάσσει το γνήσιο συμφέρον των ανήλικων τέκνων τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και επιθυμώντας να δώσω στην Καθ' ης η Αίτηση μία δεύτερη ευκαιρία, διατάσσω την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγούνται στην Καθ' ης η Αίτηση η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης και οι συνέπειες διάπραξης από μέρους της νέου αδικήματος το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά την περίοδο αναστολής, ως ο Ν. 95/72 και οι τροποποιήσεις αυτού προνοούν). Ακολουθώντας το αποτέλεσμα της Αίτησης, τα έξοδα της διαδικασίας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. (Υπ.) ................. Χ. Πογιατζής, Δ.Ο.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο