Γ.Κ ν. Α.Α, Αρ. Αίτησης: 2/24, 29/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης: 2/24ij Μεταξύ: Γ.Κ εκ Λεμεσού Αιτητή και Α.Α εκ Λεμεσού Καθ' ης η Αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 23/1/24 Ημερομηνία: 29 Αυγούστου 2024 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κ.κ. Μαρία Νεοφύτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για την καθ' ης η Αίτηση: κος Γρηγόριος Α. Χριστοδουλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την εναρκτήρια αίτηση του, ο αιτητής ζητά απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε ή πριν από το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου των διαδίκων και/ ή μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή, δήλωση ότι ο αιτητής είναι ιδιοκτήτης και/ ή δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά το ½ μερίδιο του συζυγικού οίκου που βρίσκεται στον Άγιο Αθανάσιο με αριθμό εγγραφής [ ] Φ/ΣΧ [ ] Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ] στην οδό [ ] στον [ ] της Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησία της καθ΄ης η αίτηση, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την καθ΄ης η αίτηση να εγγράψει και/ ή μεταβιβάσει επ' ονόματι του αιτητή το ½ μερίδιο της πιο πάνω περιγραφόμενης κατοικίας, που αντιπροσωπεύει τη συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση και/ ή απόκτηση και/ ή αποπεράτωση της πιο πάνω περιγραφόμενης κατοικίας εντός 30 ημερών από την έκδοση του και διαζευκτικά απόφαση για το ποσό των €234,200 που αντιπροσωπεύει το ½ της σημερινής αξίας και/ ή το χρόνο της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων της πιο πάνω περιγραφόμενης κατοικίας τη συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση της και/ ή απόκτηση και ή αποπεράτωση της. Την ίδια μέρα, ο αιτητής καταχώρησε αίτηση χωρίς ειδοποίηση, στα πλαίσια της οποίας πέτυχε στις 26/1/24, προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στη καθ΄ης η αίτηση είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου αντιπροσώπου και ή υπηρέτη της και ή μέσω οποιουδήποτε προσώπου ενεργεί είτε άμεσα είτε έμμεσα στο όνομα και ή λογαριασμό και/ ή με εξουσιοδότηση της καθ' ης η αίτηση από το να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο, πωλήσει, μεταβιβάσει, εκχωρήσει διαθέσει υποθηκεύσει επιβαρύνει ενοικιάσει παρέχει άδεια χρήσης ή παρέχει με οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο τρόπο οποιοδήποτε δικαίωμα σε σχέση με την ακόλουθη άμεση ή έμμεση περιουσία της καθ' ης η αίτηση ή οποιονδήποτε συμφέρον τυχόν έχει η καθ' ης η αίτηση σε σχέση με το ½ μερίδιο του ακινήτου το οποίο βρίσκεται στον [ ] με αριθμό εγγραφής [ ] , Φ/ΣΧ [ ], Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ] στην οδό [ ] στον [ ] της Επαρχίας Λεμεσού. Η αίτηση χωρίς ειδοποίηση, το προσωρινό διάταγμα και η εναρκτήρια αίτηση επιδόθηκαν προσωπικά στην καθ' ης η αίτηση η οποία στις 5/3/24 καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει 13 λόγους ακύρωσης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ημερ.26/1/24 τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «1 Η εν λόγω αίτηση είναι νομικά δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη αντικανονική και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ισχύουσας Νομοθεσίας.
- Παραιτέρω αποτελεί κατάχρηση της δικαστηριακής και δικονομικής διαδικασίας και πρακτικής διότι ο αιτητής δεν έχει καταδείξει τους λόγους εκείνους που μπορούν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και εξουσία υπέρ του ή προς όφελος του.
- Ο αιτητής ακόμα δεν έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο την αναγκαία μαρτυρία καθώς και τα αληθή και πραγματικά γεγονότα που δεικνύουν την ύπαρξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται και είναι απαραίτητες για την έκδοση ή συνέχιση της ισχύος του επίδικου προσωρινού διατάγματος.
- Την ίδια ώρα δεν έχει παρουσιάσει ή καταδείξει στο Δικαστήριο οιονδήποτε σοβαρό λόγο ή περίσταση που να αιτιολογεί ή να επιβάλλει όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και εξουσία προς όφελος του.
- Επιπρόσθετα ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με χέρια καθαρά ένεκα του γεγονότος ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και στην αλήθεια.
- Ο αιτητής περιορίστηκε να αναφέρει μόνο την υπολογιζόμενη σημερινή αξία του επίδικου ακινήτου αντί αυτήν που ήταν κατά τον χρόνο της διάστασης, παρέλειψε να αναφέρει το ποσό της δικής του συμβολής ως και το ποσό απόκτησης των επί μέρους στοιχείων που συνθέτουν την περιουσία της καθ' ης η αίτηση.
- Ο απλός ισχυρισμός του αιτητή ότι το επίδικο περιουσιακό στοιχείο αποκτήθηκε με κοινή συνεισφορά δεν είναι επαρκής ή ικανοποιητικός για σκοπούς έκδοσης ή μετατροπής του προσωρινού διατάγματος σε απόλυτο.
- Εφόσον ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο διότι από τη στιγμή που εξεδόθη μονομερώς θεωρείται ύψιστης πίστεως (Uberrima Fides) πράγμα με το οποίο δεν συμμορφώθηκε ο αιτητής.
- Στην ένορκη δήλωση του ο αιτητής δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση διότι δεν προσέφερε επαρκές υλικό, αποδεικτικά στοιχεία τεκμήρια και ούτω καθ΄εξής που να αιτιολογούν επαρκώς και ικανοποιητικά την μη ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος.
- Η ίδια η ένορκη δήλωση δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας διότι δεν περιγράφει έστω επιγραμματικά την περιουσία που αποκτήθηκε πότε και με ποιο τρόπο αποκτήθηκε και ποια ήταν η δική του συμβολή η συνεισφορά.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις στη σχετικής Νομοθεσίας για να παραμείνει σε ισχύ ή να καταστεί απόλυτο το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα.
- Επίσης ο αιτητής δεν εξειδικεύει και δεν συγκεκριμενοποιεί τη νομική βάση, τις νομικές αρχές ως και τους κανονισμούς επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση του περιορίζεται σε γενικές και αόριστες αναφορές, γεγονός που καθιστά την αίτηση του μετέωρη και έκθεση σε απόρριψη.
- Ως εκ των ανωτέρω και ενόψει του γεγονότος ότι το εν λόγω διάταγμα είναι ακυρώσιμο, αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί και παραμεριστεί ως νομικά πραγματικά και ουσιαστικά αβάσιμο αστήριχτο και ατεκμηρίωτο». Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων και η κάθε πλευρά στήριξε τις θέσεις της με αναφορές σε σχετική νομολογία. Δεν υπήρξε εκ μέρους των διαδίκων καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ούτε αντεξέταση. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρικό υλικό προς αξιολόγηση (βλ. Παπαργυρού v Μιχαηλίδου Πολ. Εφ. 215/10, ημερ.25/1/16) και για το λόγο αυτό οποιοσδήποτε ισχυρισμός περιλαμβάνεται σε αυτές πέραν των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων δεν θα ληφθεί υπόψιν. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων ότι τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στις 16/5/09, ότι από το γάμο τους απέκτησαν δυο θυγατέρες οι οποίες είναι ανήλικες, ότι η κατοικία η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ανεγέρθηκε εντός του ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση το οποίο απέκτησε δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της και ότι για τις ανάγκες ανέγερσης της αναφερόμενης κατοικίας συνήφθηκε δάνειο επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση το οποίο αποπλήρωνε με μηνιαίες δόσεις. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του, ο αιτητής, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι μετά το γάμο τους διέμεναν στην οικία των γονέων του μέχρι την ολοκλήρωση της συζυγικής οικίας στην οποία μετακόμισαν περί το τέλος του 2010 και αρχές του
- Το έτος 2020 επήλθε διάσταση μεταξύ τους μετά που τον εκδίωξε από τη συζυγική κατοικία η καθ' ης η αίτηση χωρίς κανένα λόγο και στις 30/11/23 εκδόθηκε διαζύγιο. Το έτος 2010 ανήγειραν κατοικία στον [ ] εντός ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση και καταθέτει ως τεκμήριο 1 πληροφορίες σε σχέση με τα στοιχεία του ακινήτου από την Διαδικτυακή Πύλη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Αναφέρει ότι η αξία της συζυγικής κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των €810.000 περίπου εκ των οποίων οι €343,000 περίπου είναι η αξία του ακινήτου εντός του οποίου ανεγέρθη η κατοικία. Καταθέτει ως τεκμήριο 2 έκθεση εκτίμησης ημερ.31/7/23 της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Για την ολοκλήρωση της κατοικίας συνάφθηκε δάνειο επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση το οποίο συμφώνησαν με την καθ΄ης η αίτηση να αποπληρώνει η ίδια καταβάλλοντας ολόκληρο το μηνιαίο μισθό της ενώ ο ίδιος αναλάμβανε τα έξοδα συντήρησης της οικογένειας των διαδίκων, τα έξοδα συντήρησης της οικίας και τα έξοδα των ανηλίκων. Εκτός από το αναφερόμενο δάνειο, για την ολοκλήρωση της κατοικίας ο ίδιος κατέβαλε χρηματικά ποσά για την ολοκλήρωση των εργασιών. Καταθέτει ως τεκμήριο 3 ανάλυση των τραπεζικών του λογαριασμών από Λογιστή. Από της υπόσχεσης γάμου ο αιτητής εργαζόταν ως αξιωματικός της Εθνικής Φρουράς ενώ η καθ΄ης η αίτηση ως Εκπαιδευτικός. Από τα πιο πάνω όπως αναφέρει προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι συνέβαλε κατά το ½ στην αγορά του ακινήτου και/ ή στην ανέγερση της κατοικίας και δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του πιο πάνω ακινήτου ως ήταν η κοινή αντίληψη των διαδίκων πριν της διάσταση. Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω στην εναρκτήρια αίτηση του ζητά να του καταβληθεί το ½ της αξίας της κατοικίας η οποία κατά το χρόνο της διάστασης ανήρχετο στο ποσό των €234.
- Ισχυρίζεται ότι υπήρξε εκ μέρους του συμβολή στην απόκτηση της περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση το ύψος της οποίας ανέφερε και την οποία πρέπει να του αποδώσει η καθ΄ης η αίτηση. Πέραν της πιο πάνω συνεισφοράς του, συνεισέφερε σύμφωνα με τις οικονομικές του δυνατότητες στη συντήρηση και διατροφή των ανήλικων τέκνων του και της καθ΄ης η αίτηση. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, αφού επήλθε αύξηση στην περιουσία της καθ' ης η αίτηση από τη συμβολή του θα πρέπει να του αποδοθεί το ύψος της και υπό τις περιστάσεις έχει καλή βάση αγωγής και καλές πιθανότητες επιτυχίας αφού επικαλείται τις πρόνοιες της νομοθεσίας και αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ αντίθετα η καθ' ης η αίτηση ουδεμία ζημιά θα υποστεί από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η έκδοση των διαταγμάτων είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, συμπεριλαμβανομένης της ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν εκδοθεί. Είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού τυχόν καθυστέρηση ενδεχομένως να αλλοιώσει δεσμενώς την υφιστάμενη κατάσταση σε σημείο που να μην είναι αναστρέψιμη. Είναι κατεπείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αφού η καθ΄ης η αίτηση του ανέφερε ότι δεν θα πάρει τίποτα από την περιουσία που απέκτησαν από κοινού, το σπίτι της ανήκει και για να τον εκδικηθεί θα το μεταβιβάσει σε άλλο οικογενειακό της πρόσωπο για να μην μπορέσει ο αιτητής να επωφεληθεί της περιουσίας την οποία απέκτησαν από κοινού. Σε συνομιλία που είχε με την καθ΄ης η αίτηση του ανέφερε ότι θα εξεύρει αγοραστή για να πωλήσει την κατοικία με αποτέλεσμα να κινδυνεύει ο αιτητής να μην υπάρχει πιθανότητα για θεραπεία σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την ολοκλήρωση της εναρκτήριας αίτησης. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, η καθ' ης η αίτηση, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, θα ήταν ορθότερο και δικαιότερο το Δικαστήριο προτού αποφασίσει και εκδώσει το προσωρινό διάταγμα να της δώσει το δικαίωμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου της δικές της θέσεις και απόψεις και ακολούθως να αποφασίσει, επειδή ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αθέμιτες και παράνομες μεθόδους και προέβη σε ένορκη δήλωση γνωρίζοντας ότι αυτή είναι αναληθής. Ο αιτητής προέβη σε αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις και θέσεις τις οποίες δεν τεκμηριώνει ούτε στοιχειοθετεί με επάρκεια και πληρότητα, δεν έχει συγκεκριμένη σοβαρή και ορθολογική θέση ικανή να πείσει για το αληθές των ισχυρισμών του και την αναγκαιότητα να εκδοθεί και να καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα ενώ τα τεκμήρια που παρουσιάζει δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο αποδεικτικό βάρος ή αξία που να αιτιολογούν επαρκώς και ικανοποιητικά τη συνέχιση της ισχύος του εν λόγω διατάγματος. Το τεκμήριο 3 όπως ισχυρίζεται είναι προϊόν πλάνης, απάτης και ψευδών παραστάσεων έχει ετοιμαστεί και δημιουργηθεί κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του αιτητή για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας με στόχο να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Αν ήταν αληθές το σχετικό τεκμήριο ο αιτητής δεν θα προσέφευγε σε λογιστή αλλά θα μπορούσε να παρουσιάσει αυτούσιες τις καταστάσεις λογαριασμών από τα πιστωτικά ιδρύματα που συνεργάζεται, θα μπορούσε να παρουσιάσει κατάσταση λογαριασμού ή αποδείξεις πληρωμών που να φαίνονται τα ποσά που κατέβαλε για την ανέγερση ή ολοκλήρωση της κατοικίας της καθ΄ης η αίτηση. Αναφέρει ότι μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι διέμεναν σε οικία η οποία βρίσκεται πάνω από το πατρικό σπίτι του αιτητή το οποίο όταν αρραβωνιάστηκαν ήταν ημιτελές και ο αιτητής εξασφάλισε δάνειο προσωπικό για την ολοκλήρωση του και μετέβαιναν με την καθ΄ης η αίτηση για να διαλέξουν έπιπλα, οικιακές συσκευές, ερμάρια και άλλα συναφή για την επίπλωση και τον εξοπλισμό του. Μέρος των εξόδων αυτών τα επωμίστηκε η ίδια και οι γονείς της τα οποία θα ανταπαιτήσει στη συνέχεια όπως αναφέρει. Ο αιτητής την πίεζε συνεχώς ζητώντας της να του μεταβιβάσει ή να πωλήσουν την κατοικία της προειδοποιώντας της ότι σε περίπτωση που δεν αποδεχτεί θα την διώξει και θα προχωρήσει με αίτηση διαζυγίου ενώ την απειλούσε ότι θα την καταστρέψει οικονομικά, κοινωνικά και άλλως πώς. Όπως αναφέρει η αιτήτρια, η στάση και η συμπεριφορά του αιτητή ήταν αποτέλεσμα της κατάθλιψης της οποία βίωνε πράγμα που δεν ήθελε να αποδεχθεί ρίχνοντας όλο το φταίξιμο και το πρόβλημα στην ίδια. Η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι ο ισχυρισμός του αιτητή για την αξία της κατοικίας είναι αυθαίρετος, αβάσιμος και ανυπόστατος διότι η εκτίμηση την οποία παρουσιάζει έγινε σε θεωρητική βάση, εκ του μακρόθεν χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο της κατοικίας από κοντά, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά. Περαιτέρω, η κατοικία με τον χρόνο παρουσιάζει φθορές και συνεπώς η αξία της μικραίνει ενώ η αξία της γης αυξάνεται. Η καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι έλαβε προσωπικά στεγαστικό δάνειο για την επίδικη κατοικία το οποίο αποπληρώνει αποκλειστικά από της σύναψης του μέχρι σήμερα και ο αιτητής ουδέποτε υπήρξε πρωτοφειλέτης ή ενυπόθηκος οφειλέτης και ούτε κατέβαλε οποιανδήποτε δόση σε αυτό. Καταθέτει αντίγραφο της συμφωνίας του Στεγαστικού Δανείου ως τεκμήριο Α και αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού αποπληρωμής του δανείου ως τεκμήριο Β. Το αναφερόμενο δάνειο έλαβε περί τις αρχές Ιουνίου του 2008 και κατά το χρόνο αυτό δεν είχε ακόμη γνωριστεί με τον αιτητή ενώ τόσο η αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας όσο και η αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής υποβλήθηκε στις αρμόδιες αρχές πριν την γνωριμία της με τον αιτητή. Καταθέτει αντίγραφο της πολεοδομικής άδειας ως τεκμήριο Γ. Τόσο οι λογαριασμοί κοινής ωφέλειας όσο και οι φορολογίες ακίνητης ιδιοκτησίας είναι επ' ονόματι της γιατί η όλη προσπάθεια άρχισε το 2006 με την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και των συναφών μελετών που απαιτούνταν για την ανέγερση στης κατοικίας. Καταθέτει ως τεκμήριο Δ αντίγραφα λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Η θέση του αιτητή ότι συμφώνησαν να αποπληρώνει η ίδια την δόση του στεγαστικού δανείου με την καταβολή ολόκληρου του μισθού της και ο ίδιος να επωμίζεται τα καθημερινά έξοδα διατροφής και διαβίωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αναφέρει ότι από της σύναψης του δανείου μέχρι σήμερα η ίδια καταβάλλει μηνιαία δόση ύψους €1.200 περίπου, ο ίδιος είχε δικό του προσωπικό στεγαστικό δάνειο από τον χρόνο που γνωρίστηκαν και για το οποίο κατέβαλλε μηνιαία δόση ύψους €1.200 περίπου, λόγω της φύσης της εργασίας του ο αιτητής ταξίδευε καθημερινά με το όχημα του και πλήρωνε περί τα €500 μηνιαίως για πετρέλαιο ή βενζίνη, η ίδια αναλάμβανε τη μεταφορά των ανήλικων τέκνων τους από και προς το σχολείο και τα φροντιστήρια αφού ο καθ΄ου η αίτηση αναχωρούσε για την εργασία του στις 6:00π.μ και επέστρεφε στις 15:00 το ενωρίτερο, μια φορά τη βδομάδα παρέμεινε στην εργασία του μέχρι την επόμενη μέρα, και η ίδια εργαζόταν ως εκπαιδευτικός και ο μισθός της ήταν διπλάσιος της δόσης του δανείου. Αρνείται ως αόριστες γενικές και ανυπόστατες τις αναφορές του αιτητή ότι κατάβαλε διάφορα χρηματικά ποσά και ότι συνέβαλε κατά το ½ στην ανέγερση ή ολοκλήρωση της κατοικίας διότι δεν συνοδεύονται από τα απαραίτητα τεκμήρια και αποδεικτικά στοιχεία. Η αμέλεια ή παράλειψη του αιτητή να προσκομίσει επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις θέσεις του, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης και στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Ο αιτητής όπως αναφέρει η καθ' ης η αίτηση, δεν έχει να παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο διότι ακόμη και να ήθελε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την ανέγερση της κατοικίας της αυτό ήταν αδύνατο και ανέφικτο αφού αποπλήρωνε δικό του προσωπικό δάνειο καταβάλλοντας μηνιαία δόση ύψους €1.200 περίπου. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι η καθ΄ης η αίτηση παρουσίασε κατάθλιψη ή καταθλιπτική συμπεριφορά αυτοί είναι ανυπόστατοι και αβάσιμοι, και ότι είναι ο ίδιος που παρουσίασε καταθλιπτική συμπεριφορά και ενίοτε συμπτώματα κατάθλιψης ακολουθώντας μάλιστα και ειδική φαρμακευτική αγωγή την οποία διέκοψε με δική του πρωτοβουλία παρά τις γνωματεύσεις των ιατρών και τις παροτρύνσεις της καθ΄ης η αίτηση. Τον Μάρτιο του 2020 όπως αναφέρει η καθ' ης η αίτηση, ο αιτητής μετέβη στην Θεσσαλονίκη για επαγγελματική εκπαίδευση και παρουσίασε κατάθλιψη και κρίσεις πανικού, νοσηλεύτηκε για δυο μέρες σε κλινική και έλαβε αντικαταθλιπτική αγωγή. Έκτοτε η συμπεριφορά του ήταν αλλοπρόσαλλη και ενίοτε επιθετική με αποτέλεσμα περί τον Μάιο του 2020 να επισκεφθεί ψυχίατρο ο οποίος του συνταγογράφησε αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή την οποία όμως ο αιτητής δεν ήθελε αφού δεν ήθελε να αποδεχτεί το θέμα αυτό της υγείας του με αποτέλεσμα η κατάσταση του να χειροτερεύει. Όλο αυτό το διάστημα όπως αναφέρει η καθ' ης η αίτηση, ο αιτητής επέμενε συνεχώς και πίεζε την καθ΄ης η αίτηση να του μεταβιβάσει το σπίτι αλλιώς θα την χώριζε όπως της έλεγε. Ήθελε να νιώθει δυνατός και σύμφωνα με τα πιστεύω του αυτό θα γινόταν μόνο αν υπερίσχυε οικονομικά έναντι της καθ' ης η αίτηση. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Ε αντίγραφο ιατρικής βεβαίωσης/συνταγής ημερομηνίας 16/5/
- Είναι ψευδής ο ισχυρισμός του αιτητή ότι η καθ΄ης η αίτηση του ανέφερε ότι θα πωλήσει ή μεταβιβάσει την κατοικία αφού εδώ και 3 χρόνια ο αιτητής δεν θέλει να έχει οποιαδήποτε επαφή με την καθ΄ης η αίτηση, έχει φραγή κλήσης στο κινητό του για να μην μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του η αιτήτρια έστω και για τα θέματα των ανηλίκων και αν τύχει να βρίσκεται η καθ΄ης η αίτηση στην αυλή της κατοικίας όταν ο αιτητής θα παραδώσει τα ανήλικα, ο αιτητής αφήνει τα ανήλικα σε απόσταση 300 μέτρων από την κατοικία. Είναι η θέση της καθ΄ης η αίτηση ότι η κατοικία της δεν αποκτήθηκε από κοινού με τον αιτητή ο οποίος δεν είχε την ελάχιστη συνεισφορά είτε στην ανέγερση της είτε στην ολοκλήρωση της ενώ αναφέρει ότι η διαδικασία για το κτίσιμο του σπιτιού άρχισε το 2006, το 2008 όταν ολοκληρώθηκαν τα αρχιτεκτονικά και άλλα σχέδια, κατατέθηκαν για έκδοση πολεοδομικής άδειας με την έκδοση της οποίας η καθ΄ης αίτηση προχώρησε στη σύναψη του δανείου. Η γνωριμία της με τον αιτητή, όπως αναφέρει έγινε μετά τη σύναψη του δανείου και μέχρι τη στιγμή εκείνη ο αιτητής ήταν απών σε όλα αφού δεν τον είχε ακόμη γνωρίσει. Αναληθής, αβάσιμος, και αποκύημα της φαντασίας του αιτητή είναι ο ισχυρισμός του ότι τον απείλησε ότι θα μεταβιβάσει το σπίτι αλλού, αφού κανένας λόγος υπάρχει ή υπήρχε να γίνει αυτό αφού αυτή είναι η μοναδική της κατοικία, σε αυτή γεννήθηκαν και μεγαλώνουν τα παιδιά της και δεν είναι καλό για αυτά να αλλάζουν τόπο διαμονής και σχολείο. Όπως αναφέρει, από τον Οκτώβριο του 2020 που επήλθε μεταξύ τους η οριστική διάσταση, μέχρι σήμερα, είχε πάρα πολύ χρόνο να πωλήσει μεταβιβάσει ή αποξενώσει την κατοικία πράγμα το οποίο δεν έκανε και ούτε προτίθεται να κάνει. Επαναλαμβάνει ότι καμία επικοινωνία έχει με τον αιτητή επειδή ο ίδιος το αρνείται και η κατοικία θα μεταβιβαστεί στα παιδιά τους, πράγμα το οποίο ήταν έτοιμη να κάνει για να μην φοβάται ή αγχώνεται ο αιτητής. Ό ίδιος όμως δεν δέχτηκε γιατί επιζητούσε συνεχώς να παίρνει χρήματα και ο μόνος τρόπος για αυτό ήταν να πωληθεί το σπίτι. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφερε στο σπίτι κτηματομεσίτη για να την πείσει να το πωλήσει δελεάζοντας την με μεγάλα χρηματικά ποσά, αλλά αυτό δεν έγινε και ούτε πρόκειται να γίνει. Η κατοικία ανεγέρθηκε σε γη ιδιοκτησίας του ευρύτερου οικογενειακού της περιβάλλοντος και εκεί διαμένουν μέλη της οικογένειας της και είναι όλες τις οι παιδικές αναμνήσεις. Όπως πέρασε από την προγιαγιά στην γιαγιά της, από τη γιαγιά της στην μητέρα της και από την μητέρα της στην ίδια, έτσι θέλει να περάσει και από την ίδια στα παιδιά της. Δεν έχει ανάγκη όπως αναφέρει να το πωλήσει διότι βρίσκεται εκτός πόλεως σε ήσυχη περιοχή με χώρους πρασίνου παιδικές χαρές και ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο αιτητής την πίεζε να πωλήσει την κατοικία αφού όπως της ανέφερε ήταν ο μόνος τρόπος να σταματήσει να εργάζεται και να έχει λεφτά στην άκρη γιατί όπως έλεγε μεγάλωσε με πολλές στερήσεις. Επένδυε πολλά χρήματα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό σε εταιρείες πυραμίδες και άλλα παρόμοια που υπόσχονταν εύκολο κέρδος με απογοητευτικά αποτελέσματα κάθε φορά. Τώρα, όπως αναφέρει η καθ΄ης η αίτηση, ο αιτητής προσπαθεί να την εκδικηθεί γιατί δεν τον άκουσε και δεν αποδέχτηκε να του μεταβιβάσει την κατοικία της ή να την πωλήσει για να βγάλει χρήματα και να μην εργάζεται. Όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της δεν πληρούνται οι ελάχιστες προϋποθέσεις για να επιτύχει η αίτηση. Από τα γεγονότα της υπόθεσης και από τις μαρτυρίες του αιτητή δεν έχει την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας ο αιτητής διότι δεν πληρούνται κατ' ελάχιστο οι εν λόγω προϋποθέσεις. Δεν παρουσίασε ο αιτητής εκείνα τα αποδεικτικά και άλλα στοιχεία και έγγραφα που να δεικνύουν έστω την παραμικρή πιθανότητα επιτυχίας, αντιθέτως παρουσίασε ένα έγγραφο το οποίο αποτελεί προϊόν της δικής του επινόησης και δημιουργίας με στοιχεία όχι αληθή και πραγματικά. Ακόμη και αν τα στοιχεία αυτά είναι αληθή είτε όλα είτε μέρος αυτών είναι άσχετα και ξένα με την παρούσα υπόθεση. Είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση και ακυρώσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, δηλώνει ότι η ίδια προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια προσφέροντας όλα τα γεγονότα και την ουσιώδη μαρτυρία που στηρίζουν την ένσταση της σε αντίθεση με τον αιτητή ο οποίος δεν ήρθε με τον ίδιο τρόπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β)Α.Α.Δ.782, Πουργουρίδην. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ)Α.Α.Δ.1791), Σάββα v.Τηλεμάχου
(2001)1(Γ)Α.Α.Δ.2081 και Reckendorfer v. Reckendorfer
(2004)1 A.A.Δ. 1132) Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152]. Πρόσθετα, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση, [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD
(1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδη, όπως ήταν τότε. "Θα επαναλάβουμε, έστω και με κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικής απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν' αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει επίσης να καταδεικνύεται το καταπείγον του αιτήματος. Περαιτέρω, υπάρχει η υποχρέωση του αιτητή, όταν ζητά την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν´ ακούσει περαιτέρω τον αιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του αιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 597, Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού ν. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα εξής: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία». Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν.232/91: «′περιουσία′ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». «΄συνεισφορά΄ σημαίνει την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή την δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας». Το άρθρο 14Γ
(1)του Ν.232/91 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ' ου η αίτηση να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της. Σύμφωνα με το άρθρο 14Γ
