← Κύπρος

Σ. Φ. Α. ν. Α. Α., Αρ. Αίτησης: 31/2023, 2/9/2024

Σ. Φ. Α. ν. Α. Α., Αρ. Αίτησης: 31/2023, 2/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών Ενώπιον: Κ. Χατζηαθανασίου- Σιαμτάνη,Π. Αρ. Αίτησης: 31/2023 Μεταξύ: Σ. Φ. Α. από τη Λεμεσό Αιτήτριας και Α. Α. από τη Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση Μονομερής αίτηση ημ. 13/9/2023 - Προσωρινό διάταγμα ημ. 15/9/2023 Ημερομηνία: 2 Σεπτεμβρίου, 2024. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Ελ. Χατζηστυλλή Για τον Καθ'ου η Αίτηση : κα Ελ. Αποστολίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 13/9/2023 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση περιουσιακών διαφορών κατά του συζύγου της. Ταυτόχρονα καταχώρησε και μονομερή αίτηση και στις 15/9/2023 εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση όπως πωλήσει και/ή αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο μερίδιο από περιουσιακά στοιχεία του Καθ' ου η Αίτηση, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Για να υποστηρίξει τη μονομερή αίτηση της η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της που τη συνοδεύει ότι με τον Καθ' ου η αίτηση έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου κατά ή περί το Δεκέμβριο 2010 και τέλεσαν το γάμο τους την 1 Απριλίου 2011 στην Ελλάδα. Από το γάμο τους δεν απέκτησαν παιδιά. Ότι ο Καθ' ου η αίτηση προηγουμένως ήταν παντρεμένος και βρισκόταν σε οριστική διάσταση με την προηγούμενη σύζυγο του από κατά ή περί το 2004 όταν αποχώρησε από τη συζυγική οικία καθώς και ότι από τον προηγούμενο αυτό γάμο του ο Καθ' ου η αίτηση είχε αποκτήσει δυο παιδιά. O γάμος του με την προηγούμενη σύζυγο του λύθηκε κατά ή περί το 2009. Όπως αναφέρει περαιτέρω κατά το χρόνο που έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου καθώς και κατά το χρόνο του γάμου τους, o Καθ' ου η αίτηση ήταν ιδιοκτήτης κατά το 1/3 μερίδιο ενός χωραφιού στη Γερμασόγεια σε οικιστική περιοχή, με αριθμό εγγραφής 0/XXX, Σχέδιο 2-206-344. Το άλλο 1/3 ήταν εγγεγραμμένο στην αδελφή του και το άλλο 1/3 σε ένα τρίτο πρόσωπο. Στη συνέχεια κατά ή περί το 2018 ο Καθ' ου η αίτηση με την αδελφή του εξαγόρασαν το άλλο 1/3 μερίδιο και έτσι ο Καθ' ου η αίτηση και η αδελφή του έγιναν ιδιοκτήτες ανά 1/2 μερίδιο του χωραφιού με αποτέλεσμα η περιουσία του να αυξηθεί ανάλογα Με τον Καθ' ου η αίτηση τελούν σε οριστική διάσταση από και κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2019 όταν επιβεβαίωσε ότι o Καθ' ου η αίτηση διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό, με αποτέλεσμα να αποχωρήσει από τη συζυγική στέγη. Όπως ισχυρίζεται κατά τη διάρκεια του γάμου τους και/ή την περίοδο πριν από το γάμο τους μετά που έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου και συμβίωναν με την προοπτική του γάμου τους και με την προοπτική αυτή, η περιουσία του Καθ' ου η αίτηση αυξήθηκε κατά τη διάσταση ως εξής: - Ο Καθ' ου η αίτηση απέκτησε ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο Βερολίνο της Γερμανίας για το ποσό των € 192.500 περίπου. Η αξία του διαμερίσματος αυτού κατά τη διάσταση θεωρεί ότι υπερβαίνει τις €500.000. Όπως αναφέρει δεν έχει στοιχεία του διαμερίσματος στο Βερολίνο, όμως είχαν επισκεφθεί μαζί τη Γερμανία και είδαν το διαμέρισμα όταν θα το αγόραζε και ήταν μαζί του όταν έκανε την αγορά. - Ο Καθ' ου η αίτηση απέκτησε ένα τεμάχιο στην Κρήτη για το ποσό των €40.500 περίπου. Η αξία του τεμαχίου αυτού κατά τη διάσταση θεωρεί ότι υπερέβαινε τις €100.000. Ούτε για το ακίνητο αυτό έχει στοιχεία, όμως το τεμάχιο το επισκεφθήκαν μαζί με τον Καθ' ου η αίτηση o οποίος την πήρε εκεί για να της το δείξει μετά που το αγόρασε. - Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο πατέρας του Καθ' ου η αίτηση μεταβίβασε στον Καθ' ου η αίτηση ένα ακίνητο στην Οδό ΧΧΧ στην ΧΧ στη Λεμεσό με αριθμό εγγραφής 5/3XXXX, Φύλλο 54, Σχέδιο 580203, Τεμάχιο 499 αποτελούμενο από ένα διώροφο κτίριο, αποτελούμενο από ένα ιατρείο στον ισόγειο και μια ανώγειο κατοικία στον πρώτο όροφο, καθώς ένα εφαπτόμενο σε αυτό τεμάχιο. Προχωρήσαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους σε ανακαινίσεις και αλλαγές στο ακίνητο αυτό με τη μετατροπή μέρους του ισογείου σε διαμέρισμα όπου εγκαταστάθηκαν οι γονείς του Καθ' ου η αίτηση και την πλήρη ανακαίνιση της κατοικίας του πρώτου ορόφου. Η ανακαίνιση κόστισε γύρω στις €350.000 περίπου με αποτέλεσμα η περιουσία του Καθ' ου η αίτηση καθώς και η αξία του ακινήτου κατά τη διάσταση να έχουν αυξηθούν ανάλογα. Δεν γνωρίζει όμως αν o πατέρας του Καθ' ου η αίτηση συνέβαλε στην ανακαίνιση αυτή, όμως o Καθ' ου η αίτηση δεν της ανέφερε κάτι σχετικό. - Επίσης πιστεύει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση κατά τη λύση του γάμου, διατηρούσε καταθέσεις σε διάφορα τραπεζικά ιδρύματα καθώς και άλλες επενδύσεις ή περιουσία η αξία των οποίων υπερβαίνει τις €350.000. - Κατά τη διάρκεια του γάμου τους αυξήθηκε σημαντικά και σχεδόν διπλασιάστηκε o κύκλος εργασιών και τα καθαρά εισοδήματα του Καθ' ου η αίτηση και της ιατρικής του εταιρείας που είχε συστήσει το 2003 με την επωνυμία XXX Medical Services Limited την οποία κατά τη διάρκεια του γάμου μετονόμασε σε XXX & XXX DLC και η οποία ανήκει εξολοκλήρου στον ίδιο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση της αξίας της εταιρείας του και της ιατρικής του επιχείρησης κατά ένα ποσό που θεωρεί ότι υπερβαίνει τις €800.000 με αποτέλεσμα η περιουσία του να αυξηθεί ανάλογα. - Ο Καθ' ου η αίτηση απέκτησε επιπλέον 16,67% μεριδίου επί του χωραφιού στη Γερμασόγεια με αριθμό εγγραφής 0/XXX, Σχέδιο 2-206-344 με αποτέλεσμα η αξία της περιουσίας του να αυξηθεί κατά € 88.500 περίπου ή περισσότερο με δεδομένο ότι η αξία του όλου χωραφιού θεωρεί τι υπερέβαινε κατά τη διάσταση τις €350.000 Επισυνάπτει αντίγραφα των πιστοποιητικών έρευνας ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ Α΄ με τις υποθήκες που υφίστανται για το ακίνητο της Λεμεσού επί της οδού XXX καθώς και στο χωράφι στη Γερμασόγεια. Δεν γνωρίζει όμως όπως αναφέρει τα υπόλοιπα των δανείων σε σχέση με τα οποία έγιναν οι υποθήκες ή άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με τις υποθήκες αυτές. Επίσης καταθέτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β' τις οικονομικές καταστάσεις της ιατρικής εταιρείας του Καθ' ου η αίτηση XXX & XXX DLC (πρώην XXX Medical Services Limited) για το έτος 2011 (όπου καταγράφονται τα αποτελέσματα για το 2010) και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ' αυτές για το έτος 2020 (όπου καταγράφονται τα αποτελέσματα για το 2019). Επίσης αναφέρει ότι κατά το χρόνο της διάστασης, διατηρούσαν μια κοινή κατάθεση ύψους €50.580 περίπου. Αμέσως μετά τη διάσταση o Καθ' ου η αίτηση προχώρησε σε ανάληψη όλου αυτού του ποσού παρά το γεγονός ότι από το ποσό αυτό αναλογούσε από 50% στον κάθε ένα τους και τα χρήματα αυτά προέρχονταν από τα δώρα του γάμου τους. Καθ' όλη τη διάρκεια της συμβίωσης η ίδια εργαζόταν ως ιατρικός επισκέπτης στην φαρμακευτική εταιρεία ΕΙί Lilly Κύπρου. Το εισόδημα της κατά το χρόνο που έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου ανερχόταν σε €95Ο περίπου μηνιαίως περίπου πλέον 13ο μισθό και σταδιακά αυξήθηκε και το 2019 ανερχόταν στο ποσό των €3.200 περίπου πλέον 13ο. Ο Καθ' ου η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι XXXΧΧ και εργαζόταν σε δικό του ιατρείο στη Λεμεσό. Επιφυλάσσεται να παρουσιάσει στοιχεία ως προς το εισόδημα του κατά την ακρόαση, μετά και τη σχετική αποκάλυψη. Είναι ακόμα η θέση της ότι από το 2006 έως κατά ή περί το 2013, διέμεναν στην πατρική κατοικία της στην οδό XXXΧΧ 30, 3113 Λεμεσός και στη συνέχεια όταν ολοκληρώθηκε η ανακαίνιση της κατοικίας που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του ακινήτου επί της οδού XXX 28, μετακόμισαν στην κατοικία αυτή. Επίσης όπως ισχυρίζεται καθ' όλη την επίδικη περίοδο της συμβίωσης τους, κατέβαλλε το μισθό και τα άλλα έξοδα της οικιακής βοηθού που ανέλαβε την καθαριότητα της κατοικίας, το ψώνισμα για το σπίτι και το λογαριασμό του τηλεφώνου του σπιτιού, καθώς και άλλα κοινά τους έξοδα Περαιτέρω ανέλαβε τη μεταφορά των παιδιών του Καθ' ου η αίτηση από το σχολείο στο σπίτι και σε διάφορες δραστηριότητες τις μέρες που ο Καθ' ου η αίτηση είχε επικοινωνία με τα παιδιά του και φρόντιζε τα παιδιά όταν αυτά διέμεναν στην οικία τους, κάτι που συνέβαινε τακτικά μέσα στη χρονιά, καθώς και στις γιορτές. Επίσης συνόδευε τον Καθ' ου η αίτηση και τα παιδιά σε τακτική βάση στους αγώνες τένις στους οποίους συμμετείχαν στην Ευρώπη, καθώς και στην Αγγλία όταν τα παιδιά μετέβηκαν εκεί για σπουδές όπου τους παρείχε ότι βοήθεια χρειάζονταν για την εγκατάσταση τους αφού η μητέρα τους δεν μπορούσε ή δεν επιθυμούσε να τους συνοδεύσει σε ταξίδια στο εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό, βοηθούσε όπως ισχυρίζεται στο να διατηρεί o Καθ' ου η αίτηση ομαλή σχέση με τα παιδιά του και έτσι να μπορεί να έχει ένα ήρεμο οικογενειακό κλίμα ώστε να μπορεί να αποδίδει καλύτερα στην εργασία του ενώ παράλληλα του επέτρεπε να απασχολείται με την εργασία του απερίσπαστα όσες ώρες χρειαζόταν ώστε να μπορεί να διατηρεί και να αυξάνει την πελατεία του. Παράλληλα συνέβαλε καθοριστικά και/ή ουσιαστικά στην αύξηση του κύκλου της πελατείας του Καθ' ου η αίτηση συστήνοντας μεγάλο αριθμό ασθενών μέσω των γονέων τους οι οποίοι και αποτέλεσαν μεγάλο αριθμό του πελατολογίου του και οι οποίοι με τη σειρά τους σύστησαν στον Καθ' ου η αίτηση και άλλους ασθενείς. Περαιτέρω είχε δραστηριοποιηθεί κατά κύριο λόγο στο Κέντρο ΧΧΧΧ όπου ο Καθ' ου η αίτηση ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου όπου είχε την ευθύνη διοργάνωσης εκδηλώσεων που βοηθούσαν σημαντικά στην προβολή του Καθ' ου η αίτηση και στην αύξηση του κύκλου του. Παράλληλα δραστηριοποιήθηκε και στο Ίδρυμα XXXΧΧ όπου ο Καθ' ου η αίτηση ήταν μέλος του Συμβουλίου και Πρόεδρος ήταν o πατέρας του όπου επίσης βοηθούσε σημαντικά στην προβολή του Καθ' ου η αίτηση και στην αύξηση του κύκλου του. Επίσης πολύ συχνά, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, διοργάνωνε πάρτι στο σπίτι τους σε γιατρούς και στον κοινωνικό περίγυρο τους στην προσπάθεια να βοηθήσει την επαγγελματική σταδιοδρομία του Καθ' ου η αίτηση. Παράλληλα, είχε την επίβλεψη το γενικό έλεγχο και οργάνωση ιατρείου του Καθ' ου η αίτηση όπως την καθαριότητα, τον έλεγχο του προσωπικού κοκ. Με τον τρόπο αυτό βοήθησε στην καθιέρωση του Καθ' ου η αίτηση ως παιδιάτρου και στη σημαντική αύξηση του πελατολογίου του, του εισοδήματος και ως εκ τούτου, της περιουσίας του. Περαιτέρω αναφέρει ότι από το γάμο τους έλαβαν €140.000 περίπου από τα οποία ο Καθ' ου η αίτηση χρησιμοποίησε άμεσα ή έμμεσα €90.000 για απόκτηση περιουσίας όπως περιγράφεται πιο πάνω. Από ότι γνωρίζει, κατά τη η διάσταση o Καθ' ου η αίτηση διατηρούσε ένα δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου που αφορούσε την ανακαίνισή του ακινήτου του. Το δάνειο είχε αρχικό υπόλοιπο €310.000 περίπου. Δεν γνωρίζει όμως λεπτομέρειες ως προς το ακριβές υπόλοιπο του δανείου κατά τη διάσταση ούτε μπορεί να επιβεβαιώσει αν για την έκδοση του δανείου είχε υποθηκευτεί το ακίνητο. Αυτό που γνωρίζει είναι ότι δόση ανέρχεται στο ποσό των €2.900 περίπου. Είναι η θέση της ότι η περιουσία του Καθ' ου η αίτηση αυξήθηκε ως λεπτομερώς περιγράφεται πιο πάνω σαν αποτέλεσμα της άμεσης και έμμεσης συνεισφοράς μου ως περιγράφεται πιο πάνω. Εξ' όσων κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση, έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι ακόμα η θέση της ότι σε περίπτωση που επιδοθεί η παρούσα αίτηση στον Καθ' ου η αίτηση και ο Καθ' ου η αίτηση πληροφορηθεί ότι έχει κινηθεί δικαστικά διεκδικώντας συνεισφορά στην περιουσία του, υπάρχει κίνδυνος o Καθ' ου η αίτηση άμεσα πριν την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης της για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, να προβεί σε μετρά για αποξένωση της περιουσίας για να αποφύγει την απαίτηση της. Εν' όψει όλων των πιο πάνω θεωρεί το όλο θέμα είναι επείγον και ή ότι υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις που δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, δηλαδή η ανάγκη δέσμευσης του ακινήτου πριν ο Καθ' ου η αίτηση πληροφορηθεί για την καταχώριση εκ μέρους της της πιο πάνω αίτησης Στην εξακολούθηση της ισχύος του διατάγματος, αλλά και για τα υπόλοιπα διατάγματα που ζητά η Αιτήτρια με τη μονομερή αίτηση, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 17/1/2024, προβάλλοντας 16 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Συνοψίζονται στους ακόλουθους: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος, ότι η Αιτήτρια προέβη σε ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς και ότι η Αιτήτρια δεν προέβη σε ειλικρινή αποκάλυψη και επιμελώς απέκρυψε ουσιαστικά γεγονότα που σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση και μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, γενική και αόριστη. Ότι οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση αναφορικά με την αξία των επίδικων ακινήτων και/ή περιουσία του Αιτητή είναι αναληθείς και ανυποστήρικτοι. Ότι ενώ η Αιτήτρια γνωρίζει την οικονομική κατάσταση του Καθ' ου η Αίτηση παρέλειψε να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα παρουσιάζοντας αυτήν διαστρεβλωμένη, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε για λόγους εκδικητικούς και ότι τυχόν οριστικοποίηση των διαταγμάτων θα προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στον Καθ' ου η Αίτηση ενώ στην ίδια δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του καταρχάς και απορρίπτει όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, εκτός όπου ρητά πιο κάτω προβαίνει σε παραδοχή τους. Είναι η θέση του ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται από την Αιτήτρια καταχρηστικά και για εκδικητικούς λόγους, χωρίς να συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει η ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ενώ τόσο η αίτηση όσο και το περιεχόμενο της ε/δ της Αιτήτριας είναι γεμάτες αοριστίες και γενικότητες. Επίσης υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια προέβηκε σε ψευδείς και σε εν γνώσει της αναληθείς ισχυρισμούς, ως επίσης απέκρυψε από το Δικαστήριο γεγονότα τα οποία γνώριζε και τα οποία εάν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου ενδεχομένως η κρίση του Σεβαστού Δικαστηρίου να ήταν διαφορετική. Επίσης, παρουσίασε γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο για να εξασφαλίσει τα αιτούμενα διατάγματα. Συγκεκριμένα υποδεικνύει ότι η Αιτήτρια απέκρυψε τα ακόλουθα γεγονότα: α) τις απολαβές και τα εισοδήματα του, τα οποία καθ' όλους τους επίδικους χρόνους ήταν κατά πολύ υψηλότερα των εισοδημάτων της. β) την οικονομική βοήθεια που του πρόσφερε καθ' όλους τους χρόνους ο πατέρας του ο οποίος επίσης ήταν XXXΧΧ και τη συνεισφορά του πατέρα του στην απόκτηση τόσο της ακίνητης περιουσίας του όσο και του πελατολογίου του. γ) Απέκρυψε από το Δικαστήριο, το δάνειο που η ίδια συνήψε για σκοπούς ανακαίνισης της οικίας της, το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα και του οποίου η δόση ανερχόταν στο ποσό των €1200 μηνιαίως. Επίσης απέκρυψε τα έξοδα της για την προσωπική της συντήρηση, για την ένδυση και υπόδηση της με ρούχα, τσάντες και παπούτσια επώνυμων οίκων, για τον καλλωπισμό της με θεραπείες προσώπου σώματος, για τα ταξίδια στο εξωτερικό και για τη διαμονή της σε ακριβά ξενοδοχεία, τα οποία έξοδα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα εισοδήματα της. δ) Απέκρυψε το ωράριο εργασίας της ως ιατρικής επισκέπτριας που ήταν 08:00-13:00 και 16:00-19:00 καθημερινώς. Η απόκρυψη του ωραρίου εργασίας της έγινε εσκεμμένα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αφού αποκάλυψη του θα προβλημάτιζε το Δικαστήριο και/ή θα καθιστούσε εμφανές στο Δικαστήριο ότι εκ του ωραρίου της δεν είχε χρόνο να επιβλέπει και οργανώνει το ιατρείο και το προσωπικό του, να φροντίζει τα παιδιά του, να δραστηριοποιείται στο Κέντρο XXXΧΧ και στο Ίδρυμα XXXΧΧ, ως προσπαθεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο η Αιτήτρια. ε) Επίσης απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η ίδια περί τα τέλη του 2019 αρχές του 2020 απαίτησε από αυτόν να της δώσει συγκεκριμένο ποσό προς διευθέτηση των περιουσιακών τους διαφορών, απαίτηση η οποία συνεχίστηκε και επαναλαμβανόταν, ενόσω εκκρεμούσε η αίτηση διαζυγίου την οποία κατέθεσε. Επομένως όταν δεν υπήρξε κατάληξη στην απαίτηση της, γνώριζε ο ίδιος ότι θα καταχωρούσε την υπό εκδίκαση αίτηση, αφού του το είπε. Επισυνάπτει αντίγραφο επιστολής που οι δικηγόροι της Αιτήτριας έστειλαν στους δικηγόρους του ημερομηνίας 15.4.2021, ως Τεκμήριο 1, άνευ βλάβης. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, εάν η Αιτήτρια έφερνε εις γνώσιν του Δικαστηρίου τις συζητήσεις που έγιναν, δεν θα μπορούσε ακολούθως να δικαιολογήσει τη μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και την ύπαρξη του επείγοντος, το οποίο και δεν υπάρχει. Εξ ου και τις απέκρυψε. στ) Όσον αφορά στο αιτούμενο διάταγμα δέσμευσης 250 από τις 500 μετοχές που κατέχει στην εταιρεία XXX & XXX DLC το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, αφενός το αίτημα της η Αιτήτριας ουδόλως το στηρίζει και/ή δικαιολογεί στην ε/δ της, αφετέρου απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η ίδια ως μη ιατρός δεν δικαιούται να αποκτήσει μετοχές σε ιατρική εταιρεία. Εξ όσων καλά γνωρίζει και ως προβλέπεται με νόμο, μόνο ιατροί δικαιούνται να έχουν μετοχές σε ιατρικές εταιρείες. Η Αιτήτρια το γνωρίζει ότι δεν δικαιούται να καταστεί μέτοχος στην ιατρική του εταιρεία και πιστεύει ότι οι νομικοί της σύμβουλοι γνωρίζουν το νόμο περί του θέματος. Περαιτέρω, με την κυρίως αίτηση της η Αιτήτρια δεν ζητά τη μεταβίβαση και εγγραφή μετοχών του επ' ονόματι της. Επομένως η δέσμευση των μετοχών του ζητήθηκε από την Αιτήτρια καταχρηστικά και με εκδικητικούς σκοπούς και όχι γιατί έχει δικαίωμα ή προσδοκία απόκτησης αυτών. Είναι επίσης η θέση του ότι η Αιτήτρια ψευδώς και/ή αναληθώς ισχυρίζεται ότι συνεισέφερε στην αγορά ή ανακαίνιση των ακινήτων που περιλαμβάνει στην αίτηση της, ως επίσης αναληθώς ισχυρίζεται ότι είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην εργασία του ως γιατρού ή στην πελατεία του και στην όποια αύξηση της πελατείας του ή του κύκλου του ή των εισοδημάτων του. Η Αιτήτρια δεν συνεισέφερε με οποιονδήποτε τρόπο στην απόκτηση της αναφερόμενης περιουσίας του. Περαιτέρω ψευδώς και/ή αναληθώς ισχυρίζεται ότι συνόδευε ή φρόντιζε τα, παιδιά του, τα οποία ουδεμία σχέση ήθελαν να έχουν μαζί της αφού την θεωρούσαν υπαίτια για τη διάλυση του γάμου του με τη μητέρα τους. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, η επικοινωνία του με τα παιδιά του γινόταν εκτός του σπιτιού του, μακριά από την παρουσία της Αιτήτριας, ενώ η μητέρα τους ήταν αυτή που τα φρόντιζε, τα έπαιρνε στο σχολείο, στα ιδιαίτερα μαθήματα και εξωσχολικές δραστηριότητες τους, τα συνόδευε σε ταξίδια, παρευρισκόταν στις γιορτές που λάμβαναν μέρος, στους αγώνες που συμμετείχαν ως επίσης τα συνόδευε και υποστήριζε κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και όχι η Αιτήτρια. Οι σχέσεις της Αιτήτριας με τα παιδιά του, σύμφωνα με τον Καθ' ου η Αίτηση ήταν εντελώς τυπικές. Επίσης αναφέρει ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους με την Αιτήτρια, τα παιδιά του ήταν ηλικίας 15 και 16 ετών αντίστοιχα. Επίσης υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ανέφερε ότι η ίδια κατέβαλλε το μισθό και τα έξοδα της οικιακής βοηθού, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει ότι η οικιακή βοηθός της οποίας κατέβαλλε τα έξοδα ήταν η βοηθός που διέμενε με τη μητέρα της Αιτήτριας και η οποία βοηθούσε τη μητέρα της Αιτήτριας, επομένως δεν αποτελούσε συνεισφορά στα έξοδα της δικής τους οικογένειας. Περαιτέρω η Αιτήτρια προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσίασε ότι υπάρχει κίνδυνος να προβεί σε μέτρα αποξένωσης της περιουσίας του μόλις μάθει ο ίδιος ότι κινήθηκε δικαστικώς εναντίον του για να αποφύγει την απαίτηση της, αποκρύβοντας από το Δικαστήριο ότι όσον αφορά τη διευθέτηση των απαιτήσεων της, γίνονταν μεταξύ μας συζητήσεις από το 2019 οι οποίες δεν καρποφόρησαν. Σημειώνει περαιτέρω ότι από το Δεκέμβριο του 2019 που η Αιτήτρια έφυγε από το σπίτι του μέχρι σήμερα, παρόλο που γνώριζε τις προθέσεις της να διεκδικήσει μέρος της περιουσίας του, δεν προέβηκε σε κανένα μέτρο αποξένωσης της περιουσίας του. Το γεγονός ότι δεν αποξένωσε περιουσία του, υποστηρίζεται από την έρευνα στο κτηματολόγιο το αποτέλεσμα της οποίας επισύναψε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της. Επίσης υποστηρίζει ότι ενώ γνωρίζει η Αιτήτρια ότι ουδεμία ζημιά θα υποστεί από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι έχει ο ίδιος τη δυνατότητα να την αποζημιώσει στην περίπτωση που τυχόν εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του, ψευδώς ορκίζεται και λέει ότι εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Και ουδεμία εξήγηση δίνει στην ένορκη της δήλωση, γιατί θα είναι δύσκολο ή αδύνατο τούτο. Όπως αναφέρει περαιτέρω η Αιτήτρια δεν έχει οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση με τα επίδικα ακίνητα, όπως καμία σχέση έχει με την ιατρική του εταιρεία. Περαιτέρω, τα μερίδια τα οποία ζητά να δεσμευτούν, δεν δικαιολογούνται από το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης. Πουθενά στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι η συνεισφορά της στην απόκτηση της επίδικης περιουσίας του ανέρχεται στα ποσοστά των οποίων τη δέσμευση ζητά και καμία εξήγηση δίνει ως προς το λόγο που ζητά τη δέσμευση των αιτούμενων μεριδίων. Άνευ βλάβης της γενικής του τοποθέτησης επί του περιεχομένου της ε/δ της Αιτήτριας, παραδέχεται το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 3, 4, και 5 αυτής. Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της ε/δ της Αιτήτριας, συμφωνεί ότι το 1/3 μερίδιο που ανήκε σε τρίτο πρόσωπο το αγοράσαν από κοινού με την αδελφή του, ήτοι από 1/6 μερίδιο o κάθε ένας τους, κατά το χρόνο του γάμου του με την Αιτήτρια. Κατόπιν της αγοράς αυτής έγινε ιδιοκτήτης του 1/3 του εν λόγω χωραφιού. Στην αγορά προέβηκε χωρίς οποιαδήποτε συνεισφορά της Αιτήτριας, Περαιτέρω, η Αιτήτρια ζητά τη δέσμευση ολοκλήρου του 1/6 μεριδίου το οποίο αγόρασε κατά τη διάρκεια του γάμου μου με τον γενικό ισχυρισμό ότι συνεισέφερε στην απόκτηση του. H δέσμευση ολόκληρου του 1/6 μεριδίου θεωρεί ότι είναι αδικαιολόγητη αφού η Αιτήτρια πουθενά στην Ε.Δ της ισχυρίζεται ότι διεκδικεί ολόκληρο το 1/6 μερίδιο, τουναντίον προβαίνει σε γενικό ισχυρισμό περί συνεισφοράς της την οποία δεν καθορίζει καν σε ποσοστό ή ποια ήταν αυτή, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός της να παραμένει γενικός αόριστος. Αρνείται περαιτέρω το περιεχόμενο της παραγράφου 7, πλην του ισχυρισμού ότι τελούν σε οριστική διάσταση από το Δεκέμβριο του 2019 οπόταν η Αιτήτρια αποχώρησε από το πατρικό του σπίτι όπου ζούσαν. Όσον αφορά την παράγραφο 8 και τις υποπαραγράφους αυτής, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια ουδέν ποσό συνεισέφερε στην αγορά ή στην ανακαίνιση ή στην αύξηση της ισχυριζόμενης περιουσίας του. Εξ ου και η ίδια στην ένορκη δήλωση της δεν αναφέρει οπουδήποτε ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό είτε ως δόση σε δάνεια του, είτε ως πληρωμή στην αγορά των ισχυριζόμενων ακινήτων ή στην ανακαίνιση της πατρικής του περιουσίας ή είχε οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην εν λόγω παράγραφο και υποπαραγράφους αυτής, εκτός αυτούς που παραδέχεται πιο κάτω λέγοντας ο Καθ' ου η Αίτηση τα εξής: - Όσον αφορά το διαμέρισμα στο Βερολίνο, το αγόρασε χωρίς οποιαδήποτε συνεισφορά από την Αιτήτριας, περί το 2011. Η ίδια η Αιτήτρια στην παράγραφο 8.α της ε/δ της αναφέρει ότι αυτός έκανε την αγορά, ενώ η ίδια απλά επισκέφθηκε μαζί του το διαμέρισμα. Δεν υπάρχει πουθενά ισχυρισμός της ότι συνεισέφερε ή ότι αγόρασαν μαζί το διαμέρισμα. Περαιτέρω τα ποσά που αναφέρει η Αιτήτρια είναι υπερβολικά και αναληθή. Η δε αξία του διαμερίσματος την οποία ισχυρίζεται η Αιτήτρια είναι εντελώς αυθαίρετη και ανυποστήρικτη, ενώ η Αιτήτρια δεν αναφέρει την πηγή από την οποία πληροφορήθηκε την ισχυριζόμενη αξία. Η αίτηση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναφορικά με το ½ μερίδιο στο διαμέρισμα, είναι αδικαιολόγητη και ανυποστήρικτη. Η ίδια η Αιτήτρια δεν καθορίζει τη συνεισφορά της ούτε απαιτεί στην αίτηση της την εγγραφή του 1/2 μεριδίου του διαμερίσματος επ' ονόματι της. - Όσον αφορά την παράγραφο 8.β της ε./δ Αιτήτριας, το τεμάχιο στην Κρήτη το αγόρασε περί τις αρχές του 2010. Επισυνάπτει όπως αναφέρει αντίγραφο συμφωνίας αγοραπωλησίας ημερομηνίας 29/4/2010 όπου αναφέρεται ότι το εν λόγω τεμάχιο το αγόρασε με χρήματα που κατέβαλε τοις μετρητής. Το τεμάχιο το αγόρασε προτού καν δώσουν υπόσχεση γάμου με την Αιτήτρια, την οποία η Αιτήτρια αναφέρει ότι έδωσαν περί το Δεκέμβρη του 2010. Περαιτέρω θεωρεί ότι τα ποσά που ισχυρίζεται η Αιτήτρια είναι υπερβολικά, αναληθή, αυθαίρετα και ανυποστήρικτα, ενώ δεν αποκαλύπτει την πηγή από την οποία πληροφορήθηκε τα ισχυριζόμενα ποσά. Όπως δε τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, το εν λόγω ακίνητο εκπίπτει της αίτησης περιουσιακών διαφορών αφού δεν αποτελεί περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου ή με προοπτική τέλεσης αυτού. Πέραν τούτου, είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια ουδεμία εμπλοκή είχε στην αγορά, ουδέν ποσό συνεισέφερε, εξ ου και δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το τεμάχιο. H αίτηση της για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε σχέση με το ½ μερίδιο του διαμερίσματος είναι αδικαιολόγητη και κακόπιστη. - Όσον αφορά το ακίνητο στην οδό XXX 28 στην Αγία Ζώνη, είναι η δική του θέση ότι πρόκειται για πατρική του περιουσία την οποία του δώρισε o πατέρας του. Στο ανώγειο είναι το πατρικό του σπίτι, στο ισόγειο το ιατρείο του πατέρα του το οποίο ακολούθως έγινε δικό του ιατρείο και ένα διαμέρισμα στο οποίο ζούσαν οι γονείς του. Έγινε ανακαίνιση με χρήματα εν μέρει του πατέρα του, εν μέρει της ιατρικής εταιρείας του και εν μέρει προσωπικά δικά του έξοδα. Η Αιτήτρια ουδεμία οικονομική συνεισφορά είχε, ούτε ισχυρίζεται στην ε/δ της ότι είχε οικονομική συνεισφορά. H Αιτήτρια γνωρίζει πολύ καλά ότι o πατέρας του συνεισέφερε τόσο στην ανακαίνιση του ιατρείου όσο και του διαμερίσματος στο οποίο ζούσε με τη μητέρα του αφού της το ανέφερε και ψευδώς ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει. Περαιτέρω, τα ποσά που αναφέρει η Αιτήτρια ως προς την αύξηση της αξίας του ακινήτου είναι αυθαίρετα ενώ δεν αποκαλύπτει την πηγή αυτής της γνώσης της. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, η απαίτηση της Αιτήτριας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όσον αφορά το 1/4 μερίδιο του εν λόγω ακινήτου είναι αδικαιολόγητη και αστήρικτη. Η Αιτήτρια δεν αναφέρει στην ε/δ της ή στην αίτηση της ότι ζητά την εγγραφή επ' ονόματι της του 1/4 μεριδίου του εν λόγω ακινήτου, ούτε ισχυρίζεται ότι συνεισέφερε σε αντίστοιχο βαθμό για να ζητείται η αντίστοιχη δέσμευση της πατρικής μου περιουσίας. - Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της παραγράφου 8.ε, παρέλαβε από τον πατέρα του το πελατολόγιο και ασθενείς του. O κύκλος τόσο του πατέρα του όσο και o δικός του όπως και η εμπλοκή του στα κοινά, στο Κέντρο XXXΧΧ και στο Ίδρυμα XXXΧΧ, σε συνδυασμό με τις σπουδές που είχε, τη δραστηριότητα που ανέπτυξε, τις γνωριμίες και τις γνώσεις του, του επέτρεπαν και του επιτρέπουν να έχει ένα ευρύ κύκλο εργασιών, o οποίος αυξάνεται από τη δική του εργασία και εξαιτίας του. Εάν αυξήθηκε η αξία της εταιρείας του και της ιατρικής του επιχείρησης, αυτό οφείλεται στη δική του αποκλειστικά εργασία, στον δικό του κύκλο και πελατολόγιο. Όσον αφορά στο ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η αξία της εταιρείας και της επιχείρησης του υπερβαίνει τις €800.000 αυτός είναι αυθαίρετος, ανυποστήρικτος ενώ η Αιτήτρια δεν αναφέρει πού βασίζει την εν λόγω αναφορά της. - Όσον αφορά στην παράγραφο 8.στ το ισχυριζόμενο χωράφι του ανήκει κατά 1/2 μερίδιο και βεβαιώνεται από το Πιστοποιητικό έρευνας που επισύναψε η Αιτήτρια ως Τεκμήριο Α αναφέρει ότι δεν απέκτησε 16,67% μεριδίου. Επίσης στην έρευνα αναγράφεται η αξία του χωραφιού κατά το 2018. - Όσον αφορά στην παράγραφο 9 της ε/δ, η Αιτήτρια αναφέρει ότι δεν γνωρίζει τα υπόλοιπα των δανείων σε σχέση με τα οποία έγιναν ο υποθήκες ή σε τι αφορούν οι υποθήκες που αναγράφονται στο πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που επισύναψε στην Ε.Δ της. Είναι η θέση του ότι η άγνοια της πηγάζει από το γεγονός ότι ουδέποτε κατέβαλε δόση στα δάνεια αυτά ή συνεισέφερε με οποιοδήποτε τρόπο. Ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να μάθει για τα δάνεια, το ύψος τους ή το λόγο που συνάφθηκαν αφού ήταν δικά του, τα αποπλήρωνε αυτός και η ίδια ουδέν ποσό κατέβαλλε ούτε την ενδιέφεραν, εξ ου και δεν γνωρίζει γι' αυτά. - Όσον αφορά στις αναλυτικές καταστάσεις τις οποίες δεν γνωρίζει από πού προμηθεύτηκε η Αιτήτρια, αυτές δείχνουν ότι στο τέλος του 2019 δόθηκε μέρισμα από την εταιρεία του ύψους €138.700 και στο τέλος του 2020 δόθηκε μέρισμα ύψους €222.250. Τα μερίσματα που δίδονται από την εταιρία του τα παίρνω ο ίδιος. - Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 11, στην κοινή κατάθεση υπήρχαν χρήματα τα οποία προέρχονταν από τον πατέρα του από τα εισοδήματα μου. Η Αιτήτρια τα έσοδα της τα χρησιμοποιούσε για την προσωπική της συντήρηση και δεν κατέθετε οποιοδήποτε ποσό εκ των εισοδημάτων της στον κοινό λογαριασμό. O λογαριασμός ήταν κοινός ούτως ώστε να έχει πρόσβαση και να χρησιμοποιεί από αυτόν η Αιτήτρια, χωρίς όμως τα χρήματα να ήταν ποτέ δικά της. Όσον αφορά στα δώρα του γάμου τους, αυτά χρησιμοποιήθηκαν και σπαταλήθηκαν για την πληρωμή των εξόδων του γάμου τους, την πληρωμή του ξενοδοχείου Amathus όπου έγινε η δεξίωση του γάμου τους και σε κοινά τους ταξίδια. Παραδέχεται περαιτέρω το περιεχόμενο της παραγράφου 12 πλην των εισοδημάτων της Αιτήτριας, τα οποία εξ όσων τον πληροφορούσε κατά τους επίδικους χρόνους, ήταν χαμηλότερα των όσων ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Το 2019 ο μισθός της ήταν περί τις €2500 μηνιαίως, ενώ τα προηγούμενα 2 χρόνια ήταν χαμηλότερος, Όσον αφορά στην παράγραφο 13 της Αιτήτριας, συμφωνεί ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι XXXΧΧ και εργάζεται σε δικό του ιατρείο. Όσον αφορά στο περιεχόμενο της παραγράφου 14 συμφωνεί ότι περί το 2013 μετακόμισαν στην πατρική του κατοικία στον πρώτο όροφο του ακινήτου επί της οδού XXX 28. Από το γάμο τους το 2013 διέμεναν στο σπίτι της Αιτήτριας στην οδό XXXΧΧ 30. Όσον αφορά στις παραγράφους 15, 16 και 17, το περιεχόμενο των οποίων απορρίπτει, επαναλαμβάνει τα όσα έχει αναφέρει πιο πάνω στην παρούσα ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, όσον αφορά στο ψώνισμα για το σπίτι όταν συζούσαν με την Αιτήτρια και την πληρωμή των λογαριασμών και των κοινών τους εξόδων, ως επί τω πλείστο και σε μεγάλο μέρος τα κάλυπτε ο ίδιος. Η Αιτήτρια είχε συνάψει δάνειο περί τα πρώτα χρόνια του γάμου τους, του οποίου η δόση ήταν γύρω στα €1200, ενώ τα προσωπικά της έξοδα και ο τρόπος ζωής που ήθελε να ζει, υπερέβαιναν τον μισθό της με αποτέλεσμα να αναλαμβάνει ή να συνεισφέρει και στις δικές της υποχρεώσεις και έξοδα. Τα εισοδήματα του, του επέτρεπαν να συντηρεί την οικογένεια του, να καταβάλλει εξ ολοκλήρου τις δόσεις των δανείων του και να προβαίνει σε αγορά ακίνητης περιουσίας. Αρνείται περαιτέρω το περιεχόμενο των παραγράφων 18, 19, 20, 21 και 22 της ε/δ Αιτήτριας το οποίο απορρίπτει ως αναληθές και επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε ανωτέρω στην παρούσα. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια δεν ήταν καν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου XXXΧΧ, ή του Ιδρύματος XXXΧΧ. Απορρίπτει ακόμα τον ισχυρισμό ότι κάθε βδομάδα διοργάνωνε πάρτι στο σπίτι τους, ως αναληθή και υπερβολικό. Σε σχέση ειδικότερα με τα πάρτι, αυτά που διοργάνωνε η Αιτήτρια όπως αναφέρει ο ίδιος απευθύνονταν στις φίλες και φίλους της τους οποίους καλούσε όποτε ήθελε στο σπίτι τους και οι οποίοι καμία βοήθεια πρόσφεραν στην επαγγελματική του σταδιοδρομία. Η Αιτήτρια επίσης ποτέ δεν είχε την επίβλεψη και γενικό έλεγχο και οργάνωση του ιατρείου του και του προσωπικού. Ούτε και επέτρεπε ο ίδιος να εμπλέκεται άλλο πρόσωπο στο ιατρείο του, του οποίου o έλεγχος και οργάνωση γινόταν από τον ίδιο και τη γραμματέα του. Απορρίπτει επίσης το περιεχόμενο της παραγράφου 23 υποστηρίζοντας ότι στο γάμο τους είχαν καλέσει περί τα 100 άτομα και σε καμία περίπτωση δεν έλαβαν €140.000. Περαιτέρω τα χρήματα που έλαβαν από το γάμο τους χρησιμοποιήθηκαν και σπαταλήθηκαν για την πληρωμή των εξόδων του γάμου, για την πληρωμή του ξενοδοχείου Amathus όπου έκαναν τη δεξίωση του γάμου τους, ως επίσης σε κοινά ταξίδια, διαμονή σε πολυτελή ξενοδοχεία και επισκέψεις σε ακριβά εστιατόρια. Πλην του ισχυρισμού ότι διατηρούσε δάνειο στην Τράπεζα Κύπρου, απορρίπτει το περιεχόμενο της παραγράφου 24. Διατηρούσε διάφορα δάνεια, τις δόσεις των οποίων κατέβαλλε ο ίδιος χωρίς συνεισφορά από την Αιτήτρια. Εξάλλου η Αιτήτρια σε κανένα σημείο της ε/δ της ισχυρίζεται ότι η ίδια κατέβαλλε έναντι των δόσεων των δικών του δανείων ή ότι συνεισέφερε οικονομικά, πέραν των ισχυρισμών της περί πληρωμών της σε σχέση με τα ψώνια για το σπίτι, το μισθό της. Θεωρεί αλλά και ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του εκ της ε/δ της Αιτήτριας ότι δεν φαίνεται να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση ή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας τουλάχιστον όσον αφορά το αιτητικό Α και B της ενδιάμεσης αίτησης της, ενώ δεν φαίνεται να αποκαλύπτεται πιθανότητα επιτυχίας ούτε σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά. Όπως επίσης τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του εκ της ε./δ της Αιτήτριας δεν φαίνεται να πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος για την μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς η Αιτήτρια δεν εξηγεί ούτε και υποστηρίζει με οποιονδήποτε τρόπο το επείγον στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτε υποστηρίζει την ύπαρξη άλλων ιδιαζουσών περιστατικών που να δικαιολογούν την έκδοση τους, ούτε για ποιο λόγο θα ζημιά τι ζημιά από τη μη έκδοση των διαταγμάτων. Αναφέροντας ότι από το 2019 που η Αιτήτρια έφυγε από το σπίτι του παρόλο που ο ίδιος γνώριζε τις προθέσεις της να διεκδικήσει μέρος της περιουσίας του, δεν προέβηκε σε αποξένωση της περιουσίας του, ούτε εκδήλωσε τέτοια πρόθεση. Η Αιτήτρια πουθενά στην ε/δ της δικαιολογεί γιατί θα προκληθεί ζημιά στην ίδια εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και τι είδους ζημιά θα υποστεί για την οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί, ούτως ώστε να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Επίσης θεωρεί ότι η αξίωση της Αιτήτριας στην περίπτωση που ήθελε πετύχει στην κυρίως αίτησης της είναι ενοχική. Περαιτέρω όπως υποβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση εκ της ε/δ της είναι προφανές ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ της Αιτήτριας των επίδικων ακινήτων για τα οποία έχει ήδη εξασφαλίσει ΠΔ, που να δικαιολογεί την εγγραφή μεριδίου αυτών επ' ονόματι της, αντί της απόδοσης σε αυτήν χρηματικής παροχής. Η καταβολή χρηματικού ποσού αποτελεί διαζευκτική επιλογή που η ίδια η Αιτήτρια περιέλαβε στην αίτηση της με την οποία στήριξε την απαίτηση της. Στην περίπτωση που ήθελε επιτύχει η Αιτήτρια στην απαίτηση της, όπως αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση είναι σε θέση να την αποζημιώσει χρηματικά και αυτό υποστηρίζεται και από τις οικονομικές καταστάσεις που η ίδια η Αιτήτρια επισύναψε ως τεκμήρια. Εν πάση όμως περιπτώσει, η Αιτήτρια δεν αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση αυτός να την αποζημιώσει στην περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν. Ζητά γι' αυτό απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας. Η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα, προχώρησαν σε ακρόαση με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων να παρουσιάζουν τις γραπτές τους αγορεύσεις, στις οποίες με αναφορά στα γεγονότα των ενόρκων δηλώσεων και σε νομολογία, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία. Νομική πτυχή Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως αυτό έχει τροποποιηθεί, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην πλούσια νομολογία που υπάρχει επί του θέματος αναλύθηκαν οι τρεις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Οι τρεις προϋποθέσεις είναι οι ακόλουθες:
  2. i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  3. ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων θεραπεία. iii) Tο ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε διάταγμα. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης έχει κριθεί πως είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η δεύτερη προϋπόθεση, απαιτεί από τον Αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε δεν είναι απαραίτητη η έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία. Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates

(1982)1 A.A.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ. ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Pariko Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ. ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Ακόμα το Δικαστήριο αν τελικά αποδεχθεί την ύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, τότε θα πρέπει να κρίνει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο, κατά πόσο είναι εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Είναι δε καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει δηλαδή να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αναλύθηκε σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει όμως το διάταγμα θα πρέπει τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης θα πρέπει να αποφασίσει αν αυτά ευρίσκοντο εντός του πεδίου γνώσης του Αιτητή. [Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1 (A) A.A.Δ. 597, M. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd. κ. ά. v. Τimberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980]. Το Δικαστήριο ακόμα σε αυτό το στάδιο πρέπει να έχει υπόψη του, ότι πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική εξέταση και διερεύνηση των επίδικων θεμάτων, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. [Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Βeogradska Banka
(1999), 1Α 227 στη σελ. 236 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Δικαστή Αρτεμίδη (όπως ήταν τότε): "Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν' αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Εξέταση της αίτησης Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω, με βάση τις παραπάνω αρχές και νομοθετικές πρόνοιες, κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση και συνέχιση του προσωρινών διαταγμάτων. Οι οποίες θα κριθούν με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και τις διατάξεις του Νόμου που διέπει τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων. Στην υπό εξέταση αίτηση σχετικές είναι οι διατάξεις των αρ. 2 και 14 του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991, Ν. 232/1991 στο εξής «ο Νόμος». Το άρθρο 14, ως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι: "Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή." Περαιτέρω στον παραπάνω νόμο στο άρθρο 2, ο όρος «συνεισφορά» σημαίνει: «την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής στέγης και των μελών της οικογένειας.» Περαιτέρω ως περιουσία ορίζεται στο ίδιο άρθρο: «περιουσία" σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους» Η αξίωση περιουσιακής διαφοράς είναι καταρχάς ενοχικής φύσεως. Πιθανή θεραπεία είναι όμως και αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην απόφαση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 (A) Α.Α.Δ.78, το θέμα του κατεπείγοντος, εξετάζεται πρώτο, εφόσον αφορά δικαιοδοτικό όρο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι καταδείχθηκε το κατεπείγον. Η ενδεχόμενη επίδοση της αίτησης μπορούσε να οδηγήσει σε αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Ο Καθ' ου η Αίτηση άλλωστε δεν αρνήθηκε ότι μετά τη διάσταση προέβηκε σε ανάληψη ποσού από τον κοινό λογαριασμό. Η αποστολή άνευ βλάβης επιστολής των δικηγόρων της Αιτήτριας στα πλαίσια της αίτησης διαζυγίου των διαδίκων κατά το 2021 δηλαδή 2 χρόνια πριν την έγερση της παρούσας με την οποία φαίνεται ότι υπήρξε κάποια συζήτηση για τα περιουσιακά τους δεν αναιρεί το κατεπείγον της αίτησης. Άλλωστε το μόνο που αναφέρεται στην επιστολή αυτή είναι ότι η δικηγόρος της έκαμε σοβαρή προσπάθεια προτείνοντας στην πελάτιδα τους να υποχωρήσει στην αντιδικία και να προχωρήσουν σε ακρόαση με περιορισμό των επιδίκων θεμάτων στο θέμα του διαζυγίου και ότι η απάντηση που έλαβε ήταν ότι προσπαθούν οι διάδικοι να συζητήσουν και να εξεύρουν λύση στην απαίτηση της πελάτιδος τους για περιουσιακές διαφορές. Εισηγείτο ακόμα η δικηγόρος της Αιτήτριας όπως μιλήσουν μεταξύ τους εάν όντως υπάρχει διάθεση για να συζητήσουν την απαίτηση της πελάτιδας τους για τις περιουσιακές διαφορές και τους ενημερώσουν σχετικά και ανάλογα να προχωρήσει ή να τερματιστεί η αντιδικία στο διαζύγιο. Δεν παρατέθηκε οτιδήποτε για επανάληψη των προσπαθειών των διαδίκων στα 2 αυτά χρόνια και κατά πόσο ανταποκρίθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση στην εισήγηση της δικηγόρου της Αιτήτριας. Προχωρώ στη συνέχεια στη εξέταση της ουσίας της αίτησης, για να διαπιστώσω αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων.
  2. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση Αρ. 43/2012, ECLI:CY:DOD:2017:3, ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2017 ο έντιμος κ. Ναθαναήλ, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά, αναφορικά με τα προσωρινά διάταγμα που εκδίδονται στην βάση του αρ. 14Γ του Ν. 232/1991: «Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/1991, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου.» Η έμφαση είναι δική μου. Αναδεικνύεται από τη προσκομισθείσα μαρτυρία στην παρούσα περίπτωση και τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν εκατέρωθεν, αλλά και τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας, το άρθρο 2 που ορίζει τις έννοιες της περιουσίας και συνεισφοράς και το άρθρο 14 του Ν. 232/91 που δίνει τη δυνατότητα στον ένα σύζυγο να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή, ότι καταδείχθηκε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην ένορκη της Αιτήτριας προσφέρεται επαρκές υλικό ώστε να μπορεί να ενταχθεί η διαφορά των διαδίκων, στα πλαίσια της αναγκαιότητας ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων αυτής και του συζύγου της από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Βλ. υπόθεση Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα (ανωτέρω). Είναι παραδεκτό ότι οι διάδικοι έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου το Δεκέμβριο του
  3. Από το Δεκέμβριο του 2019 βρίσκονται σε διάσταση. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους, πέραν από μια που αμφισβητείται από τον Καθ' ου η Αίτηση, αποκτήθηκε η επίδικη περιουσία. Και κάποια περιουσία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας βελτιώθηκε με ανακαίνιση. Ο Καθ' ου η αίτηση κάνει παραδεκτή την ύπαρξη της ακίνητης περιουσίας όπως και την ύπαρξη μετοχών με κερδοφορία. Θέση της Αιτήτριας είναι ότι είχε συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση.
  4. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας Η ίδια η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτό, διότι περιγράφεται η περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης. Περαιτέρω η Αιτήτρια περιγράφει με λεπτομέρεια το τι αποκτήθηκε από τη αμοιβαία υπόσχεση γάμου και κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η συνεισφορά της με διάφορες μορφές είτε απευθείας είτε έμμεσα εξειδικεύεται με επάρκεια στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας για σκοπούς εξέτασης των προϋποθέσεων έκδοσης και συνέχισης των προσωρινών διαταγμάτων και του μέτρου απόδειξης που απαιτείται για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Είναι η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι καμία συνεισφορά δεν είχε η Αιτήτρια στην απόκτηση περιουσίας από τον ίδιο. Ούτε μπορεί να έχει αξίωση στις μετοχές στην ιατρική εταιρεία. Περαιτέρω όπως αναφέρει το ωράριο που εργαζόταν η Αιτήτρια δεν της επέτρεπε να έχει το ρόλο που η ίδια ισχυρίζεται στις δραστηριότητες του. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι ο πατέρας του συνεισέφερε στην απόκτηση περιουσίας και τη διεύρυνση του κύκλου των εργασιών του. Η αξιολόγηση όμως των αντικρουόμενων ισχυρισμών και η εξαγωγή συμπερασμάτων και η αποδοχή της μιας ή της άλλης θέσης και τα οποιαδήποτε ευρήματα επί των δύο διαφορετικών εκδοχών στη βάση μόνο των ενόρκων δηλώσεων θα ήταν πρόωρο να γίνει σε αυτό το στάδιο, αλλά θα γίνει όταν θα βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένο το μαρτυρικό υλικό από τους διαδίκους και θα αξιολογηθεί και η αξιοπιστία τους. Και είναι η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι καμία συνεισφορά δεν είχε η Αιτήτρια στην απόκτηση περιουσίας από τον ίδιο. Με αντίθετη τη θέση της Αιτήτριας η οποία διατείνεται ότι στη αύξηση της περιουσίας του συνέβαλε και η ίδια σε μεγάλο βαθμό με διάφορες μορφές συμβολής. Αλλά και με τα λεφτά του γάμου. Ο Καθ΄ ου η αίτηση από το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων απέκτησε και άλλη περιουσία. Επομένως η αύξηση της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση και η συμβολή της Αιτήτριας όπως αυτή προσδιορίζεται στα άρθρα 2 και 14
(2)του Ν.232/91 ικανοποιούν στο παρόν στάδιο την ύπαρξη της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. 3. Να είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω κρίνω ότι και η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Με βάση το άρθρο 14(Γ)
(1)του Νόμου Ν.232/1991, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί προς εκδίκαση εναρκτήρια αίτηση για την οριστική ρύθμιση των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, δύναται να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα για μη διάθεση ή αποξένωση ακίνητης περιουσίας ή μέρος αυτής. Ο σκοπός του πιο πάνω άρθρου είναι η παρεμπόδιση αποξένωσης τέτοιας περιουσίας ώστε να μην καθίσταται αναποτελεσματική η αξίωση ενός συζύγου για συνεισφορά. Η Αιτήτρια με την αίτηση της ζητά την απόδοση της συνεισφοράς της επιζητώντας τα ακόλουθα: Απόδοση της αύξησης της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν το γάμο των διαδίκων και με την προοπτική τον ειρημένο γάμο καθώς και μετά το γάμο των διαδίκων η οποία προέρχεται από την άμεση ή έμμεση συμβολή της. Διεκδικεί περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή στο όνομα της του μέρους της αύξησης της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτή περιγράφεται στα γεγονότα της αίτησης που προέρχεται από τη δική της συνεισφορά. Περαιτέρω η διαζευκτικά αιτείται απόφασης για το ποσό που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της την αύξηση της περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση. Συνεπώς δεν περιορίζεται η απαίτηση της σε χρηματική απαίτηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει ότι μπορεί ο ίδιος να αποζημιώσει την Αιτήτρια και υποστηρίζει ότι η αξίωση είναι ενοχική. Ως προς την Τρίτη προϋπόθεση άκρως κατατοπιστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Λ.Κ. κ.α .v. Π.Ρ Έφεση αρ.. 38/2019 ημερομηνίας 7/7/2022. «Ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες στο βασικό πυρήνα του πρώτου λόγου έφεσης πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο οριστικοποίησε τα διατάγματα χωρίς να πεισθεί ότι η Εφεσίβλητη δυνατόν να αποζημιούτο με χρήμα. Η όλη επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο αφού προβαίνει σε εμπεριστατωμένη ανάλυση ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 σε συσχετισμό με το Άρθρο 14
(2)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων του 1991, Ν. 232/91 που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη συνεισφορά) κατέληξε ως εξής σε συνάρτηση με την τρίτη προϋπόθεση: «Περαιτέρω, η οποιαδήποτε πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας, θα εξοστράκιζε την πιθανή θεραπεία. Πιθανή θεραπεία είναι αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (Βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1165 και Αποστόλου κ.α. ν. Ιωάννου κ.α.(ανωτέρω). Συνεπώς, τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.» Πραγματικά, δυσκολευόμαστε να δούμε την λογική του λόγου έφεσης. Τα σχετικά επιχειρήματα των Εφεσειόντων παραγνωρίζουν τη φύση της αξίωσης της κυρίως θεραπείας με την οποία αξιώνετο απόδοση στην Εφεσίβλητη του μέρους της περιουσίας του Εφεσείοντος 1, το οποίο αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή κατά τη διάρκεια του, το οποίο προέρχεται από τη δική της συμβολή και/ή το οποίο διατηρούσε ο Εφεσείων 1 ως καταπίστευμα προς όφελος της ως επίσης και την εγγραφή επ' ονόματι της του ½ μεριδίου επί των ακινήτων τα οποία, κατ' ισχυρισμόν πάντα, αποτελούν την αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντα στην οποία αύξηση έχει συνεισφέρει. Όπως τονίζει η πλευρά της Εφεσίβλητης, η απόδοση σ' αυτή της αξίας των εν λόγω μεριδίων σε χρήμα, τίθεται διαζευκτικά. Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019: «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση» Το ίδιο προκύπτει από την Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/12, 24.3.2017: «.Αλλά και το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον οι αποζημιώσεις φανερά δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την αξίωση της εφεσείουσας δεδομένου ότι θα πρέπει να αποφασιστεί στο τέλος της ημέρας ποια είναι η πραγματική σε χρήμα αξία της περιουσίας που διεκδικείται στο σύνολο της που περιλαμβάνει κατάστημα, μετοχές, λογαριασμό ή λογαριασμούς και ένα όχημα. Έτσι και το ισοζύγιο της ευχέρειας που είναι το κριτήριο το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μετά την εξέταση των τριών πρώτων κριτηρίων, σαφώς κλίνει υπέρ της εφεσείουσας.» Συνεπώς η πιο πάνω προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν και ορθή και πλήρως συμβατή με την νομολογία. Κανένα σφάλμα δεν εντοπίζουμε και σίγουρα δεν θα βοηθούσε την πλευρά των Εφεσειόντων η μικροσκοπική ενασχόληση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου με ισχυρισμούς περί της οικονομικής τους δυνατότητας να αποζημιώσουν σε χρήμα την Εφεσίβλητη, αφού κάτι τέτοιο θα παραγνώριζε τη φύση της αξίωσης και ότι τα διατάγματα εκδόθηκαν και οριστικοποιήθηκαν με σκοπό την προστασία περιουσίας αντικείμενο της διαφοράς της ειδικής αυτής αξίωσης, ως αναλύθηκε πιο πάνω». Με βάση τα πιο πάνω οι λόγοι έφεσης 1 και 4 απορρίπτονται». Η έμφαση είναι δική μου. Περαιτέρω όπως έχει νομολογηθεί η έννοια της δικαιοσύνης, δεν συναρτάται μόνο με την απλή αντίληψη της ζημιάς, αλλά την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Βλ Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791. Υποδείχθηκε στην υπόθεση Παναγίδου .v. Παναγίδου 1 Α.Α.Δ. 396 ότι: «πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους Ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο». Παραπέμπω επίσης στα όσα υποδείχθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση Φετοκάκης v. Χριστοφή κ. ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800 σε σχέση με το βάρος απόδειξης που απαιτείται για την πρόθεση του διαδίκου να αποξενώσει το περιουσιακό στοιχείο: "Σημειώνουμε ότι σε περιπτώσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει τη πραγματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Τσιολάκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος." Όσον αφορά τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν προσδιορίζει το χρόνο, τον τρόπο και τα ποσά που δαπανήθηκαν στην αύξηση των περιουσιακών στοιχείων και ότι δεν δικαιολογεί τα ποσοστά που ζητά επί των ακινήτων και των μετοχών, καθώς και ότι ως υποστηρίζει η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση από τα δικόγραφα δεν προκύπτει καλή βάση αγωγής καθώς η απόκτηση της περιουσίας δεν είναι αρκετή από μόνη της για να αποδείξει την αύξηση της περιουσίας αλλά και ότι οι αξίες των ακινήτων ως τις αναφέρει η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της και αυτές είναι αυθαίρετες καθώς πουθενά δεν παραθέτει την πηγή της γνώσης αυτών των αξιών. Επίσης γιατί δεν αναφέρει πουθενά την αρχική και τελική περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση ούτως ώστε το Δικαστήριο να δύναται να εκτιμήσει την πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης. Δεν είναι απαραίτητη σε αυτό το στάδιο η παροχή λεπτομερειών και η προσκόμιση μαρτυρίας για την αξία της περιουσίας ώστε να αποδειχθεί η αύξηση της περιουσίας. Η περιουσία αυτή αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων και υπάρχει ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι είχε μεγάλη συμβολή. Στην υπόθεση Αποστόλου κ.α.v. Ιωάννου κ.α.
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 604 στις σελ.613 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Το παράπονο του εφεσείοντα ότι τα συγκεκριμένα και κατ' ισχυρισμό μη αποκαλυφθέντα στοιχεία ήσαν ουσιώδη επειδή αφορούσαν την ουσία της κυρίως Αίτησης, καταδεικνύει εσφαλμένη αντίληψη ως προς το πλαίσιο εκδίκασης και τις παραμέτρους εντός των οποίων θα πρέπει να εξετάζεται μια ενδιάμεση αίτηση για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης εκείνης διαδικασίας δεν απαιτείτο η λήψη μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών ακίνητης και κινητής περιουσίας, η επακριβής παράθεση λεπτομερών στοιχείων που αφορούσαν επιβαρύνσεις επί ακινήτων, ύψος δανείων κλπ. Όλα αυτά αναμένεται να απασχολήσουν στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως Αίτησης ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων, ενώ άλλα είναι τα απαιτούμενα και οι προϋποθέσεις, όπως και ο βαθμός απόδειξης, στις διαδικασίες έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». Ως προς τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 615-616. «Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμιστεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέτασης ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι ώστε με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εδώ, με την κυρίως Αίτησή της, η εφεσίβλητη διεκδικεί την απόδοση στην ίδια του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του εφεσείοντα, η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων, και η οποία αύξηση προέρχεται από τη συμβολή της εφεσείουσας, την οποία η ίδια υπολογίζει σε 50% ή €40.000.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό βρεθεί ότι αποτελεί την αξία της συνεισφοράς της. Όπως δε ορθά επισημαίνει και ο συνήγορος της εφεσίβλητης, για τους σκοπούς του διατάγματος όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε, η πραγματική αξία της περιουσίας δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Το κατά πόσο θα έπρεπε να δεσμευθεί το 1/2 ή το 1/3 ή τα 3/4 της περιουσίας εκείνης, δηλαδή των μετοχών του εφεσείοντα ή κάποιου ακινήτου του, αυτό έχει να κάνει με την τυχόν αξία της συνεισφοράς της εφεσείουσας και όχι με την αξία του περιουσιακού στοιχείου. Κάτι που ασφαλώς θα διακριβωθεί στο τέλος, στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης». Η έμφαση είναι δική μου. Με βάση τα πιο πάνω νομολογηθέντα θεωρώ ότι το γεγονός ότι μέχρι σήμερα ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει προβεί σε αποξένωση της επίδικης περιουσίας δεν είναι λόγος απόρριψης της αιτήσεως καθώς προέχει η διατήρηση του αντικειμένου της αξίωσης ανέπαφου μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Όσον αφορά το λόγο ένστασης ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, στο εν λόγω θέμα υπάρχουν αντίθετες θέσεις και δεν είναι ώρα για αξιολόγηση της αξιοπιστίας των διαδίκων. Όσον αφορά τη θέση ότι γνώριζε ο Καθ' ου η Αίτηση για την από μέρους πρόθεσης διεκδίκησης της συνεισφοράς της όπως προκύπτει από το Τεκ. 1 που επισυνάπτει στην ένσταση του ο Καθ' ου η Αίτηση η γνώση του Δικαστηρίου ότι στο παρελθόν οι διάδικοι συζήτησαν τις περιουσιακές τους διαφορές δεν θα ήταν λόγος να μην εξέδιδε προσωρινά διατάγματα. Τέλος όσον αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν προσωρινά διατάγματα και να οριστικοποιηθούν αυτά αναφορικά με τη δέσμευση τα επίδικης περιουσίας, θεωρώ ότι αυτό είναι αναγκαίο για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων ώστε η περιουσία να διαφυλαχθεί μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Άλλωστε ο Καθ' ου η Αίτηση δεν ανέφερε ποια θα είναι η ζημιά του από τη οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων. Όσον αφορά τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί το ποσοστό δέσμευσης της περιουσίας του σημειώνω ότι η απαίτηση της φαίνεται να στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό και όχι τον τεκμαρτό υπολογισμό επίσης δεν αναμένεται στην παρούσα φάση να δίνονται ακριβείς λεπτομέρειες. Καταλήγω λοιπόν ότι τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στις 15/9/2023 θα πρέπει να καταστούν οριστικά με την τροποποίηση τους δια της ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων α και β που αφορούν ακίνητα στο εξωτερικό σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση Ιωαννίδη .v. Κρητικού 1992 Α.Α. Δ.1 828 για τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων για ακίνητα στην αλλοδαπή, άλλα και του γεγονότος ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν προσδιορίζονται επαρκώς. Ενόψει των πιο πάνω εκδίδονται τα ακόλουθα τροποποιητικά διατάγματα: Α. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει η καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το πιο κάτω μερίδιο ή συμφέρον του στην πιο κάτω περιουσία: - Το ¼ μερίδιο στο ακίνητο επί της οδού XXX 8 στην Αγία Ζώνη στη Λεμεσό με αριθμό εγγραφής 5/3XXXX, Φύλλο 54 Σχέδιο 580203 τεμάχιο [ ], - Το 1/6 μερίδιο του στο χωράφι στη Γερμασόγεια με αριθμό εγγραφής 0/XXX, Σχέδιο 2-206-344 Β. Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου από του να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, διαθέσει η καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει τις 250 από τις 500 μετοχές που κατέχει στην εταιρεία XXX & XXX DLC ( HE 140177) Τα προσωρινά διατάγματα καθίστανται απόλυτα και θα ισχύουν μέχρι εκδίκασης της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ενόψει του αποτελέσματος, τα 2/3 των εξόδων επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.