S.B. ν. I.S., Αρ. Αίτησης: 381/2023, 26/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ Αρ. Αίτησης: 381/2023 ij Μεταξύ: S.B. Αιτήτρια Και I.S. Καθ' ου η αίτηση Aίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερ. 3/11/2023 Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: κα Χρύσα Ματθαίου Ο καθ΄ου η αίτηση εμφανίζεται προσωπικά. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με εναρκτήρια αίτηση της η αιτήτρια, ζητά μεταξύ άλλων να ανατεθεί από κοινού στους διαδίκους η άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, να ανατεθεί στην ίδια η φύλαξη φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων, να καθοριστεί ως τόπος διαμονής των ανηλίκων ο εκάστοτε τόπος διαμονής της ενώ διαζευκτικά μεταξύ άλλων ζητά να της ανατίθεται το δικαίωμα να μεταβαίνει μονομερώς σε οποιαδήποτε Δημόσια Υπηρεσία ή Αρχή για την έκδοση ταυτοτήτων και/ ή διαβατηρίων καθώς και την εγγραφή των ανηλίκων σε δημόσια εκπαιδευτήρια χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του καθ΄ου η αίτηση και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του καθ' ου η αίτηση με τα ανήλικα. Στις 3/11/23 η αιτήτρια, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης καταχώρησε, σύμφωνα με τους Νέους Κανονισμούς, Αίτηση χωρίς ειδοποίηση με την οποία ζητά προσωρινά διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να της ανατίθεται η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Π.Σ, Π.Σ, Α.Σ και Ξ.Σ, η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, να καθορίζεται ως τόπος διαμονής των ανήλικων τέκνων των διαδίκων ο εκάστοτε τόπος διαμονής της αιτήτριας, να της ανατίθεται το δικαίωμα να μεταβαίνει μονομερώς σε οποιαδήποτε Δημόσια Υπηρεσία ή Αρχή για την έκδοση ταυτοτήτων και/ ή διαβατηρίων καθώς και την εγγραφή των ανηλίκων σε δημόσια εκπαιδευτήρια χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση του καθ΄ου η αίτηση και να της ανατίθεται το δικαίωμα να μεταβαίνει μονομερώς στις Ιατρικές και Ψυχικής Υγείας Υπηρεσίες για τον ανήλικο Α. Β. γεννηθέντα την 15/12/17 χωρίς τη συγκατάθεση του καθ΄ου η αίτηση. Στις 13/11/23, το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης χωρίς ειδοποίηση, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανατέθηκε στην αιτήτρια η φύλαξη και φροντίδα των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων και καθορίστηκε ως τόπος διαμονής των ανηλίκων ο εκάστοτε τόπος διαμονής της αιτήτριας εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου ενώ διέταξε την επίδοση των λοιπών αιτούμενων θεραπειών. Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία μεταξύ άλλων ζητά να ανατίθεται στον ίδιο η φύλαξη φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων, και να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του διαδίκου ο οποίος δεν θα έχει τη φύλαξη φροντίδα και επιμέλεια των ανηλίκων. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό, επειδή υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης, να αναφερθώ με συντομία στο ιστορικό της. Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση προσωπικά στις 17/1/24 ο οποίος αρχικά εκπροσωπείτο από δικηγόρο. Καταβλήθηκαν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 23/5/24, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ο δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του και ο καθ' ου η αίτηση ζήτησε χρόνο από το Δικαστήριο για να διορίσει νέο δικηγόρο. Ακολούθως, στις 17/6/24, ο καθ' ου η αίτηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι υπέβαλε αίτημα για Νομική Αρωγή και η αίτηση του ήταν ορισμένη στις 17/9/
- Το Δικαστήριο παρά το γεγονός ότι επισήμανε στον καθ' ου η αίτηση ότι πρόκειται για ενδιάμεση αίτηση η οποία έπρεπε να ολοκληρωθεί το συντομότερο, δεν παραγνώρισε το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να εκπροσωπηθεί στη διαδικασία με δικηγόρο και όρισε εκ νέου την υπόθεση στις 17/9/
- Στις 17/9/24 ο καθ' ου η αίτηση, ο οποίος εν' τω μεταξύ καταχώρησε την ένσταση του στις 26/8/24, ανέφερε ότι θα χειριστεί μόνος του την υπόθεση και ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για Ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 29/10/
- Συνοπτικά οι λόγοι ένστασης που προβάλλει στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του ο καθ' ου η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: Εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αίτηση είναι λανθασμένη και/ ή καταχρηστική και/ ή παραπλανητική και/ ή εκδικητική, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση και συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στη βάση ψευδών ισχυρισμών, η αιτήτρια απέκρυψε εσκεμμένα σημαντικά στοιχεία και γεγονότα που αφορούν στην παρούσα και παραπλάνησε το Δικαστήριο, δεν συντρέχει το κατεπείγον αφού ο καθ' ου η αίτηση έχει τη μόνιμη διαμονή και εργασία του στην Κύπρο εδώ και 30 περίπου χρόνια και δεν έχει σκοπό να φύγει και να πάει στη χώρα καταγωγής του με τα ανήλικα, η αίτηση είναι γενική και αόριστη και αποκλείει και / ή περιορίζει τον καθ' ου η αίτηση από την επιμέλεια και την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων όπως έπραττε τόσα χρόνια, η αιτήτρια προσπαθεί με δόλιο τρόπο να ξεγελάσει το Δικαστήριο και να πετύχει τα αιτούμενα διατάγματα αποκλείοντας τον και ή περιορίζοντας τον από το να έχει κρίση και απόφαση αναφορικά με το συμφέρον των ανηλίκων, δεν προσκόμισε κανένα τεκμήριο με το οποίο να στηρίζει τους ισχυρισμούς της και δεν τηρούνται οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για Ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 29/10/24 ενώ στην 23/10/24, κάλεσε για συνέντευξη τα ανήλικα τέκνων των διαδίκων ως είχε υποχρέωση με βάση την ισχύουσα Νομολογία. Δεν υπήρξε εκ μέρους των διαδίκων καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων ούτε αντεξέταση. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση γραπτών αγορεύσεων της συνηγόρου της αιτήτριας και του καθ' ου η αίτηση. Σημειώνω ότι ο καθ' ου η αίτηση στις 8/10/24 καταχώρησε στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεση έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Δήλωση ίσου χρόνου ανατροφής και επιμέλειας» και σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο το εν λόγω έγγραφο αποτελεί την γραπτή του αγόρευση απάντησε καταφατικά. Σημειώνω επίσης ότι κανένας από τους λόγους ένστασης του καθ' ου η αίτηση προωθείται μέσω της γραπτής του αγόρευσης. Τόσο η αίτηση της αιτήτριας όσο και η ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του καθ' ου η αίτηση υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις των ιδίων. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία των διαδίκων αποτελεί κοινή τους θέση ότι γνωρίστηκαν τον Αύγουστο του 2006, τέλεσαν Πολιτικό γάμο στις 26/2/09, ότι από το γάμο τους απέκτησαν 4 τέκνα την Π.Σ η οποία γεννήθηκε στις 29/12/08, τον Π.Σ ο οποίος γεννήθηκε στις 26/9/11, την Α.Σ η οποία γεννήθηκε στις 3/11/16 και την Ξ.Σ η οποία γεννήθηκε στις 23/11/18 και ότι από τον Οκτώβριο του 2023 η αιτήτρια με τα ανήλικα μετακινήθηκαν σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Λεμεσό. Στην ένορκη μαρτυρία της η αιτήτρια αναφέρει μεταξύ άλλων ότι τα πρώτα χρόνια του γάμου τους η σχέση τους ήταν σε γενικές γραμμές ήρεμη και αρμονική, αλλά με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα λόγω της συμπεριφοράς του καθ' ου η αίτηση ο οποίος ήταν χειριστικός, την περιόριζε από τον περίγυρο της, δεν της επέτρεπε να κυκλοφορεί χωρίς την παρουσία του και την έλεγχε οικονομικά. Ασκούσε σε βάρος της ψυχολογική βία και της ασκούσε έντονη κριτική με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η ψυχολογική της κατάσταση γεγονός που επέφερε την πλήρη μεταστροφή των συναισθημάτων της σε τέτοιο βαθμό που επήλθε πλήρης ρήξη στη μεταξύ τους σχέση και βρίσκονται πλέον σε πλήρη διάσταση. Στην παράγραφο 7 της μαρτυρίας της η αιτήτρια αναφέρει τα ακόλουθα: «Μέχρι πρότινος διέμενα περιστασιακά και σε διαφορετικό δωμάτιο από τον καθ΄ου η αίτηση δια το λόγο ότι ο καθ΄ου η αίτηση μου απαγόρευε να φύγω από την οικία, με απειλούσε, με τρομοκρατούσε και με εκβίαζε να μην τον εγκαταλείψω γιατί δεν θα μου επιτρέψει να πάρω τα ανήλικα τέκνα μαζί μου. Εγώ έχω προβεί σε όλα τα διαβήματα και έχω ενοικιάσει καινούργιο διαμέρισμα για να διαμένω μόνη με τα ανήλικα αλλά ο καθ΄ου η αίτηση με απειλεί συνεχώς και μου λέει ότι αν θέλω να φύγω να φύγω μόνη μου χωρίς τα ανήλικα και πως θα πάρει μαζί του τα τέκνα μας. Οι εν λόγω δηλώσεις του καθ' ου η αίτηση με έχουν ανησυχήσει πολύ και φοβάμαι να μην γίνουν πράξη και ο καθ΄ου η αίτηση απομακρύνει τα ανήλικα από κοντά μου και δεδομένης της τρυφερής τους ηλικίας ιδίως της ανήλικης θυγατέρας μας Ξ. η οποία είναι μόλις 5 ετών και χρειάζεται συνεχώς την μητρική στοργή και φροντίδα μου αφού είναι έντονα συνδεδεμένη μαζί μου και αν ο καθ΄ου η αίτηση υλοποιήσει τις απειλές του αυτό θα έχει ανυπολόγιστες ζημιές στην ψυχολογία τους. Γνωρίζω τον καθ΄ου η αίτηση και γνωρίζω πολύ καλά ότι αν δεν εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα φύλαξης και φροντίδας των ανηλίκων μπορεί να κάνει πράξη τις απειλές του ενώ είμαι πεπεισμένη ότι και να πάρω τα ανήλικα τέκνα μας στην καινούργια κατοικία που ενοικίασα, εντούτοις ενάντια στο συμφέρον των ανηλίκων δεν θα υπογράψει παν έγγραφο μας ζητηθεί για τα θέματα μεταγραφής των ανηλίκων στο σχολείο. Είναι η θέση μου ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ο καθ' ου η αίτηση δεν ενεργεί με βάση το συμφέρον των ανηλίκων και η επέμβαση του Σεβαστού Δικαστηρίου για τα θέματα αυτά είναι επιτακτική στο παρόν στάδιο». Στην παράγραφο 8 της μαρτυρίας της η αιτήτρια αναφέρει τα ακόλουθα: «Εγώ αποτάθηκα στην Αστυνομία για να ζητήσω προστασία και να με φυγαδεύσουν στην καινούργια μου οικία, ωστόσο η Αστυνομία με ενημέρωσε ότι για να μπορέσουν να παρέμβουν και να συνδράμουν θα πρέπει προηγουμένως να