L.A.F ή άλλως L.E ν. Π.Ο. κ.α., Αρ. Αίτησης: 54/21, 17/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δικ. Αρ. Αίτησης: 54/21 Μεταξύ: L.A.F ή άλλως L.E από τη Λεμεσό Αιτήτριας και
- Π.Ο. από τη Λεμεσό κ.α. Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 27/3/24 για αποκάλυψη περιουσίας Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια/Καθ΄ης η αίτηση: Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον Καθ' ου η Αίτηση/Αιτητή: Κωνσταντίνος Πόλεως & Κατερίνα Λούτσιου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27/3/24 ο καθ' ου η αίτηση 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, αιτητής στην παρούσα, (στο εξής ο αιτητής) καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αιτήτρια όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε ορίσει το Δικαστήριο, υποβάλει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφει πλήρως με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία που απέκτησε και/ ή την αύξηση αυτής της περιουσίας κατά την ημερομηνία του γάμου μέχρι και την διάσταση ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αιτήτρια όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε ορίσει το Δικαστήριο υποβάλει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση όπου αποκαλύπτει που βρίσκονται οι αποταμιεύσεις και ή το πιστωτικό υπόλοιπο των χρημάτων της από την Τράπεζα Blom Bank μετά που έκλεισε το λογαριασμό. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αιτήτρια όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός οποιασδήποτε άλλης προθεσμίας ήθελε ορίσει το Δικαστήριο υποβάλει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση όπου αποκαλύπτει τις καταστάσεις λογαριασμού που αφορά τον λογαριασμό επ΄ονόματι της στην Τράπεζα Βlom Bank από την ημερομηνία του γάμου μέχρι την ημερομηνίας που έκλεισε τον λογαριασμό". Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν πολιτικό γάμο στη Λεμεσό στις 5/6/98 ο οποίος λύθηκε στις 30/6/21 με απόφαση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης αρ.149/
- Η αιτήτρια, καθ' ης η αίτηση στην παρούσα (στο εξής η καθ΄ης η αίτηση) κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησε κινητή και ακίνητη περιουσία στην Κύπρο η οποία περιλαμβάνει τραπεζικές καταθέσεις, ακίνητη περιουσία, μετοχές και χρεόγραφα, καθώς και άλλα περιουσιακά στοιχεία το ύψος των οποίων ο αιτητής αγνοεί και στα οποία διεκδικεί τη δική του συνεισφορά. Οι καταθέσεις, καταστάσεις λογαριασμού και αποδείξεις είναι στην κατοχή της καθ' ης η αίτηση καθότι η ίδια ως πρώην τραπεζικός υπάλληλος είχε κατά το γάμο των διαδίκων όλο τον οικονομικό έλεγχο της οικογένειας και των καθ' ων η αίτηση 2 και
- Ο ίδιος όπως αναφέρει εργαζόταν στις καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και παρήγαγε το ουσιαστικό έργο για να έχουν εισοδήματα ως οικογένεια μέσω των εταιρειών και ότι η καθ' ης η αίτηση 1 έχει τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών των εταιρειών. Όπως αναφέρει ο αιτητής ο λόγος που αγνοεί τις βασικές λεπτομέρειες της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση είναι γιατί κατά τη διάρκεια του γάμου τους η ίδια διαχειριζόταν την περιουσία τους χωρίς να τον ενημερώνει πλήρως, με αποτέλεσμα σήμερα ο ίδιος να αγνοεί όχι μόνο το ακριβές ύψος της περιουσίας που έχει αλλά και τις λεπτομέρειες της, για να ασκήσει το δικαίωμα διεκδίκησης της δικής του συνεισφοράς. Όπως αναφέρει, μέχρι σήμερα η καθ' ης η αίτηση δεν έδωσε στον αιτητή πλήρη και λεπτομερή ανάλυση όλων των περιουσιακών στοιχείων παρόλο που της ζητήθηκαν επανειλημμένως με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο ακριβής υπολογισμός του μεριδίου που δικαιούται ο αιτητής. Είναι προς το συμφέρον της καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καθ' ης η αίτηση να αποκαλύψει ενόρκως όλα τα περιουσιακά της στοιχεία αφού στα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση και η μη αποκάλυψη τους ενδεχόμενα να οδηγήσει σε μη απονομή δικαιοσύνης. Περαιτέρω όπως αναφέρει, η αποκάλυψη των στοιχείων στο στάδιο αυτό θα οδηγήσει ενδεχόμενα στον ουσιαστικό περιορισμό των επιδίκων θεμάτων στην υπόθεση. Αναφέρει τέλος ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους αποταμίευαν χρήματα ως οικογένεια σε τραπεζικό λογαριασμό στην Blom Bank, ο οποίος ήταν στο όνομα της καθ' ης η αίτηση και ο αιτητής ήταν ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος. Σε κάποιο σημείο πριν τη διάσταση ενώ ο λογαριασμός είχε πιστωτικό υπόλοιπο πέραν των €200.000 η καθ' ης η αίτηση έκλεισε το λογαριασμό και μετέφερε το πιστωτικό υπόλοιπο σε άγνωστο προς τον αιτητή προορισμό και ή ανάληψη και ή μεταφορά. Το μόνο όπως αναφέρει που γνωρίζει ως πληρεξούσιος όπως ενημερώθηκε από την Τράπεζα είναι πως ο λογαριασμός αυτός έχει κλείσει. Η καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να έχει στην κατοχή της καταστάσεις λογαριασμού που τεκμηριώνουν και τη συνεισφορά του αιτητή στην απόκτηση του αναφερόμενου περιουσιακού στοιχείου. Στις 8/5/24 η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης στην οποία προβάλλει δεκαπέντε λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοπτικά οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης, οι θεραπείες Β και Γ δεν έχουν νομικό έρεισμα διότι τα χρήματα που υπήρχαν στην B.B. σε προσωπικό λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση τα απέκτησε και προήλθαν από την πώληση δωρεάς ακινήτου το οποίο απέκτησε από την μητέρα της περί τις 8/10/98, και όπως είναι γνωστό με βάση το Α14
(3)(α) και (β) του Ν.232.91 στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά ή κληρονομιά, το έγγραφο που ζητείται αποκάλυψη στις θεραπείες Β και Γ δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και ότι ουδέποτε οι διάδικοι αποταμίευαν χρήματα σε λογαριασμό της B.B, οποιοδήποτε χρηματικό ποσό υπήρχε στην Blom Bank ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα θέματα και καμία αξίωση συνεισφοράς έχει ο αιτητής. Αναφορικά με το στοιχείο Α της αιτούμενης θεραπείας η καθ' ης η αίτηση στις 22/3/24 προέβη σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης όλων των εγγράφων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και στην εν λόγω ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιλαμβάνονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχε άμεσο και έμμεσο συμφέρον κατά την ημέρα διακοπής της συμβίωσης των διαδίκων, τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν και τα επίδικα θέματα αποκρυσταλλώθηκαν και δεν καθίσταται επίδικο ζήτημα ο κατ' ισχυρισμόν λογαριασμός της B.B και ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Η αίτηση δεν στοχεύει στη λήψη πληροφοριών για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης αλλά υποβάλλεται κακόβουλα, κακόπιστα με σκοπό «ψαρέματος» και/ ή αλίευσης μαρτυρίας και καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης ούτως ώστε ο αιτητής να συνεχίσει να παραμένει στην οικία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση, είναι καταχρηστική με σκοπό τη δημιουργία ψεύτικων στοιχείων για να αποδείξει την κατ' ισχυρισμόν συνεισφορά του στην περιουσία της καθ' ης η αίτηση αναφορικά με τα χρήματα που υπήρχαν στο λογαριασμό της στην B.B παρουσιάζοντας ότι δήθεν είναι αποταμιευτικός κοινός λογαριασμός ενώ γνωρίζει ότι αυτά τα χρήματα προήλθαν από την πώληση του διαμερίσματος το οποίο δώρισε η μητέρα της στην καθ' ης η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε και στοιχειοθετείται η αξίωση των άρθρων 14 και 14Α του Νόμου, η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση ήτοι αναφέρεται ο Νόμος 231/91 αντί του ορθού Νόμου 232/91 ενώ περαιτέρω δεν αναφέρεται ο τροποποιητικός Νόμος 25(Ι)/ 1998 με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Ν.232/91 με τον οποίο προστέθηκαν στο βασικό Νόμο τα άρθρα 14Α ως ΣΤ, η αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά που το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση του Ο.Κ & Σ.Μ. χωρίς να αποκαλύπτεται κανένας λόγος για την καθυστέρηση αυτή η οποία είναι τέτοιας έκτασης που καταδεικνύει κακοπιστία, ο αιτητής έχει δικαίωμα να αντεξετάσει την καθ' ης η αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία και ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Η ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης της καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας στην οποία η καθ' ης η αίτηση προβαίνει σε μια σύντομη αναφορά του ιστορικού της υπόθεσης το οποίο προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω ότι είναι απαραίτητη η καταγραφή του. Ουσιαστικά με την ένορκη δήλωση της η καθ' ης η αίτηση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης της οι οποίοι αναφέρθηκαν ανωτέρω, ενώ αναφέρει περαιτέρω ότι ο αιτητής ψεύδεται ότι αγνοούσε βασικές λεπτομέρειες της περιουσίας της και ότι διαχειριζόταν την περιουσία της χωρίς να τον ενημερώνει με αποτέλεσμα ο ίδιος να αγνοεί όχι μόνο το ακριβές ύψος της περιουσίας που έχει η καθ' ης η αίτηση αλλά και τις λεπτομέρειες της. Αναφέρει επιπλέον ότι η μητέρα της περί το 1998 της μεταβίβασε τα στοιχεία του οποίου αναφέρει αναλυτικά, στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό, δυνάμει δωρεάς και επισυνάπτει τίτλο ιδιοκτησίας ως τεκμήριο 1. Περί την 1/8/12 η καθ' ης η αίτηση πώλησε το διαμέρισμα στην Μ.K έναντι του ποσού των €200.000 δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως τεκμήριο 2. Από το αναφερόμενο ποσό, η καθ' ης η αίτηση κατέθεσε το ποσό των €190.000 στο προσωπικό της λογαριασμό όψεως στη ΣΠΕ ΜΓ και επισυνάπτει σχετικό τεκμήριο 3. Στη συνέχεια από τον αναφερόμενο λογαριασμό τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε άλλες Τράπεζες μεταξύ των οποίων ήταν και η B.B. Ένα σημαντικό ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμούς των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εταιρειών οι οποίες αντιμετώπιζαν οικονομικό πρόβλημα και δάνεισε αυτά τα χρήματα στις εταιρείες. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 4 επιστολή ημερομηνίας 30/3/18 προς την B.B στην οποία επισύναψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο του διαμερίσματος και το statement της κατάθεσης του ποσού στην B.B. Τέλος η καθ' ης η αίτηση ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του αιτητή. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και η κάθε πλευρά στήριξε τις θέσεις της με αναφορές σε σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧH-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω κατά προτεραιότητα τον λόγο ένστασης της καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση ήτοι αναφέρεται ο Νόμος 231/91 αντί του ορθού Νόμου 232/91 ενώ περαιτέρω δεν αναφέρεται ο τροποποιητικός Νόμος 25(Ι)/ 1998 με τον οποίο τροποποιήθηκε ο Ν.232/91 με τον οποίο προστέθηκαν στο βασικό Νόμο τα άρθρα 14 Α ως ΣΤ. Η πιο πάνω προφανής, κατά την άποψη μου, παραδρομή, δηλαδή η αναγραφή του Νόμου 232/91 ως Νόμος 231/91, ουδεμία παρατυπία συνιστά, ενόψει του ότι ο νόμος στον οποίο στηρίζεται η παρούσα αίτηση ως επίσης και τα άρθρα του Νόμου, είναι εμφανή και ορθά. Ο τίτλος του νόμου είναι ορθός, είναι ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991, ως επίσης ορθή είναι και η αναφορά των άρθρων. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει σφάλμα ή οποιοδήποτε σφάλμα τέτοιο, που να κάνει αποδεχτή την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, έτσι ώστε να υφίσταται λόγος απόρριψης της αίτησης. Στη βάση των όσων ανέφερα ο αναφερόμενος λόγος ένστασης της καθ' ης η αίτηση απορρίπτεται. Στο Α.14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων Συζύγων Νόμου αναφέρονται τα ακόλουθα: «14.-
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία (β) με διάθεση περιουσίας που αποκτήθηκε με τις αναφερόμενες στην παράγραφο (α) αιτίες». Ο τρόπος λειτουργίας του Α.14 του Ν. 232/91, προς το οποίο παραπέμπει το άρθρο 14Α
(1)έχει επεξηγηθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. Ορφανίδης v. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179. Παρατίθεται κατωτέρω το σχετικό απόσπασμα: «(α) Ενώ κατά το Δίκαιο της Επιείκειας κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου αποτελεί η ύπαρξη συμφωνίας, ρητής ή εξυπακουόμενης, σύμφωνα με το άρθρο 14, η απόκτηση συναρτάται με τη συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας του ετέρου των συζύγων ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφωνία. Το κριτήριο για την απόκτηση μεριδίου είναι αντικειμενικό, εκείνο της συνεισφοράς. (β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. (γ) Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο. Το τεκμήριο αυτό εκτοπίζει την εφαρμογή του αξιώματος της επιείκειας equality is equity. Η άλλη σημαντική πτυχή του άρθρου 14 είναι η εξαίρεση, η οποία θεσμοθετείται από το αντικείμενο της διανομής, με τις πρόνοιες του άρθρου 14
(3)(α) και (β). Εξαιρείται από την αύξηση το μέρος που αντανακλά τον πλουτισμό του ιδιοκτήτη σύζυγου από δωρεές και τη διάθεσή τους». Μεταγενέστερα, ακολούθησε η τροποποίηση του Ν. 232/91 με τον τροποποιητικό νόμο, Ν. 25(Ι)/98, με τον οποίο προστέθηκαν στον βασικό νόμο, τα άρθρα 14Α έως 14ΣΤ. Στο Α.14 Α του αναφερόμενου Νόμου, στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα: «14Α.-
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοση του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα.
(2)Σε περίπτωση που το συμφέρον σε περιουσία ή μέρος της το οποίο ο καθ' ου η αίτηση είχε κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο έχει ορίσει, έπαψε να ανήκει σε αυτόν κατά την ημερομηνία της εκδίκασης της αίτησης διαζυγίου ή κατ' άλλη ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει, ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου, να δώσει πλήρεις, συγκεκριμένες και πειστικές αποδείξεις της αποξένωσης ή της διάθεσης της περιουσίας ή μέρους της με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ενώ αν κριθεί αναγκαίο, το Δικαστήριο δικαιούται να διατάξει τον καθ' ου η αίτηση να δώσει οδηγίες προς τραπεζικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό οργανισμό, με κοινοποίηση στο Δικαστήριο, σχετικά με την αποξένωση, τη διακίνηση, τη μεταφορά ή την επαναφορά της περιουσίας ή μέρους της, όπως το Δικαστήριο ορίζει.
(3)Το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση του αιτητή να ορίσει ημερομηνία για εξέταση του καθ' ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων ή των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ή άλλων στοιχείων αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση. Στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η αίτηση κλητεύεται ως μάρτυρας». Όπως σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι - (α) Να παραχωρήσει στα Οικογενειακά Δικαστήρια δικαιοδοσία για όλα τα θέματα που ρυθμίζονται από το βασικό νόμο, (β) Να δημιουργήσει μηχανισμό για την πλήρη αποκάλυψη της περιουσίας των συζύγων για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 14 και για αποφυγή των δολίων μεταβιβάσεων και αποκρύψεων περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση του Νόμου». Το άρθρο 14Α έτυχε εξέτασης στα Νομικά Ερωτήματα αρ. 330 και 332, Ντίνα Παπαϊωάννου και Γιάννη Παπαϊωάννου
(2000)1 Α.Α.Δ. 656 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω από την απόφαση της πλειοψηφίας: «Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργεία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ορφανίδης (ανωτέρω), αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πράγματων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι΄ αυτό σε εκείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη, ή με ένορκη δήλωση και όχι με προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου». Στην αιτούμενη θεραπεία Ε της ανταπαίτησης του ο αιτητής ζητά «Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ ή αποδίδει στον καθ΄ου η αίτηση το μέρος της αύξησης της περιουσίας της αιτήτριας κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων που αναλογεί στη συνεισφορά του». Αρχικά θα ήθελα να αναφέρω ότι σκοπός της παρούσας διαδικασίας δεν είναι η εκδίκαση και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ως προς την ουσία της διαφοράς. Το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη μου, κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων, ως η παρούσα, μπορεί να ανατρέξει, πέραν των ενόρκων δηλώσεων και σε κάθε διαθέσιμο στοιχείο, όπως είναι τα δικόγραφα των διαδίκων, τα πρακτικά του Δικαστηρίου και γενικά το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, για τα οποία στοιχεία το Δικαστήριο έχει Δικαστική γνώση. Στις παραγράφους 31 και 32 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του μεταξύ άλλων ο αιτητής αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση κατακρατεί όλες τις αποταμιεύσεις που από κοινού αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και σε αυτές περιλαμβάνονται χρήματα που τελικά κατέληξαν σε λογαριασμό της B που προ πολλού είχε συμφωνηθεί ότι χρήματα της τάξης των €200.000 θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για τις σπουδές των θυγατέρων τους. Στην παράγραφο 21 της Απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, η καθ' ης η αίτηση αρνείται και απορρίπτει ως νομικά και/ ή πραγματικά και ή ουσιαστικά αβάσιμα και/ ή αναληθή και/ ή ανακριβή και/ ή παραπλανητικά τα όσα αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στις παραγράφους 31 και 32 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του αιτητή. Στην παράγραφο 22 της Απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι άνευ βλάβης της πάνω γενικής της άρνησης αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή για δήθεν αποταμιεύσεις που είναι υπό τον έλεγχο της αρνείται και απορρίπτει τους εν λόγω ισχυρισμούς και αναφέρει ότι ποσό €150.000 αποτελούσε μέρος του τιμήματος πώλησης που προήλθε από την πώληση διαμερίσματος της μητέρας της η οποία είχε αποβιώσει και ανήκαν στον πατέρα της καθ' ης η αίτηση και τα όποια χρήματα η καθ' ης η αίτηση είχε αποστείλει εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα στον πατέρα της ο οποίος της έδωσε ποσό πέραν των €60.000 το οποίο κατέθεσε στις εταιρείες καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ούτως ώστε να καλύψει τα λειτουργικά τους έξοδα. Το εν λόγω χρηματικό ποσό δεν ανήκει στην καθ' ης η αίτηση ούτε είναι αποταμιεύσεις των διαδίκων. Αυτά τα χρήματα προέρχονταν από την πώληση του διαμερίσματος. Στην παράγραφο 18 της ενόρκου δηλώσεως η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, η καθ' ης η αίτηση δίδει μια άλλη εκδοχή από αυτήν που καταγράφει στην παράγραφο 22 της Απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, αναφέροντας συνοπτικά τα ακόλουθα: Η μητέρα της περί το 1998 της μεταβίβασε το διαμέρισμα τα στοιχεία του οποίου αναφέρει αναλυτικά, στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό, δυνάμει δωρεάς και επισυνάπτει τίτλο ιδιοκτησίας ως τεκμήριο 1. Περί την 1/8/12 η καθ' ης η αίτηση πώλησε το διαμέρισμα στην Μ.K έναντι του ποσού των €200.000 δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως τεκμήριο 2. Από το αναφερόμενο ποσό, η καθ' ης η αίτηση κατέθεσε το ποσό των €190.000 στο προσωπικό της λογαριασμό όψεως στη ΣΠΕ Μ Γκαι επισυνάπτει σχετικό τεκμήριο 3. Στη συνέχεια από τον αναφερόμενο λογαριασμό τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε άλλε τράπεζες μεταξύ των οποίων ήταν και η B.B. Ένα σημαντικό ποσό κατατέθηκε σε λογαριασμούς των καθ' ων η αίτηση 2 και 3 εταιρειών οι οποίες αντιμετώπιζαν οικονομικό πρόβλημα και δάνεισε αυτά τα χρήματα στις εταιρείες. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 4 επιστολή ημερομηνίας 30/3/18 προς την Blom Bank στην οποία επισύναψε το αγοραπωλητήριο έγγραφο του διαμερίσματος και το statement της κατάθεσης του ποσού στην B.B. Επαναλαμβάνει ότι όπως ανέφερε και πιο πάνω οι δωρεές και τα χρήματα που προήλθαν από την πώληση δεν υπολογίζονται στην αύξηση της περιουσίας μεταξύ των συζύγων. Όπως ανέφερα ανωτέρω, σκοπός της παρούσας διαδικασίας δεν είναι η εκδίκαση και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων ως προς την ουσία της διαφοράς. Όπως φαίνεται από τα όσα ανωτέρω καταγράφονται, η καθ' ης η αίτηση παραδέχεται την ύπαρξη καταθέσεων κατά την διάρκεια της έγγαμης σχέσης των διαδίκων. Αν τα χρήματα αυτά αποτελούν κοινές αποταμιεύσεις των διαδίκων, όπως ισχυρίζεται ο αιτητής, ή αν αποτελούν χρήματα τα οποία προήλθαν από διάθεση περιουσίας της καθ' ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της και επομένως δεν υπολογίζονται στην αύξηση της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση όπως προβλέπεται στο άρθρο Α14
(3)του Ν.232/91, όπως ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση, είναι ισχυρισμοί που δεν θα αποφασιστούν στο στάδιο αυτό αλλά κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση στην ένορκο της δήλωση ημερομηνίας 8/5/24, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, γίνεται κακόπιστα με σκοπό το ψάρεμα μαρτυρίας και την δημιουργία ψεύτικων στοιχείων για να αποδείξει την κατ' ισχυρισμόν συνεισφορά του στην περιουσία της αναφορικά με τα χρήματα που υπήρχαν στο λογαριασμό της στην Τράπεζα B παρουσιάζοντας ότι είναι δήθεν αποταμιευτικός κοινός λογαριασμός ενώ γνωρίζει πολύ καλά ότι τα χρήματα αυτά προέρχονται από την πώληση του διαμερίσματος που της δώρισε η μητέρα της, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο αιτητής, στην ανταπαίτηση του, μεταξύ άλλων, ζητά να του αποδοθεί το μέρος της αύξησης της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων που αναλογεί στη συνεισφορά του. Αναφέρεται δε σε κοινές αποταμιεύσεις των διαδίκων τις οποίες κατακρατεί η καθ' ης η αίτηση. Η καθ' ης η αίτηση δεν αρνείται την ύπαρξη καταθέσεων αλλά δίδει τη δική της εκδοχή σε σχέση με την προέλευση αυτών των χρημάτων. Επομένως, η παραδοχή της καθ' ης η αίτηση για την ύπαρξη καταθέσεων κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, από μόνη της μπορεί να οδηγήσει στην έγκριση της αίτησης. Ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 19 της ενόρκου δηλώσεως της ημερομηνίας 8/5/24, ότι η αίτηση δεν στοχεύει στη λήψη πληροφοριών για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης αλλά υποβάλλεται κακόβουλα, κακόπιστα με σκοπό ψαρέματος και ή αλίευσης μαρτυρίας και καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης ούτως ώστε ο αιτητής να συνεχίσει να παραμένει στην οικία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση, κατά την άποψη μου είναι ανεδαφικός. Αν όπως ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση, πρόθεση του αιτητή είναι να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, για να συνεχίσει να παραμένει στην οικία, η όποια ισχυριζόμενη πρόθεση του αιτητή για καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, δεν εμποδίζει την καθ' ης η αίτηση να λάβει άλλα μέτρα εναντίον του, δεδομένου ότι όπως είναι παραδεκτό η οικία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση και ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί στις 30/6/21. Η καθ' ης η αίτηση αναφέρει επίσης ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση και μετά που δόθηκαν οδηγίες για την καταχώρηση Ο.Κ & Σ.Μ χωρίς να αποκαλύπτεται κανένας λόγος για την καθυστέρηση αυτή η οποία είναι τέτοιας έκτασης που καταδεικνύει και κακοπιστία. Είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να καταχωρηθεί νωρίτερα, πλην όμως, δεδομένου ότι υπόθεση δεν έχει οριστεί ακόμη για ακρόαση και τυχόν έγκριση της αίτησης δεν θα επιφέρει εκτροχιασμό στη διαδικασία και να αποβεί σε βάρος των συμφερόντων της καθ' ης η αίτηση, η όποια καθυστέρηση λαμβάνεται μεν υπόψιν, δεν θα αποτελέσει όμως από μόνη της λόγο για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης χωρίς να συνεκτιμηθούν άλλοι παράγοντες. Από το ίδιο το περιεχόμενο του άρθρου 14 Α
(1), ο προσδιορισμός του αντικειμένου της περιουσιακής διαφοράς με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης της περιουσίας, θα βοηθήσει στην καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 14 του Νόμου δηλαδή την απόδοση της συνεισφοράς στην επίδικη περιουσία, εφόσον αποφασιστεί πρώτα αν υπήρξε επαύξηση στην περιουσία της καθ' ης η αίτηση επί της οποίας ο αιτητής διεκδικεί τη συνεισφορά του με την ανταπαίτηση του. Σκοπός του Α.14 του Ν.232/91 είναι η μεταξύ των συζύγων κατανομή της αύξησης της περιουσίας, με βάση την συνεισφορά του καθενός απ΄ αυτούς στην εν λόγω αύξηση. Για τη διακρίβωση της αύξησης της περιουσίας, συγκρίνεται η αρχική περιουσία, δηλαδή η περιουσία του συζύγου που υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου, με την τελική περιουσία που έχει ο σύζυγος κατά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατά την έναρξη της διάστασης. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιουσίες, αρχική και τελική, αποτελεί την αύξηση της εν λόγω περιουσίας και είναι ουσιαστική για την τεκμηρίωση και διεκδίκηση του αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δημιουργείται με το Α.14
(1)του Ν. 232/91. Στο τέλος της παραγράφου του Α.14 Α
(1)αναφέρονται τα ακόλουθα: «να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Υπενθυμίζω ότι από τα δικόγραφα των διαδίκων προκύπτει ότι αποτελούν παραδεκτά γεγονότα η ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι η 5/6/98, η ημερομηνία διάστασης των διαδίκων ήτοι η 9/10/20 και η ημερομηνία λύσης του γάμου των διαδίκων ήτοι η 30/6/21. Η ημερομηνία λύσης του γάμου των διαδίκων όπως είναι φυσικό έπεται της ημερομηνίας της διάστασης. Επειδή όμως ενδέχεται στο χρονικό σημείο μεταξύ της διάστασης και της λύσης του γάμου να επέλθει αποξένωση και εφόσον ο σκοπός της αποκάλυψης είναι η καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 14
(1), το όποιο διάταγμα αποκάλυψης θα πρέπει κατά την άποψη μου, να περιλαμβάνει και τις δύο αυτές ημερομηνίες, εφόσον αυτές αναφέρονται στην εναρκτήρια αίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των όσων ανωτέρω ανέφερα και λαμβάνοντας υπόψιν την ισχύουσα νομολογία και νομοθεσία κρίνω ότι για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης είναι εύλογο και δίκαιο η αίτηση να εγκριθεί μερικώς. Η αιτούμενη θεραπεία Α εγκρίνεται με κάποιες διαφοροποιήσεις για να συνάδει με τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και για την καλύτερη εφαρμογή του Α.14
(1). Αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Β, κρίνω ότι είναι πρόωρη αφού, κατά την άποψη μου, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Α.14 Α
(2), θα πρέπει να προηγηθεί η καταχώρησης της αποκάλυψης περιουσίας και αν προκύψει θέμα να ακολουθήσει αίτηση στη βάση του Α.14 Α
(2). Ως εκ τούτου η αιτούμενη θεραπεία Β απορρίπτεται. Αναφορικά με την αιτούμενη θεραπεία Γ κρίνω ότι το Α.14 Α στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση, δεν παρέχει το υπόβαθρο για την παραχώρηση τέτοιου διατάγματος. Η παρουσίαση καταστάσεων τραπεζικών λογαριασμών γίνεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις και στηρίζεται σε εντελώς διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις. Ως εκ τούτου η αιτούμενη θεραπεία Γ απορρίπτεται. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αιτήτρια (καθ΄ης η αίτηση στην παρούσα) όπως, εντός 15 ημερών από της έκδοσης του παρόντος διατάγματος υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία, κινητή και ακίνητη, στην οποία είχε οποιαδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον, κατά την ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ήτοι την 5/6/98, κατά την ημερομηνία της διάστασης των διαδίκων, ήτοι την 9/10/20 και κατά την ημερομηνίας λύσης του γάμου των διαδίκων ήτοι την 30/6/21. Εν' όψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ορθό και δίκαιο τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης σε καμία όμως περίπτωση εναντίον του καθ' ου η αίτηση 1 (αιτητή στην παρούσα). (Yπ.)......................................... Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δικ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο