← Κύπρος

Αναφορικά με την ανήλικη κόρη της J. A., Αρ. Αίτησης: 14/2023, 5/6/2024

Αναφορικά με την ανήλικη κόρη της J. A., Αρ. Αίτησης: 14/2023, 5/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ. Αρ. Αίτησης: 14/2023 Αναφορικά με τον Περί υιοθεσίας Νόμο 19(Ι)/1995 και Αναφορικά με την ανήλικη κόρη της J. A. A.R.C No. [ ] A. J. η οποία γεννήθηκε την 24/01/2023 στο Νοσοκομείο Π. Ανήλικο ------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Ημερομηνία: 5 Ιουνίου, 2024 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Δ. Ανδρέου για ΠΥΡΓΟΥ ΒΑΚΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Χατζηκωνσταντή για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Η Αιτήτρια είναι η βιολογική μητέρα της ανήλικης A. J., η οποία γεννήθηκε στις [ ] στο Νοσοκομείο Π.. Στις 06/02/2023 εκδόθηκε διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 1/2023 με το οποίο εγκρίθηκε η τοποθέτηση της ανήλικης στους Χ. Σ. και J. Σ. για σκοπούς υιοθεσίας. Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και διατάχθηκε από το Δικαστήριο η επίδοση της, η Αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες : « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Δικαιοδοσία Υιοθεσίας στην Αίτηση με αρ. 1/2023, ημερομηνίας 06/02/2023 με το οποίο εγκρίθηκε η τοποθέτηση του ανήλικου παιδιού της Αιτήτριας A. J. οποίο γεννήθηκε κατά ή περί την [ ] στο Νοσοκομείο Π. στους Χ. Σ. και J. Σ.. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Χ. Σ. ΑΔΤ [ ] και J. Σ. ΑΔΤ [ ] να παραδώσουν στην Αιτήτρια το ανήλικο παιδί της A. J. το οποίο γεννήθηκε κατά ή περί την [ ] στο Νοσοκομείο Π. στο τόπο διαμονής της στην οδό [ ]., Α. εντός 3 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος». Η αίτηση βασίζεται στον Περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 (Ν.19(Ι)/95, άρθρα 2,3,4,5,10,12 και 13, στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο του 1990 (Ν.23/90) άρθρα 11,12,14 και 16 στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Κανονισμό του 1990 Κ.3-7, 8,9 και 11, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32 και 40, στον Νόμο 33/64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ 1-4, στον Περί Υιοθεσίας Διαδικαστικό Κανονισμό του 1954 και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση ακολουθεί η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην Σ. γλώσσα καθώς επίσης και μετάφραση αυτής στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα. Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρονται στη ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι από τη Σ. και ότι είναι αιτήτρια Πολιτικού Ασύλου. Όπως αναφέρει κατέθεσε την αίτηση της για άσυλο στις 10/03/2022 και δεν έχει ακόμη εξεταστεί. Όπως αναφέρει γέννησε την ανήλικη A. J. στις [ ] στο Γενικό Νοσοκομείο Π.και δεν γνωρίζει ποιος είναι ο πατέρας. Η βασική θέση την οποία προωθεί η Αιτήτρια μέσα από την ένορκη της δήλωση είναι ότι ήθελε να δώσει για λίγο καιρό το παιδί της σε κάποια οικογένεια να το φροντίζει μέχρι να βρει σπίτι και δουλειά και ότι η νοσοκόμα (η κα Σ.) ενδιαφέρθηκε να πάρει το παιδί της προσωρινά στο σπίτι της για να το φροντίζει μέχρι να βρει η ίδια δουλειά. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η Καθ' ης η αίτηση της έφερε ένα έγγραφο να υπογράψει που όπως ισχυρίζεται της εξήγησε ότι το έγγραφο αυτό θα ήταν για να πάρουν προσωρινά το παιδί στο σπίτι τους ώσπου να μπορέσει να το πάρει πίσω. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το έγγραφο αυτό ήταν στα Αγγλικά και ότι η ίδια δεν καταλάβαινε Αγγλικά και το υπέγραψε το χαρτί χωρίς να καταλάβει τι έγγραφε. Είναι η θέση της ότι κανείς δεν της μίλησε για υιοθεσία και ότι δεν γνώριζε τι είναι υιοθεσία και ότι ούτε η λειτουργός που την επισκέφτηκε της μίλησε για υιοθεσία ούτε της ανέφερε ότι θα έχανε το παιδί της. Ισχυρίζεται επίσης ότι μετά από ένα μήνα που μίλησε με την γυναίκα που πήρε το παιδί της, της είπε ότι δεν θα το έβλεπε ποτέ ξανά και ότι αν παρατούσε το μωρό της θα την βοηθούσε να πάει στη Γερμανία ενώ εάν επέμενε θα την έστελνε πίσω στη Σομαλία. Αναφέρει ότι δοκίμασε να δει πολλές φορές το μωρό της χωρίς αποτέλεσμα αφού δεν ξέρει την διεύθυνση των ανθρώπων που το πήραν και ότι επικοινώνησε μέσω Facebook με την γυναίκα που έχει το μωρό της, η οποία όπως ισχυρίζεται την απείλησε ότι μόνο αν υπογράψει τα χαρτιά της υιοθεσίας θα μπορέσει να το δει. Αναφέρει ότι σήμερα εργάζεται και μπορεί να φροντίζει το μωρό της και ότι της λείπει πολύ και το θέλει πίσω. Τέλος αναφέρει ότι από ότι γνωρίζει δεν καταχωρήθηκε αίτηση υιοθεσίας και ότι εάν καταχωρήθηκε δεν της επιδόθηκε. Η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί στα ενδιαφερόμενα μέρη καθώς επίσης και στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας. Τα ενδιαφερόμενα μέρη Χ. και J. ή και Γ. Σ. καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους : « 1.Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και παράτυπη.

  1. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή.
  2. Η Αιτήτρια απέκρυψε τα πραγματικά κίνητρα της τα οποία δεν συνάδουν η και είναι ενάντιο στο συμφέρον της ανήλικης.
  3. Τυχόν έγκριση της αίτησης είναι ενάντια στα συμφέροντα και δικαιώματα της και θα ζημιώσει ανεπανόρθωτα την ανήλικη. Επιπρόσθετα, θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα». Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας J. ή και Γ. Σ., στο εξής «ε/δ Γ.Σ.» και στην ένορκη δήλωση του κ. Χ. Σ. στο εξής «ε/δ Χ.Σ.». Ο κ. Χ. Σ. υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ε/δ Γ.Σ.. Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρονται στην ε/δ Γ.Σ. προκύπτουν τα ακόλουθα: Η κα Γ. Σ. αναφέρει ότι είναι αιτήτρια στην Αίτηση Υιοθεσίας με αρ. 1/2023 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας βάσει της οποίας επετράπηκε η τοποθέτηση της ανήλικη Ρ. A. στην ίδια και τον σύζυγο της Χ. Σ. Η κα Σ. αναφέρει ότι εργάζεται στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου και την ημέρα που έγινε η εισαγωγή της Αιτήτριας για να γεννήσει ήταν υπεύθυνη της νυχτερινής βάρδιας. Η ανήλικη γεννήθηκε στις [ ] και μετέπειτα μετονομάστηκε σε Ρ. A. Είναι η θέση της κα Σ. ότι κατά την εισαγωγή της Αιτήτριας στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου για να γεννήσει, η Αιτήτρια συνοδευόταν από μια ομοεθνή φίλη της και μετά την εισαγωγή της έλεγε επανειλημμένως "Call the government to take the baby I don't want the baby". Ισχυρίζεται επίσης ότι η ίδια ρώτησε την Αιτήτρια γιατί δεν θέλει να κρατήσει το βρέφος και η Αιτήτρια της ανέφερε ότι ήταν θύμα βιασμού και ότι αποστρέφεται το μωρό και ότι θα της δημιουργούσε προβλήματα με την οικογένεια της αφού ήταν εκτός γάμου και ήταν αντίθετο με την θρησκεία της και ότι εάν επέστρεφε στη χώρα της με το μωρό θα τους λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου. Όπως περαιτέρω αναφέρει η κα Σ., συμβούλεψε την Αιτήτρια να καταγγείλει τον βιασμό της και τότε η Αιτήτρια άλλαξε την εκδοχή της και ισχυρίστηκε ότι έλαβε χρήματα από ένα Νιγηριανό που δεν γνώριζε περαιτέρω στοιχεία του και προέβηκε σε σεξουαλική πράξη μαζί του όπου έμεινε έγκυος. Επίσης αναφέρει η κα Σ. ότι η Αιτήτρια της ανέφερε ότι έμενε στη Λευκωσία και ήρθε στο Π. να γεννήσει για να μην το μάθουν οι ομοεθνείς της αφού θα κινδύνευε η ζωή της. Η κα Σ. εξηγεί στην ένορκη της δήλωση για την πολιτική "skin to skin contact" που ακολουθείται από το Νοσοκομείο προκειμένου να συνδεθεί το βρέφος με την μητέρα και ότι όταν το πρότειναν αυτό στην Αιτήτρια η ίδια αντέδρασε έντονα και φώναζε επανειλημμένα "I hate the baby, call the government to take it away from me" και ότι ένεκα της στάσης της Αιτήτριας προς το βρέφος, αυτό τέθηκε υπό την αποκλειστική φροντίδα των Μαιών. Η κα Σ. ισχυρίζεται ότι εφόσον η Αιτήτρια δεν ήθελε το βρέφος της εξήγησαν ότι το βρέφος θα δινόταν για υιοθεσία. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 4 δήλωση της συναδέλφου της Χ. Γ. η οποία επιβεβαιώνει ότι η Αιτήτρια ανέφερε και στην ίδια την πρόθεση της να δώσει το βρέφος για υιοθεσία. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην ένορκη της δήλωση, ειδοποιήθηκε άμεσα το Γραφείο Ευημερίας και ότι η Αιτήτρια ανέφερε τόσο στην ίδια όσο και στις συναδέλφους της κας Σ. αλλά και στην λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας την επιθυμία της να δώσει το βρέφος της για υιοθεσία. Τότε, όπως αναφέρει επέδειξε ενδιαφέρον για να υιοθετήσει η ίδια το βρέφος, αφού όπως εξηγεί εάν δεν ήταν βέβαιη ότι η μητέρα ήθελε να δώσει το βρέφος για υιοθεσία δεν θα προέβαινε σε διαδικασίες για να το υιοθετήσει αφού έχει υιοθετήσει άλλα δύο παιδιά και γνωρίζει πόσο πολύ θα συνδεόταν με το βρέφος σε περίπτωση που η μητέρα δεν επιθυμούσε πραγματικά να το δώσει για υιοθεσία. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι δεν μιλά την Αγγλική γλώσσα, ως παντελώς αβάσιμούς αφού όπως αναφέρει η Αιτήτρια μιλούσε πάρα πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα και τόσο η ίδια όσο και οι υπόλοιποι στο τμήμα του Νοσοκομείου αλλά και η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας συνεννοούνταν μαζί της στην Αγγλική γλώσσα. Η κα Σ. αρνείται και απορρίπτει τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση και ισχυρίζεται ότι από τις 06/02/2023 μέχρι τις αρχές Αυγούστου έλαβε άδεια μητρότητας χωρίς απολαβές, αφού δεν είχε γίνει ακόμη η υιοθεσία, προκειμένου να φροντίζει την ανήλικη, κάτι το οποίο δεν θα έκανε εάν δεν της είχε δηλώσει ρητά η Αιτήτρια ότι δεν θέλει το βρέφος και ότι θα της το έδινε για υιοθεσία. Όπως εξηγεί δεν θα έθετε στην φύλαξη της ένα βρέφος με το οποίο θα συνδεόταν όλη η οικογένεια της και δεν θα έχανε τις μηνιαίες απολαβές από την εργασία της, τις οποίες είχε ανάγκη η ίδια και η οικογένεια της, εάν δεν ήταν βέβαιη ότι η Αιτήτρια δεν θέλει το βρέφος και ότι θα το έδινε για υιοθεσία. Όπως περαιτέρω αναφέρει, η Αιτήτρια έφυγε από το Νοσοκομείο χωρίς το βρέφος στις 31/12/2023 και κατά την διάρκεια παραμονής της στο Νοσοκομείο δεν ενδιαφέρθηκε καθόλου για το βρέφος, ούτε το επισκέφθηκε μια φορά και το βρέφος παρέμεινε στο Νοσοκομείο μέχρι τις 06/02/2023 όπου εκδόθηκε το διάταγμα τοποθέτησης. Αναφέρει επίσης ότι για την έκδοση του πιστοποιητικού γέννησης μετέφερε η ίδια και ο σύζυγος της την Αιτήτρια στην Επαρχιακή Διοίκηση, όπου η Αιτήτρια δήλωσε ως όνομα της ανήλικης το όνομα Ρ., δηλαδή το όνομα που επιθυμούσε το ζεύγος Σ. να δώσουν στην ανήλικη, αφού θα την υιοθετούσαν. Αναφέρει επίσης ότι σε σχέση με το θέμα του βιολογικού πατέρα ο οποίος είναι άγνωστος και προκειμένου να εκδοθεί το πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης, η Αιτήτρια ορκίστηκε στο κοράνι ενώπιον του Πρωτοκολλητή στην Αγγλική γλώσσα. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για το ανήλικο και ότι είχε τα πλήρη στοιχεία τους σε περίπτωση που επιθυμούσε να τους βρει όμως ποτέ δεν το έκανε, επισυνάπτει δε ως τεκμήριο 6 στιγμιότυπο από το μήνυμα το οποίο απέστειλε η Αιτήτρια στην Καθ' ης η αίτηση στο Facebook γράφοντας της "I am wiling to give you my daughter". Όπως περαιτέρω αναφέρει η Καθ' ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση, αφού πέρασαν αρκετοί μήνες η Αιτήτρια της απέστειλε μήνυμα στο messenger στην Αγγλική γλώσσα ότι χρειαζόταν το μωρό επειδή της είπαν κάποιοι γνωστοί της ότι θα έπαιρνε εύκολα visa ή άδεια παραμονής στην Κύπρο επειδή το μωρό γεννήθηκε στην Κύπρο και ότι όταν η Καθ' ης η αίτηση την εξήγησε ότι αυτό δεν είναι βέβαιο η Αιτήτρια της είπε " If I don't take visa I will leave the baby in Ayia Napa an I will go Europe alone". Η κα Σ. αναφέρει ότι τα μηνύματα της Αιτήτριας ήταν πάντα στην Αγγλική γλώσσα και ότι όταν επισκέφτηκε τους δικηγόρους της για σκοπούς ετοιμασίας της παρούσας αίτησης και της ανέφεραν ότι τα μηνύματα αυτά θα ήταν χρήσιμα, μπαίνοντας στην εφαρμογή messenger προκειμένου να τα τυπώσει διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια τα είχε διαγράψει πλην του μηνύματος ημερομηνίας 19/08/2023 (τεκμήριο 7), το οποίο επίσης είναι στην αγγλική γλώσσα. Η κα Σ. αναφέρει ότι η ανήλικη βρίσκεται στην φροντίδα του ζεύγους από την γέννηση της, την αγαπούν και την φροντίζουν και έχουν συνδεθεί οι ίδιοι όπως και τα άλλα δύο παιδιά τους μαζί της και αποτάθηκαν στη δικηγόρο τους για ετοιμασία της αίτησης υιοθεσίας. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 τα πιστοποιητικά Λευκού Ποινικού Μητρώου τα οποία εξασφάλισαν προκειμένου να προωθηθεί η αίτηση υιοθεσίας. Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια θέλει την ανήλικη διότι πιστεύει ότι αυτό θα την βοηθήσει να μείνει στην Κύπρο και ότι δεν αγαπά την ανήλικη και ότι η ανήλικη είναι ευτυχισμένη μαζί τους και είναι προς το συμφέρον της ανήλικης να απορριφθεί η αίτηση. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι εάν το παιδί δοθεί στην Αιτήτρια θα τύχει θύμα εκμετάλλευσης από τα "Mafia Guy" με τους οποίους ισχυρίζεται ότι έχει σύνδεση η Αιτήτρια και είτε μπορεί να πωλήσουν την ανήλικη για τα όργανα της ή να χρησιμοποιηθεί για σεξουαλική εκμετάλλευση ή να την σκοτώσουν. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε ούτε ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις. Την ημέρα της Ακρόασης έδωσαν προφορική μαρτυρία οι Λειτουργοί Κοινωνικών Υπηρεσιών κυρία Ελπίδα Στυλιανού και η κυρία Φωτεινή Ηλία και κατέθεσαν τις εκθέσεις που ετοίμασαν. Από την έκθεση της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας κας Ελπίδας Στυλιανού και από τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση, προκύπτουν τα ακόλουθα : Η λειτουργός κα Στυλιανού αναφέρει ότι κατόπιν ενημέρωσης της ότι μια νεαρή γυναίκα που γέννησε ήθελε να δώσει το παιδί της για υιοθεσία, επισκέφτηκε την Αιτήτρια στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου, όπου ενημερώθηκε από τους γιατρούς για την υγεία της. Η λειτουργός εξήγησε στο Δικαστήριο ότι το πρώτο μέλημα της ήταν να διαπιστώσει κατά πόσο η Αιτήτρια μιλά την Αγγλική γλώσσα. Οι ιατροί στο Νοσοκομείο την διαβεβαίωσαν ότι μιλά την Αγγλική γλώσσα και ότι δήλωσε την Αγγλική γλώσσα ως γλώσσα επικοινωνίας. Αναφέρει περαιτέρω ότι και η ίδια διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια μιλά την Αγγλική γλώσσα από την μεταξύ τους επικοινωνία που γινόταν στην Αγγλική γλώσσα. Όπως αναφέρει στην έκθεση της, υπήρξε συνεργασία με την Αιτήτρια ενώπιον φίλης της Αιτήτριας ως προς το θέμα της απόφασης της να δώσει το παιδί της σε ζεύγος επιλογής της. Αναφέρει επίσης, ότι μετέβηκε ξανά το απόγευμα της ίδιας μέρας για να έχει εκ νέου συνεργασία με την Αιτήτρια και ενημέρωσε πλήρως την Αιτήτρια για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της όσο αφορά την απόφαση της να δώσει το βρέφος της. Όπως εξήγησε στο Δικαστήριο, πληροφόρησε την Αιτήτρια ότι εάν επιθυμούσε να κρατήσει το βρέφος θα την στήριζε το κράτος με κονδύλια και είπε ότι το γνώριζε. Όπως αναφέρει η λειτουργός και στις δύο συνεντεύξεις τους η Αιτήτρια της ανέφερε ότι δεν θα της δώσει προσωπικά της δεδομένα καθότι δεν επιθυμεί στο μέλλον να την ψάξει το παιδί αφού στην πατρίδα της οι κανόνες ηθικής και θρησκείας μπορεί να επιφέρουν το λιθοβολισμό της και ότι η απόφαση της Αιτήτριας να δώσει το βρέφος της ήταν συνειδητή. Ουδέποτε επικοινώνησε με την λειτουργό ή την υπηρεσία για να συζητήσει οποιοδήποτε θέμα ή να αναφέρει ότι θέλει να δει ή να πάρει το παιδί της. Ανέφερε επίσης ότι ούτε και στις τρείς συνεργασίες που είχε η Λειτουργός με την Αιτήτρια για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ζήτησε η Αιτήτρια να δει το παιδί της ή να μάθει νέα του. Σε σχέση δε με συνθήκες διαβίωσης της Αιτήτρια, αναφέρει ότι η Αιτήτρια αρχικά διέμενε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα φίλης της και ότι από τον Γενάρη του 2024 ενημέρωσε τη λειτουργό ότι μετακόμισε σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στο Παραλίμνι, χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη. Το εν λόγω διαμέρισμα είναι τουριστικό, ενός υπνοδωματίου με τα πολύ απαραίτητα για την διαβίωσή της Αιτήτριας. Η λειτουργός κα Φωτεινή Ηλία αναφέρει στην έκθεση της ότι η τοποθέτηση του ανήλικου στο εγκεκριμένο για υιοθεσία ζεύγος Σ. έγινε με βάση τα άρθρα 12 και 13 του νόμου κατόπιν έκδοσης διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας μετά από αίτηση του ζεύγους Σ. Σημειώνει ότι η βιολογική μητέρα δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το ΕΓΕ Λάρνακας ούτε αποτάθηκε για να ζητήσει το παιδί της. Περί τα τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου επικοινώνησε με την υπηρεσία η Οργάνωση Caritas ζητώντας πληροφορίες ως προς τις ενέργειες που θα ακολουθούσε η βιολογική μητέρα σε περίπτωση που επιθυμούσε το παιδί της. Ενώ η Οργάνωση ενημερώθηκε από τον Μάρτιο του 2023 για την διαδικασία που χρειαζόταν να ακολουθηθεί, η αίτηση υποβλήθηκε τέλη Οκτωβρίου, γεγονός που όπως αναφέρει η λειτουργός την προβληματίζει. Εξηγεί περαιτέρω ότι καθοδήγησαν το ζεύγος να καταχωρήσει αίτηση υιοθεσίας. Ανέφερε περαιτέρω στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης ότι κατά τις επισκέψεις που έκανε στο ζεύγος Σ. διαπίστωσε ότι υπάρχει συναισθηματικός σύνδεσμος, αγάπη και φροντίδα προς το ανήλικο και γι' αυτό επανεγκρίθηκε το ζευγάρι για την υιοθεσία. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Υιοθεσίας Νόμος του 1995 (19(I)/1995), η τοποθέτηση ανηλίκου υπό την άμεση φροντίδα και επιμέλεια προσώπου για σκοπούς υιοθεσίας, μπορεί να γίνει είτε μέσω του Τμήματος Ευημερίας είτε απευθείας. Σύμφωνα με το άρθρο 11, η τοποθέτηση ανηλίκου μέσω των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας γίνεται με γραπτή εξουσιοδότηση των γονέων ή του κηδεμόνα του ανηλίκου έπειτα από την οποία οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μπορούν να προβούν ή να συμμετέχουν στις αναγκαίες διευθετήσεις για την τοποθέτηση του ανηλίκου υπό την άμεση φροντίδα προσώπου για σκοπούς υιοθεσίας, ανεξάρτητα αν η ταυτότητα του προτιθέμενου να υιοθετήσει τον ανήλικο προσώπου είναι γνωστή ή όχι στους γονείς. Το άρθρο 12 του νόμου προνοεί την απευθείας τοποθέτηση του ανηλίκου και το άρθρο 13 του νόμου προνοεί την τοποθέτηση μετά από ειδοποίηση στο λειτουργό ευημερίας για την πρόθεση τοποθέτησης ανηλίκου. Το εδάφιο

(1)του άρθρου 13 προβλέπει: «13
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο ή φυσικός γονέας επιθυμεί την τοποθέτηση ανηλίκου για σκοπούς υιοθεσίας, ειδοποιεί σχετικά το λειτουργό ευημερίας της περιοχής στην οποία διαμένει». Η ειδοποίηση της πρόθεσης του προτεινόμενου επιμελητή στο λειτουργό ευημερίας θα πρέπει κατά το εδάφιο 2 του άρθρου 13:- α) Να αποστέλλεται από τον ίδιο και τους φυσικούς γονείς του ανηλίκου, αν υπάρχουν, β) Να είναι έγγραφη, και γ) Ν΄ αποστέλλεται τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από την απευθείας τοποθέτηση του ανηλίκου. Ο λειτουργός ευημερίας οφείλει να διερευνήσει την καταλληλότητα του προτεινόμενου επιμελητή «το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης». Αν η καταλληλότητα του προτεινόμενου επιμελητή έχει ήδη διερευνηθεί από το λειτουργό ευημερίας ή αν το Δικαστήριο ύστερα από σχετική αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις και αφού προηγουμένως, ακούσει τις απόψεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, το κρίνει σκόπιμο, είναι δυνατό να επιτραπεί η τοποθέτηση του ανηλίκου για σκοπούς υιοθεσίας πριν από την πάροδο των τριών μηνών από τη λήψη της ειδοποίησης (εδάφια 4 και 5 του άρθρου 13). Στο άρθρο 8 αναφέρονται τα ακόλουθα: "8.-
(1)Ενώ εκκρεμεί αίτηση υιοθεσίας ανηλίκου, ο γονέας ή ο κηδεμόνας που έχει δώσει τη συναίνεση του για την έκδοση του διατάγματος υιοθεσίας δεν έχει δικαίωμα να μετακινήσει τον ανήλικο από την άμεση φροντίδα και έλεγχο του αιτητή, εκτός αν το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον του ανηλίκου, το επιτρέψει.
(2)Ενώ εκκρεμεί αίτηση υιοθεσίας, κανένα πρόσωπο δε δικαιούται να μετακινήσει, παρά τη θέληση του αιτητή, ανήλικο που για περίοδο τουλάχιστον έξι μηνών πριν από την καταχώρηση της αιτήσεως βρίσκεται υπό την άμεση φροντίδα και έλεγχο του αιτητή, εκτός αν το Δικαστήριο το επιτρέψει.
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο το επιτρέψει, κανένα πρόσωπο δε δικαιούται να μετακινήσει ανήλικο, παρά τη θέληση του προσώπου το οποίο έχει την άμεση φροντίδα και έλεγχο του ανηλίκου για περίοδο τουλάχιστο δώδεκα μηνών, εφόσον το πρόσωπο αυτό έχει δώσει ειδοποίηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι προτίθεται να υποβάλει αίτηση υιοθεσίας του ανηλίκου και δεν έχουν παρέλθει τρεις μήνες από την ειδοποίηση αυτή." Στον Καν.12 του περί Υιοθεσίας Διαδικαστικός Κανονισμός (707/1954), "An application under sub-section
(4)of section 5 of the Law, for leave to remove the infant from the care and possession of the applicant shall be made personally to the Court, and notice thereof shall be served on the guardian ad item." Σε ελεύθερη μετάφραση : Μια αίτηση με βάση το άρθρο 5
(4)του Νόμου, για να επιτραπεί η μετακίνηση ανηλίκου από τη φύλαξη και φροντίδα του αιτητή, θα πρέπει να υποβάλλεται προσωπικά στο Δικαστήριο και η ειδοποίηση της θα επιδίδεται στον προσωρινό κηδεμόνα. Εξέταση της αίτησης Έχω μελετήσει με προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου καθώς επίσης και όλα όσα μου ανέφεραν οι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους. Από την μαρτυρία του ζεύγους Σ. προκύπτει ότι η Αιτήτρια από την πρώτη στιγμή που γέννησε το βρέφος εξέφρασε την επιθυμία να το δώσει για υιοθεσία για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, απαιτώντας από το Νοσοκομείο να ειδοποιήσει την Κυβέρνηση για να πάρει το παιδί, εκδηλώνοντας ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο την πρόθεση της να το εγκαταλείψει. Η κα Σ. παρουσίασε ως Τεκμήριο και δήλωση από συνάδελφο της στο Νοσοκομείο κα Χ. Γ., που επιβεβαιώνει ότι η Αιτήτρια εξέφρασε και σε εκείνη την πρόθεση της να δώσει το βρέφος και ότι δεν το ήθελε. Όπως δε προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, η Αιτήτρια αφού έλαβε εξιτήριο, έφυγε από το Νοσοκομείο εγκαταλείποντας ουσιαστικά το βρέφος εκεί. Τα όσα αναφέρονται και περιγράφονται με λεπτομέρεια στην ένορκη δήλωση της J. ή και Γ. Σ., το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και ο σύζυγος της, είναι πολύ σοβαρά και παρέμειναν αναντίλεκτα. Η Αιτήτρια δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους Καθ' ων η αίτηση ή να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προκειμένου να αντικρούσει τα όσα ανέφεραν οι Καθ' ων η αίτηση στην ένορκη τους δήλωση και συνεπώς όλοι οι ισχυρισμοί τους παρέμειναν αναντίλεκτοι (σχετική η Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453, IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD ν. FASHIONWISE LTD
(2000)1 ΑΑΔ 1377). Τα όσα αφορούν την επιθυμία της Αιτήτριας να δώσει το βρέφος για υιοθεσία και τους λόγους που ήθελε να το πράξει αυτό, επιβεβαιώνονται και από την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας κα. Στυλιανού, η οποία επισκέφτηκε την Αιτήτρια στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου κατόπιν ειδοποίησης που έλαβε ότι νεαρή μητέρα γέννησε και ήθελε να δώσει το βρέφος για υιοθεσία. Η λειτουργός, όπως αναφέρει, μετέβηκε ξανά το απόγευμα της ίδιας μέρας στο Νοσοκομείο για να έχει εκ νέου συνεργασία με την Αιτήτρια και την ενημέρωσε πλήρως για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της όσο αφορά την απόφαση της να δώσει το βρέφος της. Σημειώνω ότι η κα Στυλιανού ήταν στην διάθεση των μερών για αντεξέταση, πλην όμως η συνήγορος της Αιτήτριας δεν αντεξέτασε την Λειτουργό επί των πιο πάνω σημείων, ούτε της έκανε οποιαδήποτε σχετική υποβολή προκειμένου να υποσκάψει ενδεχομένως τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση της Λειτουργού. Οι συνήγοροι της Αιτήτριας στην γραπτή τους αγόρευση προβαίνουν σε παραδοχή ότι το διάταγμα τοποθέτησης της ανήλικης στα ενδιαφερόμενα μέρη, το ζεύγος Χ. και Γ. Σ. εκδόθηκε από το Δικαστήριο με την σύμφωνη γνώμη της Αιτήτριας την 06/02/2023 και ότι η ανήλικη από την έκδοση του διατάγματος διαμένει με το ζεύγος Σ. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω, οι οποιοιδήποτε προβαλλόμενοι μέσα από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ισχυρισμοί, στο βαθμό που δηλώνουν ή αφήνουν να νοηθεί ότι το διάταγμα τοποθέτησης εκδόθηκε χωρίς την σύμφωνη γνώμη της δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Η συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει στην γραπτή της αγόρευση για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια βρισκόταν σε ψυχική αναστάτωση λόγω λοχείας και ότι όταν αποκαταστάθηκαν οι ορμόνες της ζήτησε βοήθεια. Ο ισχυρισμός περί ψυχικής αναστάτωσης και λοχείας δεν προβάλλεται πουθενά στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και όπως είναι καλά γνωστό η γραπτή αγόρευση δεν αποτελεί μέσο εισαγωγής μαρτυρίας. Σημειώνω δε ότι ο ισχυρισμός περί λοχείας και ψυχικής αναστάτωσης έρχεται σε αντίθεση με την βασική θέση που προέβαλλε η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση ότι δεν επιθυμούσε να δώσει το βρέφος της για υιοθεσία παρά μόνο για να το φροντίζουν προσωρινά μέχρι να βρει δουλειά. Τί από τα δύο ισχύει, ήθελε να δώσει το βρέφος της λόγω της ψυχικής αναστάτωσης που βρισκόταν συνεπεία της λοχείας ή δεν ήθελε να δώσει το βρέφος της και έτυχε παραπλάνησης; Όπως δε προκύπτει, ενώ η Οργάνωση ενημερώθηκε από τον Μάρτιο ή Μάιο του 2023 από το Γραφείου Ευημερίας για την διαδικασία που χρειαζόταν να ακολουθηθεί εάν η μητέρα επιθυμούσε να πάρει πίσω το παιδί της, η αίτηση υποβλήθηκε περί τα τέλη Οκτωβρίου, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση από την Αιτήτρια για την καθυστέρηση, γεγονός που επίσης προβληματίζει. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η δήλωση συγκατάθεσης για σκοπούς τοποθέτησης, την οποία υπέγραψε και στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα τοποθέτησης του ανήλικου ήταν στην Αγγλική γλώσσα και ότι δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, απορρίπτεται για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Από το σύνολο της μαρτυρίας του ζεύγους Σ. αλλά και της λειτουργού του γραφείου Ευημερίας κας Στυλιανού, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτει ότι η Αιτήτρια μιλούσε πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα και ήταν μάλιστα ήταν η γλώσσα που η ίδια δήλωσε στο Νοσοκομείο ως γλώσσα επικοινωνίας της. Η Αιτήτρια συνομιλούσε στην Αγγλική γλώσσα με τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, το ζεύγος Σ. αλλά και την λειτουργό του γραφείου ευημερίας κα Στυλιανού. Από τα τεκμήρια δε που επισυνάπτονται στην ε/δ Γ. Σ. προκύπτει ότι η Αιτήτρια απέστελλε ηλεκτρονικά μηνύματα στην κα Σ. στην Αγγλική γλώσσα. Όλοι οι σχετικοί προς τούτο ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτοι αφού η Αιτήτρια δεν ζήτησε άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτε ζήτησε να αντεξετάσει τους Καθ' ων η αίτηση, όπως επίσης δεν αντικρούστηκε ούτε και η σχετική προς τούτο μαρτυρία της Λειτουργού του γραφείου Ευημερίας κας Στυλιανού. Σημειώνω δε ότι η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι κατά την παραμονή της στο Νοσοκομείο μιλούσε με την νοσοκόμα και ότι αργότερα επικοινώνησε μέσω Facebook με τους Καθ' ων η αίτηση, παραλείπει όμως να διευκρινίσει σε ποια γλώσσα έγιναν οι πιο πάνω συνομιλίες, όπως επίσης παραλείπει να επισυνάψει ως Τεκμήριο τις ισχυριζόμενες συνομιλίες της με τους Καθ' ων η αίτηση μέσω Facebook, καθώς επίσης παρέλειψε να αντικρούσει όλους τους αντίθετους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση αφήνοντας με αυτό το τρόπο μετέωρους τόσο τους ισχυρισμούς της σε σχέση με το περιεχόμενο των ισχυριζόμενων συνομιλιών με τους Καθ' ων η αίτηση αλλά και σε σχέση με την μη γνώση της Αγγλικής γλώσσας. Εάν δεν γνώριζε την Αγγλική γλώσσα, σε ποια γλώσσα επικοινωνούσε μαζί τους και γιατί δεν το αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ή έστω γιατί δεν ζήτησε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση; Προκαλεί επίσης εντύπωση το γεγονός ότι ενώ η Αιτήτρια αμφισβητεί την γνώση της Αγγλικής γλώσσα την ίδια στιγμή το έντυπο διορισμού (retainer) των δικηγόρων της, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και που βρίσκεται καταχωρημένο στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, είναι στην Αγγλική γλώσσα! Σημειώνω επίσης ότι οι συνήγοροι της Αιτήτριας δεν προώθησαν στις γραπτές τους αγορεύσεις τον ισχυρισμό ότι δεν γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι το διάταγμα τοποθέτησης του ανήλικου τέκνου στην φροντίδα των Καθ' ων η αίτηση ήτοι το ζεύγος Σ. για σκοπούς υιοθεσίας, εκδόθηκε σε γνώση της Αιτήτριας και με την σύμφωνη γνώμη της. Η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι αγνοεί κατά πόσο καταχωρήθηκε αίτηση υιοθεσίας από τους Καθ' ων η αίτηση αφού όπως αναφέρει εάν καταχωρήθηκε δεν της επιδόθηκε. Οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους ότι ήταν με την εντύπωση ότι η δικηγόρος τους είχε καταχωρήσει την αίτηση και ότι έδωσαν οδηγίες να καταχωριστεί. Το άρθρο 20 του περί Υιοθεσίας Νόμος του 1995 (Ν. 19(I)/1995), προνοεί ότι « Πρόσωπο υπό τη φροντίδα του οποίου έχει τοποθετηθεί ανήλικος για σκοπούς υιοθεσίας και το οποίο παραλείπει να υποβάλει την αίτηση υιοθεσίας μέσα σε περίοδο δώδεκα μηνών από την τοποθέτηση ή ειδοποιεί τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει στην υιοθεσία οφείλει, σε διάστημα επτά ημερών από τη συμπλήρωση των δώδεκα μηνών ή από την ειδοποίηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, να επιστρέψει τον ανήλικο στο γονέα ή τον κηδεμόνα του ή στο πρόσωπο που είχε την άμεση φροντίδα και έλεγχο του ανηλίκου πριν από την τοποθέτηση. Από το πιο πάνω άρθρο του νόμου προκύπτει ότι εάν τα πρόσωπα στην φροντίδα των οποίων τέθηκε το ανήλικο για σκοπούς υιοθεσίας παραλείψουν να υποβάλουν την αίτηση υιοθεσίας μέσα σε περίοδο δώδεκα μηνών από την τοποθέτηση, τότε εντός επτά ημερών από τη συμπλήρωση των δώδεκα μηνών ή από την ειδοποίηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι δεν επιθυμούν να προχωρήσουν στην υιοθεσία, οφείλουν να επιστρέψουν τον ανήλικο στο γονέα ή τον κηδεμόνα του ή στο πρόσωπο που είχε την άμεση φροντίδα και έλεγχο του ανηλίκου πριν από την τοποθέτηση. Το διάταγμα τοποθέτησης εκδόθηκε στις 06/02/2023 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 20/09/2023. Δηλαδή η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε πριν την συμπλήρωση των δώδεκα μηνών από την τοποθέτηση. Παρότι η αίτηση δεν βασίζεται στο άρθρο 20 του νόμου, σε κάθε περίπτωση η επίκληση του ότι συμπληρώθηκαν δώδεκα μήνες από την τοποθέτηση χωρίς τα πρόσωπα που έχουν την φροντίδα του ανήλικου να υποβάλουν αίτηση υιοθεσίας θα μπορούσε ενδεχομένως να προωθηθεί μετά την πάροδο των δώδεκα μηνών από την τοποθέτηση και νοουμένου ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα είχαν καταχωρίσει αίτηση υιοθεσίας μέχρι τότε. Στο χρόνο που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση δεν είχε παρέλθει ακόμη η προθεσμία των δώδεκα μηνών που προνοεί ο νόμος ούτε προκύπτει να δόθηκε ειδοποίηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι δεν προτίθενται να προχωρήσουν με υιοθεσία. Η προθεσμία των δώδεκα μηνών δεν είχε παρέλθει ούτε στο χρόνο καταχώρησης της ένστασης από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι αναφέρουν ότι έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους για να καταχωρηθεί αίτηση υιοθεσίας. Συνεπώς στο βαθμό που η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη μη καταχώρησης αίτησης υιοθεσίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση, αυτή δεν μπορεί να πετύχει καθότι καταχωρίστηκε πριν την πάροδο των δώδεκα μηνών που προνοεί ο νόμος και συνακόλουθα είναι πρόωρη. Η συνήγορος της Αιτήτριας παρέπεμψε το Δικαστήριο σε Αγγλική Νομολογία καθώς επίσης και Νομολογία του ΕΔΔΑ και εισηγείται ότι το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Αιτήτριας και του ανήλικου καθώς επίσης και το συμφέρον του ανήλικου συνηγορούν υπέρ της έγκρισης των αιτούμενων διαταγμάτων. Έχω μελετήσει με προσοχή τις αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο η συνήγορος της Αιτήτριας, πλην όμως τα περιστατικά στην παρούσα περίπτωση είναι διαφορετικά. Από το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι το ανήλικο σχεδόν από την ημέρα γέννησης του, που σήμερα είναι 16 μηνών περίπου, ζει με το ζεύγος Σ., που όπως προκύπτει το υπεραγαπούν και φροντίζουν και έχει αναπτύξει δεσμούς αγάπης και στοργής τόσο με το ζεύγος Σ. όσο και με τα άλλα δύο παιδιά της οικογένειας που το θεωρούν αδερφάκι τους. Από την άλλη, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, από την αναντίλεκτη μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση και από τα όσα αναφέρονται στις εκθέσεις των λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα από τα όσα ανέφερε η κα Στυλιανού στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι από την πρώτη στιγμή που η Αιτήτρια γέννησε το ανήλικο εξέφρασε την επιθυμία να το δώσει για υιοθεσία, αρνούμενη οποιαδήποτε σύνδεση μαζί του. Ουσιαστικά το εγκατέλειψε από την γέννηση του εκφράζοντας μάλιστα την επιθυμία να μείνει κρυφή η ταυτότητα της ώστε να μην την αναζητήσει μελλοντικά το παιδί. Δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για να έχει επικοινωνία με το βρέφος ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει οποιαδήποτε νέα για το ανήλικο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η λειτουργός κα Στυλιανού, ακόμη και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ενώ πραγματοποίησε τρείς συναντήσεις μαζί της Αιτήτριας για σκοπούς ετοιμασίας της Έκθεσης, η Αιτήτρια σε καμία συνάντηση δεν ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει για το βρέφος, ούτε ζήτησε να το δει, ούτε καν από φωτογραφία και ούτε καν ενδιαφέρθηκε να μάθει νέα του, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για το βρέφος. Όλοι δε οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση ότι δηλαδή η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση όχι επειδή πραγματικά αγαπά και νοιάζεται το ανήλικο αλλά για αλλότριους σκοπούς, τους οποίους εξηγούν στην ένορκη τους δήλωση και οι οποίοι είναι πολύ σοβαροί για την υγεία και την ανάπτυξη του παιδιού, παρέμειναν αναντίλεκτοι από την Αιτήτρια, η οποία δεν ενδιαφέρθηκε να τους αντικρούσει με οποιοδήποτε τρόπο. Από την αναντίλεκτη μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση προκύπτει ότι η Αιτήτρια τους ανέφερε πως θα χρησιμοποιούσε το παιδί για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στην Κύπρο και ότι εάν δεν πετύχαινε τότε θα το εγκατέλειπε στην Αγία Νάπα και θα έφευγε μόνη της για την Ευρώπη. Επίσης η Αιτήτρια δεν αντίκρουσε τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι εάν δοθεί το ανήλικο στην Αιτήτρια θα τύχει θύμα εκμετάλλευσης από τα "Mafia Guy" με τους οποίους έχει σύνδεση και ότι μπορεί να πωλήσουν το ανήλικο για τα όργανα του ή να χρησιμοποιηθεί για σεξουαλική εκμετάλλευση ή να το σκοτώσουν. Ο γονέας δεν μπορεί να έχει, δυνάμει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ τη δυνατότητα να λαμβάνει μέτρα που θα μπορούν να βλάψουν την υγεία και την ανάπτυξη του παιδιού. (βλ. απόφαση του ΕΔΑΔ, S.S κατά Σλοβενίας της 30.10.2018 (αρ. Προσφυγής 40938/16, par.95) Σημειώνω επίσης ότι όπως προκύπτει από την μαρτυρία της λειτουργού του γραφείου Ευημερίας κας Στυλιανού, η λειτουργός εξήγησε στην Αιτήτρια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αναφορικά με την πρόθεση της να δώσει το βρέφος για υιοθεσία και της εξήγησε ότι εάν ήθελε να κρατήσει το βρέφος της, θα της παρεχόταν οικονομική βοήθεια και στήριξη, ωστόσο η Αιτήτρια επέμενε ότι δεν ήθελε να κρατήσει το βρέφος λόγω των κανόνων ηθικής της φυλής της και λόγω της θρησκείας της. Συνεπώς δεν προκύπτει να παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα της Αιτήτριας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η Αιτήτρια ουδέποτε επικοινώνησε με το γραφείο Ευημερίας Λάρνακας ή Αμμοχώστου ώστε να επιδιώξει οποιαδήποτε επικοινωνία ή επαφή με το ανήλικο, ούτε ενδιαφέρθηκε να μάθει οποιαδήποτε νέα του ούτε προκύπτει να επέδειξε ενδιαφέρον για το ανήλικο και δη γνήσιο. Από την έκθεση δε της λειτουργού δεν προκύπτει να διαμόρφωσε η Αιτήτρια συνθήκες κατάλληλες για την διαβίωση του ανήλικου, αντίθετα προκύπτει ότι από τον Γενάρη του 2024 διαμένει σε ένα τουριστικό διαμέρισμα με τα πολύ απαραίτητα για την διαβίωση της ιδίας, για το οποίο δεν παρουσίασε καν οποιοδήποτε αποδεικτικό ότι πράγματι ενοικιάζει το χώρο αυτό. Σε σχέση με το συμφέρον του ανηλίκου, στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Τρίτη έκδοση, έκδοση 2022 του Απόστολου Σ.Γεωργιάδη, στη σελίδα 623 αναφέρεται: «Ως συμφέρον του τέκνου νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα». Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και από τα όσα αναφέρονται στις εκθέσεις των Λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας και όσα μου ανέφεραν στο Δικαστήριο και λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση του ανήλικου, κρίνω ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου συνηγορεί υπέρ της διατήρησης της ισχύς του διατάγματος τοποθέτησης του βρέφους στο ζεύγος Σ., το οποίο όπως προκύπτει από τα όσα ανέφερε η λειτουργός κα Ηλία, επανεγκρίθηκε για την υιοθεσία. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.