(4), το Δικαστήριο δύναται σε επείγουσες περιπτώσεις να εκδίδει προσωρινό διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση Αρ. 43/12, ημερομηνίας 24/3/17, ο έντιμος κ. Ναθαναήλ, αναφέρει τα ακόλουθα, αναφορικά με τα προσωρινά διάταγμα που εκδίδονται στην βάση του αρ. 14Γ του Ν. 232/1991: «Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/1991, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου.» Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διατήρηση ή μη σε ισχύ του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος με το οποίο δεσμεύτηκε το ½ μερίδιο της κατοικίας, η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία των διαδίκων κατά την διάρκεια του γάμου τους, η οποία ανεγέρθη εντός του ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της καθ' ης η αίτηση, περιουσία η οποία ουσιαστικά αποτελεί και την επίδικη ακίνητη περιουσία. Ο αιτητής με την εναρκτήρια αίτηση του, ζητά απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε ή πριν από το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου των διαδίκων και/ ή μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από τη συμβολή του αιτητή, δήλωση ότι ο αιτητής είναι ιδιοκτήτης και/ ή δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά το ½ μερίδιο του συζυγικού οίκου που βρίσκεται στον [ ] με αριθμό εγγραφής [ ], Φ/ΣΧ , Τμήμα [ ], Τεμάχιο [ ] στην οδό [ ] στον [ ] της Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησία της καθ΄ης η αίτηση, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την καθ΄ης η αίτηση να εγγράψει και/ ή μεταβιβάσει επ' ονόματι του αιτητή το ½ μερίδιο της πιο πάνω περιγραφόμενης κατοικίας, που αντιπροσωπεύει τη συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση και/ ή απόκτηση και/ ή αποπεράτωση της πιο πανω περιγραφόμενης κατοικίας εντός 30 ημερών από την έκδοση του και διαζευκτικά απόφαση για το ποσό των €234,200 που αντιπροσωπεύει το ½ της σημερινής αξίας και/ ή το χρόνο της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων της πιο πάνω περιγραφόμενης κατοικίας τη συνεισφορά του αιτητή στην ανέγερση της και/ ή απόκτηση και ή αποπεράτωση της. Στην απόφαση Α. Ορφανίδης ν. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, τόνισε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών συζύγων: (σελ.187, 189): «.αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. .................................. Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρο 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκταση της ίσο με το ένα τρίτο. ............................................... Η αύξηση της περιουσίας είναι στοιχείο σχετικό. Συναρτάται, αφενός, με την αξία της περιουσίας και αφετέρου, με τις οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη. Το αντικείμενο του μερισμού είναι η αύξηση της περιουσίας, όχι αυτή τούτη η περιουσία. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας ........................................ Το πρώτο που πρέπει να τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού. .... Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, και το τρίτο, ο καθορισμός του ύψους της συνεισφοράς». Τόσο η εναρκτήρια αίτηση, όσο και η αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και εντάσσουν τη διαφορά στα πλαίσια της αναγκαιότητας ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στις 16/5/2009 και ότι το έτος 2020 επήλθε διάσταση στη σχέση τους. Αποτελεί επίσης παραδεχτό γεγονός ότι το ακίνητο εντός του οποίου ανεγέρθη η κατοικία η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία των διαδίκων, είναι εγγεγραμμένο επ΄ονόματι της καθ΄ης η αίτηση το οποίο απέκτησε δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα της. Αναντίλεκτη παρέμεινε η θέση του αιτητή ότι το έτος 2010 ανήγειραν κατοικία εντός του αναφερόμενου ακινήτου, ισχυρισμός ο οποίος υποστηρίζεται από το τεκμήριο 1 το οποίο καταθέτει ο αιτητής αφού φαίνεται ως ημερομηνία ανέγερσης της κατοικίας το έτος
- Η αιτήτρια παρά το γεγονός ότι αναφέρει ότι η διαδικασία για την ανέγερση της αναφερόμενης κατοικίας άρχισε το 2006, δεν αναφέρεται πουθενά στην ένορκη της δήλωση πότε τελικά άρχισε και πότε ολοκληρώθηκε η επίδικη κατοικία. Κατ' επέκταση η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η κατοικία ανεγέρθη και ή εν πάση περιπτώσει ολοκληρώθηκε το 2010, δηλαδή μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων δεν αμφισβητήθηκε. Γεγονός που ενισχύει τη θέση του αιτητή ότι, η κατοικία ανεγέρθηκε και ή ολοκληρώθηκε μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, είναι η παραδοχή της καθ΄ης η αίτηση στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως της, στη οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι, μετά το γάμο τους διέμεναν σε κατοικία πάνω από το πατρικό σπίτι του αιτητή. Εκ πρώτης όψεως και για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, η εν λόγω ακίνητη περιουσία φαίνεται να εντάσσεται στον όρο περιουσία, με βάση τα άρθρα 2 και 14 του Ν.232/
- Παρενθετικά, επιθυμώ να αναφέρω ότι, ενώ ο μεν αιτητής στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρεται σε «υπόσχεση γάμου» και η καθ' ης η αίτηση στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως της αναφέρεται σε αρραβώνα, που ασφαλώς προηγήθηκαν της τέλεσης του γάμου, δεν γίνεται αναφορά από κανένα στις ημερομηνίες που δόθηκε η υπόσχεση γάμου ή που τελέστηκε ο αρραβώνας, χρονικά σημεία τα οποία διαδραματίζουν επίσης ρόλο στις αιτήσεις επίλυσης των περιουσιακών διαφορών πρώην ή εν διαστάσει συζύγων. Ο αιτητής αναφέρει ότι συμφώνησαν με την καθ΄ης η αίτηση να αποπληρώνει η ίδια την δόση του δανείου το οποίο συνάφθηκε για την ανέγερση της κατοικίας, και το έπραττε με την καταβολή ολόκληρου του μισθού της, ενώ ο ίδιος αναλάμβανε την πληρωμή άλλων εξόδων της κατοικίας και των ανήλικων τέκνων των διαδίκων. Η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δάνειο συνάφθηκε τον Ιούνιο του 2008, πριν ακόμη γνωρίσει τον αιτητή, και επισυνάπτει ως τεκμήριο Α αντίγραφο της συμφωνίας του Στεγαστικού δανείου, ενώ αναφέρει επίσης ότι από της σύναψης του δανείου μέχρι σήμερα η ίδια αποπλήρωνε τη μηνιαία δόση το ύψος της οποίας ανήρχετο στα €1200 μηνιαίως και ότι ο μισθός της ήταν διπλάσιος από το ποσό της δόσης, του δανείου. Επισυνάπτει ως τεκμήριο Β κατάσταση λογαριασμού αποπληρωμής του δανείου. (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Χωρίς να καταλήγω σε ευρήματα, από τις καταστάσεις λογαριασμού αποπληρωμής του δανείου, φαίνεται ότι η αποπληρωμή του δανείου από την καθ΄ης η αίτηση, άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2011, μετά δηλαδή την τέλεση του γάμου των διαδίκων. Η αιτήτρια σε κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως της εξηγεί γιατί, δεδομένου ότι όπως ισχυρίζεται η αποπληρωμή του δανείου άρχισε από της σύναψης του, ήτοι από τον Ιούνιο του 2008, παρουσίασε καταστάσεις αποπληρωμής του δανείου από τον Σεπτέμβριο του
- Ο αιτητής αναφέρει επίσης ότι ο ίδιος κατέβαλε χρηματικά ποσά για την ολοκλήρωση των εργασιών της κατοικίας και καταθέτει ως τεκμήριο ανάλυση των τραπεζικών του λογαριασμών από Λογιστή. Η αιτήτρια αναφέρει ότι το αναφερόμενο τεκμήριο έχει ετοιμαστεί και δημιουργηθεί «κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του» για να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι αν ήταν ορθό και αληθές θα παρουσίαζε αυτούσιες τις καταστάσεις λογαριασμών από τα Πιστωτικά ιδρύματα, ή αποδείξεις πληρωμών για ποσά που κατέβαλε για την ανέγερση ή ολοκλήρωση της κατοικίας. Αναφέρει επίσης ότι, ακόμη και να ήθελε ο καθ' ου η αίτηση να καταβάλει κάποια ποσά για την ανέγερση και ή ολοκλήρωση της κατοικίας δεν θα μπορούσε, αφού αποπλήρωνε δικό του δάνειο με μηνιαίες δόσεις των €1200, ενώ κατέβαλλε ποσό €500 μηνιαίως για πετρέλαιο ή βενζίνη για την μετάβαση στην εργασία του. Αναφέρει επίσης ότι η παράλειψη του αιτητή να προσκομίσει επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τις θέσεις του, σε σχέση με τα ισχυριζόμενα ποσά που κατάβαλε για την ολοκλήρωση της κατοικίας, οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης και την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Ο αιτητής αναφέρει ότι συνέβαλε κατά το ½ στην ανέγερση της κατοικίας ενώ η καθ΄ης η αίτηση αρνείται ότι είχε έστω και την ελάχιστη συνεισφορά στην ανέγερση ή την ολοκλήρωση της. Ο αιτητής αναφέρεται στην αξία της συζυγικής κατοικίας και καταθέτει ως τεκμήριο έκθεση εκτίμησης, ενώ η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι ο ισχυρισμός τους σε σχέση με την αξία της κατοικίας είναι αυθαίρετος αβάσιμος και ανυπόστατος διότι η εκτίμηση έγινε σε θεωρητική βάση εκ του μακρόθεν και ότι η κατοικία με το χρόνο παρουσιάζει φθορές και η αξία της μειώνεται ενώ η αξία της γης αυξάνεται. Επισημαίνω ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας, δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών της περιουσίας. Επί του θέματος αυτού σχετική είναι η απόφαση Απόστολου κ.ά. ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 604 όπου, στις σελίδες 613 και 615-616, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης εκείνης διαδικασίας δεν απαιτείτο η λήψη μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών ακίνητης και κινητής περιουσίας, η επακριβής παράθεση λεπτομερών στοιχείων που αφορούσαν επιβαρύνσεις επί ακινήτων, ύψος δανείων κλπ. Όλα αυτά αναμένεται να απασχολήσουν στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων, ενώ άλλα είναι τα απαιτούμενα και οι προϋποθέσεις, όπως και ο βαθμός απόδειξης, στις διαδικασίες έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. ......................................... Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμιστεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι ώστε με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εδώ, με την κυρίως αίτησή της, η εφεσίβλητη διεκδικεί την απόδοση στην ίδια του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του εφεσείοντα, η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων, και η οποία αύξηση προέρχεται από τη συμβολή της εφεσείουσας, την οποία η ίδια υπολογίζει σε 50% ή €40.000.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό βρεθεί ότι αποτελεί την αξία της συνεισφοράς της. Όπως δε ορθά επισημαίνει και ο συνήγορος της εφεσίβλητης, για τους σκοπούς του διατάγματος όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε, η πραγματική αξία της περιουσίας δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Το κατά πόσο θα έπρεπε να δεσμευθεί το ½ ή το 1/3 ή τα ¾ της περιουσίας εκείνης, δηλαδή των μετοχών του εφεσείοντα ή κάποιου ακινήτου του, αυτό έχει να κάνει με την τυχόν αξία της συνεισφοράς της εφεσείουσας και όχι με την αξία του περιουσιακού στοιχείου. Κάτι που ασφαλώς θα διακριβωθεί στο τέλος, στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης». Ο αιτητής επίσης αναφέρει ότι το ποσό της δόσης του δανείου ήταν ολόκληρος ο μισθός της αιτήτριας ενώ η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι ο μισθός της ήταν διπλάσιος του ποσού της δόσης του δανείου. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν διαφορετικές εκδοχές των διαδίκων και το Δικαστήριο δεν αναμένεται να καταλήξει στο στάδιο αυτό σε ευρήματα αναφορικά με τους μισθούς των διαδίκων, ή στον ακριβή προσδιορισμό της αύξησης της περιουσίας και της έκτασης της οποιασδήποτε συνεισφοράς του αιτητή. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για την κατάληξη σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού, είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι τα συμπεράσματα αυτά ανήκουν κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης της ουσίας της ίδιας της εναρκτήριας αίτησης [Jonitexo και Σκουτέλλα, πιο πάνω, καθώς και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 238]. Ο λόγος ένστασης της καθ΄ης η αίτηση ότι ο αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και ότι η μαρτυρία του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού πρόκειται όπως ανέφερα για διαφορετικές εκδοχές αναφορικά με τα συγκεκριμένα ζητήματα οι οποίες θα εξεταστούν στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Εκ πρώτης όψεως αυτό που προκύπτει από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και παρέμεινε αναντίλεκτη είναι ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στις 16/5/09, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανεγέρθηκε και ή αποπερατώθηκε η κατοικία η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία εντός του ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της καθ΄ης η αίτηση, ότι οι διάδικοι τελούν σε διάσταση από το 2020 και ότι ο γάμος τους λύθηκε στις 30/11/23. Στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι εφόσον πρόκειται για περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να υπήρξε αύξηση της περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση στην οποία να έχει συνεισφέρει ο αιτητής σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην κυρίως αίτηση. Στην απόφαση Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1 (Α) 629 λέχθηκαν τα εξής (σελ. 633): «Σημαντικό μέρος της έφεσης (αφορά κυρίως τους λόγους έφεσης 2 και 5) συναρτάται προς την ουσία της κυρίως υπόθεσης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο, λέγεται, δεν έλαβε υπ΄ όψη του ότι υπήρχε αμφισβήτηση γεγονότων σχετικά με την απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι το κύριο μέρος της περιουσίας του Εφεσείοντα, επί της οποίας εγείρει απαίτηση η Εφεσίβλητη, απεκτήθη από κληρονομική περιουσία του Εφεσείοντα ή εδημιουργήθη πριν από το γάμο. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται προς υποστήριξη των εισηγήσεων αυτών απευθύνεται λοιπόν περισσότερο προς την ουσία της υπόθεσης παρά προς τα διέποντα ενδιάμεσα διατάγματα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν παραγνώρισε τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων και, αναφερόμενο με ορθή πληροφόρηση και αντίληψη στη νομολογία, αντίκρισε το θέμα υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 σε συνάρτηση με τη βάση της απαίτησης της Εφεσίβλητης δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για να καταλήξει ότι, για σκοπούς της αίτησης, και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οριακή πιθανότητα επιτυχίας υπήρχε, τοσούτο μάλιστα εν όψει της τεκμαιρόμενης στο άρθρο 14
(2)συνεισφοράς της Εφεσίβλητης (η οποία εργάζετο αλλά και φρόντιζε την οικογένεια καθ΄ όλη τη διάρκεια του γάμου) κατά το ένα τρίτο ως προς την επίδικη περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο. Ορθά όμως απέφυγε να υπεισέλθει σε κρίση επί των εκατέρωθεν εκδοχών ως προς τη συνεισφορά εκάστου συζύγου, υποδεικνύοντας ότι η διαφωνία των διαδίκων, ιδιαίτερα για συνεισφορά της Εφεσίβλητης πέραν του ενός τρίτου:«. αφορούσε γεγονότα πάνω στα οποία θα περιστραφεί τελικά το αποτέλεσμα της αγωγής και τα οποία άπτονται των δικαιωμάτων των μερών και κατ΄ επέκταση το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η επίλυση της βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας». Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ότι αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Εφετείο, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση, Ελένη (Χέλεν) Ζαρταριάν v Δημήτρη Χατζηαργυρού κ.α., ΠΕ Αρ. Ε156/2022, 11/01/2024 ανέφερε τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε άλλωστε πως η νομολογία (βλέπε υπόθεση LARTICON CO v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1B Α.Α.Δ. 1121) αποφάνθηκε πως κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης «δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) ltd v.Σκυποποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001 1 Α.Α.Δ. 785, «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Στην υπόθεση Σ.Π. v Κ.Τ. κ.α., Έφεση Αρ. 17/2021, ημερ.26/01/2023 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019. «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση .» Το ίδιο προκύπτει από την Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/12, 24.3.2017: «.Αλλά και το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον οι αποζημιώσεις φανερά δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την αξίωση της εφεσείουσας δεδομένου ότι θα πρέπει να αποφασιστεί στο τέλος της ημέρας ποια είναι η πραγματική σε χρήμα αξία της περιουσίας που διεκδικείται στο σύνολο της που περιλαμβάνει κατάστημα, μετοχές, λογαριασμό ή λογαριασμούς και ένα όχημα. Έτσι και το ισοζύγιο της ευχέρειας που είναι το κριτήριο το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μετά την εξέταση των τριών πρώτων κριτηρίων, σαφώς κλίνει υπέρ της εφεσείουσας.» Στην απόφαση Κίτσιου v. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228, η οποία αφορούσε στο αντικείμενο της αίτησης, ομοίως με την παρούσα αίτηση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Το έχουμε ήδη σημειώσει εξ αρχής πως ζήτημα σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβίβασης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε εγερθεί καν από την εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πώς εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί. Σημειώνουμε συναφώς το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την εφεσίβλητη με οποιοδήποτε τρόπο αφού, ακόμα και ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορός της μας δήλωσε πως στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει τα ακίνητα." Το Εφετείο, στην πρόσφατη απόφαση του ημερ.21/12/23, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Έφεσης Αρ.17/22 ανέφερε τα ακόλουθα: «Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, άκρως κατατοπιστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Λ.Κ. κ.α ν. Π.Ρ, ECLI:CY:DOD:2022:24, Έφεση Αρ. 38/2019, ημερομηνίας 7.7.2022: «Ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες στο βασικό πυρήνα του πρώτου λόγου έφεσης πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο οριστικοποίησε τα διατάγματα χωρίς να πεισθεί ότι η Εφεσίβλητη δυνατόν να αποζημιούτο με χρήμα. Η όλη επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο αφού προβαίνει σε εμπεριστατωμένη ανάλυση ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 σε συσχετισμό με το Άρθρο 14
(2)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων του 1991, Ν. 232/91 που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη συνεισφορά) κατέληξε ως εξής σε συνάρτηση με την τρίτη προϋπόθεση: «Περαιτέρω, η οποιαδήποτε πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας,θα εξοστράκιζε την πιθανή θεραπεία. Πιθανή θεραπεία είναι αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (Βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1165 και Αποστόλου κ.α. ν. Ιωάννου κ.α. (ανωτέρω). Συνεπώς, τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.» Πραγματικά, δυσκολευόμαστε να δούμε την λογική του λόγου έφεσης. Τα σχετικά επιχειρήματα των Εφεσειόντων παραγνωρίζουν τη φύση της αξίωσης της κυρίως θεραπείας με την οποία αξιώνετο απόδοση στην Εφεσίβλητη του μέρους της περιουσίας του Εφεσείοντος 1, το οποίο αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή κατά τη διάρκεια του, το οποίο προέρχεται από τη δική της συμβολή και/ή το οποίο διατηρούσε ο Εφεσείων 1 ως καταπίστευμα προς όφελος της ως επίσης και την εγγραφή επ' ονόματι της του ½ μεριδίου επί των ακινήτων τα οποία, κατ' ισχυρισμόν πάντα, αποτελούν την αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντα στην οποία αύξηση έχει συνεισφέρει. Όπως τονίζει η πλευρά της Εφεσίβλητης, η απόδοση σ' αυτή της αξίας των εν λόγω μεριδίων σε χρήμα, τίθεται διαζευκτικά. Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019: «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το ακίνητο εντός του οποίου ανεγέρθη η επίδικη κατοικία είναι η μοναδική περιουσία της καθ΄ης η αίτηση, αφού δεν γίνεται εκ μέρους της αναφορά για οποιαδήποτε άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία της. Στην παράγραφο 25 της ενόρκου δηλώσεως της η καθ΄ης η αίτηση αναφέρει ότι: «.διότι αυτή είναι η μόνη και μοναδική κατοικία μου, σε αυτή γεννήθηκαν και μεγάλωσαν τα παιδιά μου..» Η καθ' ης η αίτηση ενώ αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή ότι δηλαδή η ίδια του ανέφερε ότι θα πωλήσει ή μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία για να μην μπορεί να επωφεληθεί ο αιτητής της περιουσίας που απέκτησαν από κοινού, στη συνέχεια παρουσιάζει διαφορετικές εκδοχές για το εν λόγω ζήτημα και συγκεκριμένα: Στην παράγραφο 25 της ενόρκου δηλώσεως της αναφέρει ότι αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας του χωρίς ίχνος αλήθειας, και ότι κανένας λόγος υπάρχει να μεταβιβάσει την κατοικία γιατί είναι η μόνη και μοναδική της κατοικία. Σε άλλο σημείο της ίδιας παραγράφου αναφέρει ότι η κατοικία θα μεταβιβαστεί στα παιδιά τους πράγμα το οποίο ήταν έτοιμη να κάνει για να μην φοβάται ή αγχώνεται ο αιτητής ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας επίσης παραγράφου αναφέρει ότι:«όπως πέρασε από την πρόγιαγιά στη γιαγιά μου από τη γιαγία μου στη μητέρα του από την μητέρα μου σε μένα έτσι θέλω να περάσει και από μένα στα παιδιά μου». Δεδομένων των όσων ανέφερα ανωτέρω κρίνω ότι συντρέχει και η Τρίτη προϋπόθεση του Α.32. Τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Α.32 του Ν. 14/60, συναρτώνται άμεσα και με το στοιχείο του κατεπείγοντος που κατά την άποψη μου αναμφίβολα δικαιολογούσε την έκδοση του επίδικου διατάγματος κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης που απαιτεί ακρόαση και των δύο μερών πριν της άσκηση δικαστικής εξουσίας (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Στην υπόθεση A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.2.2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην Έφεση 17/22 (ανωτέρω), σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος, το Εφετείο παρέπεμψε στη υπόθεση Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/12, 24.3.2017 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ευθέως βεβαίως έρχεται στο προσκήνιο το Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), το οποίο αφορά στη δυνατότητα ex parte έκδοσης διατάγματος απαγορευτικής φύσεως «όταν καταδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Η τελευταία αυτή βάση «άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις» δεν πρέπει να αγνοείται ή να παραγνωρίζεται αφού λειτουργεί - ας μας επιτραπεί ο όρος - ως η άλλη πλευρά του ιδίου νομίσματος ως προς την επιτυχία ή μη της κατάδειξης της τρίτης προϋπόθεσης ή του ικανοποιητικού βάθρου στη βασιμότητα της μονομερούς έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, ευθύς εξ αρχής, βασιμότητα βεβαίως που επαναξιολογείται κατά το στάδιο της ακρόασης της οριστικοποίησης ή μη του διατάγματος, υπό το πρίσμα πλέον των θέσεων της άλλης πλευράς. Εν προκειμένω, είναι φανερό πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο, συσχέτισε την εγκυρότητα του μονομερούς διαβήματος με τη φύση της αξίωσης, την ανάγκη προστασίας της επίδικης περιουσίας στις περιστάσεις που η Εφεσίβλητη κατέδειξε και η πλευρά των Εφεσειόντων δεν «ανέτρεψε» στην έννοια και στα στεγανά μιας προσωρινής θεραπείας (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598).» Σε περίπτωση που ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1Α.Α.Δ.162 [Ολ])). Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών. Πρέπει το Δικαστήριο να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοιζίδου, Πολ. Έφεση αρ. 7/2018 ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ανωτέρω), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην απόφαση του Εφετείου Mints v Shishkin, ΠΕ Αρ. E69/2020 κ.ά., ημερ. 10/1/2024 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε αντιδιαστολή, συμφωνούμε με το ακόλουθο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ως καταγράφεται στη σελ.29 της απόφασης του: «Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του Αιτητή. Σε περίπτωση που εκδοθεί μελλοντικά απόφαση υπέρ του Αιτητή, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων του Αιτητή και να παραμείνει ανικανοποίητη τέτοια απόφαση ένεκα αποξένωσης ή περαιτέρω αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση. Από την άλλη, το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς στους Καθ' ων η Αίτηση από την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τη συμπερίληψη σε αυτά διαφόρων ασφαλιστικών δικλείδων με τις οποίες διασφαλίζεται ότι αυτοί θα μπορούν να συνεχίζουν να διεξάγουν τις εργασίες τους μετά την έκδοση των Διαταγμάτων, φαίνεται να έχει μειωθεί σημαντικά. Η έκδοση επομένως των αιτούμενων Διαταγμάτων στην υπό συζήτηση περίπτωση ενέχει, υπό τις περιστάσεις, τους λιγότερους κινδύνους αδικίας.» Σταθμίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ του αιτητή αφού στην περίπτωση που πετύχει την έκδοση απόφασης προς όφελος του στην εναρκτήρια αίτηση, αυτή δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί στην περίπτωση που το ακίνητο αποξενωθεί ενώ όσον αφορά στην καθ΄ης η αίτηση, δεν θα υποστεί οποιανδήποτε ζημιά αφού σε μια από τις διάφορες εκδοχές που προβάλλει σε σχέση με τον κίνδυνο πώλησης ή μεταβίβασης της κατοικίας είναι ότι δεν προτίθεται να πωλήσει ή μεταβιβάσει το ακίνητο. Σε σχέση με το status quo ante, κατά την άποψη μου αυτό θα διατηρηθεί με την οριστικοποίηση του εκδοθέντως προσωρινού διατάγματος έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι το ½ του ακινήτου θα παραμείνει εγγεγραμμένο επ' ονόματι της καθ΄ης η αίτηση μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο το προσωρινό διάταγμα να καταστεί οριστικό. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα ημερ.26/1/2024, καθίσταται οριστικό μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης και/ ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Εν όψει της κατάληξης μου, ο αιτητής είναι ο επιτυχών διάδικος και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερα περιστατικά για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνακόλουθα, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση. (Υπ.)......... Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο