← Κύπρος

Χ.Π. ν. Χ.Γ., Αρ. Αίτησης 235/2023, 29/11/2024

Χ.Π. ν. Χ.Γ., Αρ. Αίτησης 235/2023, 29/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης։ 235/2023 i-Justice Μεταξύ: Χ.Π. Αιτήτριας -και- Χ.Γ. Καθ' ου η αίτηση ---------------------- Ενδιάμεση αίτηση ημερ. 19/06/2023 Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια։ κα Άννα Ιωάννου για Αθηνά Παπαδοπούλου Σπύρου Για τον Καθ' ου η Αίτηση։ κα Τζούλια Α. Βασιλείου για ΑΝΤΩΝΗΣ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Από τον γάμο τους οι διάδικοι απόκτησαν δύο τέκνα, τον Π.Γ. ηλικίας 15 ετών σήμερα και τον Χ.Γ. ηλικίας 11 ετών περίπου. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 11/09/

  1. Στις 07/02/2017, εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού τελικό διάταγμα επικοινωνίας στην αίτηση Γονικής Μέριμνας με αρ. 124/
  2. Ακολούθως, καταχωρήθηκε νέα αίτηση γονικής μέριμνας που έφερε αρ. 43/2019 με την οποία αξιωνόταν η τροποποίηση του προαναφερόμενου εκδοθέντος διατάγματος και εν τέλει στις 18/07/2019, εκδόθηκε τελικό τροποποιημένο διάταγμα με το οποίο ρυθμιζόταν η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα του, ενώ ταυτόχρονα ανατέθηκε στην Αιτήτρια η φύλαξη και φροντίδα τους και καθορίστηκε ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής της μητέρας τους στην πόλη και επαρχία της Λεμεσού. Οι υπόλοιπες πτυχές της γονικής μέριμνας θα ασκούνταν από κοινού. Στις 19/06/2023, η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει την ακύρωση του διατάγματος, ημερομηνίας 18/07/2019, αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ΄ ου η αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα τους. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης εναρκτήριας αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε κατά την ίδια ημερομηνία και μονομερή αίτηση με την οποία αξιώνει την αναστολή του διατάγματος γονικής μέριμνας, ημερομηνίας 18/07/2019, σε σχέση με το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ΄ ου η αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα και έκρινε ορθό να οριστεί για επίδοση ώστε να ακούσει και τις θέσεις της άλλης πλευράς πριν να εκδώσει την απόφαση του. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։ Η υπό εξέταση Αίτηση στηρίζεται στο Άρθρο ΙΙΙ του Συντάγματος ως ετροποποιήθη υπό του Νόμου 95/89, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (Ν.23/90) ως τροποποιήθηκε άρθρα 2, 3, 11, 12, 14, 15, 16, 18 και 26, στον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο, 216/90 άρθρα 2, 5, 6, 7, 9, 12, 14, 15, 17 και 20, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικό Κανονισμό του 1990 Κανονισμοί 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11 και 12, στον Ν. 23(ΙΙΙ)/2005, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων του παιδιού, στον Ν.5(ΙΙΙ)/2000, στη Σύμβαση περί δικαιωμάτων του παιδιού, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, Θ.1-3, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, ως επίσης επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου. Η Αίτηση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 19/06/2023 στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά των ισχυρισμών της αλλά και των γεγονότων της υπόθεσης. Αρχικά, η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις 07/02/2017, εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού τελικό διάταγμα επικοινωνίας στην αίτηση γονικής μέριμνας με αριθμό 124/
  3. Ακολούθως, καταχωρήθηκε νέα αίτηση γονικής μέριμνας με αριθμό 43/2019, για τροποποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και στις 18/07/2019, εκδόθηκε τελικό τροποποιημένο διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα του. Παραθέτω αυτούσιο το εν λόγω διάταγμα։ «Α. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο ανατίθεται στην Αιτήτρια η φύλαξη και φροντίδα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Π. και Χ. Γ.. Οι υπόλοιπες πτυχές της Γονικής μέριμνας θα ασκούνται από κοινού. Β. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων Π. και Χ. Γ., ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας, στην πόλη και επαρχία Λεμεσού, που σήμερα καθορίζεται ότι είναι η οδός [ ]. Γ. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του Π. και Χ. Γ. ως ακολούθως: I. Την 1η εβδομάδα έκδοσης του διατάγματος την Παρασκευή από η ώρα 3:00μ.μ. μέχρι το Σάββατο η ώρα 1:00 μ.μ. και την 2ην εβδομάδα έκδοσης του διατάγματος το Σάββατο από η ώρα 3:00μ.μ. μέχρι την Κυριακή η ώρα 5:00μ.μ. και ούτω καθεξής και εναλλάξ κάθε επόμενη εβδομάδα. II. Τα Χριστούγεννα θα υπάρχουν οι ακόλουθοι περίοδοι: 1η περίοδος: από τις 23 Δεκεμβρίου η ώρα 4:00μ.μ. μέχρι τις 26 Δεκεμβρίου η ώρα 12:00μ.μ. 2η περίοδος: από τις 30 Δεκεμβρίου η ώρα 4:00 μ.μ. μέχρι τις 2 Ιανουαρίου η ώρα 12:00μ.μ. Ο Καθ' ου η Αίτηση για τα Χριστούγεννα του 2019-2020 θα ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του την 1η πιο πάνω περίοδο. Όταν τα ανήλικα θα είναι με την Αιτήτρια το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση θα αναστέλλεται. III. Το Πάσχα θα υπάρχουν οι ακόλουθοι περίοδοι: 1η περίοδος: Από τη Μεγάλη Τετάρτη από η ώρα 4:00μ.μ. μέχρι την Κυριακή του Πάσχα η ώρα 4:00μ.μ. 2η περίοδος: από την Κυριακή του Πάσχα από η ώρα 4:00μ.μ. μέχρι την Τετάρτη της Διακαινησίμου η ώρα 4:00μ.μ. Ο Καθ' ου η Αίτηση το Πάσχα του 2020, θα ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του την 1ην πιο πάνω περίοδο. iv Το καλοκαίρι θα υπάρχουν οι ακόλουθοι περίοδοι: 1η περίοδος: από τις 10 Αυγούστου από η ώρα 11:00π.μ. μέχρι τις 15 Αυγούστου η ώρα 6:00μ.μ. 2η περίοδος: από τις 16 Αυγούστου από η ώρα 11:00π.μ. μέχρι την 21 Αυγούστου η ώρα 6:00μ.μ. Ο Καθ' ου η Αίτηση το Καλοκαίρι του 2019 θα ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του την 1η πιο πάνω περίοδο. Όταν τα ανήλικα θα είναι με την Αιτήτρια, το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση θα αναστέλλεται. Η Αιτήτρια διατάσσεται να παραδίδει τα ανήλικα τέκνα της από την κατοικία της, στον Καθ' ου η Αίτηση για σκοπούς επικοινωνίας του ως ανωτέρω αναφέρεται και παραλαμβάνει αυτά κατά τη λήξη του δικαιώματος επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση διατάσσεται να παραλαμβάνει τα ανήλικα τέκνα του, από την κατοικία της Αιτήτριας και επιστρέφει αυτά στο ίδιο μέρος κατά τη λήξη του πιο πάνω διατάγματος επικοινωνίας του». Στην συνέχεια, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση μέχρι και τον Νοέμβριο του 2022 εξασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του πιο πάνω διατάγματος. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2022 όταν τα παιδιά των διαδίκων επέστρεψαν στο σπίτι, μετά την επικοινωνία που είχαν με τον Καθ' ου η Αίτηση, δεν ήταν σε καλή διάθεση και κυρίως ο ανήλικος Π.Γ. Πολλές φορές τους ρωτούσε τι είχαν και αν είχε γίνει κάτι μεταξύ τους και του Καθ' ου η Αίτηση, αλλά αρνούνταν να της απαντήσουν. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι επειδή η συμπεριφορά και η στάση των ανήλικων και πιο έντονα του ανήλικου Π.Γ., συνεχιζόταν να ήταν διαφορετική κατά την επαφή με τον πατέρα του, άρχισε να επιμένει και τότε ο Π.Γ. της είπε ότι δεν θέλει να πηγαίνει στον πατέρα του γιατί κατά τις ώρες επικοινωνίας τους, τον βάζει να κάνει πράγματα που δεν του αρέσουν και σε περίπτωση που αρνηθεί, αρχίζει να φωνάζει και αρκετές φορές ασκεί με την συμπεριφορά του ψυχολογική βία. Επίσης, όταν μια μέρα τον θύμωσε ο μικρότερος υιός τους, ο Χ.Γ., ο ανήλικος αδελφός του Π.Γ., μπήκε μεταξύ του Καθ' ου η Αίτηση και του μικρού αδελφού του, σε μία προσπάθεια να τον προστατεύσει και να μην χειροδικήσει. Έτσι, και τα δύο ανήλικα τέκνα τους, ήταν αρκετά πληγωμένα και αναστατωμένα από την στάση και συμπεριφορά του Καθ' ου η Αίτηση. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση διατηρεί εκτροφείο παπαγάλων στο σπίτι του στο χωριό. Όταν τα ανήλικα είναι μαζί του, τα πηγαίνει εκεί για να τα φροντίσουν. Αρκετές φορές, έτυχε τα ανήλικα να είναι παρόντες όταν ο Καθ' ου η Αίτηση, διάλεγε τα μικρά παπαγαλάκια και αυτά που διαπίστωνε ότι δεν ήταν υγιή ή αρτιμελή και είχαν κάποιο πρόβλημα, τα έδινε στην παρουσία των παιδιών στις χελώνες για να τα φάνε ζωντανά. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στα παιδιά τα οποία στεναχωριόντουσαν πάρα πολύ από αυτή την συμπεριφορά του πατέρα τους. Επίσης, αρκετές φορές τους πίεζε να το πράξουν και τα ίδια τα παιδιά. Όταν τα παιδιά αρνούνταν να το κάνουν, τους θύμωνε και τους έλεγε ότι δεν θα γίνουν ποτέ άνδρες εάν συμπεριφέρονται έτσι. Επίσης, τα δύο ανήλικα τέκνα τους, της ανέφεραν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, αρκετές φορές όταν του ζητούσαν να τους αγοράσει κάτι, θύμωνε και τους έλεγε συνεχώς ότι πληρώνει διατροφή στην Αιτήτρια και έτσι αυτός δεν θα τους αγοράζει τίποτε άλλο. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου τους έλεγε ότι στο τέλος θα τους πάρει από την ίδια, ότι θα μένουν μόνιμα μαζί του, ότι θα λαμβάνει ο ίδιος τα επιδόματα από το κράτος και στο τέλος θα αναγκάζεται η Αιτήτρια να τον πληρώνει. Αυτό στεναχωρούσε πολύ τα ανήλικα αλλά ταυτόχρονα τα τρόμαζε, αφού κάθε φορά που τα ανήλικα μετέβαιναν μαζί του, φοβούνταν ότι δεν θα τα επέστρεφε πίσω στην μητέρα τους. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στις 27/11/2022 και μετά την επιστροφή των ανηλίκων από τον Καθ' ου η Αίτηση, ήταν όλοι καλεσμένοι σε κοινωνική υποχρέωση και ζήτησε από τα παιδιά για να μην καθυστερήσουν να πάνε, να ετοιμαστούν για να φύγουν. Τα ανήλικα τέκνα δεν συνεργάζονταν, αντιθέτως τσακώνονταν μεταξύ τους και φώναζαν. Η Αιτήτρια τους ανέφερε ότι εάν δεν ετοιμαστούν σύντομα, τότε να πάρουν τον πατέρα τους τηλέφωνο για να τους πάρει. Ο υιός τους Π.Γ. αμέσως πήρε τηλέφωνο τον πατέρα του και του ζήτησε να έρθει να τους πάρει. Ο Καθ' ου η Αίτηση όταν έφτασε εκεί παρατήρησε ότι ο υιός τους Π.Γ., είχε ένα γδάρσιμο και υπολόγισε ότι τους κτύπησε η Αιτήτρια και ζήτησε από τα παιδιά να πάνε μαζί του. Ο μεγάλος τους υιός Π.Γ. αρνήθηκε να πάει επειδή φοβήθηκε όταν είδε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έβαλε με το ζόρι στο αυτοκίνητο τον αδελφό του. Αμέσως βγήκε από το αυτοκίνητο και ο μικρός υιός τους και δεν τον ακολούθησε και έτσι ο Καθ' ου η Αίτηση αποχώρησε. Ακολούθως, η Αιτήτρια ενημερώθηκε από την αστυνομία ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, φεύγοντας μετέβη αρχικά στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών και στην συνέχεια στο τμήμα Βίας στην Οικογένεια, όπου προέβη σε καταγγελία εναντίον της για άσκηση βίας εναντίον των δύο ανηλίκων τέκνων τους, και την κάλεσαν να πάει να δώσει κατάθεση. Κλήθηκαν να δώσουν κατάθεση και τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων, τα οποία με την συνοδεία αρμόδιας κοινωνικής λειτουργού, έδωσαν οπτικογραφημένη κατάθεση. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι από την ημερομηνία του προαναφερόμενου περιστατικού και μετά από την ταλαιπωρία των δύο ανηλίκων τέκνων τους στον αστυνομικό σταθμό, τα δύο ανήλικα τέκνα τους αρνούνται να έχουν επαφή με τον Καθ' ου η Αίτηση και δεν θέλουν να μεταβαίνουν μαζί του κατά τις ημέρες που προνοούνται στο εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 18/07/
  4. Ισχυρίζεται ακόμα ότι τα παιδιά και ιδιαίτερα ο ανήλικος Π.Γ. είναι πολύ θυμωμένα με τον Καθ' ου η Αίτηση για την συμπεριφορά του αυτή, αλλά ταυτόχρονα και φοβισμένα. Ο Καθ' ου η Αίτηση, παρόλο που τα ίδια τα ανήλικα και κυρίως ο ανήλικος Π.Γ., του μίλησε τηλεφωνικώς και του είπε ότι δεν θέλει να πάει μαζί του, ο ίδιος προχώρησε με καταγγελίες στην αστυνομία για παρακοή διατάγματος. Αναφέρει ότι σχετικά κατηγορητήρια επιδόθηκαν στην ίδια και εκκρεμούν εναντίον της δύο ποινικές υποθέσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επιπρόσθετα, ο Καθ' ου η Αίτηση πέραν των καταγγελιών στην αστυνομία για το ζήτημα αυτό, προχώρησε και με καταχώρηση αιτήσεως παρακοής και στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου επίσης εκκρεμεί αίτηση παρακοής εναντίον της. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα, τα γνωρίζουν τα δύο παιδιά τους και παρόλο που ο Καθ' ου η Αίτηση τους είχε υποσχεθεί ότι θα αποσύρει όλες αυτές τις καταγγελίες για να ηρεμήσουν τα πράγματα, δεν το έπραξε με αποτέλεσμα ο ανήλικος Π.Γ. να είναι πολύ πληγωμένος και θυμωμένος μαζί του, όπως και για όλες τις φορές που του είχε πει ψέματα. Στην συνέχεια, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ενώ τα δύο ανήλικα τέκνα τους ήταν πολύ αρνητικά στο να έχουν οποιαδήποτε επαφή με τον Καθ' ου η Αίτηση, η ίδια μετά από παρέμβαση λειτουργού από το Γραφείο Ευημερίας και μετά από συμβουλή που έλαβε από την δικηγόρο της, με μεγάλη δυσκολία έπεισε τα δύο ανήλικα τέκνα τους να έχουν επαφή με τον Καθ' ου η Αίτηση, σε χώρο του Γραφείου Ευημερίας Λεμεσού, στην παρουσία της κοινωνικής λειτουργού. Η εν λόγω συνάντηση διάρκεσε 15 λεπτά περίπου και διακόπηκε αφού ο ανήλικος Π.Γ. ζήτησε να φύγει καθώς δεν ήθελε να μείνει περισσότερο, όμως και τα δύο παιδιά της ανέφεραν ότι ένιωθαν πολύ άβολα και φοβόντουσαν, καθώς στην συνάντηση τους, ο Καθ' ου η Αίτηση τους είπε ότι τους αγόρασε αεροβόλα όπλα και όταν θα πάνε στο σπίτι του, θα τους τα δώσει. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι μετά που μίλησε με τα δύο ανήλικα τέκνα της, ο Π.Γ. της δήλωσε ότι δεν θέλει να τον πιέσει να κάνει ξανά κάτι το οποίο δεν θέλει και ότι δεν ένιωθε καθόλου καλά σε αυτή την συνάντηση και δεν θέλει να επαναληφθεί ξανά. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι παρόλες τις προσπάθειες που έχει καταβάλει προσωπικά μέχρι και σήμερα για να εξομαλυνθεί το κλίμα που δημιουργήθηκε μεταξύ του Καθ' ου η Αίτηση και των δύο ανηλίκων τέκνων τους, δυστυχώς η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί και παρόλο που δεν ευθύνεται προσωπικά για την στάση αυτή των δύο ανηλίκων τέκνων της, η ίδια ταλαιπωρείται ενώπιον του Οικογενειακού και Ποινικού Δικαστηρίου για θέματα παρακοής διατάγματος. Πιστεύει ότι το συμφέρον και η ψυχολογική υγεία των δύο ανηλίκων τέκνων τους, προηγούνται οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος του Καθ' ου η Αίτηση, στην βάση των περιστάσεων και γεγονότων που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Θεωρεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι για αναστολή του διατάγματος ημερομηνίας 18/07/2019, για το καλώς νοούμενο συμφέρον των δύο ανηλίκων και μέχρι τα ίδια τα παιδιά να νιώσουν έτοιμα να επισκεφθούν ξανά τον πατέρα τους, ο οποίος συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο λόγω της ζήλιας και της έχθρας που έχει προς την ίδια. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στις 28/11/2023 προβάλλοντας συνολικά επτά λόγους οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι։ α) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  5. β) Η Αιτήτρια δεν έχει έρθει ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. γ) Η Αιτήτρια παρέθεσε ψευδή γεγονότα και/ή απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, προσπαθώντας να δώσει στο Δικαστήριο άλλη εικόνα της πραγματικότητας. δ) Έκδηλα τα αιτούμενα διατάγματα πλήττουν το προφανές συμφέρον των ανήλικων παιδιών των διαδίκων να συνεχίσουν να βλέπουν τον πατέρα τους- Καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με το διάταγμα επικοινωνίας ημερομηνίας 18/07/2019 που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. ε) Η Αιτήτρια παραπλανεί το Δικαστήριο παραποιώντας και/ή παρασιωπώντας στοιχεία και γεγονότα όπως π.χ. τον τρόπο που η ίδια επέλεξε να στερήσει από τον Καθ ου η Αίτηση την επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του μετά από ένα συγκεκριμένο συμβάν που έγινε την 27/11/
  6. στ) Η Αίτηση είναι εκβιαστική, πιεστική και καταχρηστική και γίνεται με μοναδικό σκοπό να στερήσει στον Καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του, αφού η ίδια η Αιτήτρια παρακούει στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/07/2019 που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και η ίδια δεν δικαιούται να αιτείται με την παρούσα αίτηση την έκδοση διαταγμάτων με το περιεχόμενο των αιτουμένων διαταγμάτων. ζ) Δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη του επείγοντος. Η ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 28/11/2023 και από την οποία προβαίνω σε ειδική αναφορά των κυριότερων σημείων της. Αρχικά, ο Καθ' ου η Αίτηση παραδέχεται ότι μέχρι και τον Νοέμβριο του 2022 ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του σύμφωνα με τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 18/07/2019, αλλά προσθέτει ότι από τις 02/12/2022 ημέρα που ήταν καθορισμένη η επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του με βάση το εν λόγω διάταγμα, υπάρχει γονική αποξένωση με τα ανήλικα τέκνα του όχι κατ' επιλογή του, αλλά για λόγους που η Αιτήτρια αποκρύβει από το Δικαστήριο και/ή παρασιωπώντας στοιχεία και γεγονότα. Η Αιτήτρια αποκρύβει από το Δικαστήριο ότι στις 02/12/2022 μετέβη στην οικία της για να παραλάβει τα ανήλικα τέκνα του και η ίδια δεν ήταν εκεί, ούτε απαντούσε στα τηλεφωνήματα του. Επίσης, η Αιτήτρια αποκρύβει από το Δικαστήριο ότι στις 02/12/2022 έκανε την πρώτη καταγγελία για παρακοή διατάγματος στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής λόγω της άρνησης της να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του, μετά από συγκεκριμένο περιστατικό που έγινε στις 27/11/
  7. Ο Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει ότι τα όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται περί φόβου των ανήλικων τέκνων τους προς το πρόσωπο του και δήθεν άσκησης πίεσης και ψυχολογικής βίας προς τα ανήλικα τέκνα του από τον ίδιο, είναι προϊόν δεύτερων σκέψεων της ίδιας της Αιτήτριας μετά το περιστατικό που έγινε στις 27/11/2022 και λόγω των δυο ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούν εναντίον της Αιτήτριας για παρακοή του εν λόγω διατάγματος επικοινωνίας, με απώτερο της σκοπό να αποσύρει τις υποθέσεις. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι πριν από το συμβάν της 27ης Νοεμβρίου 2022 τα ανήλικα τέκνα του διανυκτέρευαν μαζί του κάθε Σαββατοκυρίακο όπως ορίζει το διάταγμα ημερομηνίας 18/07/2019 ήτοι Παρασκευή από η ώρα 3:00 μ.μ μέχρι το Σάββατο η ώρα 1:00 μ.μ και το ερχόμενο Σαββατοκύριακο, το Σάββατο από η ώρα 3:00 μ.μ μέχρι την Κυριακή η ώρα 5:00 μ.μ και ουδέποτε παραπονέθηκαν για την συμπεριφορά του απέναντί τους, ούτε εξέφρασαν ποτέ φόβο ή ένιωσαν πίεση από τον ίδιο. Επιπλέον, αναφέρει ότι η σχέση τους ήταν τόσο καλή που όταν η μητέρα τους τα κτύπησε στις 27/11/2022, τον ίδιο πήρε πρώτα τηλέφωνο ο υιός του Π.Γ. και του είπε «παπά έλα να με πιάσεις και δέρνουν με». Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η ίδια η Αιτήτρια με λόγια και πράξεις απέτρεψε την επαφή και επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα του, για να μην μιλήσει με τα τέκνα του ξανά για το γεγονός της βίας το οποίο κατήγγειλε την ίδια ημέρα που έγινε το περιστατικό στο ΤΑΕ Λεμεσού και θα γινόταν σχετική έρευνα. Όπως ενημερώθηκε, ενώ το περιστατικό έγινε στις 27/11/2022 τα ανήλικα τέκνα του πήγαν μετά από 25 ημέρες με τη συνοδεία του δικηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση και του αδελφού της ο οποίος είναι αστυνομικός στο επάγγελμα, για οπτικογραφημένη κατάθεση. Και ενώ προηγουμένως δεν είχαν μιλήσει καθόλου μαζί του από τις 27/11/2022 και συνέχισαν να διαμένουν με την μητέρα τους η οποία άσκησε βία εναντίον τους και η οποία δεν τον άφησε να δει ξανά τα ανήλικα τέκνα του, ισχυριζόμενη ότι αυτά δεν θέλουν να τον δούν. Ισχυρίζεται ακόμα ότι αυτή η καθυστέρηση από την πλευρά της αστυνομίας αλλά και των υπηρεσιών, έδωσε στην Αιτήτρια την ευκαιρία να μείνει με τα ανήλικα τέκνα τους και να τα επηρεάσει αρνητικά για το άτομο του, αφού σε πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ανήλικο υιό του Π.Γ. εντός του μηνός Φεβρουαρίου 2023 αυτός του ανέφερε։ «θα μας ξαναδείς όταν σταματήσεις όλες τις καταγγελίες προς την μάμα μας». Ισχυρίζεται επίσης ότι ανέκαθεν τις μέρες που εξασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του έκανε πάρα πολλά πράγματα μαζί τους και ουδέποτε οι υιοί του παραπονέθηκαν στον ίδιο ή στην μητέρα τους για τις οποιεσδήποτε πράξεις τις οποίες του καταλογίζει η Αιτήτρια. Τα γεγονότα που ισχυρίζεται η Αιτήτρια, αναφέρονται με σκοπό να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο ένα διαφορετικό πρόσωπο από αυτό που πραγματικά είναι, ώστε να σχηματίσει κακή εντύπωση για το άτομο του, ώστε να εξασφαλίσει ένα διάταγμα το οποίο η ίδια δεν δικαιούται. Από τις παραγράφους 15 και 16 της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας, ο Καθ' ου η Αίτηση παραδέχεται μόνο ότι επέστρεψε τα ανήλικα τέκνα του στις 27/11/2022 μετά που εξάσκησε το δικαίωμα επικοινωνίας του καθώς και το ότι δέχθηκε τηλεφώνημα από τον υιό του Π.Γ. Στην συνέχεια, ισχυρίζεται ότι στο τηλεφώνημα ο υιός του Π.Γ. του είπε։ «παπά έλα να με πιάσεις και δέρνουν με» και πως όταν μετέβη στην οικία της μητέρας της Αιτήτριας μετά το τηλεφώνημα του υιού του, ο υιός του Χ.Γ. βγήκε έξω από την οικία και του είπε։ «επιτεθήκαν μας». Ακολούθως, βγήκε και ο Π.Γ. από την οικία όπου στο πρόσωπό του διέκρινε αίματα και ο οποίος του ανέφερε։ «παπά μην κάνεις κάτι γιατί μιλώ με την μάμα και προσπαθούμε να τα βρούμε». Επιπρόσθετα, ο Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι ενώ βρισκόταν στο ΤΑΕ Λεμεσού για να καταγγείλει το γεγονός στις 27/11/2022, έλαβε μήνυμα στο κινητό του από το τηλέφωνο του υιού του Π.Γ. η ώρα 9:24 π.μ στο οποίο έγγραφε։ «παπά εμερώσαμε με την μάμα εκάμαμεν λάθος που εμαλώσαμε μαζί της γιατί η μάμα εν πάντα δίπλα μας». Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, στιγμιότυπο οθόνης με ημερομηνία 27/11/
  8. Σε σχέση με την μετάβαση των ανήλικων τέκνων τους στο Τμήμα Βίας στην Οικογένεια, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια αποκρύβει από το Δικαστήριο ότι τα ανήλικα τέκνα τους τα συνόδεψαν εκτός από την λειτουργό και ο αδελφός της Αιτήτριας κος Γ.Π. ο οποίος είναι αστυνομικός στο επάγγελμα. Αποτελεί ισχυρισμό του Καθ' ου, ότι τα ανήλικα τέκνα του βρίσκονταν κάτω από πίεση στην εν λόγω συνάντηση. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση αρνείται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο ανήλικος υιός τους Π.Γ. ήταν αυτός που του έλεγε ότι δεν θέλει να έρθει μαζί του. Επαναλαμβάνει ότι η ίδια η Αιτήτρια είναι αυτή που δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματά του και/ή δεν ανταποκρινόταν. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια καταχρηστικά προβαίνει στην αίτηση για αναστολή του διατάγματος γιατί είναι αυτή που παρακούει και δεν δύναται να αιτείται από το Δικαστήριο τις αιτούμενες θεραπείες. Ο Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια μιλά για τον ίδιο προς τα ανήλικα τέκνα τους με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι θέλει να κάνει κακό στην μητέρα τους. Για αυτό και η αναφορά του υιού του Π.Γ. εντός του μηνός Φεβρουαρίου 2023 ότι։ «θα μας ξαναδείς όταν σταματήσεις όλες τις καταγγελίες προς τη μάμα μας» βγάζοντας ο ίδιος μένος προς το πρόσωπό του. Επιπρόσθετα, ο Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει ότι αγνοεί την παράγραφο αρ. 23 της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας, διότι δεν γνωρίζει τι συμβαίνει με τα ανήλικα τέκνα του εδώ και ένα έτος, ήτοι από τις 27/11/2022 και επιπλέον ισχυρίζεται ότι εάν τα ανήλικα τέκνα του είναι φοβισμένα και αναστατωμένα δεν είναι από την δική του συμπεριφορά αλλά της Αιτήτριας η οποία δεν τα αφήνει να τον δουν από τις 27/11/2022 που έγινε το πιο πάνω περιστατικό το οποίο είχε καταγγείλει. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι όποιες φοβίες και αναστάτωση υπάρχει στα παιδιά του, πηγάζουν από την συμπεριφορά και τα λεγόμενα της Αιτήτριας για το άτομο του λόγω των καταγγελιών που υπάρχουν, αλλά και λόγω του ότι δεν προέβη σε απόσυρση τους. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας όπως διαλαμβάνονται στην παράγραφο αρ. 25 της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας και ισχυρίζεται ότι είναι μετά από πολλές πιέσεις δικές του προς το Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού και όχι της Αιτήτριας, που το γραφείο διευθέτησε συνάντηση μεταξύ του ίδιου και των δυο ανήλικων υιών του σε χώρο του Γραφείου Ευημερίας. Δυστυχώς, αναφέρει ότι εκείνη τη ημέρα, αντίκρισε δυο παιδιά γεμάτα νευρικότητα και πολύ αποξενωμένα από τον ίδιο σε μια επικοινωνία που διήρκησε μόλις 15-20' περίπου. Όσον αφορά την αναφορά του για την αγορά αεροβόλων όπλων στην οποία αναφέρεται η Αιτήτρια μέσα από την ένορκη δήλωση της, αυτή έγινε γιατί τα ανήλικα τέκνα του είναι αγόρια ηλικίας 10 και 14 ετών αντίστοιχα, και είχαν συζητήσει στο παρελθόν για να ξεκινήσουν μαθήματα σκοποβολής, αλλά λόγω του ότι γινόταν παρακοή του διατάγματος ημερ.18/07/2019, από τις 02/12/2022 μέχρι και την συνάντηση τους στο γραφείο δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να το συζητήσουν. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου αρ. 29 της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας και ισχυρίζεται ότι αυτή δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια ώστε να δει τα ανήλικα τέκνα του και αρκείται στο να δηλώνει ότι αυτά δεν θέλουν να τον δουν. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι στις 30/09/2023 επισκέφθηκε πάλι την κατοικία της Καθ' ης η Αίτηση για να παραλάβει τα τέκνα του για σκοπούς επικοινωνίας, όπως προνοείται στο διάταγμα ημερομηνίας 18/07/2019 χωρίς όμως και πάλι αποτέλεσμα. Όταν πήγε να παραλάβει τα τέκνα του, δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι εκείνη την ώρα για να του ανοίξει και σε προσπάθεια του να επικοινωνήσει μαζί με την Καθ' ης η Αίτηση, αυτή δεν απαντούσε στις κλήσεις του. Κατάγγειλε εκ νέου το περιστατικό στον αστυνομικό σταθμό Επισκοπής και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να προχωρήσουν σε αίτηση παρακοής εναντίον της γιατί έχει ένα ολόκληρο χρόνο να δει τα παιδιά του και οι ποινικές υποθέσεις που αφορούν παρακοές δεν έχουν εκδικαστεί ακόμα. Επιπρόσθετα, οι δικηγόροι του τον ενημέρωσαν ότι σε επικοινωνία που είχαν με τους δικηγόρους της Αιτήτριας, τους είπε ότι θα δει τα ανήλικα τέκνα του, αλλά στο Γραφείο Ευημερίας στην παρουσία λειτουργού κάτι το οποίο θεωρεί παράλογο λόγω της ηλικίας των τέκνων του που είναι σήμερα 14 και 10 ετών αντίστοιχα και αφού εναντίον του δεν υπάρχει κάτι μεμπτό, ώστε να μην του επιτρέπεται να ασκήσει απρόσκοπτα το δικαίωμα επικοινωνίας του με τα παιδιά του. Ο Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι τυχόν έκδοση διατάγματος για αναστολή του διατάγματος ημερομηνίας 18/07/2019 αναφορικά με την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, θα πλήξει το προφανές συμφέρον των ανήλικων παιδιών του να συνεχίσουν να τον βλέπουν και θα επιτρέψει περαιτέρω γονική αποξένωση στην ήδη υφιστάμενη γονική αποξένωση, η οποία αποτελεί μορφή άσκησης συναισθηματικής βίας από την Αιτήτρια προς τα παιδιά του. Θεωρεί ότι σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο επιτρέψει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τούτο θα έχει καταστρεπτικό αποτέλεσμα για τον ίδιο και τα ανήλικα τέκνα τους, καθώς θα δημιουργήσει σοβαρή αποξένωση μέσω της ψυχολογικής χειραγώγησης τους από την Αιτήτρια, αφού πιστεύει ότι συμμάχησαν ώστε να μην έρθουν κοντά του, μέχρι να αποσύρει τις κατηγορίες και τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον της Αιτήτριας, στερώντας του από τις 27/11/2023 να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του ως το διάταγμα ορίζει. Θεωρεί ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας μόνο εκβιαστική, καταχρηστική και κακόβουλη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους, ενώ ούτε καταχωρήθηκαν οποιεσδήποτε συμπληρωματικές-απαντητικές ένορκες δηλώσεις των μερών. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)(Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα της αναστολής του διατάγματος επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα του, σε συνάρτηση με τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν. 216/90) και τις τροποποιήσεις αυτού. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5
(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Με βάση το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.
(2)εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου, (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1911). Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 ΑΑΔ 1588, 1593 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων». Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία». Το θεμελιώδες δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο θεμελιώνεται μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Ν.216/90 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «17
(1)։ Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2)Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3)Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6». Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», Τόμος VII, αναφέρονται τα πιο κάτω (σελ. 228-229): «Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων. Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες». Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της επικοινωνίας, παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα 'Οικογενειακό Δίκαιο-Τόμος ΙΙ' Όγδοη έκδοση
(2021)της Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, όπου στην σελ. 338 αναφέρονται τα ακόλουθα։ «Η διευκόλυνση και η προώθηση του δικαιώματος επικοινωνίας μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως η εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία με αυτόν προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτής της διευκόλυνσης ο υπόχρεος οφείλει να διαπαιδαγωγήσει το παιδί, έτσι ώστε αυτό να αποδέχεται την επικοινωνία, όχι όμως βέβαια και κάμπτοντας την τυχόν αντίσταση του παιδιού με την βία. Εννοείται άλλωστε, ότι ο υπόχρεος οφείλει κατά μείζονα λόγο να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία, «κρύβοντας» λ.χ. το παιδί και γενικότερα παραβιάζοντας την συμφωνία ή την δικαστική απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία χωρίς να υπάρχουν για αυτό σοβαροί λόγοι που υπαγορεύονται από το συμφέρον του ανήλικου και που σχετίζονται με την σωματική ή ψυχική υγεία του. Μορφή παρεμπόδισης συνιστά επίσης ο επηρεασμός του παιδιού ώστε αυτό να αρνείται την επικοινωνία και η άρνηση να οφείλεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτόν τον επηρεασμό (κάτι που είναι πιθανότερο να συμβεί όταν το παιδί είναι μικρό σε ηλικία ή πνευματικά ανώριμο). Εξάλλου, υποχρεώσεις έχει και ο δικαιούχος της επικοινωνίας ο οποίος τις ώρες που βλέπει το παιδί, οφείλει να μην διαταράζει την σχέση του με τον υπόχρεο της επικοινωνίας είτε προσπαθώντας να εμπνεύσει στο παιδί αντιπάθεια για τον υπόχρεο είτε επεμβαίνοντας στον τρόπο άσκησης της επιμέλειας, την οποία συνήθως θα έχει ο υπόχρεος». Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΑ ΑΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ։ Στο τέλος της διαδικασίας το Δικαστήριο είχε συνέντευξη στο γραφείο με τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων τον Π.Γ. ηλικίας 14 ετών και τον Χ.Γ. ηλικίας 10 ετών και η οποία έλαβε χώρα στην βάση της καθοδηγητικής απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. -ν- Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερομηνίας 07/07/2022, όπου κρίθηκε αναγκαία η λήψη προσωπικής συνέντευξης με το ανήλικο τέκνο ακόμα και στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης. Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του. Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα: «H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6
(3)του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ' αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους. Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6
(3)του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του». Στην απόφαση Π.Ε. -και- K.R.U. του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Έφεση αρ. 23/18, ημερομηνίας 03/12/19, η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου τόνισε τα ακόλουθα: «H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου
(2004)1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα». Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (σελ. 560-561): «β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα.» Το άρθρο 12
(1)του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου (Ν.5(ΙΙΙ)/2000) διαλαμβάνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής των απόψεων του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και δίδεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητας του. Η καταλυτική σημασία του δικαιώματος ακρόασης των παιδιών διαφαίνεται και μέσα από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2201/2003 για την διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, όπου στο άρθρο 23(β) αναφέρεται ότι απόφαση που αφορά την γονική μέριμνα, δεν αναγνωρίζεται αν έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο παιδί δυνατότητα ακρόασης κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του κράτους αναγνώρισης. Αρχικά, σε σχέση με την συνέντευξη με τον ανήλικο Π.Γ., διαπίστωσα ότι το παιδί ήταν ευδιάκριτα νευρικό, αγχωμένο και αμήχανο, ενώ δεν διατήρησε καθόλου οπτική επαφή μαζί μου. Στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, απαντούσε σχεδόν μηχανικά και κάποιες φορές τοποθετείτο χωρίς πρώτα να ερωτηθεί. Ακολούθως, ξεθάρρεψε κάπως και ήταν πιο ομιλητικός εκφράζοντας τις απόψεις του με περισσότερη άνεση και γλαφυρότητα. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος Π.Γ. ανέφερε ότι ο πατέρας του, του θύμωνε συνέχεια και του έβαζε τις φωνές, αλλά και ότι τον έδερνε δίνοντας του ¨πάτσους¨. Ανέφερε ακόμα ότι τον φοβόταν. Ρωτήθηκε πως περνούσαν με τον Καθ' ου η Αίτηση τα σαββατοκυρίακα και τις εορτές των Χριστουγέννων ή του Πάσχα όταν ασκείτο το δικαίωμα επικοινωνίας του και αυτός απάντησε τα ακόλουθα։ «Εν θυμούμαι. Εν τζι εκάμνανεν τζιε κάτι. Τζιε όποτε πηγαίναμε άρχιζε τζι εφώναζεν μας συνέχεια. Έδερνεν μας, γενικά έτσι». Ακολούθως μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, απάντησε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση τους έβαζε να κάνουν πράγματα που δεν τους άρεσαν, όπως ότι τους άφηνε μόνους τους στο σπίτι και πρόσεχε τον αδελφό του που ήταν ο πιο μικρός. Δεν έπαιζαν με τον πατέρα του και δεν έκαναν δραστηριότητες μαζί. Το μόνο που έκαναν ήταν να τους βάζει δουλειές στο κτηνοτροφείο του. Όταν ρωτήθηκε πως ένοιωθε όταν ήταν με τον πατέρα του, απάντησε ότι συνέχεια ένοιωθε φόβο, τους φώναζε και τους έδερνε κάποιες φορές και δεν ήθελε να πηγαίνει. Δεν θυμόταν να αναφέρει κάποια χαρούμενη στιγμή που έζησε με τον πατέρα του. Όταν ρωτήθηκε αν η μητέρα του του μιλά για τον πατέρα του, ανέφερε ότι του λέει ότι πρέπει να πηγαίνουν να τον βλέπουν διότι είναι καλός και θα προσπαθήσει να αλλάξει και μιλούσε με καλά λόγια για αυτόν, αλλά αυτός δεν την πίστευε επειδή τον γνωρίζει. Και παλιά έλεγε ότι θα αλλάξει και έγινε χειρότερος. Όταν ρωτήθηκε αν ο πατέρας του μιλούσε για την μητέρα του, ανέφερε ότι τον άκουσε να την βρίζει και να την κατηγορεί. Ο ανήλικος ρωτήθηκε αν μετά από τόσο καιρό που πέρασε θα επιθυμούσε να ξαναρχίσει να βλέπει τον πατέρα του και αυτός απάντησε αρνητικά, διότι τον απείλησε ότι θα τον ¨σάσει¨ καλά και ότι θα σκοτώσει την μητέρα του. Στην συνέχεια, όταν ρωτήθηκε για την άποψη του πως θα ήθελε να αλλάξει αυτή η κατάσταση, ο ανήλικος Π.Γ. ανέφερε ότι δεν θέλει να βλέπει τον πατέρα του και ότι από τότε βελτιώθηκαν οι βαθμοί του στο σχολείο, ενώ του αδελφού του άλλαξε η συμπεριφορά του προς το καλύτερο, αφού είναι πιο χαρούμενος πλέον και το ίδιο ισχύει και για την μητέρα του. Συνοψίζοντας, διαπίστωσα ότι ο ανήλικος Π.Γ. ήταν αρκετά προβληματισμένος και αγχωμένος για την κατάσταση που επικρατεί, ενώ συγχρόνως φάνηκε αρκετά απόλυτος στις θέσεις του. Με βάση τα πιο πάνω, εύκολα μπορεί να συναχθεί ότι ο ανήλικος Π.Γ. διαθέτει την αναγκαία εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης με βάση και την ηλικία του, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης έστω και στο παρόν στάδιο της υπόθεσης. Θεωρώ ότι εξέφρασε την γνώμη και τις απόψεις του ελεύθερα και αυθόρμητα αν και δεν διέκρινα τουλάχιστον με βεβαιότητα, οποιαδήποτε προκατάληψη ή επηρεασμό. Συνεπώς, θεωρώ ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο οι απόψεις και επιθυμίες του, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη του, έστω και σε αυτό το προκαταρτικό στάδιο της υπόθεσης και έχοντας πάντα κατά νου τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Ακολούθησε η συνέντευξη του Δικαστηρίου με τον ανήλικο Χ.Γ., ο οποίος τελούσε σε σύγχυση και αμηχανία και ο οποίος παρουσιάστηκε πιο λακωνικός και επιφυλακτικός σε σχέση με τον μεγαλύτερο αδελφό του. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αν περνούσε ωραία όταν πήγαιναν στον πατέρα τους, ο ανήλικος απάντησε αρχικά ότι δεν θυμάται και στην συνέχεια ανέφερε ότι δεν περνούσαν ωραία διότι ο Καθ' ου η Αίτηση τους φώναζε, τους έδερνε και τους έβαζε τιμωρίες. Δεν θυμόταν να περιγράψει μία όμορφη στιγμή που έζησε με τον πατέρα του. Ανέφερε ακόμα ότι δεν πεθυμά τον πατέρα του και ούτε μιλούν στο τηλέφωνο. Όταν ρωτήθηκε αν θέλει να ξαναρχίσει να βλέπει τον Αιτητή μετά από τόσο καιρό, απάντησε αρνητικά διότι αν πάει τώρα μπορεί ο πατέρας του να τον σκοτώσει, επειδή απείλησε τον αδελφό του την προηγούμενη φορά. Ανέφερε ακόμα μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ότι αν άλλαζε ο χαρακτήρας του πατέρα του, γινόταν καλός, δεν φώναζε, δεν έβριζε και δεν απειλούσε, τότε θα σκεφτόταν να τον ξαναδεί. Στην βάση των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι ο ανήλικος Χ.Γ. τελούσε σε καθεστώς σύγχυσης και συνεπώς δεν ήταν σε θέση να εκφράσει γνήσια και ανεπηρέαστα τις πραγματικές του επιθυμίες. Ούτε μου έδωσε την εντύπωση ότι διαθέτει την αναγκαία εκείνη ωριμότητα (είτε ωριμότητα σκέψης-αντίληψης, είτε συναισθηματική ωριμότητα) για να δύνανται να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι δηλώσεις στις οποίες προέβη κατά την διάρκεια της συνέντευξης του. Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του στην ηλικία των 10 ετών, φαίνεται να είναι ακόμα σε στάδιο ανάπλασης και διαμόρφωσης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Στην υπό εκδίκαση υπόθεση, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον η Αιτήτρια είναι η μητέρα των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας. Η Αιτήτρια με βάση τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 18/07/2019, ανέλαβε την φύλαξη και φροντίδα των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, ενώ καθορίστηκε ως τόπος διαμονής τους, ο δικός της τόπος διαμονής. Προκύπτει ακόμα μέσα από την ολότητα της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι τόσο η Αιτήτρια όσο και ο Καθ' ου η Αίτηση διαφωνούν ριζικά σε σχέση με την άσκηση της επικοινωνίας με τα ανήλικα τέκνα τους, τον τρόπο άσκησης της και το αν θα πρέπει να διακοπεί ή όχι, τουλάχιστον μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Από την μία, η πλευρά της Αιτήτριας παραθέτει μία σειρά από ανησυχητικά περιστατικά και γεγονότα, τα οποία κατά την άποψη της καταδεικνύουν ότι προκύπτουν σημαντικοί λόγοι οι οποίοι συνηγορούν στην αναστολή του διατάγματος ημερομηνίας 18/07/2019 για το καλώς νοούμενο συμφέρον των δύο παιδιών της. Δηλαδή, ουσιαστικά αξιώνει την αναστολή της επικοινωνίας των δύο ανήλικων τέκνων της με τον Καθ' ου η Αίτηση, μέχρι αυτά να νοιώσουν ξανά έτοιμα να επισκεφθούν τον πατέρα τους, αφού κατά την ίδια δεν το επιθυμούν κατά το παρόν χρονικό στάδιο. Από την άλλη πλευρά, ο Καθ' ου η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και θεωρεί ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα οδηγήσει με βεβαιότητα στην γονική αποξένωση των παιδιών τους από τον πατέρα τους, απότοκο της ψυχολογικής χειραγώγησης από την μητέρα τους, αφού φαίνεται ότι συμμάχησαν για να μην υπάρχει επικοινωνία μαζί του, μέχρι αυτός να αποσύρει τις κατηγορίες και τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον της Αιτήτριας. Τονίζω σε αυτό το σημείο, ότι το Δικαστήριο στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο, δεν θα καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τα διαφιλονικούμενα θέματα τα οποία αποτελούν την ουσία της κυρίως αίτησης. Σημειώνω, ότι το Δικαστήριο στην υπό κρίση αίτηση δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς, διέταξε την επίδοση της αίτησης και άκουσε και τις δύο πλευρές. Επομένως, δεν εφαρμόζονται οι κανόνες για πλήρη αποκάλυψη (Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 816. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799): «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία». Η τρίτη προϋπόθεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427): «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.» Πράγματι, μέσα από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 19/06/2023 προβάλλονται διάφορα σοβαρά περιστατικά σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και την συμπεριφορά και την στάση του Καθ' ου η Αίτηση απέναντι τους. Εν τούτοις, διαπιστώνω ότι δεν διαφαίνονται να ενυπάρχουν εκείνες οι ειδικές και εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες ενδέχεται να καθιστούν απαραίτητη, επείγουσα και αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα αναφερόμενα περιστατικά φαίνεται τουλάχιστον στο στάδιο εξέτασης της παρούσας Αίτησης, να μην είναι ικανά να αποκλείσουν και να αναστείλουν το δικαίωμα άσκησης επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα του, όπως για παράδειγμα επιβάλλεται σε περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ή επιβεβαιωμένης πρόκλησης βίας σε ανήλικο μετά από καταδίκη. Οι λόγοι που έχουν προβληθεί από την πλευρά της Αιτήτριας προς τον σκοπό αναστολής και διακοπής της επικοινωνίας των παιδιών της με τον πατέρα τους, δεν έπεισαν το Δικαστήριο έστω σε προκαταρτικό βαθμό ότι αποτελούν αδήριτη ανάγκη και ούτε καθίστανται επαρκείς. Στην βάση των προαναφερόμενων θέσεων των διαδίκων, έχω διαπιστώσει ότι η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με τα δύο ανήλικα τέκνα του ασκείτο κανονικά και αδιάλειπτα με τα όποια προβλήματα της, από την ημερομηνία έκδοσης του επίδικου διατάγματος στις 18/07/2019 μέχρι και την ημερομηνία που επεσυνέβη το περιστατικό στις 27/11/2022 αλλά και την καταγγελία που ακολούθησε στην αστυνομία. Από εκείνη την ημερομηνία και μετέπειτα, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω επικοινωνία διακόπηκε ξαφνικά, η στάση και συμπεριφορά των δύο ανήλικων τέκνων άλλαξε άρδην απέναντι στον πατέρα τους και από τότε δεν τον έχουν ξαναδεί, ενώ βρίσκονται κάτω υπό την φύλαξη, φροντίδα και συνεπακόλουθα την οποία επιρροή της μητέρας τους. Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Σε κάθε περίπτωση, για σκοπούς πληρότητας προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και αξιολογώντας σφαιρικά τα δεδομένα της παρούσης υπόθεσης, δεν θεωρώ και ούτε έχω πειστεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που ο Καθ' ου η Αίτηση θα πρέπει να αποστερηθεί του δικαιώματος για επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα του. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει κατά την άποψη μου υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Και τούτο διότι, η αναστολή του δικαιώματος επικοινωνίας ενός πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του, αποτελεί ένα ιδιαίτερα δραστικό μέτρο, το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει κατά το στάδιο της εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης, όταν πλέον θα έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων και κυρίως τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Οτιδήποτε διαφορετικό, δεν θα ήταν ορθό ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης και θα προκαλούσε αδικία στην μία ή την άλλη πλευρά. Είναι η θέση μου, ότι σε αρκετές από τις υποθέσεις παρόμοιας φύσης που απασχολούν τα Οικογενειακά Δικαστήρια, παρατηρείται δυστυχώς, μια προσπάθεια του γονέα με τον οποίο διαμένουν τα ανήλικα τέκνα, για περιορισμό ή και αποκλεισμό του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένουν τα ανήλικα, η οποία σταδιακά οδηγεί αναπόφευκτα στην γονική αποξένωση, με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό στην ψυχολογία κυρίως των παιδιών τους. Τα ανήλικα τέκνα επιβάλλεται να έχουν ποιοτικό χρόνο και με τους δυο γονείς τους, ούτως ώστε να αναπτυχθούν ομαλά και ισορροπημένα. Αυτό ουσιαστικά επιβάλλει το γνήσιο καλώς νοούμενο συμφέρον τους. Θεωρώ ότι, σε περίπτωση έγκρισης της υπό εξέταση Αίτησης θα υποστούν ζημία τόσο τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων όσο και ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση, αφού θα αποτελέσει το έναυσμα για την παγίωση της περαιτέρω αποξένωσης μεταξύ του πατέρα και των δύο ανήλικων τέκνων του, η οποία με την πάροδο του χρόνου και μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας Αίτησης ενδεχομένως να έχει ως απότοκο μη αναστρέψιμα αποτελέσματα. Τυχόν έγκριση της αιτούμενης θεραπείας στη βάση των όσων έχω αναφέρει, θα αντίκειται στο πραγματικό συμφέρον των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, τα οποία βρίσκονται στην εφηβεία και προεφηβεία αντίστοιχα και που σίγουρα έχουν ανάγκη την πατρική φιγούρα στη ζωή τους. Και τούτο, λαμβάνοντας υπόψη το παραδεκτό γεγονός ότι η τελευταία φορά που ασκήθηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με τα παιδιά του, ήταν πριν ακριβώς δύο έτη. Ισοζυγίζοντας τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν εγκριθεί η αξίωση της Αιτήτριας, παρά από το να μην εγκριθεί, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι και τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων δήλωσαν ξεκάθαρα την πρόθεση και επιθυμία τους να μην διατηρήσουν επικοινωνία με τον πατέρα τους, όπως διαφάνηκε μέσα από την συνέντευξη που έλαβε χώρα στις 25/04/
  2. Εν τούτοις, σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια εξέτασης μίας τέτοιας Αιτήσεως δεν μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις απόψεις τους, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό ώστε να ρυθμίζεται τελεσίδικα το εν λόγω ζήτημα και χωρίς μάλιστα να τεθούν πρώτα ενώπιον του Δικαστηρίου, τα διαφωτιστικά ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στην υπόθεση Αρ. 8/2021 Γ.Κ. -και- Ε.Ζ ημερομηνίας 13/05/2021, επισημάνθηκε σε σχέση με την ευχέρεια με την οποία ένας ανήλικος που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, μπορεί να επηρεαστεί από τους γονείς και τις συνεπακόλουθες υποχρεώσεις τους, ώστε να αποφεύγεται ο σχηματισμός εχθρότητας του παιδιού προς τον άλλο γονέα κατά τρόπο που να αντιβαίνει προς το συμφέρον του, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρέπεμψε στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Αρείου Πάγου ΑΠ 1910/2005: «Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμα ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητα του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξ άλλου της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει τη γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιλογή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής. Συνεπώς η αρνητική στάση των παιδιών, συνέχισε, ορθά, το δικαστήριο, δεν οδηγεί άνευ ετέρου και στην απαλλαγή του πατέρα, αλλά θεώρησε ότι είχε την υποχρέωση να αναζητήσει τους λόγους για τους οποίους τα παιδιά αντιδρούν, ώστε να διαφανεί κατά πόσον αυτοί οφείλονται σε υπαίτιες, επί σκοπώ ενέργειες του πατέρα». Είναι η θέση μου, ότι η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος χωρίς την παρουσία του πατέρα στην ζωή των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, είχε ως αποτέλεσμα να επέλθει η γονική αποξένωση, χωρίς να υπεισέρχομαι στα αίτια που την δημιούργησαν και ποιος γονέας ευθύνεται για αυτή την πραγματικότητα. Στο σύγγραμμα ΄΄Πανδέκτης Οικογενειακού Δικαίου΄΄ του Σ. Λιασίδη, έκδοση 2024, Τόμος Α' σελ. 557, γίνεται αναφορά στο ζήτημα του συνδρόμου της γονικής αποξένωσης και τις επιπτώσεις του στο επηρεαζόμενο τέκνο. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα։ «Το 2002 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναγνώρισε το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης. Η Mary Banotti
(2002)Report on the Delibarations of the committee on petitions during the parliamentary year 2002-2003 Appendix v) διαμεσολαβήτρια για τις απαγωγές παιδιών σε διεθνές επίπεδο, γράφει στην έκθεση της ότι։΄΄Αυτό το φαινόμενο αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως πρόβλημα των παιδιών στα οποία δεν επιτρέπεται η πρόσβαση στον ένα ή στον άλλο γονέα. Ο γονέας που έχει την επιμέλεια φροντίζει να αποξενώσει τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια από τα παιδιά του και αυτή η πρακτική είναι δυστυχώς πολύ συνηθισμένη και έχει καταστροφικές συνέπειες για το παιδί΄΄. Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια επικαλείται ως προμετωπίδα των επιχειρημάτων της, την επίμονη άρνηση των δύο ανήλικων τέκνων της για να έχουν επικοινωνία με τον πατέρα τους, διότι τους ασκεί ψυχολογική βία. Εν τούτοις, στα πλαίσια εξέτασης της παρούσης ενδιάμεσης αίτησης, κρίνω ότι η εν λόγω άρνηση και επιθυμία των παιδιών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η τελεσίδικη διευθέτηση του ζητήματος, παρακάμπτοντας, αποκλείοντας και αναστέλλοντας το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα που δεν έχει την φύλαξη των ανήλικων τέκνων και μάλιστα χωρίς ουσιαστική προσπάθεια ανεύρεσης των πραγματικών αιτιών της διακοπής και άρνησης της εν λόγω επικοινωνίας. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι εκδόθηκε εκ συμφώνου ένα διάταγμα επικοινωνίας, για το οποίο θα πρέπει να υπάρξουν γνήσιες προσπάθειες από τους διάδικους για να τηρηθεί, έστω και με τις δυσχέρειες και αντιδράσεις που προκύπτουν. Διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος, με την πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος χωρίς επικοινωνία με τον ένα γονέα, να δημιουργηθούν τετελεσμένα τα οποία ενδεχομένως να καταστούν μη αναστρέψιμα. Εν προκειμένω, αντλώ καθοδήγηση από την πρόσφατη απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση με αρ. 14680/22 Zavridou v. Cyprus, ημερομηνίας 08/10/2024, όπου το Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα։ «
  1. There is currently a broad consensus in support of the idea that in all decisions concerning children, their best interests must be paramount (see Neulinger and Shuruk v. Switzerland [GC], no. 41615/07, § 135, 6 July 2010, and Strand Lobben and Others v. Norway [GC], no. 37283/13, § 204 10 September 2019). The child's best interests may, depending on their nature and seriousness, override those of the parents. However, while the Court's case-law requires children's views to be taken into account, those views are not necessarily immutable, and children's objections, which must be given due weight, are not necessarily sufficient to override the parents' interests, especially their interest in having regular contact with their child (see Pisică v. the Republic of Moldova, no. 23641/17, § 65, 29 October 2019). In particular, children having the right to express their own views should not be interpreted as effectively giving them an unconditional veto power without any other factors being considered and an examination being carried out to determine their best interests (ibid.).
  2. In cases concerning a person's relationship with his or her child, there is a duty to exercise exceptional diligence, in view of the risk that the passage of time may result in a de facto determination of the matter (see Ignaccolo‑Zenide v. Romania, no. 31679/96, § 102, ECHR 2000-I) » (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, αυτό θα ισοδυναμούσε με την τελική κρίση του ζητήματος αλλά και της ουσίας της εναρκτήριας Αίτησης, αφού θα προκύψουν ταυτόσημα αποτελέσματα. Το Δικαστήριο εν προκειμένω, στην βάση της σχετικής νομολογίας, θα πρέπει να αποφύγει την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος το οποίο θα διεκπεραιώσει και θα διευθετήσει την ουσία της υπόθεσης υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου, προκαλώντας ενδεχομένως αδικία και τετελεσμένα. Τονίζω ότι τα οποιαδήποτε ευρήματα στα οποία έχει προβεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας, έγιναν στα πλαίσια της εξέτασης για την έκδοση ή μη του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος και μόνο, αφού όλα τα ζητήματα που ηγέρθηκαν στην εναρκτήρια αίτηση θα εξεταστούν και θα αποφασισθούν, όταν θα εκδικαστεί η ουσία της υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D.
(1999)1 (A) Α.Α.Δ. 225,236). ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της εναρκτήριας αίτησης. (Υπ.) ............................................................ Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.