← Κύπρος

E.Ε. ν. Α.Σ., Αρ. Αίτησης: 44/2024, 21/10/2024

E.Ε. ν. Α.Σ., Αρ. Αίτησης: 44/2024, 21/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ Ενώπιον: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ Αρ. Αίτησης: 44/2024 iJ Μεταξύ: E.Ε. εκ Λεμεσού Αιτήτρια και Α.Σ. εκ Λεμεσού Καθ' ου η αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 12/2/2024 Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κος Σ. Αλβάνης Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Δήμητρα Δημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, στις 16/2/24, η αιτήτρια καταχώρησε αίτηση χωρίς ειδοποίηση, στη βάση της οποίας το Δικαστήριο στις 20/2/24, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο καθ' ου η αίτηση διατάχθηκε να καταβάλλει στην αιτήτρια, από της επίδοσης στον ίδιο πιστού αντιγράφου του προσωρινού διατάγματος και της αίτησης χωρίς ειδοποίηση, το ποσό των €230 μηνιαίως ως συνεισφορά του στη διατροφή του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Σ.Σ, μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τόσο το αναφερόμενο προσωρινό διάταγμα, όσο και η αίτηση χωρίς ειδοποίηση επιδόθηκαν προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση. Η αίτηση χωρίς ειδοποίηση της αιτήτριας υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας, ημερ.16/2/

  1. Στις 23/5/24, ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του. Συνοπτικά, οι λόγοι ένστασης του καθ' ου η αίτηση αφορούν στην εκ μέρους της αιτήτριας παραπλάνηση του Δικαστηρίου αφού αποκρύπτει και/ ή παραποιεί γεγονότα και στοιχεία και/ ή δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο κατά τρόπο πλήρη και δίκαιο και αληθή όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και/ ή έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ψευδή και αβάσιμα γεγονότα, δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, κακόπιστα και εσκεμμένα και/ ή άλλως πως απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και πληροφορίες και δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων και παράβηκε την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Οι ανάγκες για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου ως αυτές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι υπερβολικές και ή εξογκωμένες και/ ή αναληθείς, τα εισοδήματα του καθ' ου η αίτηση ως αυτά έχουν τεθεί στο Σεβαστό Δικαστήριο από την αιτήτρια είναι διογκωμένα και πλήρως αναληθή, δεν του επιτρέπουν να καταβάλλει το επιδικασθέν ποσό. Δεν πληρούνται και δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του Α.32 του Ν.14/60 και οι προϋποθέσεις που απαιτεί η Νομολογία επί του θέματος για την έκδοση του διατάγματος, και το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει και αίτηση και/ ή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν είναι ελλιπές και/ ή ανεπαρκές και/ ή δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και η κάθε πλευρά στήριξε τις θέσεις της με αναφορές σε σχετική νομολογία. Δεν υπήρξε εκ μέρους των διαδίκων καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ούτε αντεξέταση. Επειδή παρατηρώ ότι στις παραγράφους 16-18 της γραπτής της αγόρευσης της η αιτήτρια απαντά σε ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρικό υλικό προς αξιολόγηση (βλ. Παπαργυρού v Μιχαηλίδου Πολ. Εφ. 215/10, ημερ.25/1/16) και για το λόγο αυτό οποιοσδήποτε ισχυρισμός περιλαμβάνεται σε αυτές πέραν των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων δεν θα ληφθεί υπόψιν. Το Δικαστήριο, κατωτέρω, θα προχωρήσει σε μία σύντομη παράθεση των ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων οι οποίοι αφορούν στα κριτήρια που θέτει ο Νόμος για τον καθορισμό της συνεισφοράς των γονέων στη διατροφή ανηλίκων και τα οποία είναι οι ανάγκες των ανηλίκων και οι δυνάμεις των υπόχρεων γονέων. Οποιοιδήποτε άλλοι ισχυρισμοί, δεν έχουν θέση στην παρούσα διαδικασία ως μη ουσιώδεις, σύμφωνα με το Νόμο. Αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων ότι υπήρξαν σε σχέση από το 2014, ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης τους απέκτησαν ένα ανήλικο υιό ο οποίος γεννήθηκε στις 28/1/15 τον οποίο ο καθ΄ου η αίτηση αναγνώρισε εκούσια, ότι κατά τη διάρκεια της σχέσης τους διέμεναν σε ενοικιαζόμενη κατοικία στη Λεμεσό και ότι περί το έτος 2023 επήλθε διάσταση στη σχέση τους. Η αιτήτρια στην ένορκο της δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση της αναφέρει ότι, μετά την διάσταση τους μετακόμισε με τον ανήλικο σε άλλη ενοικιαζόμενη κατοικία στη Λεμεσό για την οποία καταβάλλει ως ενοίκιο το ποσό των €700 μηνιαίως και επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 συμβόλαιο ενοικίασης. Αναφέρει ότι από της διάστασης ο καθ' ου η αίτηση κανένα ποσό συνεισέφερε για τα έξοδα διατροφής και συντήρησης του ανήλικου τέκνου τους. Ο καθ' ου η αίτηση όπως αναφέρει εργάζεται ως οικοδόμος και ο μισθός του ανέρχεται περί τα €1600 μηνιαίως τουλάχιστον πλέον 13ο μισθό και είναι σε θέση να διατρέφει και να συντηρεί τον ανήλικο. Η ίδια όπως αναφέρει εργάζεται ως συνοδός σε ειδικό σχολείο και εκ της εργασίας της λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1,
  2. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 κατάσταση μισθοδοσίας της για τον μήνα Ιανουάριο του
  3. Τα έξοδα του ανήλικου συνοπτικά και όχι εξαντλητικά όπως αναφέρει είναι τα ακόλουθα: Διατροφή 300 Ένδυση -Υπόδηση 50 Ιατρικά έξοδα, φάρμακα 40 Έξοδα ολοήμερου σχολείου (τεκμ.4) 62 Είδη καθαριότητας 30 Ψυχαγωγία 70 Μεταφορικά 60 Ηλεκτρισμός, νερό (αναλογία) 100 Έξοδα πιάνου (τεκμ.5) 60 ΣΥΝΟΛΟ €772.00 Όπως αναφέρει, η ηλικία του τέκνου τους και η κατάσταση της υγείας του είναι τέτοια που η παροχή σε αυτόν όλων των αναγκαίων ειδών διατροφής και άλλων είναι επιβεβλημένη και η οποιαδήποτε καθυστέρηση θα θέσει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία του. Τα εισοδήματα της σε σχέση με όσα πρέπει να καταβάλλει δεν τις επιτρέπουν να ανταπεξέλθει και να καλύπτει τις ανάγκες του ανηλίκου και αναγκάζεται να δανείζεται χρήματα από τον πατέρα της και για το λόγο αυτό ζητά την βοήθεια του Δικαστηρίου. Λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης και ιδιαίτερα του κατεπείγοντος ζητά την έκδοση διατάγματος ως η αίτηση της για να μην ανατραπεί το βιοτικό επίπεδο του ανήλικου τέκνου της. Ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκο δήλωση του η οποία υποστηρίζει την ένσταση του μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, μετά τη διάσταση τους όντως μετακόμισε σε άλλη ενοικιαζόμενη κατοικία στην οποία όμως σήμερα διαμένει η ενήλικη κόρη της με τον σύντροφο της και το ανήλικο τέκνο τους ενώ η αιτήτρια με τον ανήλικο διαμένει στην κατοικία της μητέρας της. Αναφέρει ότι στο τεκμ.2 το οποίο επισυνάπτει η αιτήτρια φαίνεται ως ενοικιάστρια η κόρης της, Ιωάννα Κωνσταντίνου. Αναφέρει ότι πάντοτε συνεισέφερε στα έξοδα του ανηλίκου όπως μπορούσε, ότι μετά τη διάσταση η αιτήτρια δεν του επέτρεπε να επικοινωνεί με τον ανήλικο και έφτανε στο σημείο, για να του επιτρέψει η αιτήτρια να επικοινωνήσει με τον ανήλικο, να της αναφέρει ότι θα δώσει χρήματα στον ανήλικο όταν θα επικοινωνήσει μαζί του. Όπως αναφέρει επικοινωνεί με τον ανήλικο μια φορά το μήνα και ο λόγος που το επιτρέπει αιτήτρια είναι για να της δίδει το ποσό της διατροφής. Ουδέποτε η αιτήτρια παραπονέθηκε ότι δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα του ανηλίκου και ουδέποτε του ζήτησε περισσότερα χρήματα και για το λόγο αυτό βρέθηκε προ εκπλήξεως όταν του επιδόθηκαν οι αιτήσεις και το προσωρινό διάταγμα. Είναι η θέση του ότι το ποσό που συνεισέφερε μέχρι της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ήταν και είναι ικανοποιητικό Αναφέρει ότι είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και λαμβάνει το ποσό των €480 μηνιαίως, είναι άνεργος όχι από επιλογή του αλλά επειδή αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία δεν του επιτρέπουν να εργάζεται γεγονός το οποίο γνωρίζει καλά η αιτήτρια και επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 Ιατρική βεβαίωση από Ψυχίατρο ημερομηνίας 22/6/23 και Ιατρική Έκθεση αναφορικά με την αίτηση που υπέβαλε για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Παραδέχεται ότι η αιτήτρια εργάζεται ως συνοδός σε ειδικό σχολείο αναφέρει όμως ότι στο ίδιο σχολείο εργάζεται και ως συνοδός λεωφορείο με επιπλέον εισοδήματα τα οποία δεν αναφέρει ενώ διατηρεί επιχείρηση την οποία λειτουργεί, παρευρίσκεται σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις και λαμβάνει αρκετά ικανοποιητικά εισοδήματα από την εν λόγω εργασία γεγονός το οποίο γνωρίζει από τότε διέμενα μαζί. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 2 αποδεικτικά τα οποία εκτύπωσε από τη σελίδα της επιχείρησης της αιήτριας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αναφέρει επιπλέον ότι η αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος το οποίο ενοικιάζει και λαμβάνει επιπλέον το ποσό των €650 μηνιαίως γεγονός το οποίο γνωρίζει από τότε που συμβίωναν. Αναφέρει ότι τα έξοδα του ανηλίκου ως αυτά αναφέρονται από την αιτήτρια είναι υπερβολικά, διογκωμένα και εξωπραγματικά και ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσης τους απαιτείτο πολύ χαμηλότερο ποσό για τις ανάγκες του ανηλίκου. Επιθυμεί όπως αναφέρει να συνεισφέρει στις ανάγκες του ανηλίκου σε ένα χαμηλότερο ποσό στο οποίο να μπορεί να ανταποκριθεί και να μπορεί να προσφέρει και ο ίδιος στον ανήλικο όταν έχει επικοινωνία μαζί του. Θεωρεί εξωπραγματικό το ποσό των €300 που αναφέρει η αιτήτρια ότι απαιτείται μηνιαίως για τη διατροφή του ανηλίκου και ισχυρίζεται ότι ένα ποσό της τάξης των €200 μηνιαίως υπερκαλύπτει τα έξοδα αυτά. Το ίδιο ισχύει για τα έξοδα ένδυσης υπόδησης, αφού για τα αναφερόμενα έξοδα συνεισφέρει και ο ίδιος ενώ τα ιατρικά έξοδα όπως αναφέρει καλύπτονται από το ΓΕΣΥ. Δεν αρνείται τα έξοδα του πιάνου και του ολοήμερου σχολείου αρνείται όμως όλα τα υπόλοιπα έξοδα για το λόγο ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι η αιτήτρια τεχνηέντως δεν προσκομίζει αποδείξεις προς υποστήριξη αυτών. Η αιτήτρια για να εξασφαλίσει μεγαλύτερο ποσό διατροφής απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι λαμβάνει άλλα και ή περαιτέρω εισοδήματα και εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει η αιτήτρια λαμβάνει επίδομα μονογονιού. Αναφέρει ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε βασιζόμενο σε ψευδείς ισχυρισμούς και ότι η αιτήτρια δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η αιτήτρια γνωρίζει ότι ο καθ΄ου η αίτηση πάσχει από χρόνια ψυχικά νοσήματα και είναι λήπτης δημόσιου βοηθήματος εξαιτίας της ανικανότητας του να εργαστεί κανονικά κάτι το οποίο επιβεβαιώνουν οι ιατροί του. Επαναλαμβάνει ότι επιθυμεί να συνεισφέρει στις ανάγκες του ανηλίκου αλλά σε χαμηλότερο ποσό στο οποίο να μπορεί να ανταποκριθεί και να μπορεί να προσφέρει και ο ίδιος στο παιδί του όταν επικοινωνεί μαζί του. Είναι η θέση του ότι ένα διάταγμα της τάξης των €130 θα ήταν εύλογο και δίκαιο δεδομένων των προσωπικών του περιστάσεων αλλά και ικανό να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού του λαμβάνοντας υπόψιν και τα επιδόματα που ήδη λαμβάνει η αιτήτρια. Αδυνατεί να καταβάλλει το ποσό των €230 μηνιαίως δεδομένης της οικονομικής του κατάστασης και η συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος θα έχει ως συνέπεια να εξαθλιωθεί οικονομικά για το λόγο ότι δεν του απομένουν χρήματα ούτε για την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Όπως των συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η αίτηση και η ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν πληρεί τις απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις, ότι ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος καθώς από τη διάσταση τους και έπειτα συνέχιζε να συνεισφέρει στα έξοδα του ανηλίκου. Συνέπεια της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από την αιτήτρια το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αίτησης με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧH-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του Α. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 , ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, β. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και γ. Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ.557 Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ.253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ.255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.2015, Γεν. Εισαγγελέας v .Cyfield, Πολ.Εφ.Αρ. Ε52/21,10/2/22, ECLI:CY:AD:2022:A79 κ.α. Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152]. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί αντικρουόμενων θέσεων, ούτε και καταλήγει στην εξαγωγή τελικών ευρημάτων και διαπιστώσεων, πράγμα το οποίο θα πράξει, ασφαλώς, κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης (βλ.CAT GMBH κ.α. v. AB PCO INV. LTD, Πολ. Εφ. Αρ. Ε9/17, 11/7/2022), ECLI:CY:AD:2022:A
  1. Ωστόσο, όπως και πάλι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπαγορεύει, το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει επιφανειακά το τι έχει τεθεί ενώπιον του προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Λόρδος v. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Αρ. Ε143/15, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A
  2. Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το Α.32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα άρθρα 33
(1)και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Ν.216/90. Συγκεκριμένα το άρθρο 33
(1)ορίζει ότι: "Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του". Το άρθρο 37 ορίζει ότι: (α) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου. (β) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του". Η διατροφή ανηλίκων, όπως αυτή ρυθμίζεται από τα άρθρα 33
(1)και 37 του Ν. 216/90, συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην ικανοποίηση των αναγκών των ανηλίκων. Συνεπώς από τη στιγμή που ο γονέας, επιδιώκει συνεισφορά από τον άλλο γονέα ο οποίος, εκ του νόμου, είναι υπόχρεος να συνεισφέρει, ο πρώτος έχει, πολύ καλή βάση αγωγής. Περαιτέρω, έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον o άλλος γονέας είναι το πρόσωπο που εκ του νόμου οφείλει να συμβάλλει ανάλογα με τις δυνάμεις του στη διατροφή του τέκνου. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι στην παρούσα αίτηση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι η αιτήτρια έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτηση. Ως προς τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του Α.32 του Ν. 14/60, παρατηρώ ότι το θέμα της διατροφής ανηλίκου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την καθημερινή διαβίωση του ανηλίκου και την εν γένει ευημερία του, ο οποίος ανήλικος είναι άμεσα εξαρτώμενος από τη συνεισφορά των υπόχρεων γονέων του. Έτσι, υπό την πιο πάνω προσέγγιση, κρίνω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση φαίνεται να αποδέχεται τη συνδρομή των προϋποθέσεων του Α.32 του Ν. 14/60, αφού στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως του, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι, πάντοτε συνεισέφερε στα έξοδα του ανηλίκου όπως μπορούσε, στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως του, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι, το ποσό το οποίο συνεισέφερε μέχρι την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ήταν και είναι ικανοποιητικό ως συνεισφορά του για την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων διατροφής του ανηλίκου, (σημειώνω όμως ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά του καθ' ου η αίτηση στο ύψος του ποσού το οποίο ισχυρίζεται ότι συνεισέφερε για τη διατροφή του ανηλίκου) ενώ στην παράγραφο 14 της ενόρκου δηλώσεως του, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι, ένα διάταγμα της τάξης των €130 θα ήταν εύλογο και δίκαιο δεδομένων των προσωπικών του περιστάσεων, Παραπέμπω επίσης για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης στη Δημοσθένους v. Δημοσθένους Έφεση Αρ. 21/2019 ημ. 29/6/2020 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση αυτή είναι διαρκής. Η πιθανότητα διακοπής της συνεισφοράς του εφεσείοντος ανά πάσα στιγμή και για οποιοδήποτε λόγο δεν τίθεται στη βάσανο μαρτυρίας προς τούτο. Από τη στιγμή που η εφεσίβλητη διεκδίκησε δικαστική συνεισφορά υπό το φως της απομάκρυνσης του εφεσείοντος από τη συζυγική οικία, παραμένει αυτονόητο ότι είτε συναινετικά, είτε διά αποφάσεως μετά από ακρόαση, ένα διάταγμα μέσω Δικαστηρίου, είναι απαραίτητο, προς διασφάλιση των βασικών αναγκών των ανηλίκων. Σύζυγοι που διαζευγνύονται ή τελούν υπό διάσταση, παραμένουν υπόχρεοι για τη διατροφή των τέκνων τους. Όπου η λογική και η έμφυτη μητρική ή πατρική αγάπη πρυτανεύουν οι σύζυγοι δεν διασταυρώνουν τα ξίφη τους, ούτε αναλώνουν τις δυνάμεις τους στα Δικαστήρια, αλλά αντίθετα τις ενώνουν χάριν της ευημερίας των παιδιών. Αυτό στην ουσία ως θέμα κοινής λογικής, σημείωσε και το Δικαστήριο, στην απόφαση του ότι η επιμονή των διαδίκων να λύνουν τις διαφορές τους δικαστικώς αντί φιλικώς, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «ανά πάσα στιγμή εν απουσία σχετικού διατάγματος, δυνατόν να οδηγήσει τον Καθ' ου η αίτηση, να σταματήσει να καταβάλλει τα έξοδα διατροφής των ανηλίκων με τραγικές συνέπειες. Ακόμη και η υποβολή και επιμονή στην παρούσα έφεση υποδεικνύει εγγενώς την εν δυνάμει αμφισβήτησης της υποχρέωσης συνέχισης της διατροφής χωρίς δικαστικό διάταγμα. Τα πιο πάνω επιλύουν και τα όσα ο εφεσείων αναφέρει αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ότι είναι αδύνατο χωρίς δικαστικό διάταγμα να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ακόμη και με δεδομένο ότι ο εφεσείων όντως συνεισφέρει ήδη στη διατροφή, τι θα τον εμπόδιζε να διαφοροποιήσει τη θέση του ή να μειώσει δραστικά το ποσό το οποίο συνεισφέρει. Υπενθυμίζεται ότι η φύση της παρούσας διαφοράς είναι πολύ διαφορετική από τα συνηθισμένα άλλα προσωρινά διατάγματα που αφορούν συμβατικές, κατά κανόνα, σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Υπερίπταται εδώ η νομοθετική υποχρέωση συνεισφοράς προς όφελος των ανηλίκων». Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Α.32 του Ν. 14/60, συναρτώνται άμεσα και με το στοιχείο του κατεπείγοντος που αναμφίβολα δικαιολογούσε την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση και των δύο μερών πριν την άσκηση δικαστικής εξουσίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει ως λόγους ακύρωσης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, απέκρυψε ότι λαμβάνει άλλα ή και περαιτέρω εισοδήματα ενώ απέκρυψε επίσης ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι λήπτης ΕΕΕ λόγων ψυχικών νοσημάτων που αντιμετωπίζει τα οποία δεν του επιτρέπουν να εργαστεί κανονικά. Επιπλέον ότι η αιτήτρια παρουσίασε τα έξοδα του ανηλίκου υπερβολικά και διογκωμένα και δεν ανέφερε ότι εδώ και καιρό δεν διαμένει πλέον στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα αλλά μετακινήθηκε με τον ανήλικο στην οικία της μητέρας της. Στην υπόθεση Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 A.A.Δ. 583 αναφέρθηκε ότι ο διάδικος o οποίος επιδιώκει προσωρινή δικαστική προστασία οφείλει να έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που βρίσκονται ή που με επιμέλεια θα μπορούσαν να ήταν στη γνώση του στο Δικαστήριο και τα οποία, ενδεχομένως, ευνοούν τον απόντα διάδικο. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης, μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Αιτητή. (βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980). Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG ν Adeona Holdings Ltd
(2015)1 ΑΑΔ 386 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων». ................ «Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος». Τα ουσιώδη στοιχεία που πρέπει να έχει ενώπιον του το Δικαστήριο σε υποθέσεις διατροφής είναι τα εισοδήματα των διαδίκων και τα έξοδα των ανηλίκων. Η αιτήτρια σε σχέση με τα εισοδήματα της αναφέρει ότι εργάζεται ως συνοδός σε ειδικό σχολείο και εκ της εργασίας της λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1,
  1. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 κατάσταση μισθοδοσίας της για τον μήνα Ιανουάριο του
  2. Ο καθ΄ου η αίτηση παραδέχεται ότι η αιτήτρια εργάζεται στο αναφερόμενο σχολείο, αναφέρει όμως ότι εργάζεται και ως συνοδός λεωφορείου στο ίδιο σχολείο με επιπλέον εισοδήματα, ότι διατηρεί επιχείρηση την οποία λειτουργεί, παρευρίσκεται σε διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις και λαμβάνει αρκετά ικανοποιητικά εισοδήματα από την εν λόγω εργασία και ότι λαμβάνει επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας. Η θέση της αιτήτριας σε σχέση με τα εισοδήματα του καθ' ου η αίτηση, είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση εργάζεται ως οικοδόμος και ο μισθός του ανέρχεται περί τα €1600 μηνιαίως τουλάχιστον πλέον 13ο μισθό. Αναφορικά με τα εισοδήματα του, ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και λαμβάνει το ποσό των €480 μηνιαίως, είναι άνεργος όχι από επιλογή του αλλά επειδή αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία δεν του επιτρέπουν να εργάζεται, γεγονός το οποίο γνωρίζει καλά η αιτήτρια και επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 Ιατρική Βεβαίωση από Ψυχίατρο ημερομηνίας 22/6/23 και Ιατρική Έκθεση αναφορικά με την αίτηση για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ημερομηνίας 23/4/
  3. Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα και χωρίς να λαμβάνω θέση εμπειρογνώμονα, φαίνεται εκ πρώτης όψεως στο τεκμήριο 1 το οποίο επισυνάπτει ο καθ' ου η αίτηση να επιβεβαιώνονται τα όσα αναφέρει σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του και την ικανότητα του για εργασία. Μελετώντας την ιατρική έκθεση, παρατηρώ ότι σε αυτήν αναφέρεται ότι ο καθ' ου η αίτηση συντηρείται με δημόσιο βοήθημα, ενώ στο σημείο 8.2 της Ιατρικής έκθεσης αναφορικά με την αίτηση για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, αναφέρονται τα ακόλουθα «Ο αιτητής είναι ανίκανος για εργασία μέχρι τις... μόνιμα στο μέλλον». (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Θα πρέπει να σημειωθεί πως σε υποθέσεις διατροφής αποτελεί καθήκον και των δύο διαδίκων να προβούν σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των οικονομικών τους πόρων και δυνατοτήτων Μαρκουλλίδης v. Μαρκουλλίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1386). Όσον αφορά στη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια απέκρυψε ότι λαμβάνει άλλα και ή περαιτέρω εισοδήματα και ότι είναι λήπτρια επιδομάτων μονογονιού, στην υπόθεση Δημοσθένους v Δημοσθένους (ανωτέρω) τονίστηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα αποκάλυψης των εισοδημάτων εκάστου διαδίκου σε συνάρτηση με την υποχρέωση των γονέων να συνεισφέρουν στις ανάγκες των παιδιών τους: «Η μη αποκάλυψη των αληθών εισοδημάτων εκάστου δεν εξουδετερώνει την ανάγκη διατροφής από τον έτερο των συζύγων διότι το άρθρο 33
(1)καθορίζει ως απόλυτη την υποχρέωση διατροφής με μόνο μέτρο τις εισοδηματικές δυνάμεις των γονέων. Η υποχρέωση αυτή είναι διαρκής....» Αναφορικά με τα έξοδα του ανηλίκου, η αιτήτρια καθορίζει αυτά στο ποσό των €772 μηνιαίως, ποσό στο οποίο περιλαμβάνονται τα έξοδα του πιάνου και του ολοήμερου σχολείου τα οποία ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητεί. Αναφέρει ότι τα έξοδα διατροφής του ανηλίκου υπερκαλύπτονται με το ποσό των €200 μηνιαίως και ότι το ποσό των €300 μηνιαίως που αναφέρει η αιτήτρια είναι εξωπραγματικό, ότι στα έξοδα ένδυσης και υπόδησης του ανηλίκου συνεισφέρει και ο ίδιος, και ότι τα ιατρικά έξοδα καλύπτονται από το ΓΕΣΥ. Ο καθ΄ου η αίτηση αρνείται τα υπόλοιπα έξοδα (είδη καθαριότητας, ψυχαγωγία, μεταφορικά, ηλεκτρισμός και νερό) για το λόγο ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι η αιτήτρια τεχνηέντως δεν προσκόμισε αποδείξεις προς υποστήριξη αυτών. Στην Εφ. Αρ. 36/2018 ημερ. 7/5/2020 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του". Στην παράγρ. (Ι) του ίδιου άρθρου, σαφώς ορίζει ότι "η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του.". Συνεπώς η λέξη "διατροφή" δεν αποδίδει την πλατιά έννοια που ο σοφός νομοθέτης φρόντισε επιγραμματικά να αποδώσει. Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση. Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμάντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε). Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Ε.20/21 ημερ.29/1/24 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ορθό κρίνουμε και το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιδικάσει, ως εύλογο, το ποσό €100,00 μηνιαίως για καύσιμα μετακίνησης των δύο ανήλικων.....». Στην υπόθεση Μαρκουλίδης, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο, ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη Νομολογία, η κοινή και λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμων. (Βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού
(2001)1 Α.Α.Δ. 625). Όπως φαίνεται από τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις των διαδίκων ως προς τα εισοδήματα του κάθε διαδίκου ο ακριβής προσδιορισμός των οποίων θα γίνει όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη τη μαρτυρία των διαδίκων και θα μπορεί να προχωρήσει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους. Αυτό που έχει σημασία στο παρόν στάδιο είναι το γεγονός ότι και οι δυο γονείς, ανεξαρτήτως της πηγής προέλευσης τους, έχουν εισοδήματα Αντικρουόμενες επίσης είναι οι θέσεις των διαδίκων ως προς το ποσό το οποίο απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και συντήρησης του ανήλικου υιού των διαδίκων. Δεν είναι το κατάλληλο όμως στάδιο για να προβεί το Δικαστήριο σε ακριβή ευρήματα σε σχέση με τις ανάγκες του ανηλίκου. Κρίνω ότι τα ανωτέρω αποτελούν διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων για τα αναφερόμενα θέματα και όχι απόκρυψη εκ μέρους της αιτήτριας ως ισχυρίζεται ο καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Εφ.18/19, ημερ.3.12.2020, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω όμως επρόκειτο για αίτηση προς έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος διατροφής μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας, κυρίως αίτησης. Το δικαστήριο δεν θα μπορούσε, όπως και δεν το έπραξε, να προβεί σε τελικά ευρήματα αναφορικά με το ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων ή τις ανάγκες των τριών ανηλίκων. Στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1 ΑΑΔ 604 υποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα: «Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι µε αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.» Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια με τον ανήλικο δεν διαμένουν πλέον στο ενοικιαζόμενο διαμέρισμα αλλά στην οικία της μητέρας της, αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση η αιτήτρια δεν περιέλαβε στα μηνιαία έξοδα του ανηλίκου αναλογία του στα έξοδα του μηνιαίου ενοικίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταλήγοντας, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι η αιτήτρια με τη μονομερή της αίτηση ζητούσε όπως ρυθμιστεί προσωρινά η συνεισφορά του καθ' ου η αίτηση στο ποσό των €500. Το Δικαστήριο όμως καθόρισε τη συνεισφορά του καθ' ου η αίτηση στο ποσό των €230 για το ανήλικο τέκνο του, γεγονός το οποίο υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση του αιτήματος της αιτήτριας, εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας, στάθμισε το εύλογο των κονδυλίων, εξασκώντας περαιτέρω τη δική του κρίση και την κοινή λογική και πείρα της ζωής για τον προσδιορισμό των αναγκών του ανηλίκου και όχι τα ποσά τα οποία αξίωνε η αιτήτρια. (Παναγιώτου v Σφικτού
(2001)1 Α.Α.Δ.625, Μαρκουλίδης v. Μαρκουλίδης
(1998)1 Α.Α.Δ. 625 και Δημητρίου V. Περδίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1418). Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν είναι το κατάλληλο σημείο να προβεί το Δικαστήριο σε ακριβή ευρήματα ως προς το ύψος των εισοδημάτων εκάστου διαδίκου, τη δυνατότητα αυτών να κερδίζουν υψηλότερα ενδεχομένως εισοδήματα, αλλά ούτε και να καταλήξει σε ακριβή ευρήματα ως προς τα έξοδα του ανηλίκου Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα, δεδομένου ότι πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση, με μια επιφανειακή εξέταση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, ως ανωτέρω καταγράφεται, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Χωρίς επίσης να καταλήγω σε ευρήματα, εκ πρώτης όψεως, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και παρέμεινε αναντίλεκτη φαίνεται ότι τα εισοδήματα που έχει στη διάθεση του μηνιαίως ο καθ΄ου η αίτηση είναι χαμηλότερα από αυτά τα οποία αναφέρονται από την αιτήτρια. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι, ενώ ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι πριν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος συνεισέφερε στα έξοδα του ανηλίκου και η αιτήτρια ουδέποτε του ζήτησε περισσότερα χρήματα, δεν αναφέρεται στο ύψος του ποσού το οποίο ισχυρίζεται ότι κατέβαλλε. Λαμβάνω επίσης υπόψιν μου τις παραδοχές του καθ' ου η αίτηση σε σχέση με τα μηνιαία έξοδα του πιάνου και του ολοήμερου σχολείου του ανηλίκου. Δεδομένων όμως όσων ανωτέρω ανέφερα, κρίνω ότι για σκοπούς προσωρινού διατάγματος το ποσό των €180 μηνιαίως είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις. Στην απόφαση ημερ.1/6/2023, του Δ.Ο.Δ η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Έφεσης Αρ. 23/22, μεταξύ Γ.Μ.-Β.Σ αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σε κάθε περίπτωση, διαταγή για αναδρομική ισχύ είναι καλύτερα να εκδίδεται στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης Διατροφής, όπου αξιοποιούνται όλα τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία στοχεύουν στην κάλυψη άμεσων και επείγουσων αναγκών.» Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 20/2/24 τροποποιείται με μείωση του ποσού της διατροφής που διατάσσεται ο καθ' ου η αίτηση να καταβάλλει στην αιτήτρια στο ποσό των €180 μηνιαίως, από 21.10.2024 και κάθε αντίστοιχη μέρα κάθε επόμενου μήνα ως συνεισφορά του στη διατροφή του ανήλικου υιού του Σ.Σ. Το προσωρινό διάταγμα θα ισχύει μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Εν' όψει της κατάληξης μου, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο το ½ των εξόδων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να επιδικαστούν υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) .................................... Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.