I. Ι. ν. Λ. Π.-Ι κ.α., Αρ. Αίτησης: 11/23, 10/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης: 11/23iJ Μεταξύ: I. Ι. από τη Λεμεσό Αιτητή και
- Λ. Π.-Ι από τη Λεμεσό
- Η. Π. από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 20/3/23 Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κ.κ. Γιόλα Στυλιανίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τις καθ' ων η αίτηση: κ.κ. Φελλάς & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την εναρκτήρια αίτηση του, ο αιτητής ζητά, μεταξύ άλλων, απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου και/ ή μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή και ή λόγω καταπιστεύματος. Την ίδια μέρα, ο αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο, με άλλη σύνθεση, στις 24/3/23, εξέδωσε τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:
- Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που παρεμποδίζει και/ ή δεσμεύει (bind) και ή απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση 1 προσωπικά και/ ή μέσω των αντιπροσώπων της να πωλήσει και/ ή μεταβιβάσει και/ ή δωρίσει και/ ή αποξενώσει και/ ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσει το ½ μερίδιο της οικίας που βρίσκεται επί ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ [ ], Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ], που βρίσκεται στην οδό [ ] στην περιοχή [ ] στη Λεμεσό που είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1, μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που παρεμποδίζει και/ ή δεσμεύει (bind) και ή απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση 1 προσωπικά και/ ή μέσω των αντιπροσώπων της να πωλήσει και/ ή μεταβιβάσει και/ ή δωρίσει και/ ή αποξενώσει και/ ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσει τα έπιπλα και/ ή εξοπλισμό και ή αντικείμενα αξίας της οικίας που βρίσκεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ [ ], Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ], που βρίσκεται στην οδό [ ] στην περιοχή [ ] στη Λεμεσό, συνολικής αξίας εκ €40.000 (σαράντα χιλιάδες ευρώ) περίπου, μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που παρεμποδίζει και/ ή δεσμεύει (bind) και ή απαγορεύει στην καθ' ης η αίτηση 1 προσωπικά και/ ή μέσω των αντιπροσώπων της να μεταφέρει και/ ή μετακινήσει και/ ή χρησιμοποιήσει και/ ή εισπράξει και/ ή εξαργυρώσει και/ ή διαφορετικά αποξενώσει και/ ή διαθέσει με οποιονδήποτε τρόπο το ποσό των €35,820 (τριάντα πέντε χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι ευρώ) περίπου που είναι κατατεθειμένα στην [ ] Τράπεζα [ ] στον λογαριασμό με αρ. [ ] στο όνομα της καθ΄ης η αίτηση 1 και/ ή της καθ΄ης η αίτηση 1 υπό την μορφή καταθέσεων και/ ή γραμματίου και/ ή τρεχούμενου λογαριασμού και/ ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό βρίσκονται και/ ή μεταφέρθηκαν και/ ή κατατέθηκαν τα ποσά αυτά, μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που παρεμποδίζει και/ ή δεσμεύει (bind) και ή απαγορεύει στην καθ΄ης η αίτηση 1 προσωπικά και/ ή μέσω των αντιπροσώπων της να πωλήσει και/ ή μεταβιβάσει και/ ή δωρίσει και/ ή αποξενώσει και/ ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσει το αυτοκίνητο μάρκας [ ] με αριθμούς εγγραφής [ ] αξίας εκ €50.000 (πενήντα χιλιάδες ευρώ) περίπου το οποίο είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της καθ΄ης η αίτηση 1 μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η μονομερής αίτηση, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα και η εναρκτήρια αίτηση επιδόθηκαν προσωπικά στην καθ΄ης η αίτηση 1 στις 29/3/23 η οποία στις 22/1/24, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως έντασης στην οποία προβάλλει 6 λόγους ακύρωσης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερ. 24/3/23 οι οποίοι αφορούν στην μη συνδρομή των προϋποθέσεων του Α.32 του Ν.14/60, στην μη συνδρομή του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων, στο γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε κίνδυνος αποξένωσης ή αδυναμίας ικανοποίησης της απαίτησης σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, στην εκ μέρους του αιτητή παραβίαση της υποχρέωσης του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και στο ότι σκόπιμα o αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και έδωσε λανθασμένη ή ψευδή εικόνα στο Δικαστήριο ως προς τα ουσιώδη γεγονότα και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν συνηγορεί υπέρ της έκδοσης του διατάγματος. Τόσο η μονομερής αίτηση του αιτητή όσο και η ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης της καθ' ης η αίτηση 1, υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις των ιδίων. Κατά την ακρόαση της αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους, οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της με αναφορά σε νομολογία. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων ότι γνωρίστηκαν περί το έτος 2009 και σύναψαν σχέση, στις [ ] τέλεσαν πολιτικό γάμο ενώ ακολούθως στις [ ] θρησκευτικό γάμο, από το γάμο τους απέκτησαν δυο ανήλικα τέκνα, περί τον Σεπτέμβριο του 2020 επήλθε διάσταση στη σχέση τους ενώ στις [ ] εκδόθηκε διάταγμα λύσης του γάμου τους από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Σημειώνω ότι στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του ο αιτητής αναφέρει ότι η διάσταση επήλθε περί τον Σεπτέμβριο του 2022, προφανώς εκ παραδρομής, αφού στην ίδια παράγραφο αναφέρει ότι το διαζύγιο τους εκδόθηκε στις [ ] , που ασφαλώς δεν μπορεί να προηγείται της διάστασης η ημερομηνία έκδοσης του διαζυγίου. Εν πάση περιπτώσει την παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι η διάσταση τους επήλθε περί τον Σεπτέμβριο του
- Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, ο αιτητής αναφέρει μεταξύ άλλων ότι, μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη κατοικία της καθ' ης η αίτηση 1 και η εν λόγω κατοικία αποτέλεσε τη συζυγική τους κατοικία μέχρι τη διάσταση, στην οποία εξακολουθεί να διαμένει η καθ' ης η αίτηση 1 με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων ενώ ο ίδιος διαμένει σε διαμέρισμα. Η εν λόγω κατοικία παρουσίαζε πολλές ελλείψεις, ελαττώματα κακοτεχνίες και προβλήματα και περί τις αρχές του 2010, μετά τη γνωριμία τους και με σκοπό τη μετακόμιση τους εντός της κατοικίας, εν' όψει του επικείμενου γάμου τους, ο αιτητής άρχισε να προβαίνει σταδιακά σε προσθήκες απαραίτητου εξοπλισμού, επιδιορθώσεις, συντήρηση, διάφορες μετατροπές και γενικά ανακαίνιση της κατοικίας αυξάνοντας όπως αναφέρει δραματικά την αξία της κατά τουλάχιστον €500.000 περίπου. Ενώ η αξία της κατοικίας δεν υπερέβαινε το €1.000.000 με τη συνεισφορά του ανήλθε σε τουλάχιστον €1.500.
- Με προσωπικά του χρήματα από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και αποταμιεύσεις που διατηρούσε πριν την γνωριμία του με την καθ' ης η αίτηση 1, και με δάνειο, ανάλαβε και ολοκλήρωσε σταδιακά, επιδιόρθωσε συντήρησε και ανακαίνισε την οικογενειακή εστία, την κατέστησε ασφαλή και κατοικήσιμη και αύξησε σε τεράστιο βαθμό την αξία της. Το συνολικό κόστος επιδιόρθωσης συντήρησης και ανακαίνισης της κατοικίας υπερέβη τις €400.000 και επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 κατάσταση μέρους των εξόδων που συγκέντρωσε. Η συντήρηση και ανακαίνιση της κατοικίας έγινε σταδιακά από το έτος 2010-2018 και το συνολικό κόστος εργασιών και εξοπλισμού κάλυψε αποκλειστικά ο ίδιος από δικά του εισοδήματα χωρίς καμία συνεισφορά της καθ' ης η αίτηση
- Επιπλέον, όπως αναφέρει, με δικά του εισοδήματα από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες προέβη σε αγορά επίπλων και οικιακού εξοπλισμού το συνολικό κόστος των οποίων ανήλθε περί τις €50.
- Αναφέρει ότι είναι ελεγκτής αλλά μαζί με τον αδελφό του και άλλα άτομα, πριν την γνωριμία του με την καθ΄ης η αίτηση 1, διατηρούσε εταιρείες και δραστηριοποιείτο στον τομέα της απόκτησης και ανάπτυξης ακίνητης ιδιοκτησίας. Καθ' όλη την έγγαμη συμβίωση των διαδίκων εργαζόταν ανελλιπώς και κάλυπτε αποκλειστικά τα έξοδα της οικογένειας τους και της οικογενειακής εστίας. Αναφέρει ότι η καθ΄ης η αίτηση 1 είναι εικαστικός, πριν την γνωριμία τους εργαζόταν μερικώς και χωρίς σταθερά εισοδήματα, κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους αρχικά εργαζόταν ελάχιστα ενώ ακολούθως διέκοψε κάθε εργασία. Ο ίδιος, όπως αναφέρει, συμφώνησε αρχικά με την επιθυμία της καθ' ης η αίτηση 1 να εργάζεται λίγες ώρες, ενόψει της απόκτησης των ανήλικων τέκνων τους, αλλά δυστυχώς η καθ΄ης η αίτηση 1 σταμάτησε εντελώς να εργάζεται και είχε συνεχώς απαιτήσεις. Είχε συχνές ψυχολογικές μεταπτώσεις, οι οποίες παρουσίαζαν υφέσεις και εξάρσεις ενώ με την πάροδο του χρόνου είχε συχνά αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και βίαια ξεσπάσματα με σοβαρές και συχνές κρίσεις πανικού. Όταν τα ανήλικα άρχισα να φοιτούν στο νηπιαγωγείο, η καθ' ης η αίτηση 1 είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο, γεγονός που δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα, αφού δεν ικανοποιείτο με τίποτα, ένιωθε ότι δεν έκανε κάτι ουσιαστικό και δεν ένιωθε χρήσιμη και σημαντική παρά τις προσπάθειες του αιτητή να την εμψυχώσει. Σε μια προσπάθεια του να την στηρίξει, της εισηγήθηκε αν επιθυμεί να μεταβαίνει λίγες ώρες τα πρωινά στο γραφείο του και να τον βοηθά ενώ της έδωσε συμμετοχή και αξιώματα σε δυο νέες εταιρείες του και την εργοδότησε σε μια εκ των δυο. Όπως αναφέρει ο αιτητής, η καθ' ης η αίτηση 1 ούτε και μια μέρα επισκέφθηκε το γραφείο του ή εργάστηκε ή επιθυμούσε να εργαστεί και να συνεισφέρει, ενώ φθονούσε τον αιτητή για τις επαγγελματικές και κοινωνικές του δραστηριότητες, απέφευγε να έχει οποιαδήποτε σχέση με φίλους και πελάτες του και σαμπόταρε κάθε επαγγελματική και προσωπική προσπάθεια ανέλιξης του αιτητή. Με την πάροδο του χρόνου η συναισθηματική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση 1 γινόταν πιο ευάλωτη, δημιουργούσε συνεχώς εντάσεις και καβγάδες, ήταν καχύποπτη με τα πάντα και άρχισε να διαμαρτύρεται ότι την διόρισε αξιωματούχο στις εταιρείες του χωρίς τη συγκατάθεση της και εξ όσων πληροφορήθηκε ήταν νομικά και οικονομικά εκτεθειμένη. Έτσι, κατόπιν απαίτησης της καθ' ης η αίτηση 1, ο αιτήτης την αφαίρεσε από τα αξιώματα των εταιρειών. Ο αιτητής όπως αναφέρει, κατά ή περί το 2018, εξόφλησε ένα δάνειο το υπόλοιπο του οποίο ανήρχετο στις €30.000 περίπου, το οποίο σύνηψε η καθ' ης η αίτηση 1 πριν τη γνωριμία των διαδίκων και όπως ανέφερε στον αιτητή της προκαλούσε αφόρητο στρες. Κατά ή περί το έτος 2018, ο αιτητής, σε μια προσπάθεια του να ενθαρρύνει την καθ΄ης η αίτηση 1 να κάνει πράγματα που την ευχαριστούσαν, της εισηγήθηκε να αρχίσει να εργάζεται λίγες ώρες και να ζωγραφίζει στο στούντιο της, να συμμετέχει σε εκθέσεις και να διδάσκει και της εισηγήθηκε, για να προωθήσει τη δουλειά της να δίδει συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να δημιουργήσει ιστοσελίδες κτλ και να αναλάβει ο ίδιος την κάλυψη των εξόδων. Η καθ' ης η αίτηση 1 χάρηκε με την εισήγηση του αιτητή και του εισηγήθηκε ότι το στούντιο/εργαστήριο της θα πρέπει να αναπαλαιωθεί και ανακαινιστεί. Ο αιτητής, αποδέχτηκε και ανέλαβε πλήρως την ανακαίνιση του εν λόγω στούντιο, δεδομένου ότι αναμένετο η επ' ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1 εγγραφή του από τη μητέρα της. Το συνολικό κόστος για την ανακαίνιση του χώρου και τον εξοπλισμό του ανήλθε στο ποσό των €100.000 και καλύφθηκε από τα προσωπικά εισοδήματα του αιτητή χωρίς η καθ΄ης η αίτηση 1 να ασχοληθεί καθόλου με τις εργασίες πλην τις επιλογής κάποιων βασικών υλικών και χρωμάτων. Τελικά η καθ' ης η αίτηση 1 ουδέποτε εργάστηκε ή ασχολήθηκε με το στούντιο και η επένδυση του αιτητή όπως αναφέρει παρέμεινε ανεκμετάλλευτη. Ο αιτητής αγόρασε δυο αυτοκίνητα [ ], τα οποία ενέγραψε επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1, ακριβά κοσμήματα, ρολόγια, επώνυμα ρούχα, τσάντες κτλ ενώ όπως αναφέρει, κοσμήματα μεγάλης αξίας, δώρα και όλα τα ρολόγια του παρέμειναν εντός της οικογενειακής κατοικίας και επιφυλάσσει τα δικαιώματα του για την επιστροφή των ρολογιών του. Για το πρώτο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] κατέβαλε το ποσό των €43,750, πλέον το προϊόν της πώλησης του προηγούμενου οχήματος της καθ' ης η αίτηση 1 το οποίο στη συνέχεια αντικατέστησε με το καινούργιο μοντέλο με αριθμούς εγγραφής [ ] για το οποίο κατέβαλε το ποσό των €46.000 πλέον το προϊόν της πώλησης του οχήματος [ ]. Επιπλέον ο αιτητής αποταμίευε τόσο στο όνομα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων όσο και σε αποταμιευτικές ασφάλειες ζωής μια εκ των οποίων εξαργυρώθηκε από την καθ' ης η αίτηση 1 η οποία κατέθεσε τα χρήματα τα οποία ανήλθαν στο ποσό των €35,820 σε λογαριασμό της. Ο αιτητής επιπλέον κάλυπτε τα έξοδα για τις καλλωπιστικές επεμβάσεις της καθ΄ ης η αίτηση 1, τα ταξίδια της οικογένειας τους, τα ταξίδια και έξοδα της καθ' ης η αίτηση 1 για συμμετοχή της σε εκθέσεις τα πρώτα χρόνια του γάμου τους, τις αγορές επώνυμων ρολογιών, χρυσαφικών, τσαντών και άλλων εξόδων και δώρων. Όλα τα πιο πάνω όπως αναφέρει τα έκανε σε βάρος των δικών του αναγκών και με μηδενική συνεισφορά της καθ' ης η αίτηση
- Αναφέρει επίσης ότι πέραν από την οικιακή βοηθό που εργοδοτούσαν, χρησιμοποιούσαν και τις υπηρεσίες δεύτερης κοπέλας για την φροντίδα των ανηλίκων, παρά το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση 1 δεν εργαζόταν και δεν συνεισέφερε με οποιονδήποτε τρόπο στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Συνέπεια της αποκλειστικής συνεισφοράς και εργασίας του αιτητή, οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν περιουσία και/ η αξία της περιουσίας τους αυξήθηκε ως ακολούθως: Επαύξηση της αξίας της οικογενειακής εστίας στη Γεραμασόγεια η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1, τουλάχιστον κατά €500.000, η αξία της οποίας κατά τη διάσταση ανήρχετο περίπου στα €2,500.000, διάφορα έπιπλα και οικιακό εξοπλισμό και αντικείμενα αξίας της οικογενειακής εστίας στην Γερμασόγεια συνολικής αξίας κατά τη διάσταση €40.000, επαύξηση της αξίας του εργαστηρίου / στούντιο της καθ΄ης η αίτηση 1 κατά €150.000 το οποίο βρίσκεται στην Οδό Ιωάννη Κονδυλάκη 12 στη Λεμεσό και είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 2, (αδελφής της καθ΄ης η αίτηση 1), η οποία το κρατά ως εμπιστευματοδόχος, η αξία του οποίου κατά τη διάσταση ανήρχετο στις €300.000, διάφορα έπιπλα και εξοπλισμό του αναφερόμενου στούντιο συνολικής αξίας κατά τη διάσταση €6.000, αποταμιεύσεις οι οποίες είναι κατατεθειμένες στο όνομα της καθ' ης η αίτηση 1 υπό μορφή καταθέσεων και/ ή επενδύσεων στον λογαριασμό με αρ. [ ] στην [ ] Τράπεζα [ ] σε καταθετικό λογαριασμό και/ ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό μεταφέρθηκαν με σημερινό υπόλοιπο €35,820, ένα όχημα μάρκας [ ] με αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1 η αξία του οποίου κατά τη διάσταση ανήρχετο στις €50.000 και ένα όχημα μάρκας [ ], το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του αιτητή και κατέχεται από τον ίδιο η αξία του οποίου κατά τη διάσταση ανήρχετο στις €40.
- Όπως αναφέρει ο αιτητής, για την απόκτηση της πιο πάνω περιουσίας η επαύξηση και/ ή αξία της οποίας υπερβαίνει τις €800.000 οι διάδικοι δεν διατηρούσαν οποιοδήποτε δάνειο. Είναι η θέση του αιτητή ότι πριν και μετά την τέλεση του γάμου τους αλλά και κατά τη διάρκεια αυτού, ήταν η συμφωνία του με την καθ' ης η αίτηση 1 και/ ή ήταν μεταξύ τους κοινή αντίληψη και/ ή συναντίληψη ότι η οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία που θα αποκτούσαν ή θα δημιουργούσαν, εκτός γονικών παροχών, θα θεωρείτο ότι προέρχεται από δική του συμβολή και/ ή συνεισφορά και ότι θα ανήκε και στους δυο στον βαθμό που θα αναλογούσε στην εν λόγω συμβολή και/ ή συνεισφορά του κάθε ενός από τους δυο για την δημιουργία και/ ή την απόκτηση της εν λόγω περιουσίας τους ανεξάρτητα από το όνομα αυτό στο οποίο θα εγγραφόταν και/ η θα κατεχόταν από αυτόν υπό την ιδιότητα του ως καταπιστευματοδόχου του άλλου, ήτοι της καθ' ης η αίτηση 1 ως καταπιστευματοδόχου του αιτητή κατά τον μέγιστο βαθμό και θα χρησιμοποιείτο για κοινό όφελος και/ ή συμφέρον και/ ή σκοπό και οποτεδήποτε και/ ή σε οποιοδήποτε χρόνο αξιωνόταν από τον ένα εκ των δυο από αυτόν στο όνομα του οποίου εγγράφηκε η εν λόγω κοινή περιουσία τότε αυτός έπρεπε και ή υποχρεούτο να μεταβιβάσει και/ ή εγγράψει στο όνομα του άλλου το μερίδιο που του αναλογούσε επί αυτής και/ ή παραδώσει κατοχή της. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι ενώ ανέκαθεν το εργαστήριο / στούντιο ανήκε στην καθ' ης η αίτηση 1 και αναμένετο η μεταβίβαση του επ΄ ονοματι της από την μητέρα της, πρόσφατα πληροφορήθηκε από την καθ' ης η αίτηση 1 ότι αυτό μεταβιβάστηκε επ'ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 2 προφανώς όπως αναφέρει ο αιτητής, με στόχο να αποφευχθεί ενδεχόμενη αξίωση του στην αύξηση της αξίας αυτού. Είναι ισχυρισμός του αιτητή ότι επήλθε αύξηση στην περιουσία των καθ' ων η αίτηση από τη συμβολή του το ύψος της οποίας οφείλουν να του αποδώσουν. Είναι επείγον όπως αναφέρει να εκδοθούν άμεσα τα αιτούμενα διατάγματα χωρίς ειδοποίηση προς τις καθ' ων η αίτηση καθώς η υπόθεση είναι πολύ επείγουσα και υπάρχει κίνδυνος αν οι καθ' ων η αίτηση πληροφορηθούν το περιεχόμενο των αιτούμενων διαταγμάτων να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα ούτως ώστε να ανατραπεί η σημερινή κατάσταση πραγμάτων ή να μεταβιβάσουν και/ ή αποξενώσουν την περιουσία τους και να είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ήδη το εργαστήριο/ στούντιο αντί της μεταβίβασης του επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1 ως πάντα ήταν η συναντίληψη μεταξύ της καθ΄ης η αίτηση 1 και της οικογένειας της με στόχο προφανώς την αποστέρηση οποιασδήποτε αξίωσης του μεταβιβάστηκε επ΄ονόματι της αδελφής της, καθ΄ης η αίτηση
- Ως εκ των ανωτέρω η δέσμευση του ½ μεριδίου της οικογενειακής εστίας καθίσταται επιβεβλημένη, με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων οι καθ΄ων η αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εφόσον οι αναφερόμενες αποταμιεύσεις δεν είναι χρήματα που η καθ' ης η αίτηση 1 χρησιμοποιεί για τις τρέχουσες και καθημερινές ανάγκες της οικογένειας αλλά αφορούν αποταμιεύσεις των διαδίκων, ενώ η μη έκδοση τους θα στερήσει από τον αιτητή τη δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ του. Για τους πιο πάνω λόγους πιστεύει ότι είναι ορθό δίκαιο και επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στην ένορκη δήλωση της, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης της, η καθ΄ης η αίτηση1 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η οικογενειακή εστία στη Γερμασόγεια, ανεγέρθηκε από τους γονείς της σε οικόπεδο το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της, η ανέγερση της ολοκληρώθηκε περί το 2007, ήταν πολυτελείας και σε εξαιρετική κατάσταση δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε προσθήκη επιδιόρθωση συντήρηση ανακαίνιση ή μετατροπή και καταθέτει ως τεκμήριο Α αφιέρωμα στην κατοικία της σε περιοδικό τον Φεβρουάριο του 2009, πριν ακόμη γνωρίσει τον αιτητή. Είχε παρουσιαστεί όπως αναφέρει, κάποια κακοτεχνία σε σχέση με την μόνωση στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας την οποία είχε υποχρέωση και ανέλαβε να επιδιορθώσει ο εργολάβος, πλην όμως ο αιτητής με δική του πρωτοβουλία δεν το επέτρεψε και ανέλαβε ο ίδιος να την εκτελέσει με δικά του έξοδα με κάποιες άλλες εργασίες χωρίς να ζητήσει την γνώμη ή συγκατάθεση της καθ' ης η αίτηση
- Όπως αναφέρει δεν γνωρίζει το κόστος των αναφερόμενων εργασιών όμως αυτές δεν αύξησαν την αξία της κατοικίας ή αν την αύξησαν σε καμία περίπτωση η αύξηση αυτή δεν ανέρχεται στο ποσό των €500.000 και ότι ο αιτητής είναι αυτός που έχει υποχρέωση να αποδείξει την αύξηση αυτή ο οποίος όμως δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η αξία αυτή. Ο αιτητής αναφέρει ψευδώς ότι η κατοικία παρουσίαζε ελλείψεις ή ελαττώματα ή προβλήματα χωρίς να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι η κατοικία ήταν πολυτελείας που μόλις ολοκληρώθηκε πλήρως η ανέγερση της τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά με εξαίρεση την επιδιόρθωση στη οποία αναφέρθηκε ανωτέρω η καθ΄ης η αίτηση, υποχρέωση την οποία ήταν έτοιμος να αναλάβει ο εργολάβος εξ' ολοκλήρου με δικά του έξοδα. Περαιτέρω, η κατοικία ήταν πλήρως εξοπλισμένη όταν εγκαταστάθηκε σε αυτήν ο αιτητής και δεν υπήρχε ανάγκη για αγορά οποιουδήποτε άλλου εξοπλισμού ούτε και έγινε αγορά εξοπλισμού για την κατοικία. Η καθ' ης η αίτηση αναφέρει επίσης ότι ο μόνος εξοπλισμός που αγοράστηκε στη συνέχεια ήταν τα υπνοδωμάτια των ανηλίκων ενώ αλλάχτηκε πριν τη διάσταση το κρεβάτι του υπνοδωματίου αλλά σε καμία περίπτωση οι αγορές αυτές δεν κόστισαν €50.000 και ο εξοπλισμός είναι στη διάθεση του αιτητή να τον παραλάβει. Η καθ' ης η αίτηση 1 παραδέχεται ότι ο αιτητής είναι ελεγκτής και εργαζόταν ως ελεγκτής πριν την γνωριμία τους και για όλο τον ουσιώδη χρόνο συνεργαζόμενος με τον αδελφό του με τον οποίο συστεγαζόταν και ότι ο ίδιος με τον αδελφό του δραστηριοποιούνταν στον τομέα της ανάπτυξης γης. Η ίδια όπως αναφέρει είναι εικαστικός, ήρθε στην Κύπρο το 1999, εργάστηκε σε γκαλερί, δίδαξε στο [ ] School και ακολούθως περί το 2000 δημιούργησε τη δική της σχολή η οποία στεγαζόταν στο σπίτι της οδού [ ] που ήταν το πατρικό της σπίτι. Το 2012 μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, μετά από επιμονή του αιτητή σταμάτησε να εργάζεται για να μπορέσει να αφοσιωθεί και να αναλάβει εξ' ολοκλήρου τη φροντίδα ανατροφή και διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους, ώστε ο αιτητής να μπορεί να ασχολείται απερίσπαστα με την εργασία του αλλά και με τη δική του προσωπική ζωή όπως και έγινε. Παράλληλα, όπως αναφέρει η καθ' ης η αίτηση 1, συμμετείχε σε εκθέσεις έργων τέχνης είχε ανοδική πορεία και ήταν τότε που άρχισε να κτίζει το όνομα της, όμως από το 2012 με 2013 και κατόπιν απαίτησης του αιτητή σταμάτησε για να αφοσιωθεί μόνο στα παιδιά τους αφού ο αιτητής τη διαβεβαίωνε ότι θα αναλάμβανε ο ίδιος τα έξοδα της οικογένειας τους και ότι σαν οικογένεια δεν είχαν ανάγκη να εργάζεται η καθ΄ης η αίτηση
- Μέχρι το 2012 η καθ΄ης η αίτηση 1 είχε τα δικά της εισοδήματα και συνεισέφερε στα έξοδα της οικογένειας καθώς και στα προσωπικά της έξοδα ενώ παράλληλα παρείχε μια πολυτελή κατοικία για την οικογένεια. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους ο αιτητής παρουσίαζε μια καταπιεστική επιθετική και εκβιαστική συμπεριφορά προς την ίδια εκμηδενίζοντας την ως προσωπικότητα, ήταν βίαιος λεκτικά και της ασκούσε ψυχολογική πίεση θέλοντας να έχει τον απόλυτο έλεγχο της. Ακόμη και στο σπίτι που της προσέφεραν οι γονείς της απαίτησε να κάνει αχρείαστες αλλαγές στην προσπάθεια του να εκμηδενίσει κάθε δική της συνεισφορά σε αυτόν και στην οικογένεια. Η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι ο αιτητής στα πλαίσια της διεξαγωγής των εργασιών του της ζήτησε να προστεθεί ως αξιωματούχος σε εταιρείες του χωρίς όμως να τις δώσει λεπτομέρειες και εξηγήσεις. Η καθ΄ης η αίτηση 1 αποδέχτηκε αφού δεν μπορούσε να τον αμφισβητήσει γνωρίζοντας όμως ότι με τον τρόπο αυτό βοηθούσε επιπλέον όπως και με άλλους τρόπους με την επαγγελματική δραστηριοποίηση και ανάπτυξη του αιτητή. Ο αιτητής την δήλωσε επίσης υπάλληλο εταιρείας του αλλά όταν η καθ΄ης η αίτηση 1 επισκέφθηκε τα γραφεία του αιτητή και των εταιριών του αυτός ήταν ιδιαίτερα προσβλητικός και επιθετικός απέναντι της με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να μην ξαναπάει στα γραφεία. Η καθ' ης η αίτηση 1 παραδέχεται ότι ο αιτητής την αφαίρεσε από αξιωματούχο των εταιριών του χωρίς όμως να της δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις και προχώρησε στην ενέργεια αυτή με αποκλειστικά δική του πρωτοβουλία και καθαρά για δικούς του σκοπούς. Περί το έτος 2018 άρχισε όπως αναφέρει να ζωγραφίζει ξανά και μετά από δική της επιμονή ο αιτητής συζήτησε μαζί της τρόπους επαγγελματικής της προώθησης. Ο αιτητής την σύστησε σε κάποιο επικοινωνιολόγο ο οποίος όμως δεν προχώρησε να εκτελέσει την εργασία που του ανατέθηκε λόγω δικών του προσωπικών προβλημάτων και στη συνέχεια σταμάτησε η όποια προσπάθεια λόγω των προβλημάτων που προκλήθηκαν με την πανδημία του Covid. Η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι συνέχιζε να έχει την αποκλειστική φροντίδα των παιδιών χωρίς ο αιτητής να είναι διατεθειμένος να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με αυτά ώστε να έχει διαθέσιμο χρόνο να ασχοληθεί με την ζωγραφική με αποτέλεσμα να ήταν πολύ δύσκολο για την καθ' ης η αίτηση 1 να επανέλθει στη ζωγραφική. Ο αιτητής όλη αυτή την περίοδο ήταν ιδιαίτερα καταπιεστικός προς την καθ' ης η αίτηση 1 γεγονός το οποίο επηρέαζε την ψυχολογία της και αυτό είχε επίδραση στην εργασία της. Παρ' όλα αυτά όμως κατά ή περί το 2019 έλαβε μέρος σε 19 περίπου εκθέσεις. Η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι η μητέρα της ήταν ιδιοκτήτρια μιας διόροφης κατοικίας, την οποία τελικά αποφάσισε να μεταβιβάσει στην αδελφή της (καθ' ης η αίτηση 2) και να αφήσει άλλη περιουσία στην καθ' ης η αίτηση
- Αρνείται ότι το στούντιο ήταν δικό της αν και την επίδικη περίοδο οι γονείς της δεν είχαν ακόμη αποφασίσει τι θα κάνουν σε σχέση με την κατοικία. Για σκοπούς επαναδραστηριοποίησης της στην ζωγραφική και στη διδασκαλία ζωγραφικής η καθ΄ης η αίτηση 1 αποφάσισε να προχωρήσει σε περιορισμένη ανακαίνιση του στούντιο και αναφέρει ότι την επίβλεψη και συντονισμό της εν λόγω ανακαίνισης ανέλαβε η ίδια. Παραδέχεται δε ότι το κόστος της ανακαίνισης καταβλήθηκε από τον αιτητή επειδή θεωρούσαν ότι ενεργούσαν ως οικογένεια και με δεδομένο ότι είχε εγκαταλείψει την καριέρα της η καθ΄ης η αίτηση 1 για την φροντίδα των παιδιών τους τα εισοδήματα του αιτητή ήταν κοινά εισοδήματα. Σε καμία περίπτωση όμως όπως αναφέρει το κόστος της ανακαίνισης ανήλθε στις €100.000 αλλά ήταν πολύ χαμηλότερο. Αναφέρει επίσης ότι χρησιμοποιούσε το στούντιο, συμμετείχε σε εκθέσεις με νέα έργα της παρά την αρνητική στάση του αιτητή ο οποίος προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να την αποτρέψει να συμμετέχει σε εκθέσεις στο εξωτερικό. Η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι κατά την έναρξη της συμβίωσης των διαδίκων ήταν ιδιοκτήτρια ενός οχήματος [ ] δίπορτο ενώ και ο αιτητής είχε ένα όχημα δίπορτο αλλά όταν έμεινε έγκυος το δεύτερο παιδί τους συμφώνησαν να αγοράσουν ένα όχημα [ ] για να μπορεί να χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της οικογένειας τους. Έτσι η καθ' ης η αίτηση 1 αναγκάστηκε να πωλήσει το όχημα της και το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιήθηκε ως μέρος του τιμήματος για την αγορά του νέου οχήματος. Ακολούθως κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο αιτητής αποφάσισε να αντικαταστήσει το οικογενειακό όχημα και έτσι πωλήθηκε το προηγούμενο [ ] και ο αιτητής αγόρασε ένα [ ] και το ενέγραψε επ' ονόματι της καθ΄ης η αίτηση
- Παραδέχεται ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο αιτητής της έκανε κάποια δώρα. Η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι ο αιτητής κατά τη διάρκεια του γάμου τους διευθέτησε την έκδοση ασφάλειας ζωής στο όνομα της καθ΄ης η αίτηση 1 και όταν μετά τη διάσταση σταμάτησε να πληρώνει το ασφάλιστρο, επειδή η καθ' ης η αίτηση 1 δεν ήταν σε θέση να το καταβάλλει, εξαργύρωσε την ασφάλεια λαμβάνοντας το ποσό των €35.
- Δικαιούχος της αναφερόμενης ασφάλειας είναι η ίδια γεγονός το οποίο όπως αναφέρει απέκρυψε ο αιτητής από το Δικαστήριο και επισυνάπτει ως τεκμήριο Β έγγραφο με τίτλο «Πληροφορίες Συμβολαίου» από το οποίο προκύπτει ότι ιδιοκτήτης και άρα δικαιούχος του συμβολαίου ήταν η ίδια. Αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους υποβλήθηκε σε επέμβαση στη μύτη η οποία έσπασε λόγω ατυχήματος το 2015 και σε επέμβαση στο στήθος της μετά που διαγνώστηκε με ινοαδένομα το οποίο έπρεπε να αφαιρεθεί περί το
- Συμμετείχε όπως αναφέρει σε εκθέσεις στο εξωτερικό και τα έξοδα πληρώνονταν όπως και τα υπόλοιπα οικογενειακά έξοδα από τον αιτητή δεδομένου ότι η ίδια δεν εργαζόταν. Κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους εργοδοτούσαν οικιακή βοηθό, ακολούθως μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους, δεδομένου ότι οι γονείς της δεν μπορούσαν να βοηθήσουν στη φροντίδα των παιδιών και δεδομένου ότι ο αιτητής είχε υπερβολικές απαιτήσεις από την οικιακή βοηθό σε σχέση με την καθαριότητα της κατοικίας, οι γονείς της καθ' ης η αίτηση 1 ανέλαβαν να καταβάλλουν τα έξοδα δεύτερης οικιακής βοηθού ώστε να έχει βοήθεια με τη φροντίδα των παιδιών. Αναφέρει ότι η συζυγική κατοικία ήταν πλήρως εξοπλισμένη πριν από την έναρξη της συμβίωσης των διαδίκων και μετά το γάμο μικρός αριθμός επίπλων ή αντικειμένων αποκτήθηκε και όλος ο εξοπλισμός που αγόρασε ο αιτητής είναι στη διάθεση του και δεν αποτελεί μέρος της περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση 1 ή αύξηση τέτοιας περιουσίας. Αναφέρει ότι δεν είναι ιδιοκτήτρια του στούντιο και δεν έχει επέλθει οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας της σε σχέση με αυτό. Το σπίτι είναι ιδιοκτησία αποκλειστικά της καθ' ης η αίτηση 2 η οποία σε καμία περίπτωση δεν το κρατά ως καταπιστευματοδόχος οποιουδήποτε ούτε και επήλθε αύξηση στην αξία του στούντιο από την περιορισμένη ανακαίνιση που έγινε σε αυτό. Αγόρασε όπως αναφέρει κατά τη διάρκεια του γάμου τους κάποια έπιπλα αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχαν αξία €6.
- Παραδέχεται ότι σε κάποιο στάδιο διατηρούσε αποταμίευση ύψους €35.820 πλην όμως αυτή δημιουργήθηκε μετά τη διάσταση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποτελεί μέρος περιουσιακής αξίωσης με βάση το Α14 του Ν.232/
- Παραδέχεται ότι είναι ιδιοκτήτρια ενός οχήματος [ ] πλην όμως αρνείται ότι η αξία του ανέρχεται στο ποσό των €50.000 αλλά είναι πολύ χαμηλότερη. Αναφορικά με το όχημα το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του αιτητή ισχυρίζεται ότι η αξία του κατά τη διάσταση ήταν πολύ μεγαλύτερη από τις €40.
- Αναφέρει επίσης ότι ο αιτητής κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησε σημαντική περιουσία την οποία δεν αναφέρει. Η καθ' ης η αίτηση 1 αρνείται ότι αυξήθηκε η περιουσία της ενώ παραδέχεται ότι δεν έχει κάποιο δάνειο. Αναφέρει ότι το Δικαστήριο με το προσωρινό διάταγμα δέσμευσε το ½ της κατοικίας της παρά το γεγονός ότι ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η αξία της κατοικίας ανέρχεται στα €2.500.000 και η αξίωση του είναι μόνο για €500.
- Παράλληλα όπως αναφέρει το Δικαστήριο δέσμευσε όλο τον εξοπλισμό της κατοικίας της παρά το γεγονός ότι όπως εξηγεί ο εξοπλισμός προϋπήρχε του γάμου και είχε αγοραστεί από τους γονείς της και δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι όλος ο εξοπλισμός αυτός αγοράστηκε από τον αιτητή. Σε ότι αφορά στα χρήματα, αυτή είναι η μόνη κατάθεση που έχει και την χρειάζεται για να καλύψει τις προσωπικές της ανάγκες καθώς και για να πληρώνει τα δικηγορικά της έξοδα ενώ όπως γνωρίζει ο αιτητής αυτή τη στιγμή συνεχίζει να μην έχει εισοδήματα. Μόνο το ½ μερίδιο της κατοικίας που έχει δεσμεύσει ο αιτητής ανέρχεται κατά τον ίδιο σε €1.250.000 και άρα υπερβαίνει κατά πολύ την αύξηση της περιουσίας της που ο ίδιος καθόρισε σε €800.
- Στην παράγραφο 51 της ένορκης του δήλωσης ο αιτητής αναφέρει ψευδώς ότι η κατάθεση των €35.820 δεν είναι χρήματα που χρησιμοποιεί για τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειας και ότι η μη έκδοση διατάγματος δέσμευσης του ποσού θα του στερήσει τη δυνατότητα εκτέλεσης της απόφασης ενώ ο αιτητής γνωρίζει ότι δεν έχει άλλες αποταμιεύσεις ούτε άλλη πηγή εισοδήματος αφού η επαναδραστηριοποίηση της ως εικαστικός δεν της αποφέρει εισόδημα που να της επιτρέπουν να καλύπτει τα έξοδα της. Συνεπώς γνώριζε πολύ καλά ότι έχει ανάγκη τα χρήματα αυτά τόσο για την κάλυψη των εξόδων της όσο και για κάλυψη των δικηγορικών εξόδων για να υπερασπιστεί την παρούσα διαδικασία. Ως εκ τούτου ο λόγος που ζήτησε την έκδοση διατάγματος είναι για να της ασκήσει πίεση θεωρώντας ότι καταχωρώντας πρώτος μια απαίτηση τη στιγμή που η καθ΄ης η αίτηση 1 είναι αυτή που έχει πολύ σημαντική περιουσιακή απαίτηση από τον αιτητή, θα μπορούσε να την εκβιάσει και να την οδηγήσει να εγκαταλείψει αύτη της την απαίτηση. Η έκδοση διατάγματος για τα χρήματα είναι καταχρηστική ενώ το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα κινητά. Για τα έξοδα της όπως αναφέρει χρειάζεται πέραν των €2.000 το μήνα και τα έξοδα αυτά σήμερα τα καλύπτει ο πατέρας της στον οποίο θα πρέπει να τα επιστρέψει. Μέχρι σήμερα οφείλει στον πατέρα της ποσό πέραν των €20.000 για τα χρήματα που δίδει για τη συντήρηση της καθώς και €5.000 που αφορούν σε απλήρωτους λογαριασμούς που υποχρεώθηκε να της πληρώσει. Τα υπόλοιπα χρήματα τα χρειάζεται όπως αναφέρει για να καλύψει τις ανάγκες της τους επόμενους μήνες καθώς και τα δικηγορικά της και συνεπώς δεν δικαιολογείται η συνέχιση της δέσμευσης αυτών των χρημάτων. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο αιτητής απέκτησε σημαντική περιουσία επί της οποίας η καθ΄ης η αίτηση 1 έχει πολύ σημαντική αξίωση η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τη δική του αξίωση γεγονός το οποίο απέκρυψε από το Δικαστήριο όταν αποτάθηκε για να εξασφαλίσει το προσωρινό διάταγμα. Η περιουσία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων δυο εταιρείες τις οποίες κατονομάζει η καθ΄ης η αίτηση και συνδέονται με την επαγγελματική δραστηριότητα του και έχουν σημαντική αξία, δυο άλλες εταιρείες τις οποίες επίσης κατονομάζει και ακόμη μια εταιρεία που ίδρυσε με τον αδελφό του. Αναφέρει ότι με τον αιτητή διατηρούσαν κοινή κατάθεση στην Ελβετία ύψους (κατά τη δική της εκτίμηση) €800.000, στη συνέχεια τα χρήματα ήρθαν στη Κύπρο και με αυτά ο αιτητής αγόρασε ένα οικόπεδο στη Λευκωσία στο οποίο έκτισε με δάνειο μια πολυκατοικία με 12 διαμερίσματα. Αγόρασε επίσης τρία γραφεία στη Λεμεσό τα οποία ενοικιάζει, απέκτησε ένα λογαριασμό στο [ ] με τουλάχιστον €200.000 που ήταν κοινός και είχε επίσης χρήματα σε θυρίδα. Αγόρασε επίσης με τον αδελφό του ένα οικόπεδο στην [ ], 3 διαμερίσματα σε συγκρότημα, των οποίων η αξία ανέρχεται στα €550.000-€650.
- Μια εκ των εταιρειών του έχει δυο συγκροτήματα επαύλεων στο [ ] όπου στο ένα οι επαύλεις είναι προς πώληση, μια πολυκατοικία στη Λευκωσία την οποία ενοικιάζουν και ακόμη μια πολυκατοικία με διαμερίσματα προς πώληση. Η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει τέλος ότι όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της το γεγονός ότι ο αιτητής απέκρυψε την περιουσία αυτή από μόνο του αποτελεί λόγο για ακύρωση του διατάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β)Α.Α.Δ.782, Πουργουρίδην. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ)Α.Α.Δ.1791), Σάββα v.Τηλεμάχου
(2001)1(Γ)Α.Α.Δ.2081 και Reckendorfer v. Reckendorfer
(2004)1 A.A.Δ. 1132) Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152]. Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση, [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD
(1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδη, όπως ήταν τότε. "Θα επαναλάβουμε, έστω και με κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικής απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν' αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει επίσης να καταδεικνύεται το καταπείγον του αιτήματος. Περαιτέρω, υπάρχει η υποχρέωση του αιτητή, όταν ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν´ ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του αιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα εξής: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία». Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν.232/91: «′περιουσία′ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». «΄συνεισφορά΄ σημαίνει την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή την δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας». Το άρθρο 14Γ
(1)του Ν.232/91 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ' ου η αίτηση να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της. Σύμφωνα με το άρθρο 14Γ
(4), το Δικαστήριο δύναται σε επείγουσες περιπτώσεις να εκδίδει προσωρινό διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση Αρ. 43/12, ημερομηνίας 24/3/17, ο έντιμος κ. Ναθαναήλ, αναφέρει τα ακόλουθα, αναφορικά με τα προσωρινά διάταγμα που εκδίδονται στην βάση του αρ. 14Γ του Ν. 232/1991: «Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/1991, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου.» Σύμφωνα με το Α.14 Ε του Ν.232/91: «Το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον αιτητή περιουσίας του καθ' ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας που ακολουθείται δυνάμει του παρόντος Νόμου». Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διατήρηση ή μη σε ισχύ των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία δεσμεύτηκε κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1 και/ ή κατέχεται από την καθ΄ης η αίτηση 1 η οποία αποτελεί επίδικη περιουσία. Ο αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση του ζητά, μεταξύ άλλων, απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου και/ ή μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή και ή λόγω καταπιστεύματος. Στην απόφαση Α. Ορφανίδης ν. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, τόνισε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών συζύγων: (σελ.187, 189): «αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. .................................. Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρο 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκταση της ίσο με το ένα τρίτο. ............................................... Η αύξηση της περιουσίας είναι στοιχείο σχετικό. Συναρτάται, αφενός, με την αξία της περιουσίας και αφετέρου, με τις οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη. Το αντικείμενο του μερισμού είναι η αύξηση της περιουσίας, όχι αυτή τούτη η περιουσία. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας ........................................ Το πρώτο που πρέπει να τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού. .... Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, και το τρίτο, ο καθορισμός του ύψους της συνεισφοράς». ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Είναι πάγια νομολογημένο ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v.Χρίστου
(1998)1Α.Α.Δ.598, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 και In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 861). Στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Στην υπόθεση Aspis Liberty Insurance Co Ltd v. Ε. Σιακατίδου,
(2014)1 Α.Α.Δ. 637 υπογραμμίσθηκε ότι: «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (Νο. 2)
(1994)1. Α.Α.Δ. 836, 841, Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1377 και Αμβροσιάδου κ.ά. v. Coward κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 78).» Στην υπόθεση A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.2.2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα που κατά τον αιτητή στοιχειοθετούσαν το κατεπείγον και τις ιδιαίτερες περιστάσεις ήταν η εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1 εξαργύρωση της αποταμιευτικής ασφάλειας, της οποίας το ασφάλιστρο καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης των διαδίκων πλήρωνε ο αιτητής, και της κατάθεσης του ποσού της ασφάλειας σε λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση 1, και η μεταβίβαση επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 2 του στούντιο το οποίο ανακαινίστηκε με αποκλειστικά συνεισφορά του αιτητή το οποίο αναμενόταν να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1 από τη μητέρα της. Η καθ' ης η αίτηση 1 παραδέχεται ότι τα δυο αυτά γεγονότα έλαβαν χώρα μετά την διάσταση των διαδίκων, ενώ παραδέχεται επίσης ότι ήταν ο αιτητής ο οποίος πλήρωνε τα ασφάλιστρα καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους και ότι τα έξοδα της ανακαίνισης του στούντιο κάλυψε ο αιτητής. Τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία είναι παραδεχτά από την καθ΄ης η αίτηση δικαιολογούσαν, κατά την άποψη μου, τις ανησυχίες του αιτητή για ενδεχόμενη αποξένωση της περιουσίας επί της οποίας διεκδικεί τη συνεισφορά του και κρίνω ότι δικαιολογούσαν την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση και των δύο μερών πριν την άσκηση δικαστικής εξουσίας. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Α.32 ΤΟΥ Ν.14/60 Τόσο η εναρκτήρια αίτηση, όσο και η αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και εντάσσουν τη διαφορά στα πλαίσια της αναγκαιότητας ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι σύναψαν σχέση περί το 2009, τέλεσαν πολιτικό γάμο στις [ ] και ακολούθως θρησκευτικό γάμο στις [ ] και ότι περί τον Σεπτέμβριο του 2020 επήλθε διάσταση στη σχέση τους. Αποτελεί επίσης παραδεχτό γεγονός ότι η κατοικία στην οποία εγκαταστάθηκαν μετά την τέλεση του γάμου τους και η οποία αποτέλεσε την οικογενειακή κατοικία ήταν ιδιοκτησία της καθ΄ης η αίτηση 1 και ανακαινίστηκε με εισοδήματα του αιτητή κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Η διαφωνία των διαδίκων αφορά στο ύψους του ποσού που καταβλήθηκε από τον αιτητή για την ανακαίνιση και στο ύψος της αύξησης που πρόσθεσε στην αξία της κατοικίας η αναφερόμενη ανακαίνιση αφού ο μεν αιτητής ισχυρίζεται ότι η αύξηση ανήλθε στις €500.000 η δε καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν υπήρξε αύξηση στην αξία της κατοικίας αυτή δεν ήταν της τάξης των €500.
- Ο αιτητής αναφέρει ότι προέβη σε αγορά επίπλων και οικιακού εξοπλισμού το συνολικό κόστος του οποίου ανήλθε περί τις €50.
- Στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι η κατοικία ήταν πλήρως εξοπλισμένη και δεν υπήρχε ανάγκη για αγορά άλλου εξοπλισμού και ούτε έγινε αγορά άλλου εξοπλισμού, στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως της αναφέρει ότι ο μόνος εξοπλισμός που αγοράστηκε ήταν τα υπνοδωμάτια των ανηλίκων ενώ αλλάχθηκε και το κρεβάτι του υπνοδωματίου, ενώ στην παράγραφο 39 αναφέρει ότι μετά το γάμο αγοράστηκε μικρός αριθμός επίπλων ή αντικειμένων και όλος ο εξοπλισμός που αγόρασε ο αιτητής είναι στη διάθεση του και δεν αποτελεί μέρος της περιουσίας της ή αύξηση τέτοιας περιουσίας. Αναφέρει επίσης ότι το κόστος του εξοπλισμού που αγοράστηκε από τον καθ΄ου η αίτηση δεν ανήλθε στις €50.
- Η διαφωνία επομένως των διαδίκων αφορά στο ύψος του ποσού που δαπάνησε ο αιτητής για την αγορά εξοπλισμού κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Ο αιτητής αναφέρει ότι το έτος 2018 με καθαρά προσωπικά του εισοδήματα ανακαίνισε το στούντιο και αγόρασε εξοπλισμό, και το συνολικό κόστος της ανακαίνισης ανήλθε στις €100.
- Αναφέρει επίσης ότι ανέλαβε πλήρως την εν λόγω ανακαίνιση δεδομένου ότι το στούντιο ήταν της καθ' ης η αίτηση 1 και αναμενόταν η μεταβίβαση του επ' ονόματι της από την μητέρα της. Η καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι το κόστος της ανακαίνισης καλύφθηκε με εισοδήματα του αιτητή, ότι δεν κόστισε όμως €100.000 και ότι εκείνη την περίοδο οι γονείς της δεν αποφάσισαν τι θα κάνουν σε σχέση με το εν λόγω στούντιο το οποίο τελικά αποφάσισαν να μεταβιβάσουν στην καθ' ης η αίτηση
- Η κύρια διαφωνία επομένως των διαδίκων αφορά στο ύψος του ποσού το οποίο δαπάνησε ο αιτητής για την ανακαίνιση του στούντιο. Ο αιτητής αναφέρει ότι καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους εργαζόταν ανελλιπώς και κάλυπτε αποκλειστικά τα έξοδα της οικογένειας των διαδίκων, της οικογενειακής εστίας και της καθ' ης η αίτηση
- Η καθ' ης η αίτηση 1 παραδέχεται ότι από το 2012 σταμάτησε να εργάζεται ώστε να μπορεί να αφοσιωθεί και να αναλάβει εξ' ολοκλήρου τη φροντίδα και ανατροφή των παιδιών τους κατ' απαίτηση του αιτητή ο οποίος την διαβεβαίωνε ότι τα αναλάμβανε ο ίδιος τα έξοδα τους. Ο αιτητής αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων προέβη σε αποταμιεύσεις τόσο στα ονόματα των ανηλίκων όσο και σε αποταμιευτικές ασφάλειες ζωής μια εκ των οποίων εξαργυρώθηκε και τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό της καθ΄ης η αίτηση
- Η καθ΄ης η αίτηση παραδέχεται τον αναφερόμενο ισχυρισμό και αναφέρει περαιτέρω ότι μετά τη διάσταση επειδή ο αιτητής σταμάτησε να πληρώνει το ασφάλιστρο και η ίδια δεν ήταν σε θέση να το πράττει εξαργύρωσε την εν λόγω ασφάλεια της οποίας ήταν δικαιούχος. Ο αιτητής αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων αγόρασε δυο οχήματα [ ] τα οποία ενέγραψε επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση
- Για το πρώτο με αρ. εγγραφής [ ] κατέβαλε το ποσό των €43.750 πλέον το προϊόν πώλησης του προηγούμενου οχήματος της καθ΄ης η αίτηση 1 και στη συνέχεια το αντικατέστησε με το όχημα με αρ. εγγραφής [ ] για το οποίο κατέβαλε το ποσό των €46.000 πλέον το προϊόν της πώλησης του προηγούμενου οχήματος. Η καθ' ης η αίτηση παραδέχεται τον τρόπο αγοράς των εν λόγω οχημάτων και την επ' ονόματι της εγγραφή. Διαφωνία υπάρχει ως προς την αξία των εν λόγω οχημάτων κατά το χρόνο της διάστασης αφού ο μεν αιτητής αναφέρει ότι η αξία του οχήματος με αρ. εγγραφής [ ] το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ονοματι της καθ΄ης η αίτηση 1 ανήρχετο κατά τη διάσταση στις €50.000 ενώ η καθ΄ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι η αξία του κατά τη διάσταση ήταν μικρότερη. Στην παράγραφο 46 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι αρνείται κατηγορηματικά ότι αυξήθηκε η περιουσία της, ισχυρισμός ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τις παραδοχές της σε σχέση με την αύξηση της περιουσίας της ως ανωτέρω καταγράφηκαν αναλυτικά. Εκ πρώτης λοιπόν όψεως και για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, η εν λόγω κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1 και/ ή κατέχεται από την καθ' ης η αίτηση 1, η οποία δεσμεύτηκε με το προσωρινό διάταγμα φαίνεται να εντάσσεται στον όρο περιουσία, με βάση τα άρθρα 2 και 14 του Ν.232/
- Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για την κατάληξη σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού, είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι τα συμπεράσματα αυτά ανήκουν κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης της ουσίας της ίδιας της εναρκτήριας αίτησης [Jonitexo και Σκουτέλλα, πιο πάνω, καθώς και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 238]. Δεδομένου των όσων αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψιν τις παραδοχές της καθ΄ης η αίτηση 1, φαίνεται να υπήρξε αύξηση στην κινητή και ακίνητη περιουσία της, στην οποία, με μια επιφανειακή εξέταση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι ενδεχομένως να υπήρξε συνεισφορά εκ μέρους του αιτητή, γεγονός το οποίο του δίδει το δικαίωμα να διεκδικήσει το μερίδιο του επ' αυτής. Με βάση το άρθρο 14
(2)του Ν.232/91 το οποίο προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην κυρίως αίτηση. Στην απόφαση Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1 (Α) 629 λέχθηκαν τα εξής (σελ. 633): «Σημαντικό μέρος της έφεσης (αφορά κυρίως τους λόγους έφεσης 2 και 5) συναρτάται προς την ουσία της κυρίως υπόθεσης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο, λέγεται, δεν έλαβε υπ΄ όψη του ότι υπήρχε αμφισβήτηση γεγονότων σχετικά με την απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι το κύριο μέρος της περιουσίας του Εφεσείοντα, επί της οποίας εγείρει απαίτηση η Εφεσίβλητη, απεκτήθη από κληρονομική περιουσία του Εφεσείοντα ή εδημιουργήθη πριν από το γάμο. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται προς υποστήριξη των εισηγήσεων αυτών απευθύνεται λοιπόν περισσότερο προς την ουσία της υπόθεσης παρά προς τα διέποντα ενδιάμεσα διατάγματα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν παραγνώρισε τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων και, αναφερόμενο με ορθή πληροφόρηση και αντίληψη στη νομολογία, αντίκρισε το θέμα υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 σε συνάρτηση με τη βάση της απαίτησης της Εφεσίβλητης δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για να καταλήξει ότι, για σκοπούς της αίτησης, και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οριακή πιθανότητα επιτυχίας υπήρχε, τοσούτο μάλιστα εν όψει της τεκμαιρόμενης στο άρθρο 14
(2)συνεισφοράς της Εφεσίβλητης (η οποία εργάζετο αλλά και φρόντιζε την οικογένεια καθ΄ όλη τη διάρκεια του γάμου) κατά το ένα τρίτο ως προς την επίδικη περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο. Ορθά όμως απέφυγε να υπεισέλθει σε κρίση επί των εκατέρωθεν εκδοχών ως προς τη συνεισφορά εκάστου συζύγου, υποδεικνύοντας ότι η διαφωνία των διαδίκων, ιδιαίτερα για συνεισφορά της Εφεσίβλητης πέραν του ενός τρίτου:«. αφορούσε γεγονότα πάνω στα οποία θα περιστραφεί τελικά το αποτέλεσμα της αγωγής και τα οποία άπτονται των δικαιωμάτων των μερών και κατ΄ επέκταση το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η επίλυση της βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας». Το γεγονός ότι υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων αναφορικά με το ύψος της συνεισφοράς του αιτήτη στην απόκτηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1 και ή κατέχεται από την καθ΄ης η αίτηση 1, και το ύψος της αύξησης της αξίας της κινητής και ακίνητης περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1 και ή κατέχεται από την καθ΄ης η αίτηση 1, είναι θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς και θα αποφασιστούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως η οποία υποστηρίζει την ένσταση της η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι «Δεν γνωρίζω το κόστος των εργασιών αυτών, όμως αυτές δεν αύξησαν την αξία της κατοικίας ή αν την αύξησαν σε καμία περίπτωση η αύξηση αυτή δεν ανέρχεται στο ποσό των €500.000 που ισχυρίζεται ο αιτητής. Ο αιτητής είναι αυτός που είχε υποχρέωση να αποδείξει την αύξηση αυτή. Κανένα στοιχείο δεν παρουσιάζει όμως από το οποίο να προκύπτει αυτή η αξία». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Η καθ' ης η αίτηση μέσα από τις αναφορές της στην εν λόγω παράγραφο φαίνεται να παραδέχεται το ενδεχόμενο αύξησης της αξίας της κατοικίας συνέπεια της ανακαίνισης, δεν αποδέχεται όμως ότι η αύξηση ήταν της τάξης των €500.000. Σημειώνω ότι στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας, δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών της περιουσίας. Επί του θέματος αυτού σχετική είναι η απόφαση Απόστολου κ.ά. ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 604 όπου, στις σελίδες 613 και 615-616, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης εκείνης διαδικασίας δεν απαιτείτο η λήψη μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών ακίνητης και κινητής περιουσίας, η επακριβής παράθεση λεπτομερών στοιχείων που αφορούσαν επιβαρύνσεις επί ακινήτων, ύψος δανείων κλπ. Όλα αυτά αναμένεται να απασχολήσουν στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων, ενώ άλλα είναι τα απαιτούμενα και οι προϋποθέσεις, όπως και ο βαθμός απόδειξης, στις διαδικασίες έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. ......................................... Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμιστεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι ώστε με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εδώ, με την κυρίως αίτησή της, η εφεσίβλητη διεκδικεί την απόδοση στην ίδια του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του εφεσείοντα, η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων, και η οποία αύξηση προέρχεται από τη συμβολή της εφεσείουσας, την οποία η ίδια υπολογίζει σε 50% ή €40.000.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό βρεθεί ότι αποτελεί την αξία της συνεισφοράς της. Όπως δε ορθά επισημαίνει και ο συνήγορος της εφεσίβλητης, για τους σκοπούς του διατάγματος όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε, η πραγματική αξία της περιουσίας δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Το κατά πόσο θα έπρεπε να δεσμευθεί το ½ ή το 1/3 ή τα ¾ της περιουσίας εκείνης, δηλαδή των μετοχών του εφεσείοντα ή κάποιου ακινήτου του, αυτό έχει να κάνει με την τυχόν αξία της συνεισφοράς της εφεσείουσας και όχι με την αξία του περιουσιακού στοιχείου. Κάτι που ασφαλώς θα διακριβωθεί στο τέλος, στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης». Επομένως στη βάση όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν κρίνω ότι πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις και κατ' επέκτασιν ο λόγος ένστασης Α απορρίπτεται. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε203/2013 ημερ. 11.09.2019, ECLI:CY:AD:2019:A360 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του. Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξ υπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».» Το Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση, Ελένη (Χέλεν) Ζαρταριάν v Δημήτρη Χατζηαργυρού κ.α., ΠΕ Αρ. Ε156/2022, 11/01/2024 ανέφερε τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε άλλωστε πως η νομολογία (βλέπε υπόθεση LARTICON CO v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1B Α.Α.Δ. 1121) αποφάνθηκε πως κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης «δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) ltd v.Σκυποποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001 1 Α.Α.Δ. 785, «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Στην υπόθεση Σ.Π. v Κ.Τ. κ.α., Έφεση Αρ. 17/2021, ημερ.26/01/2023 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019. «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση .» Το ίδιο προκύπτει από την Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/12, 24.3.2017: «.Αλλά και το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον οι αποζημιώσεις φανερά δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την αξίωση της εφεσείουσας δεδομένου ότι θα πρέπει να αποφασιστεί στο τέλος της ημέρας ποια είναι η πραγματική σε χρήμα αξία της περιουσίας που διεκδικείται στο σύνολο της που περιλαμβάνει κατάστημα, μετοχές, λογαριασμό ή λογαριασμούς και ένα όχημα. Έτσι και το ισοζύγιο της ευχέρειας που είναι το κριτήριο το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μετά την εξέταση των τριών πρώτων κριτηρίων, σαφώς κλίνει υπέρ της εφεσείουσας.» Στην απόφαση Κίτσιου v. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228, η οποία αφορούσε στο αντικείμενο της αίτησης, ομοίως με την παρούσα αίτηση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Το έχουμε ήδη σημειώσει εξ αρχής πως ζήτημα σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβίβασης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε εγερθεί καν από την εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πώς εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί. Σημειώνουμε συναφώς το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την εφεσίβλητη με οποιοδήποτε τρόπο αφού, ακόμα και ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορός της μας δήλωσε πως στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει τα ακίνητα." Το Εφετείο, στην πρόσφατη απόφαση του ημερ.21/12/23, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Έφεσης Αρ.17/22 ανέφερε τα ακόλουθα: «Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, άκρως κατατοπιστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Λ.Κ. κ.α ν. Π.Ρ, ECLI:CY:DOD:2022:24, Έφεση Αρ. 38/2019, ημερομηνίας 7.7.2022: «Ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες στο βασικό πυρήνα του πρώτου λόγου έφεσης πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο οριστικοποίησε τα διατάγματα χωρίς να πεισθεί ότι η Εφεσίβλητη δυνατόν να αποζημιούτο με χρήμα. Η όλη επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο αφού προβαίνει σε εμπεριστατωμένη ανάλυση ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 σε συσχετισμό με το Άρθρο 14
(2)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων του 1991, Ν. 232/91 που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη συνεισφορά) κατέληξε ως εξής σε συνάρτηση με την τρίτη προϋπόθεση: «Περαιτέρω, η οποιαδήποτε πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας, θα εξοστράκιζε την πιθανή θεραπεία. Πιθανή θεραπεία είναι αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (Βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1165 και Αποστόλου κ.α. ν. Ιωάννου κ.α. (ανωτέρω). Συνεπώς, τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.» Πραγματικά, δυσκολευόμαστε να δούμε την λογική του λόγου έφεσης. Τα σχετικά επιχειρήματα των Εφεσειόντων παραγνωρίζουν τη φύση της αξίωσης της κυρίως θεραπείας με την οποία αξιώνετο απόδοση στην Εφεσίβλητη του μέρους της περιουσίας του Εφεσείοντος 1, το οποίο αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή κατά τη διάρκεια του, το οποίο προέρχεται από τη δική της συμβολή και/ή το οποίο διατηρούσε ο Εφεσείων 1 ως καταπίστευμα προς όφελος της ως επίσης και την εγγραφή επ' ονόματι της του ½ μεριδίου επί των ακινήτων τα οποία, κατ' ισχυρισμόν πάντα, αποτελούν την αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντα στην οποία αύξηση έχει συνεισφέρει. Όπως τονίζει η πλευρά της Εφεσίβλητης, η απόδοση σ' αυτή της αξίας των εν λόγω μεριδίων σε χρήμα, τίθεται διαζευκτικά. Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019: «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση.» Η καθ' ης η αίτηση 1, παραδέχεται ότι μετά τη διάσταση εξαργύρωσε την αποταμιευτική ασφάλεια, της οποίας το ασφάλιστρο καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης των διαδίκων πλήρωνε ο αιτητής, αφού δεν μπορούσε να αποπληρώνει η ίδια το ασφάλιστρο μετά τη διάσταση, και ότι κατέθεσε το ποσό το οποίο είσπραξε σε λογαριασμό της. Παραδέχεται επίσης ότι οι γονείς της μεταβίβασαν επ' ονόματι της αδελφής της και καθ΄ης η αίτηση 2 το στούντιο το οποίο όπως παραδέχεται στην ένορκο της δήλωση ανακαινίστηκε αποκλειστικά με έξοδα του αιτητή. Χωρίς να καταλήγω σε οποιοδήποτε εύρημα, και στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου στο στάδιο αυτό, εύλογα δημιουργείται το ερώτημα, γιατί ο αιτητής να επιλέξει να επενδύσει ένα ποσό για την ανακαίνιση του στούντιο, αν οι γονείς της καθ΄ης η αίτηση όπως η ίδια ισχυρίζεται δεν γνώριζαν τότε τι θα έκαναν με το ακίνητο. Στην παράγραφο 40 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ' ης η αίτηση, αναφέρει ότι δεν είναι ιδιοκτήτρια του στούντιο και δεν επήλθε οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας της σχέση με αυτό και ότι αυτό είναι αποκλειστική ιδιοκτησία της καθ΄ης η αίτηση 2 η οποία σε καμία περίπτωση δεν τον κρατά ως εμπιστευματοδόχος οποιουδήποτε και ούτε επήλθε κάποια αύξηση στην αξία του στούντιο από την περιορισμένη ανακαίνιση που έγινε σε αυτό. Στην παράγραφο 42 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ΄ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι η αποταμίευση ύψους €35,820 (τα χρήματα που εισέπραξε από την αποταμιευτική ασφάλεια και κατέθεσε σε λογαριασμό της) δημιουργήθηκε μετά τη διάσταση και ως εκ τούτου δεν αποτελεί μέρος περιουσιακής αξίωσης με βάση το άρθρο 14 του Ν.232/
- Δεδομένης της πεποίθησης της καθ΄ης η αίτηση 1 ότι η εν λόγω κατάθεση δεν αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας, παρά το γεγονός ότι η ίδια παραδέχεται ότι η εν λόγω κατάθεση προήλθε από την εξαργύρωση της αποταμιευτικής ασφάλειας την οποία πλήρωνε καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους ο αιτητής, κατά την άποψη μου σε περίπτωση μη δέσμευσης της εν λόγω κατάθεσης, η καθ' ης η αίτηση ενδεχομένως να αποξενώσει τα χρήματα που υπάρχουν στον αναφερόμενο λογαριασμό. Επιπλέον στην παράγραφο 53 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ' ης η αίτηση 1 δηλώνει ότι αυτή είναι η μόνη κατάθεση που έχει και την χρειάζεται για να καλύψει τις προσωπικές της ανάγκες και να πληρώσει τα δικηγορικά της έξοδα και ότι εξακολουθεί να μην έχει εισοδήματα. Επομένως η ίδια δηλώνει ευθέως την πρόθεση της να χρησιμοποιήσει τα χρήματα τα οποία βρίσκονται στον λογαριασμό ο οποίος δεσμεύτηκε με το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την κατοικία η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, η οποία ανεγέρθη εντός του ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση η οποία κατά παραδοχή της καθ΄ης η αίτηση ανακαινίστηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων με εισοδήματα που διέθεσε ο αιτητής και δεδομένης της εξουσίας που έχει το Δικαστήριο στα πλαίσια του Α.14 Ε του Ν.232/91, θα πρέπει αυτή να παραμείνει στην ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 1 μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης για να μπορέσει να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του αιτητή. Δεδομένων των όσων ανωτέρων αναφέρθηκαν, των παραδοχών της καθ' ης η αίτηση, της εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία του παρέχεται στα πλαίσια του Α.14 Ε του Ν.232/91, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με την Νομολογία, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η όποια επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του Α.
- ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ Σε περίπτωση που ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1Α.Α.Δ.162 [Ολ])). Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο τούτο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών. Πρέπει το Δικαστήριο να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοιζίδου, Πολ. Έφεση αρ. 7/2018 ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ανωτέρω), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην απόφαση του Εφετείου Mints v Shishkin, ΠΕ Αρ. E69/2020 κ.ά., ημερ. 10/1/2024 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε αντιδιαστολή, συμφωνούμε με το ακόλουθο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως καταγράφεται στη σελ.29 της απόφασης του: «Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Αιτητή. Σε περίπτωση που εκδοθεί μελλοντικά απόφαση υπέρ του Αιτητή, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων του Αιτητή και να παραμείνει ανικανοποίητη τέτοια απόφαση ένεκα αποξένωσης ή περαιτέρω αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση. Σταθμίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του αιτητή αφού στην περίπτωση που πετύχει την έκδοση απόφασης προς όφελος του στην εναρκτήρια αίτηση, αυτή δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί στην περίπτωση που αποξενωθεί η κατοικία, η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 1 και η λοιπή κινητή περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη και / ή κατέχεται από την καθ' ης η αίτηση 1 η οποία δεσμεύτηκε με τον εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Σημειώνω ότι η περιουσία που δεσμεύτηκε με το προσωρινό διάταγμα αποτελεί μέρος της επίδικης περιουσίας επί της οποίας έχει αξίωση ο αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση του. Σε σχέση με το status quo ante, κατά την άποψη μου αυτό θα διατηρηθεί με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι η επίδικη περιουσία θα παραμείνει εγγεγραμμένη επ' ονόματι της καθ΄ης η αίτηση 1 και στην κατοχή της μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της αποκάλυψης έχουν αναλυθεί σε αρκετές υποθέσεις μεταξύ άλλων στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrimae fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση [...] Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Στην υπόθεση Zondrvan Group Ltd v Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α., ΠΕ Ε64/2015, 20/07/2021 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κοινώς αποδεκτών από τις δύο πλευρές ή με αντικειμενικό έρεισμα, αλλά περί εντελώς διαφορετικής εκδοχής στη βάση συγχώνευσης της εφεσίβλητης 2 με την Red Zucchini Ventures Ltd και του επακόλουθου συμψηφισμού των απαιτήσεων της τελευταίας και της εφεσείουσας, η οποία δεν μπορούσε να εξεταστεί στο στάδιο της αίτησης με τη διαπίστωση σχετικών γεγονότων, κάτι που μπορεί να γίνει κατά το στάδιο της ακρόασης της ουσίας της αγωγής». Σε άλλο σημείο της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε και την πάγια θέση της νομολογία, ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης, κάτι που αποφασίζεται κατά το στάδιο της δίκης». Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG ν Adeona Holdings Ltd
(2015)1 ΑΑΔ 386 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων». ................ «Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος». Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν συμφωνούμε ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων. Μελετώντας τη σχετική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνουμε ένα ακριβοδίκαιο τρόπο παράθεσης των γεγονότων, τα οποία κατά την άποψή μας τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με την αναγκαία πληρότητα και ειλικρίνεια και εύκολα ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορούσε να αντιληφθεί τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και τα κρίσιμα σημεία που οδήγησαν στην αντιδικία». Α. Η καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως της ότι ο αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι η κατοικία ήταν μια πολυτελής κατοικία που μόλις ολοκληρώθηκε πλήρως εξωτερικά και εσωτερικά με εξαίρεση την επιδιόρθωση στην οποία αναφέρεται στην παράγραφο 8, που ήταν υποχρέωση που θα αναλάμβανε ο εργολάβος της κατοικίας με δικά του έξοδα. Β. Στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ΄ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι το δάνειο το οποίο σύνηψε η ίδια πριν το γάμο ύψους €30.000 εξοφλήθηκε από τα χρήματα που έλαβαν από το γάμο τους οι διάδικοι γεγονός το οποίο ο αιτητής απέκρυψε. Γ. Στην παράγραφο 33 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ' ης η αίτηση 1 αναφέρει ότι ο αιττητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι δικαιούχος της ασφάλειας ήταν η καθ΄ης η αίτηση
- Δ. Στην παράγραφο 56 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ΄ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι ο αιτητής απέκρυψε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησε σημαντική περιουσία επί της οποίας η καθ΄ης η αίτηση 1 έχει σημαντική αξίωση η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την αξίωση του αιτητή επί της δικής της περιουσίας. Στην απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holding (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι: «
- Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε καμία υποχρέωση να εξετάσει ξεχωριστά και λεπτομερώς το κάθε στοιχείο στο οποίο έκαμε αναφορά η πλευρά των Εφεσιβλήτων.
- Η υποχρέωση του περιορίζεται στο να εξετάσει ξεχωριστά εκείνα τα σημεία τα οποία θεωρεί τα πιο σημαντικά. Διαφορετικά το δικαστήριο θα ήταν δέσμιο σε περίπτωση μεγάλου αριθμού εισηγήσεων, να εξετάζει την κάθε μια ξεχωριστά. Όμως, τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει.
- Τα στοιχεία στα οποία γινόταν αναφορά στην αντέφεση, δεν ήταν ουσιώδη. Αν προβαίναμε σε μια τέτοια μικροσκοπική και μηχανιστική εξέταση των πραγμάτων, θα ερχόμασταν σε αντίθεση με τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία». Σημειώνω ότι τα όσα αναφέρει η καθ΄ης η αίτηση 1 σε σχέση με την εκ μέρους του αιτητή ισχυριζόμενη απόκρυψη στα σημεία Α-Γ ανωτέρω, δεν αποτελούν κατά την άποψη μου απόκρυψη αλλά διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων σε σχέση με τα συγκεκριμένα ζητήματα τις οποίες δεν θα εξετάσω στο στάδιο αυτό αλλά στο στάδιο της εναρκτήριας αίτησης όπως προκύπτει από τη νομολογία την οποία παρέθεσα ανωτέρω. Σε σχέση με τα όσα αναφέρει η καθ΄ης η αίτηση 1 περί απόκρυψης στο σημείο Δ ανωτέρω, αναφέρω ότι, ακόμη και να είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ισχυριζόμενη περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και ενεγράφη επ΄ονόματι του αιτητή, αυτό δεν θα διαδραμάτιζε οποιοδήποτε ρόλο στην κατάληξη του Δικαστηρίου. Ο αιτητής με την αίτηση του ζητά να του αποδοθεί το μερίδιο του επί της περιουσίας η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση
- Η όποια αξίωση της καθ' ης η αιτήση 1 επί της περιουσίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και ενεγράφη επ΄ονόματι του αιτητή αποτελεί αντικείμενο ανταπαίτησης και θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση αυτής. Στη βάση των όσων ανωτέρω ανέφερα κρίνω ότι δεν υπήρξε εκ μέρους του αιτητή οποιαδήποτε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία θα με οδηγούσε σε διαφοροποίηση της αρχικής μου κατάληξης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο το προσωρινό διάταγμα να καταστεί οριστικό. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα ημερ.24/3/2023, καθίσταται οριστικό μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης και/ ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Εν όψει της κατάληξης μου, ο αιτητής είναι ο επιτυχών διάδικος και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερα περιστατικά για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνακόλουθα, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.)......... Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο