← Κύπρος

Γ. Ν. ν. Μ. M. X., Αρ. Αίτησης: 245/2021, 11/3/2024

Γ. Ν. ν. Μ. M. X., Αρ. Αίτησης: 245/2021, 11/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ. Αρ. Αίτησης: 245/2021 Μεταξύ: Γ. Ν. Αιτητή και Μ. Μ. Χ. Καθ' ης η αίτηση ------------------------------ Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 04/03/2024 Απόφαση Ex-Tempore Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Εμφανίζεται προσωπικά Για την Καθ' ης η Αίτηση: κα Χρύσω Κανέλα Με την υπό εξέταση αίτηση ο Αιτητής ζητά την εξαίρεση και τον αποκλεισμό μου από την εκδίκαση, περαιτέρω συνέχιση, χειρισμό, εμπλοκή και ανάμειξη μου στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση καθώς επίσης και διάταγμα αναστολής και αναβολής της εκδίκασης της αίτησης μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αίτησης. Σημειώνω ότι όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η παρούσα αίτηση, αποτελεί την πολλοστή αίτηση εξαίρεσης που καταχώρησε ο Αιτητής κατά του Δικαστή που κατά την εκάστοτε περίοδο χειριζόταν την παρούσα υπόθεση, ενώ σε σχέση με την παρούσα σύνθεση του Δικαστηρίου αποτελεί την δεύτερη στη σειρά αίτηση που καταχωρεί. Σε σχέση με την προηγούμενη αίτηση εξαίρεσης που καταχώρησε ο Αιτητής κατά του παρόντος Δικαστηρίου και η οποία απορρίφθηκε από το παρόν Δικαστήριο, ο Αιτητής καταχώρησε Έφεση η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 08/03/2024. Η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στις 08/03/2024. Ο Αιτητής βασίζει το αίτημα της παρούσας αίτησης εξαίρεσης σε δέκα τέσσερις

(14)λόγους, τους οποίους αναπτύσσει στην ένορκη του δήλωση με συγκεκριμένη αιτιολογία και επιχειρηματολογία. Οι λόγοι αυτοί είναι οι ακόλουθοι: «1ος λόγος εξαίρεσης « Καταχρηστική αστυνόμευση» 2ος λόγος εξαίρεσης «Δεν παραδίδετε πρακτικά για να μπλοκάρετε νομικές ενέργειες» 3ος λόγος εξαίρεσης «Θέμα ανεξαρτησίας με αντιγραφή προβληματικών χειρισμών (μπλοκάρισμα νομικών ενεργειών, χρήση αστυνομίας για εκφοβισμό, κάλυψη του γραφείου ευημερίας, προσπάθεια απόκρυψης της έκθεσης του γραφείου ευημερίας)» 4ος λόγος εξαίρεσης «Κάλυψη του γραφείου ευημερίας» 5ος λόγος εξαίρεσης «Μεροληπτική μη τήρηση διαδικασίας για τύπο -25» 6ος λόγος εξαίρεσης «Μεροληπτική κάλυψη μη - επίδοσης του Τύπου 25» 7ος λόγος εξαίρεσης «Παράτυπο μπλοκάρισμα ενστάσεων και προφανής αλλοίωση πρακτικών» 8ος λόγος εξαίρεσης «Προσπάθεια εκφοβισμού με εκστόμιση αυθαίρετων και γενικόλογων απειλών για ποινικά αδικήματα» 9ος λόγος εξαίρεσης «Το Δικαστήριο μεροληπτικά επιτρέπει την μαρτυρία για ποινικές διαδικασίες στην άλλη πλευρά ενώ προηγουμένως και τελεσίδικα έχει απαγορεύσει αυτό σε εμένα στην ίδια υπόθεση» 10ος λόγος εξαίρεσης «Το Δικαστήριο αστήριχτα και παράτυπα επικαλείται μη-μπλέξιμο υποθέσεων για να καλύψει ψευδορκία στην 184/20, αλλά από την άλλη μπλέκει παρατύπως ποινικές διαδικασίες με την γονική μέριμνα στην 245/21» 11ος λόγος εξαίρεσης «Το Δικαστήριο διεύθυνε μια αντεξέταση με σκοπό να καλύψει όλες τις ψευδορκίες και τα κενά της Καθ' ης η αίτηση» 12ος λόγος εξαίρεσης «Το Δικαστήριο μεροληπτικά, παράτυπα και καταχρηστικά δεν επέτρεπε follow-up ερωτήσεις σε εμένα, αλλά follow-up στην άλλη πλευρά» 13ος λόγος εξαίρεσης «Καταπάτηση ισότητας των όπλων και επιβράβευση της κακοπιστίας» 14ος λόγος «Το Δικαστήριο παρατύπως και αντίθετα με την ευημερία του παιδιού εργάστηκε σαν ομάδα με την άλλη πλευρά στο θέμα της απάτης του σχολείου, από την μια καλύπτοντας την απάτη και από την άλλη κατακτώντας το θέμα επίδικο για την διατροφή, που ήταν από την αρχή ο σκοπός της άλλης πλευράς». Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κυρίως αίτηση στην υπόθεση γονικής μέριμνας με αρ. 245/2021 είναι προγραμματισμένη σήμερα για ακρόαση καθώς επίσης και στις 14 και 19 Μαρτίου για συνέχιση της ακρόασης και ότι τυχόν έγκριση της υπό εξέταση αίτησης θα οδηγήσει αναπόφευκτά στην αναβολή της ακρόασης της κυρίως αίτησης και τον ορισμό της υπόθεσης για επαναπρογραμματισμό ενώ σε περίπτωση απόρριψης της, θα μπορεί να προχωρήσει η κυρίως αίτηση απρόσκοπτα σε ακρόαση, χωρίς άσκοπους εκτροχιασμούς, και συνακόλουθα θεωρώντας ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ακουστεί σήμερα η υπό εξέταση αίτηση, ζήτησα από τα μέρη όπως τοποθετηθούν σήμερα σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση και τους έχω ακούσει προφορικά σήμερα, αφού τους δόθηκε σήμερα χρόνος για να προετοιμαστούν. Ο Αιτητής, ο οποίος εμφανίζεται προσωπικά, αγόρευσε ενώπιον μου προφορικά υποστηρίζοντας με σχετική επιχειρηματολογία την αίτηση του. Ο Αιτητής παραπονιέται ότι το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε σήμερα της αίτησης εξαίρεσης αντί της ημέρας που είναι ορισμένη και ότι η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση δεν καταχωρίστηκε γραπτώς και δεν συνοδεύεται από μαρτυρία. Αυτά ουσιαστικά έχουν να κάνουν με τις οδηγίες και το χειρισμό του Δικαστηρίου σε σχέση με την εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης. Στο βαθμό που ο Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει ως εσφαλμένους τους χειρισμούς του, αυτό είναι κάτι που εκφεύγει της δικαιοδοσίας του, στο βαθμό όμως που τα παράπονα του Αιτητή έχουν να κάνουν με το κατά πόσο τον φέρνουν σε δυσμενή θέση έναντι της αντιδίκου του, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε σήμερα την αίτηση που ο ίδιος καταχώρησε, για το λόγο που εξηγώ πιο πάνω και ότι ο Αιτητής είχε κάθε ευκαιρία αφού άκουσε την θέση της αντιδίκου του να αγορεύσει όπως και έπραξε. Η Καθ' ης η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης αφού θεωρεί, μεταξύ άλλων, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν υπάρχουν λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι στερείται πραγματικού και νομικού υπόβαθρου, ότι καταχωρίστηκε κακή πίστη, ότι είναι επιπόλαιη, απαράδεκτη, ότι καταχωρήθηκε με σκοπό την κωλυσιεργία και τον εκτροχιασμό της υπόθεσης και ότι θα πρέπει να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου, θέσεις τις οποίες υποστήριξε με σχετική επιχειρηματολογία. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές καταγράφονται στα πρακτικά. Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις τέτοιας φύσεως είναι γνωστές, παραπέμπω σχετικά και στην απόφαση μου ημερομηνίας 27/11/2023, στην προηγούμενη αίτηση εξαίρεσης ημερομηνίας 17/10/2023, όπου αναλύω τις σχετικές αρχές, τις οποίες επαναλαμβάνω πιο κάτω. Όπως έχει λεχθεί στην Πολιτική Έφεση αρ.363/20,απόφαση ημερομηνίας 21/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A396, ECLI:CY:AD:2021:A396, η νομολογία μας προσεγγίζει το θέμα της εξαίρεσης Δικαστή με τον προσήκοντα σεβασμό που συναρτάται κυρίως με το θέμα της αμεροληψίας. Κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να κρίνεται από αμερόληπτο Δικαστήριο, αυτό ως σύμφυτο με την ανθρώπινη ιδιότητα. Όπως επισημαίνεται στη Μιχαηλίδη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ποιν. εφέσεις 125/17 κ.ά. 26.4.2018 το δικαίωμα αυτό προστατεύεται ως θεμελιώδες και ως εχέγγυο του δίκαιου της δίκης τόσο από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όσο και από το Σύνταγμα. Δεν είναι νέο στην κυπριακή έννομη τάξη αφού εφαρμόστηκε με ευλάβεια ως θεμελιακή αρχή του Κοινοδικαίου. Κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι το κατά πόσον δημιουργείται εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον δικαστή στο μυαλό του μέσου εχέφρονος πολίτη. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ.268). Ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, αφού μια τέτοια πορεία, στην απουσία βάσιμων λόγων θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του δικαστηρίου, στοιχείο το οποίο είναι μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Εκκλησία Κύπρου ν. Βουλής (Αρ.2)
(1990)3 Α.Α.Δ.69). Η ύπαρξη προκατάληψης πρέπει να έχει έρεισμα σε αντικειμενικά στοιχεία (βλ. Δημητρίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.825). Εκτός από τη νομολογία μας οι σχετικές αρχές έχουν κωδικοποιηθεί και στον Οδηγό Δικαστικής Συμπεριφοράς. Βασικό κριτήριο για την πραγματική ή φαινομενική μεροληψία παραμένει η πιθανότητα τέτοιας εντύπωσης ή κρίσης «σε ένα εύλογο παρατηρητή». Όπως έχει λεχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βικτώρια Νόρθροπ Κωνσταντίνου ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου
(2009)1 Α.Α.Δ.761: «Έχει πια εγκαθιδρυθεί στη συνείδηση όλων, σε σημείο που να μη χρειάζεται καν αναφορά σε νομικές αυθεντίες, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσίως από νόμιμο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Η βασική αυτή αρχή κατοχυρώνεται τόσο στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, όσο και στο Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσης τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο, γιατί αλλιώς θα φτάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο, όπως επισημαίνεται και στις υποθέσεις όπως επισημαίνεται και Piersack v. Belgium [1982]5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984]7 EHRR236 και Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR266, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Όπως έχει λεχθεί στην Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ.268, το κριτήριο για την εξαίρεση δικαστή είναι η δημιουργία στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει τα γεγονότα, δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης δικαστή. Εικασίες μόνο, δεν είναι αρκετές». Στην υπόθεση Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.279 δόθηκε ο ορισμός του αντικειμενικού παρατηρητή ως εξής: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο». Ο εν λόγω ορισμός υιοθετήθηκε στην υπόθεση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.551 όπου για το σχετικό κριτήριο λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο». Η ευαισθησία του Δικαστή δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος. Τον οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης (Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2002)3 Α.Α.Δ.80). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.125/17 κ.ά., ημερ. 26.4.18: «Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητη παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli
(1992)1 CLR 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος. Σ΄αυτά τα πλαίσια οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτ., 273-274, Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ, 761, 766, Markides v. Republic
(1984)3 CLR 304)». Στην υπόθεση Α.Β. ν. Γ.Δ., Έφεση 23/21, ημερ. 23.6.22 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε καθήκον μας να υπομνήσουμε πως τέτοια αιτήματα εξαίρεσης δεν πρέπει αβασάνιστα και χωρίς ισχυρούς λόγους να προβάλλονται και μάλιστα να ανακόπτουν αχρείαστα την πορεία εκδίκασης. Όταν δε, δεν στηρίζονται σε σοβαρούς λόγους μπορούν να εκληφθούν ως «μέτρα απειλής ή εκφοβισμού δικαστών» στο να πράξουν το καθήκον τους, κάτι απολύτως κατακριτέο». Έχω μελετήσει με την δέουσα προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα όσα μου έχουν αναφέρει ο Αιτητής και η συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση. Όσο αφορά την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση περί ύπαρξης δεδικασμένου, η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, σε κατ' ισχυρισμόν μεταγενέστερα της προηγούμενης αίτησης εξαίρεσης γεγονότα, συνακόλουθα θα προχωρήσω και θα εξετάσω τους λόγους που κατ' ισχυρισμόν προβάλλει ο Αιτητής. Κατ' αρχή θεωρώ ότι τα όσα αποδίδει ο Αιτητής στο παρόν Δικαστήριο, είναι το λιγότερο άστοχα και δεν γίνονται αποδεκτά. Όσο αφορά τους λόγους εξαίρεσης που κατ' ισχυρισμόν προβάλλει ο Αιτητής, που άπτονται των χειρισμών, αποφάσεων, οδηγιών, διαταγμάτων και ενδιάμεσων αποφάσεων (ruling) του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς επίσης και του τρόπου άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας, αφενός μεν δεν θα προβώ σε σχολιασμό σε σχέση με την ορθότητα ή μη των ισχυρισμών του Αιτητή, καθότι σε σχέση με όλα τα ανωτέρω υπάρχει πλήρης διαφάνεια και μπορεί κάποιος να λάβει γνώση αυτών μέσα από τους φακέλους και τα πρακτικά των υποθέσεων, όπου καταγράφονται τα όσα πραγματικά ειπώθηκαν, οι εκάστοτε τοποθετήσεις των μερών και ο χειρισμός από μέρους του Δικαστηρίου. Αφετέρου η δυσαρέσκεια ή η διαφωνία ενός διαδίκου σε σχέση με την απόφαση, ενδιάμεση απόφαση (ruling), διάταγμα, οδηγίες, τον χειρισμό ή τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο εξαίρεσης του Δικαστή, αφού εάν συνέβαινε αυτό τότε ο κίνδυνος να επιλέγουν οι διάδικοι τον δικαστή που θα τους δικάσει, δεν θα ήταν μόνο ορατός αλλά και υπαρκτός (Σχετική η Βικτώρια Νόρθροπ Κωνσταντίνου ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ 761). Τέτοιο παράπονο, αν υπάρχει, είναι στα πλαίσια άλλων διαδικασιών που εξετάζεται. Όσο αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί καταχρηστικής αστυνόμευσης της αίθουσας του Δικαστηρίου και περί κατ' ισχυρισμόν βίαιης απομάκρυνσης του από την αίθουσα του Δικαστηρίου από τον αστυνομικό που βρισκόταν στην αίθουσα αλλά και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι το παρόν δικαστήριο έδωσε οδηγίες στον αστυνομικό να τον βγάλει από την αίθουσα, το Δικαστήριο περιορίζεται να αναφέρει ότι η ασφάλεια της αίθουσας του Δικαστηρίου είναι θέμα που άπτεται των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του Πρωτοκολλητή και του αρχηγού της αστυνομίας και ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο, λόγω της φύσης του, επιλαμβάνεται καθημερινά σωρεία υποθέσεων στην παρουσία των ίδιων των διαδίκων με ότι αυτό συνεπάγεται. Σε κάθε περίπτωση όμως ουδέποτε δεν έχει μέχρι σήμερα κριθεί αναγκαίο να δοθούν οδηγίες από το παρόν Δικαστήριο ή να διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο η σύλληψη του Αιτητή ή η απομάκρυνση του από την αίθουσα του Δικαστηρίου για οποιοδήποτε λόγο. Όσο αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι τα πρακτικά που έχουν τηρηθεί κατά τις ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός αυτός πέρα του ότι έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό ότι δεν του παρέχονται τα πρακτικά, δεν είναι ισχυρισμός που μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια αίτησης εξαίρεσης. Εάν ο Αιτητής θεωρεί ότι τα πρακτικά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, η αίτηση εξαίρεσης δεν αποτελεί την ενδεδειγμένη διαδικασία για να προωθήσει τέτοιο αίτημα. Στο βαθμό δε που ο Αιτητής μέμφεται το παρόν Δικαστήριο για την κατ' ισχυρισμόν ανεπάρκεια των πρακτικών, σίγουρα το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τέτοιους ισχυρισμούς, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει δεν γίνονται αποδεκτοί, διότι ακριβώς το παράπονο του Αιτητή στρέφεται εναντίον του παρόντος Δικαστηρίου γι' αυτή την κατ' ισχυρισμό εικόνα των πρακτικών. Αναφορικά δε με τους λόγους εξαίρεσης που προβάλλει ο Αιτητής ότι «ο προϊστάμενος» μου εξαιρέθηκε και συνεπώς κατά την άποψη του κάθε λογικός παρατηρητής οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν τίθεται μόνο θέμα μεροληψίας αλλά και θέμα ανεξαρτησίας μου, όπως αναφέρω και στην απόφαση μου ημερομηνίας 27/11/2023, στην προηγούμενη αίτηση εξαίρεσης ημερομηνίας 17/10/2023, ο λόγος για τον οποίο κάποιος Δικαστής δύναται να εξαιρεθεί δεν έχει έρεισμα τις σχέσεις «προϊστάμενου»/«υφιστάμενου», οι οποίες άλλωστε δεν συναντώνται μεταξύ Δικαστών, ιδιαίτερα αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων τους και την έκδοση αποφάσεων. Ο κάθε Δικαστής είναι ανεξάρτητος στο τρόπο χειρισμού των υποθέσεων και στις αποφάσεις που λαμβάνει με μόνο οδηγό το νόμο και την νομολογία και με γνώμονα την Δικαιοσύνη. Το κριτήριο για την εξαίρεση δικαστή είναι το κατά πόσον δημιουργείται εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον δικαστή στο μυαλό του μέσου εχέφρονος πολίτη που γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα. Τα Δικαστήρια δεν επιλέγουν τις υποθέσεις που εκδικάζουν αλλ' ούτε πρέπει να επιτρέπουν στους διαδίκους να επιλέγουν το Δικαστή τους στη βάση εικασιών και ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, αφού μια τέτοια πορεία, στην απουσία βάσιμων λόγων θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, στοιχείο το οποίο είναι μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Υπό τις περιστάσεις δεν δημιουργείται οποιαδήποτε φαινόμενη ή πραγματική προκατάληψη στο μυαλό ενός μέσου και λογικού αντικειμενικού παρατηρητή που γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξή μου πως αν αποδεχόμουν το αίτημα για εξαίρεση μου, η ενέργεια μου αυτή θα συνιστούσε άρνηση άσκησης του καθήκοντος μου γι' αυτό δεν θα το πράξω. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και υπέρ της Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.