έχω εξασφαλίσει δικαστικό διάταγμα από το Δικαστήριο για τη φύλαξη φροντίδα, τόπο διαμονής και επιμέλεια των ανηλίκων. Ωστόσο, στις 18/10/23, κατάφερα λόγω έντονων περιστατικών που συνέβησαν να μεταβώ στην Αστυνομία για να καταχωρήσω γραπτό παράπονο εναντίον του καθ' ου η αίτηση και η Αστυνομία με βοήθησε να πάρω προσωρινά τα ανήλικα στην οικία που ενοικίασα, όμως όπως με συμβούλεψε η δικηγόρος μου η εξασφάλιση διατάγματος είναι απαραίτητη διότι ο καθ΄ου η αίτηση γνωρίζει την τοποθεσία των ανηλίκων και υπάρχει κίνδυνος να αρπάξει τα ανήλικα εν αγνοία μου». Όπως την συμβουλεύει η δικηγόρος της καθίσταται αναγκαία η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων γιατί τόσο η ίδια όσο και τα ανήλικα θα συνεχίσουν να ζουν σε ένα περιβάλλον ψυχολογικής βίας και τρομοκρατίας και δεν θα μπορέσουν με άλλο τρόπο αν δεν εξασφαλιστεί διάταγμα να συνεχίσουν να διαμένουν στην ενοικιαζόμενη κατοικία η οποία θα τους προσφέρει ένα ήρεμο και ήσυχο περιβάλλον. Η συμπεριφορά και ή στάση του καθ' ου η αίτηση προς την ίδια και τα ανήλικα είναι τέτοια που αντίκειται προς το συμφέρον και την ευημερία των ανηλίκων αφού ο καθ' ου η αίτηση ενεργεί παράλογα και αλόγιστα σε βάρος τους και προκαλεί επεισόδια και εντάσεις στην παρουσία των ανηλίκων. Αν δεν ανατεθεί στην ίδια η φύλαξη φροντίδα και οι πτυχές της επιμέλειας για την εκπαίδευση και την υγεία των ανηλίκων αλλά και ο τόπος διαμονής των ανηλίκων, τα ανήλικα θα συνεχίσουν να ζουν σε ένα δυσάρεστο κλίμα καταπίεσης φόβου και αβεβαιότητας. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όπως αναφέρει ουδόλως θα ζημιώσει ή θα επηρεάσει αρνητικά τη σχέση των ανηλίκων με τον καθ' ου η αίτηση αφού δεν επιθυμεί να του αποστερήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με τα ανήλικα γιατί θεωρεί ορθό και δίκαιο να μην αποξενωθούν τα ανήλικα από τον πατέρα τους. Όπως την συμβουλεύει η δικηγόρος της έχει καλή υπόθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καλή νομική βάση και μεγάλη πιθανότητα να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης καθ' ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο για το λόγο ότι υπάρχει πιθανότητα ο καθ' ου η αίτηση να υλοποιήσει τις απειλές του εναντίον της και εναντίον των ανηλίκων. Αναφέρει τέλος ότι είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα γιατί η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση δεικνύει ότι προτίθεται να ενεργήσει εκδικητικά σε βάρος της με αποτέλεσμα να διαταραχθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και ή να διαπραχθεί κάποιο χειρότερο μοιραίο γεγονός και να προκληθεί τόσο στην ίδια όσο και τα ανήλικα ανεπανόρθωτη συναισθηματική ψυχολογικά ή άλλως πως ζημιά καθώς και σύγχυση και ταλαιπωρία. Στην ένορκο του δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης του ο καθ' ου η αίτηση μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: Η αιτήτρια άνευ λόγου και ουσιαστικής αιτίας εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά και διαμένουν όλοι στη Λεμεσό στην Οδό Σ.Μ 1, διαμ.1, πράγμα που όπως αναφέρει προαποφασίστηκε αφού μόλις εγκατέλειψε την συζυγική κατοικία ήταν έτοιμος ο χώρος για την διαμονή της όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. Αρνείται ότι δημιουργούσε στην αιτήτρια τα προβλήματα που η ίδια αναφέρει στην παράγραφο 6 της μαρτυρίας της, και ισχυρίζεται ότι ήταν η αιτήτρια η οποία δημιουργούσε προβλήματα ειδικά τον τελευταίο καιρό πριν τη διάσταση αφού δεν τον ενημέρωνε σχεδόν για τίποτα. Κανόνιζε να ταξιδέψει με τα ανήλικα και να πάει στη Ρωσία χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως, τον ενημέρωνε την τελευταία στιγμή, πράγμα το οποίο έπραξε και όταν αποφάσισε να πάει στην Αμερική να δει την αδελφή της αναφέροντας του ότι η αδελφή της της ετοίμασε τα χαρτιά και της έδωσε τα χρήματα για την πραγματοποίηση του αναφερόμενου ταξιδιού με τα ανήλικα. Αρνείται ότι της ασκούσε ψυχολογική βία και κριτική, και ισχυρίζεται ότι ήταν ο ίδιος που δεχόταν ψυχολογική βία από την συμπεριφορά της αιτήτριας η οποία χωρίς λόγο και/ ή ειδικά χωρίς λόγο που να προκάλεσε ο ίδιος τον Σεπτέμβριο του 2023 του ανακοίνωσε ότι θέλει να χωρίσουν και μετά τον Οκτώβριο του 2023 χωρίς πάλι προειδοποίηση πήρε τα ανήλικα και εγκατέλειψε την οικία και μετακόμισε σε ενοικιαζόμενη κατοικία στη Λεμεσό. Στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει τα ακόλουθα: «Παραδέχομαι την παράγραφο 7 της γραπτής μαρτυρίας της αιτήτριας πλην του ισχυρισμού της αιτήτριας ότι δεν επιδεικνύουμε οιανδήποτε αγάπη μεταξύ μας και ούτε έχουμε επικοινωνία όπως ισχυρίζεται αυτά είναι αποτέλεσμα και/ ή είναι μόνο από την πλευρά της αιτήτριας αφού ο ίδιος έκφρασα και εκφράζω αγάπη προς αυτή ιδιαίτερα σαν μητέρα των παιδιών μου και επίσης προσπάθησα πλείστες φορές να έχω επικοινωνία μαζί της χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους της. Τα δε προβλήματα στα παιδιά τα δημιούργησε η και τα καλλιέργησε η ίδια αφού με τον τρόπο της κατάφερε κάποια από τα παιδιά και ιδιαίτερα η μεγαλύτερη θυγατέρα μας να μην επιθυμεί να έχει επικοινωνία και να με δει, πράγμα το οποίο με ανησυχεί σε πολύ μεγάλο βαθμό ιδιαίτερα για τα παιδιά μας αφού αφήνονται και κυκλοφορούν μόνα τους ελεύθερα εντός της πόλης της Λ.. σε διάφορους χώρους χωρίς κανένας να γνωρίζει που πάνε τι κάνουν». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του ο καθ ου η αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την παράγραφο 8 της γραπτής μαρτυρίας ισχυρίζομαι ότι είναι η αιτήτρια που έχει επιλέξει αυτή τη μεταξύ μας σχέση, αναφορικά δε με τον ισχυρισμό ότι διαφωνούμε και δημιουργείται συνεχώς ένταση μπροστά στα παιδιά αυτό είναι ανυπόστατο ψευδές και προσπάθεια της αιτήτριας να πετύχει από το Δικαστήριο διάταγμα φύλαξης των εν λόγω ανηλίκων». Στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης του ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει τα ακόλουθα: « Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι όλους και έναν έκαστο των ισχυρισμό της αιτήτριας των περιεχομένων εις την παράγραφο 7 και 8 της γραπτής μαρτυρίας της και περαιτέρω λέω ότι η αιτήτρια εσκεμμένα κακόπιστα και κακοπροαίρετα αποκρύβει την αλήθεια και/ ή την πραγματική αλήθεια και αποκρύβει το πιο σημαντικό γεγονός ότι δεν έχει τη σωστή φύλαξη των παιδιών και κυκλοφορούν μόνα τους εντός πόλεως σε διάφορους χώρους και ιδιαίτερα οι κίνδυνοι στην πόλη είναι πολύ μεγάλοι σε αντίθεση με τον χώρο που διαμέναμε προηγουμένως δηλαδή στην οικία μας στην κοινότητα Α. Λεμεσού όπου οι πάντες τύγχαναν σεβασμού και εκτίμησης από όλους τους συγχωριανούς μας και οι κίνδυνοι είναι μηδενικοί». (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Αρνείται τέλος τους ισχυρισμούς των παραγράφων 10-18 της μαρτυρίας της αιτήτριας και αναφέρει ότι αυτοί είναι ανυπόστατοι και ψευδείς, σκοπό έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εκδόσει υπέρ της διάταγμα φύλαξης επιμέλειας και φροντίδας και ιδιαίτερα να ασκεί τη γονική μέριμνα, πράγμα το οποίο ειδικά αρνείται δια της ανταπαίτησης του και ζητά διάταγμα φύλαξης και φροντίδας των ανηλίκων η δε γονική μέριμνα να ασκείται από κοινού και ότι η αιτήτρια είναι ανίκανη και προβληματική να έχει τη φύλαξη και φροντίδα των ανηλίκων. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της αίτησης, θα πρέπει να αναφέρω ότι, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, και ιδιαίτερα από τα όσα αναφέρει στις παραγράφους 11, 12 και 13, τις οποίες κατέγραψα αυτούσιες ανωτέρω, ο καθ' ου η αίτηση τελεί σε σύγχυση και υπάρχει μια αντιφατικότητα στις δηλώσεις του, αφού ενώ αρχικά παραδέχεται συγκεκριμένες παραγράφους της μαρτυρίας της αιτήτριας στη συνέχεια τις αρνείται, με αποτέλεσμα το μέρος αυτό της μαρτυρίας του να μην είναι βοηθητικό για το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα: Στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι παραδέχεται την παράγραφο 7 της μαρτυρίας της αιτήτριας (η οποία καταγράφηκε αυτούσια ανωτέρω) ενώ οι ισχυρισμοί της παραγράφου 7 τους οποίους όπως ισχυρίζεται αρνείται, δεν περιλαμβάνονται στην παράγραφο 7 της μαρτυρίας της αιτήτριας. Αναφορικά με τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του σε σχέση με την παράγραφο 8 της γραπτής μαρτυρίας της αιτήτριας (η οποία καταγράφηκε αυτούσια ανωτέρω), παρατηρώ και πάλι ότι οι ισχυρισμοί του δεν συνδέονται και ούτε απαντούν στα όσα αναφέρει η αιτήτρια στην παράγραφο 8 της γραπτής της μαρτυρίας. Ακολούθως στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως του ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει μεταξύ άλλων ότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται τις παραγράφους 7 και 8 της γραπτής μαρτυρίας της αιτήτριας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧH-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 , ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, β. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και γ. ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ.557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ.253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ.255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ.2015, Γεν. Εισαγγελέας v .Cyfield, Πολ.Εφ.Αρ. Ε52/21,10/2/22, ECLI:CY:AD:2022:A79 κ.α. Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152]. Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Σύμφωνα με την Νομολογία, ο διάδικος ο οποίος επιζητά την έκδοση διατάγματος μονομερώς, έχει υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που επενεργούν στην κρίση του. (Βλ. Τσερκέζος v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 734). Επιπλέον, στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος το οποίο θα πρέπει να εξετάζεται κατά προτεραιότητα, αφού το Δικαστήριο ακούει μόνο την μια πλευρά, κατά παρέκκλιση της αρχής ότι πρέπει να ακούγονται και οι δύο πλευρές (Βλ. Αμβροσιάδου κ.ά. ν. Coward κ.ά.
(2013)1 (Α) ΑΑΔ 78). Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, οι οποίες στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι τα Άρθρα 5, 6 και 7 του του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου 216/90. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90), η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.216/90: «
(1)Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της. (Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1911). (β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.
(3)Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.» Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο Τόμος ΙΙ, Τρίτη έκδοση, έκδοσης 2003 της Καθηγήτριας Έφης Κουνουγιέρη Μανωλεδάκη στη σελ. 268 αναφέρεται: «Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδος συμφέρον. Πρόκειται όπως είναι φανερό για αόριστη νομική έννοια, με αξιολογικό περιεχόμενο, που εξειδικεύεται από το Δικαστή, άρα η κρίση του τελευταίου, ως προς το αν ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων (η ύπαρξη των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο ουσίας) εξυπηρετείται in abstracto το συμφέρον του παιδιού υπόκειται στον έλεγχο του Α.Π. Το συμφέρον του ανηλίκου αποτελεί μια έννοια γενική και είναι καθήκον του εκάστοτε δικαστή να το εξειδικεύσει και να το προστατεύσει». Σύμφωνα με τον περί Προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού Νόμο του 2007 (Ν. 74(1/2007) δικαιώματα του παιδιού «σημαίνει τα δικαιώματα του παιδιού, τα οποία κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, από τη Σύμβαση του Ο.Η.Ε., την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και οποιαδήποτε άλλη σχετική διεθνή σύμβαση που ήθελε κυρωθεί από τη Δημοκρατία». Στην απόφαση Π.Ε. και K.R.U. (Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο), Έφεση αρ. 23/18, ημερ. 3.12.19, η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου τόνισε τα ακόλουθα: «H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου
(2004)1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα». Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (σελ. 560-561): «β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα.» Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1588, 1593: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του, προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των στοιχείων». Για το ίδιο θέμα στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδη,
(2000)1 ΑΑΔ 1108 από την οποία και η πιο κάτω επιγραμματική διατύπωση της αρχής: «Η ύψιστη αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει πάντα να έχει υπόψιν σε τέτοιες υποθέσεις είναι η ευημερία του ανηλίκου»». Έχοντας υπόψιν όλα τα ανωτέρω προχωρώ να εξετάσω τους λόγους ένστασης του καθ΄ου η αίτηση οι οποίοι για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝ Αναφορικά με το στοιχείο του κατεπείγοντος στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6, αναφέρεται πως: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατ' επείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση της δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δυο μέρη πριν εκφέρει κρίση». (Resola (Cyprus) Ltd v.Χρίστου
(1998)1Α.Α.Δ.598, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 και In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 861). Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α. Πολιτική Αίτηση αριθμός 160/15 ημερομηνίας 13/01/2016 υποδείχτηκε ότι το κατ' επείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Η ύπαρξη του κατ' επείγοντος δικαιολογείται μέσα από την προβολή συγκεκριμένων και σαφών ισχυρισμών. Αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων ότι από τον Οκτώβριο του 2023 δεν συμβιώνουν και ότι τα ανήλικα με την αιτήτρια μετακινήθηκαν στην Λεμεσό. Η αιτήτρια καταγράφει στις παραγράφους 7 και 8 της μαρτυρίας της τα όσα προηγήθηκαν της αποχώρησης της από τη συζυγική κατοικία, το γεγονός ότι αποτάθηκε στην Αστυνομία για να την φυγαδέψει εν' όψει των απειλών του καθ' ου η αίτηση, το γραπτό παράπονο της εναντίον του καθ΄ου η αίτηση στην Αστυνομία και την αποχώρηση της τελικά από την συζυγική κατοικία με τη συνδρομή της Αστυνομίας. Ο καθ΄ου η αίτηση, στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι η αιτήτρια χωρίς λόγο, και/ ή ειδικά χωρίς λόγο που να προκάλεσε ο ίδιος τον Σεπτέμβριο του 2023 του ανακοίνωσε ότι θέλει να χωρίσουν και τον Οκτώβριο του 2023, χωρίς προειδοποίηση η αιτήτρια πήρε τα παιδιά και εγκατέλειψε την συζυγική οικία και μετακόμισε σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Λεμεσό. Για τα όσα ανέφερε η αιτήτρια στις παραγράφους 7 και 8 της μαρτυρίας τους και τον τρόπο με τον οποίο τοποθετήθηκε επί των αναφερόμενων παραγράφων ο καθ΄ου η αίτηση στις παραγράφους 11, 12 και 13 της ενόρκου δηλώσεως τους έχω αναφερθεί ανωτέρω αναλυτικά. Οι διάδικοι επιρρίπτουν ο ένας στον άλλο ευθύνες για την κατάρρευση του γάμου τους, ενώ αμφισβητούν την ικανότητα εκάστου να έχει υπό τη φύλαξη του τα ανήλικα. Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Ο Sir Thomas Bingham ΜR στην υπόθεση Re D and Another (minors)
(1993)2 All E.R. 693 στη σελ. 695 ανέφερε ότι: «Είναι πασίγνωστο πως όταν καταρρεύσει ο γάμος στα θύματα συγκαταλέγονται όχι μόνοι οι σύζυγοι, αλλά, και πρωτίστως, τα παιδιά τους, που στροβιλίζονται στη δίνη των πληγωμένων συναισθημάτων των γονέων τους, με κόστος πολλή δυστυχία και, όχι σπάνια, διαρκή ψυχολογική ζημιά. Είναι, επίσης, πασίγνωστο πως, όταν ο γάμος καταρρεύσει και ανακύπτουν προβλήματα που αφορούν τα παιδιά, η επίλυση των προβλημάτων αυτών μέσω της συνήθους δικαστικής αντιπαράθεσης, οδηγεί σε εξογκωμένες αλληλοκατηγορίες με αποτέλεσμα την παρόξυνση των συναισθημάτων και επίταση της έντασης». Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν, κρίνω ότι καταδείχθηκε το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού η ρύθμιση της φύλαξης και του τόπου διαμονής των ανηλίκων, δεδομένης της διάστασης των γονέων τους και της μεταξύ τους διαφωνίας, δεν θα μπορούσε να αναμένει την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗΣ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της αποκάλυψης έχουν αναλυθεί σε αρκετές υποθέσεις μεταξύ άλλων στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrimae fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση [...] Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Δεν μου έχει υποδειχθεί από τον καθ' ου η αίτηση κάποιο ουσιώδες γεγονός το οποίο απέκρυψε η αιτήτρια και ούτε έχω εντοπίσει στη μαρτυρία της οποιαδήποτε απόκρυψη τέτοια η οποία να είναι καθοριστική για την τύχη της ενδιάμεσης αίτησης. Η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια αποκρύβει ότι δεν έχει τη σωστή φύλαξη των παιδιών τους τα οποία κυκλοφορούν μόνα τους στη Λεμεσό, και ότι οι κίνδυνοι στην πόλη είναι μεγάλοι σε αντίθεση με την κοινότητα που διέμεναν πριν όπου οι κίνδυνοι είναι μηδενικοί, παρέμεινε γενική και αόριστη. Κατά την άποψη μου η αιτήτρια εξέθεσε πλήρως τα γεγονότα και με ειλικρίνεια και δεν εντόπισα εκ μέρους της οποιαδήποτε κακοπιστία ή πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Στη βάση των όσων ανωτέρω ανέφερα κρίνω ότι δεν υπήρξε εκ μέρους της αιτήτριας οποιαδήποτε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία θα με οδηγούσε σε διαφοροποίηση της αρχικής μου κατάληξης. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ Α.32 ΤΟΥ Ν.14/60 Στην υπό κρίση αίτηση με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, είναι προφανές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αφού η μητέρα, ως ένας εκ των φορέων της γονικής μέριμνας των ανηλίκων, στρέφεται εναντίον του άλλου γονέα για ρύθμιση θεμάτων που άπτονται της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων τους. Υπάρχει επίσης και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας, εφόσον κατά το άρθρο 14 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, το Δικαστήριο δύναται να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου στον ένα ή τον άλλο γονέα, δυνατό ακόμα να επιμερίσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στους δύο γονείς ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας ανηλίκου σε τρίτο πρόσωπο. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, η νομολογία μας θέλει αυτή την προϋπόθεση να συνδέεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Όπως έχει νομολογηθεί, η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδης
(1997)Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427): «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα». Το συμφέρον του τέκνου ορίζεται ως πρωταρχικός οδηγός της δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 216/90, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου. Όπως ανέφερα ανωτέρω, όταν ανέλυα το στοιχείο του κατεπείγοντος, αποτελεί κοινή θέση των διαδίκων ότι από τον Οκτώβριο του 2023 και ότι η αιτήτρια μετακινήθηκε στη Λεμεσό με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων. Είναι διάχυτη στη μαρτυρία τους η επίρριψη ευθυνών για την κατάρρευση του γάμου, αλλά και η αντιπαράθεση τους σε ότι αφορά στο συμφέρον των ανήλικων τέκνων τους. Άλλωστε αυτός είναι και ο λόγος που τους οδήγησε στο Δικαστήριο. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ρυθμίσει τουλάχιστον το θέμα της φύλαξης και διαμονής των ανηλίκων δεδομένης της διάστασης των γονέων τους, κρίνω ότι τα ανήλικα θα ζουν υπό καθεστώς ανασφάλειας και αβεβαιότητας γεγονός το οποίο θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ψυχολογία τους με καταστροφικές ενδεχομένως συνέπειες οι οποίες να μην μπορούν να αποκατασταθούν στο μέλλον. Στη βάση των όσων ανέφερα ανωτέρω κρίνω ότι πληρείται και η Τρίτη προϋπόθεση του Α.32 του Ν.14/
- Όπως ανέφερα ανωτέρω, παρά το γεγονός ότι βρισκόμαστε στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης, δεδομένης της ισχύουσας Νομολογίας, κάλεσα για σκοπούς συνέντευξης τα τέσσερα ανήλικα τέκνα των διαδίκων στις 23/10/
- Η μικρότερη θυγατέρα των διαδίκων Ξ.Σ ηλικίας σχεδόν 6 ετών, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε το Δικαστήριο για να εισέλθει εντός του γραφείου, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Η ανήλική δεν το επιθυμούσε και το Δικαστήριο έκρινε ορθό να σεβαστεί την επιθυμία της ανήλικης. Η ανήλικη Α.Σ ηλικίας 8 σχεδόν ετών εισήλθε με άνεση στο γραφείο μου και κατά τη διάρκεια της συζήτησης μου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατά τη διάρκεια της εβδομάδας διαμένει με την μητέρα της στη Λεμεσό, πηγαίνει καθημερινά στο σχολείο της, τα απόγευμα ασχολείται με τον χορό και τον ποδόσφαιρο, ενώ την Παρασκευή μόλις σχολάσει την παραλαμβάνει ο πατέρα της, την μεταφέρει στο χωριό Α και διαμένει μαζί του μέχρι την Κυριακή το απόγευμα που την επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στη Λεμεσό. Από τη συζήτηση που είχα με την ανήλικη διαπίστωσα ότι επιθυμία της ανήλικης είναι να συνεχίσει η κατάσταση ως αυτή διαμορφώθηκε μετά την αποχώρηση των ανηλίκων και της μητέρας τους από τη συζυγική κατοικία. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την συνέντευξη της ανήλικης: «Ε. Σου αρέσει που τις καθημερινές είσαι στη Λεμεσό και τα Σαββατοκυρίακα στην Α.; Α. Ναι μου αρέσει. Ε. Θες να συνεχίσεις έτσι; Α. Θέλω να τα αφήσω όπως είναι. Όπως είναι τώρα. Ε. Με τον παπά τα Σαββατοκυρίακα τι κάνεις στην Α..; Α. Πρώτα πηγαίνω να φάω και μετά πηγαίνω να παίζω. Ε. Είσαι ευχαριστημένη; Α. Ναι. Ε. Θες να αλλάξει κάτι; Α. Όχι, θέλω όπως τωρά». Ο ανήλικος υιός των διαδίκων Π.Σ ηλικίας 13 ετών μου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ασχολείται με το ποδόσφαιρο τα απογεύματα και προπονείται στην ομάδα του Άρη. Μου ανέφερε επίσης ότι διαμένει με την μητέρα του και της αδελφές του στη Λεμεσό, ότι περνά καλά με τις αδελφές του και ότι παίζει με τις δυο μικρότερες. Στις προπονήσεις του οι οποίες λαμβάνουν χώρα 4 φορές την βδομάδα τον μεταφέρει ο πατέρας του με τον οποίο στη συνέχεια μεταβαίνουν κάπου για φαγητό και ακολούθως τον μεταφέρει στην οικία της μητέρας του. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο διαμένει στο χωριό με τον πατέρα του μου ανέφερε, «σπάνια αλλά πάω». Μου ανέφερε ότι προτιμά να διαμένει στη Λεμεσό, ότι είναι ευχαριστημένος και δεν επιθυμεί να αλλάξει κάτι. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την συνέντευξη του ανηλίκου: «Ε. Είσαι ευχαριστημένος με τη ζωή σας σήμερα εδώ στη Λεμεσό; Θες να αλλάξει κάτι; Α. Όχι. Είμαι ευχαριστημένος. Ε. Θες να συνεχίσετε να μένετε στη Λεμεσό; Α. Ναι». Η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων Π.Σ ηλικίας σχεδόν 16 ετών, μου ανέφερε ότι φοιτά στη Β' Λυκείου, Τ. Σ, στον Κλάδο Κ. Τ. Θα παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη συνέντευξη της ανήλικης όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο για την επικοινωνία της με τον πατέρα της: «Ε. Με τον παπά σου κάθε πόσο επικοινωνείς; Α. Με τον παπά μου. Πιάννει με τηλέφωνο. Τρεις φορές την εβδομάδα ας πούμε. Διότι ξέρει ότι δεν μου πολυαρέσει να μιλώ στο τηλέφωνο και δεν έρχομαι τόσο συχνά επειδή βολέφκει με. Έχω δουλειές ας πούμε το Σαββατοκυρίακο να πάω πάνω στο χωριό. Ε. Ναι, όμως θέλει να σε βλέπει ο παπάς. Α. Ξέρω το. Ε. Εσύ δεν θες να τον βλέπεις; Α. Δεν ξέρω.. δεν ξέρω. Ε. Γιατί; Υπάρχει κάποιος λόγος; Α. Μαλλώναμε λίγο. Πολύ. Όχι πολύ. Αλλά μαλλώναμε λίγο. Δεν ξέρω τι να κάμω. Ε. Εννοείς δεν έχεις πράγματα να κάμεις στο χωριό που μένει ο παπάς; Α. Όχι γενικά. Εν ξέρω πώς να μιλώ με τον παπά. Και δεν ξέρω. Δεν ξέρω. Ε. Ναι, όμως σου είπα και πριν, είναι παπάς σου σε αγαπά, θέλει να σε βλέπει. Α. Ναι, αλλά κάποιες φορές του φεύγουν κάτι πράματα που δεν είναι ωραίο να τα ακούς και δεν πολλοθέλω να του μιλώ κάποιες φορές. Επειδή ας πούμε δεν θέλω να μου λέει κάτι πράματα». Σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο την ικανοποιεί η κατάσταση ως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον χωρισμό των γονέων της μου ανέφερε τα ακόλουθα: «Ε. Η κατάσταση σήμερα όπως διαμορφώθηκε μετά τον χωρισμό των γονιών σου σε ικανοποιεί; Θες να αλλάξεις κάτι; Α. Θέλω βασικά τον παπά μου να καταλάβει ότι ας πούμε, νομίζω ότι το θέμα του είναι να γίνει official να μας θωρεί μόνο δύο μέρες ενώ δεν είναι έτσι. Όποτε θέλουμε μπορούμε να πάμε να του μιλήσουμε και δεν είναι ό,τι γράφει το χαρτί και δεν το καταλάβει τούτο. Και λέει πολλά τάχα ότι δεν θα μας δει ποτέ. Ε. Είσαι ικανοποιημένη όπως είναι σήμερα η ζωή σου; Α. Ναι. Ε. Σου είπα και πριν ότι είναι καλό να λύσεις κάποιες διαφορές που έχεις με τον παπά και να πηγαίνεις να τον βλέπεις. Α. Είναι πολύ δύσκολος ο παπάς μου. Είμαι 15 χρονών και εκείνος είναι 50 περίπου και μιλά λες και είμαστε της ίδιας ηλικίας. Δεν το καταλάβει πολλές φορές ότι είμαι παιδί ακόμα και κάποια πράματα δεν πρέπει να τα λέει». Αυτό που αποκόμισα μέσα από τις συνεντεύξεις των ανηλίκων είναι ότι πρόκειται για ήρεμα και ισορροπημένα παιδιά με στοιχειώδη ωριμότητα, τα οποία μετέφεραν στο Δικαστήριο ανεπηρέαστα, και με ειλικρίνεια τις επιθυμίες και τα θέλω τους. Έχουν προσαρμοστεί στη Λεμεσό, φοιτούν κανονικά στα σχολεία τους, έχουν τις απογευματινές τους δραστηριότητες και δεν επιθυμούν αλλαγή στην καθημερινότητα τους. Πλην της μεγαλύτερης θυγατέρας των διαδίκων η οποία, για τους λόγους που μου εξήγησε και καταγράφηκαν ανωτέρω, αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στην επικοινωνία της με τον πατέρα της, τα άλλα δυο παιδιά επικοινωνούν συχνά με τον πατέρα τους χωρίς να παρουσιάζεται κάποιο πρόβλημα. 4.ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΤΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ Σε περίπτωση που ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1Α.Α.Δ.162 [Ολ])). Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο τούτο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών. Πρέπει το Δικαστήριο να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοιζίδου, Πολ. Έφεση αρ. 7/2018 ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ανωτέρω), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και της επιθυμίας των ανηλίκων ως αυτή μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο μέσω της συνέντευξης τους, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Κατά την άποψη μου με την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος θα διατηρηθεί η υφιστάμενη τάξη πραγμάτων με την οποία τα ανήλικα φαίνεται να είναι ικανοποιημένα και δεν επιθυμούν να διαταραχθεί. Σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες Α, Δ και Ε για τις οποίες δεν εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα αναφέρω τα ακόλουθα: Στην αιτούμενη θεραπεία Α η αιτήτρια ζητά να της ανατεθεί προσωρινά η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων των διαδίκων ενώ στην αιτούμενη θεραπεία Δ ζητά προσωρινό διάταγμα με το οποίο να της ανατίθεται το δικαίωμα να μεταβαίνει μονομερώς σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία και ή αρχή για την έκδοση ταυτοτήτων και/ ή διαβατηρίων καθώς και την εγγραφή του ανηλίκου σε δημόσια εκπαιδευτήρια χωρίς τη συγκατάθεση του καθ΄ου η αίτηση. Ουσιαστικά με την αιτούμενη θεραπεία Δ η αιτήτρια ζητά να της ανατεθούν συγκεκριμένες πτυχές οι οποίες περικλείονται στην ευρύτερη έννοια της επιμέλειας την οποία διεκδικεί στην αιτούμενη θεραπεία Α. Παρατηρώ ότι η μόνη αναφορά στην δικογραφημένη θέση της αιτήτριας η οποία σχετίζεται με τις αιτούμενες θεραπείες Α και Δ είναι η ανησυχία της στην παράγραφο 7 ότι αν μεταφέρει τα ανήλικα στην νέα κατοικία που ενοικίασε (στη Λεμεσό) ο καθ΄ου η αίτηση δεν θα υπογράψει το έγγραφο που απαιτείται για μεταγραφή των ανηλίκων στο σχολείο. Όπως όμως ενημερώθηκα από τα ανήλικα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, φοιτούν όλα πλέον σε σχολεία στη Λεμεσό. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από την οποία να προκύπτει άρνηση του καθ΄ου η αίτηση να συγκατατεθεί και ή συνεργαστεί και ή υπογράψει για την διενέργεια κάποιας από τις πράξεις επιμέλειας. Δεδομένων των όσων ανέφερα και για σκοπούς προσωρινού διατάγματος δεν θεωρώ ότι συντρέχoυν η δεύτερη και η τρίτη προϋπόθεση του Α.32 του Ν.14/60 και κατ' επέκτασιν οι αιτούμενες θεραπείες Α και Δ στο στάδιο τουλάχιστον της ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορούν να επιτύχουν. Στην αιτούμενη θεραπεία Ε περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Προσωρινό και/ ή Παρεμπίπτον Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ανατίθεται στην αιτήτρια το δικαίωμα να μεταβαίνει μονομερώς στις Ιατρικές και Ψυχικής Υγείας Υπηρεσίες για τον ανήλικο Α. Β. γεννηθέντα την 15/12/17 χωρίς τη συγκατάθεση του καθ΄ου η αίτηση μέχρι πλήρους και τελικής εκδίκασης της ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης». (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, το κατονομαζόμενο στην εν λόγω αιτούμενη θεραπεία ανήλικο, δεν σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση αφού δεν είναι ένα από τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν μπορώ να εξετάσω στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης το εν λόγω αίτημα το οποίο και απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση όλων όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν κρίνω ορθό και δίκαιο να διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 13/11/23 το οποίο καθίσταται οριστικό και θα ισχύει μέχρι αποπεράτωσης της εναρκτήριας αίτησης και/ ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Οι αιτούμενες θεραπείες Α, Δ και Ε απορρίπτονται. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου, λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση της υπόθεσης, την μερική επιτυχία της αίτησης και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να περιορίσω το ποσό των εξόδων το οποίο θα επιδικάσω υπέρ της αιτήτριας. Συνακόλουθα, το ½ των εξόδων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση. (Υπ.) ........................................... Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο