← Κύπρος

P.J.B. ν. Y.X., Αρ. Αίτησης 189/2023, 2/9/2024

P.J.B. ν. Y.X., Αρ. Αίτησης 189/2023, 2/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης։ 189/2023 i-Justice Μεταξύ: P.J.B. Αιτητή -και- Y.X. Καθ' ης η αίτηση ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 04/07/2024 για εξαίρεση του Δικαστηρίου Ημερομηνία: 02/09/2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή στην παρούσα: κος Αντώνης Γεωργίου & κα Στάλω Κωνσταντίνου-Λιασίδου για Γεώργιος Κ. Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. & Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα: κα Έλενα Πιτσιλλίδου για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση, ο Αιτητής στην παρούσα αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εξαιρείται το παρόν Δικαστήριο από την εκδίκαση και/ή την περαιτέρω συνέχιση και/ή τον χειρισμό της παρούσης υπόθεσης, εν όψει του περιεχομένου της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/07/2024, διότι δεν πληρούνται πλέον τα εχέγγυα της αντικειμενικής αμεροληψίας του παρόντος Δικαστηρίου με κριτήριο τις αντιλήψεις του μέσου συνετού ανθρώπου. Ειδικότερα, ο Αιτητής επικαλείται την αναφορά στην τελευταία παράγραφο της σελίδας 22 και στην πρώτη παράγραφο της σελίδας 23 της εν λόγω απόφασης ως ακολούθως։ «........Στην βάση των ειδικών περιστάσεων και γεγονότων της υπόθεσης όπως έχουν προηγηθεί, των οποίων έλαβα γνώση, αποδέχομαι την θέση ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν επιθυμεί να έρθει στην Κύπρο μόνος του, διότι φοβάται ότι θα εγκλωβιστεί εδώ και ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στις Η.Π.Α. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σοβαρό λόγο που άπτεται της ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης του ανήλικου και των ανησυχιών του και που θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει σεβαστή υπό τις περιστάσεις. Εξάλλου, θεωρώ ορθό να συνομιλήσει το Δικαστήριο με τον ανήλικο για να επιβεβαιώσει αυτή την θέση». Η υπό εκδίκαση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ενός δικηγόρου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, του κ. Σ.Ψ. ημερομηνίας 04/07/2024, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή όπως προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αφού ο ίδιος απουσιάζει στο εξωτερικό. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, με την οποία προβάλλονται συνολικά έντεκα λόγοι ένστασης και με τους οποίους υποστηρίζεται ουσιαστικά ότι η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αλλά και ότι δεν συντρέχει κάποιος αντικειμενικός λόγος που να συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού για μεροληπτική συμπεριφορά του παρόντος Δικαστηρίου. Ότι ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας, είναι ότι στα πλαίσια ενδιάμεσης Αίτησης που καταχώρησε ο Αιτητής, εκδόθηκε στις 30/10/2023 μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων S.B. ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Καθ' ου στην Κύπρο. Ακολούθως, η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, καταχώρησε την ένσταση της και το Δικαστήριο καθόρισε το χρονοδιάγραμμα εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 25/10/2023 στην βάση του Κ. 23.10-23.13 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ορίζοντας την για Ακρόαση με Γραπτές Αγορεύσεις στις 03/07/

  1. Στο μεσοδιάστημα, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων ταξίδεψε τον Δεκέμβριο του 2023 στο Κολοράντο των Η.Π.Α. στον τόπο διαμονής της Καθ' ης η Αίτηση, με την συγκατάθεση του πατέρα του, υπό την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφε τον επόμενο μήνα, όμως δεν επέστρεψε από τότε στην Κύπρο. Στις 01/07/2024 το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία επέτρεψε την διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης του ανήλικου τέκνου των διαδίκων με το Δικαστήριο μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης από τις Η.Π.Α. σε ημερομηνία και ώρα που θα καθόριζε. Εξ' όσων γνωρίζω, η εν λόγω απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί μέχρι και σήμερα. Εν όψει της πιο πάνω εξέλιξης, η ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 25/10/2023 αναβλήθηκε και όλες οι εκκρεμούσες Αιτήσεις ορίστηκαν στις 05/09/
  2. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ։ Αρχικά, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Σ.Ψ. υποστηρίζεται ότι το αίτημα της πλευράς του Αιτητή βασίζεται σε συγκεκριμένη αναφορά από την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/07/2024, από όπου και παραθέτει αυτούσιο το απόσπασμα, το οποίο δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, αφού έχει καταγραφεί πιο πάνω. Είναι η θέση της πλευράς του Αιτητή, ότι το εν λόγω απόσπασμα της απόφασης του Δικαστηρίου σχηματίζει την εντύπωση στο μέσο συνετό πολίτη ως η νομολογία καθορίζει και πάντα αντικειμενικά ομιλούντες, ότι το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε την θέση όχι του ανήλικου αλλά της Καθ' ης η Αίτηση, ότι το τέκνο των διαδίκων δεν επιθυμεί να έρθει στην Κύπρο γιατί φοβάται ότι θα εγκλωβιστεί εδώ. Εκφράζει ακόμα την θέση, ότι ο μέσος συνετός πολίτης οδηγείται στο συμπέρασμα πως το Δικαστήριο αφού αποδέχεται ότι ο ανήλικος δεν θέλει να έρθει γιατί θα εγκλωβιστεί στην Κύπρο, αποδέχθηκε ήδη ότι η γνώμη του ανήλικου είναι πως δεν θέλει γενικά να μείνει στην Κύπρο και επιθυμεί να μείνει με την Καθ' ης η Αίτηση στις Η.Π.Α. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι το Δικαστήριο θα προχωρήσει με την διαδικασία συνέντευξης όχι για σκοπούς αναζήτησης της γνώμης του παιδιού, αλλά για επιβεβαίωση της πιο πάνω γνώμης που ήδη αποδέχθηκε και αυτό διαπιστώνει και ο μέσος συνετός πολίτης. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι η πιο πάνω αναφορά αφήνει σαφώς την εντύπωση στον μέσο συνετό πολίτη ότι το Δικαστήριο έχει προαποφασίσει ότι ο ανήλικος δεν επιθυμεί να έρθει στην Κύπρο, ενώ νομολογιακά αυτό πρέπει να αποφασιστεί αφού ληφθεί η συνέντευξη και ακουστούν οι αγορεύσεις που θα έχουν σχόλιο και επιχειρηματολογία επί του περιεχομένου της συνέντευξης. Συνεπώς, αφού το Δικαστήριο έχει προαποφασίσει δεν μένει κάτι άλλο να αποφασιστεί εν όψει και της ηλικίας του ανήλικου που σύντομα θα γίνει 16 και σε δύο έτη θα ενηλικιωθεί. Αναφέρει ακόμα ότι η δικογραφημένη θέση του Αιτητή είναι ότι ο ανήλικος είναι ένα παιδί που εκ της ηλικίας του δεν μπορεί να ξέρει τι θέλει, ενώ εκφράζει την θέση ότι είναι υποχείριο και υπό την πλύση εγκεφάλου της μητέρας του, ήτοι της Καθ' ης η Αίτηση, άρα ότι και να έχει πει στον Αιτητή ή και σε οποιοδήποτε άλλο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επαναλαμβάνει την θέση ότι το αίτημα για εξαίρεση βασίζεται πάντα σε αντικειμενικά κριτήρια και δεν είναι σε καμία περίπτωση η θέση τους ότι υποκειμενικά το Δικαστήριο ήδη έχει αποφασίσει. Το κριτήριο δεν είναι το τι πραγματικά σημαίνει η επίμαχη αναφορά ή και το αν μπορεί να της αποδοθεί άλλη ερμηνεία. Είναι η θέση του Αιτητή, πως το τι έχει σημασία είναι κατά πόσο η σχετική αναφορά εκλαμβάνεται από τον μέσο συνετό πολίτη. Συνεπώς, δεν τηρούνται τα εχέγγυα της αντικειμενικής αμεροληψίας. Καταληκτικά, αιτείται την εξαίρεση του Δικαστηρίου δεδομένου ότι αντικειμενικά ομιλούντες έχει παραβιαστεί το κριτήριο αντικειμενικότητας εκ της ρηθείσας αναφοράς, ουσιαστικά τελεσίδικου ευρήματος κατά τον μέσο συνετό πολίτη, σε σχέση με την γνώμη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων πριν την ακρόαση της μονομερούς και της κυρίως αίτησης, αλλά και πριν την λήψη συνέντευξης με τον ανήλικο. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, καταχώρησε την ένσταση της στις 11/07/2024, προβάλλοντας συνολικά έντεκα λόγους και οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι։
  3. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καλή πίστη.
  4. Ο Αιτητής απέκρυψε εσκεμμένα από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία με στόχο την έκδοση διαταγμάτων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  5. Η υπό εκδίκαση αίτηση είναι αδικαιολόγητη.
  6. Η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση στερείται τεκμηρίωσης και είναι κατασκευασμένη.
  7. Οι λόγοι που προβάλλονται από τον Αιτητή για την έκδοση διατάγματος εξαίρεσης είναι απαράδεκτοι και δεν μπορούν να στηρίξουν το αίτημα του.
  8. Η παρούσα αίτηση εγείρεται καταχρηστικά και με στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων.
  9. Δεν συντρέχει κανένας αντικειμενικός λόγος που να συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού για μεροληπτική συμπεριφορά του δικαστή Χ. Πογιατζή.
  10. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  11. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
  12. Ο Αιτητής στηρίζει την Αίτηση του σε υποκειμενικά κριτήρια.
  13. Το δικαστήριο ως έχει είναι αμερόληπτο. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11/07/2024 του δικηγόρου κ. Γ.Κ. ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης και ο οποίος είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την ίδια για να προβεί στην παρούσα, αφού αυτή βρίσκεται στον τόπο διαμονής της στις Η.Π.Α. Αρχικά, ο ενόρκως δηλών απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό περί ύπαρξης μεροληπτικής συμπεριφοράς του Δικαστηρίου. Είναι η θέση τους, πως τα περί μεροληπτικής στάσης και συμπεριφοράς του Δικαστηρίου αποτελούν υποκειμενική σκέψη και σκάρφισμα του Αιτητή με στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας και σε κάθε περίπτωση επειδή δεν του άρεσε η απόφαση ημερομηνίας 01/07/
  14. Θεωρούν πως αν δεν συμφωνούσε ο Αιτητής με την εκδοθείσα απόφαση, το ορθό δικονομικό διάβημα ήταν η καταχώρηση έφεσης και όχι η καταχώρηση αίτησης για εξαίρεση του Δικαστηρίου. Θεωρούν πως ο Αιτητής προσπαθεί με κάθε μέσο και τρόπο να εκτροχιάσει την διαδικασία και να την καθυστερήσει. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, πως το απόσπασμα που αναφέρεται στην προαναφερόμενη δικαστική απόφαση, ουδόλως δημιουργεί την εντύπωση για μεροληπτική συμπεριφορά του παρόντος Δικαστηρίου, αφού το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε πως πρέπει να έχει συνέντευξη με τον ανήλικο για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς αυτούς και επομένως εκφράζει την άποψη ότι η θέση που προβάλλεται από την πλευρά του Αιτητή είναι απαράδεκτη. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως από την απόφαση του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύεται η οποιαδήποτε μεροληπτική συμπεριφορά του Δικαστηρίου ή ότι έχει προκαταβάλει το όποιο αποτέλεσμα, ωστόσο αποτελεί αντικειμενικό εύρημα πως ο ανήλικος δεν ήθελε να βρίσκεται στην Κύπρο. Επιπλέον, είναι η θέση τους, ότι τα όσα αναφέρονται περί επιβεβαίωσης της γνώμης του ανήλικου και όχι αναζήτησης της γνώμης του, αποτελούν παραπλανητικές θέσεις, που έχουν στόχο να υποβαθμίσουν την αξιοπιστία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει ότι η πλευρά του Αιτητή επέλεξε να αναφέρει στην Αίτηση της μία μικρή παράγραφο, με μοναδικό σκοπό να εκτροχιάσει την διαδικασία, επειδή απλά και μόνο δεν συμφωνεί με το αποτέλεσμα της απόφασης. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η πλευρά του Αιτητή σκόπιμα δεν άσκησε έφεση επί της απόφασης καθότι γνώριζε πως δεν θα παρεχόταν αναστολή εκτέλεσης για μία τόσο σοβαρή υπόθεση. Περαιτέρω, η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν κατέληξε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα πριν να ακουστεί ο ανήλικος και ότι η πλευρά του Αιτητή επέλεξε να προωθήσει συγκεκριμένο απόσπασμα της εν λόγω απόφασης ώστε να αμφισβητήσει την αμεροληψία του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, εκφράζουν την θέση πως ο λόγος που προωθείται μεταξύ άλλων η παρούσα αίτηση, είναι για να αποφευχθεί η μαρτυρία του ανήλικου από την πλευρά του Αιτητή και προς τούτο συνηγορεί η ένσταση που ήγειρε για την παροχή της μαρτυρίας του μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Αναφέρει ότι ο ίδιος ο Αιτητής θα έπρεπε πρώτος να θέλει να ακουστεί ο ανήλικος, ώστε να διαφανεί ο τυχόν επηρεασμός του, όπως αυτός υποστηρίζει. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ότι αποτέλεσε θέση του Αιτητή πως ο ανήλικος αποτελεί υποχείριο της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και σε προγενέστερη δικάσιμο ανέφερε ο ίδιος ο Αιτητής προφορικά πως ο ανήλικος δεν επιθυμεί να έρθει στην Κύπρο. Είναι η θέση τους, πως προκύπτει αβίαστα ότι πράγματι και ο ίδιος ο Καθ' ου ενστερνίστηκε πως ο ανήλικος δεν επιθυμεί να βρίσκεται στην Κύπρο. Από την άλλη, το Δικαστήριο ουδέποτε στην απόφαση του ανέφερε ή υπονόμευσε την ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης, αφού επιθυμεί να ακούσει τον ανήλικο ώστε να διερευνήσει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση και να λάβει εμπιστευτική συνέντευξη από αυτόν, ώστε να λάβει την τελική του απόφαση. Δεν διαφαίνεται από την απόφαση η οποία μεροληπτική συμπεριφορά του Δικαστηρίου, αλλά είναι η θέση τους πως η παρούσα αίτηση προωθείται για αλλότριους σκοπούς βασισμένη σε μεμονωμένο απόσπασμα της απόφασης. Θεωρούν πως δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της παρούσας Αίτησης αφού αυτή είναι αβάσιμη, εκδικητική, καταχρηστική και για αυτό αιτούνται την απόρριψη της. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση των διαδίκων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Ομολογουμένως, η απόφαση ενός Δικαστηρίου σε αίτημα για εξαίρεσή του, στην βάση αντικειμενικών ή υποκειμενικών λόγων, αποτελεί ένα ιδιαίτερα δυσχερές και επίπονο έργο εξισορρόπησης από την μία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των διαδίκων και από την άλλη της προστασίας του θεσμού της Δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε κατ' επανάληψη με τέτοιας φύσεως ζητήματα και επιβεβαίωση τούτου αποτελεί η παρακαταθήκη της πλούσιας νομολογίας επί του θέματος. Οδοδείκτη αποτελεί η κύρια κατευθυντήρια αρχή αλλά και το δικαίωμα του κάθε διαδίκου να κρίνεται από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, όπως ακριβώς επιτάσσουν οι διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο Δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Συμεού

(2012)1 (Β) Α.Α.Δ. 974, De Cubber v. Belgium
(1984)EHRR 236). Σε αίτημα για εξαίρεση δικαστή, το οποίο εξέτασε σχετικά πρόσφατα το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αίτηση αρ. 1/2024, μεταξύ των DE. T. DOMIKI INVESTMENT LTD v. 1. IRON MOUNTAIN CYPRUS LIMITED κ.α., ημερομηνίας 18/01/2024, επισημάνθηκε ότι: «Η αµεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί µία από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, µε θεµελιακή σηµασία στην απονοµή της δικαιοσύνης. Συνδέεται µε τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει µόνο να απονέµεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέµεται». Περαιτέρω, στην Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές». Σύμφωνα με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2)
(1990)3 Α.Α.Δ. 69, η αίτηση για εξαίρεση Δικαστή οφείλει να καταχωρείται ύστερα από πολλή περίσκεψη και με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Κρίνω σκόπιμο να παραπέμψω και στην καθοδηγητική απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Α.Β. ν. Γ.Δ., Έφεση 23/21, ημερομηνίας 23/06/2022, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε καθήκον μας να υπομνήσουμε πως τέτοια αιτήματα εξαίρεσης δεν πρέπει αβασάνιστα και χωρίς ισχυρούς λόγους να προβάλλονται και μάλιστα να ανακόπτουν αχρείαστα την πορεία εκδίκασης. Όταν δε, δεν στηρίζονται σε σοβαρούς λόγους μπορούν να εκληφθούν ως «μέτρα απειλής ή εκφοβισμού δικαστών» στο να πράξουν το καθήκον τους, κάτι απολύτως κατακριτέο». Όπως τονίστηκε στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά
(1998)1 Α.Α.Δ. 706, η γνώμη ενός διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος λαμβάνεται υπόψη, αλλά ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι και δεν δικαιούνται να καθορίσουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια αυτά, ο διάδικος που αιτείται την εξαίρεση του Δικαστή θα πρέπει να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, αφού αποδοχή αιτήσεων για τον αποκλεισμό δικαστών από τη συμμετοχή τους στην εκδίκαση οποιασδήποτε συγκεκριμένης υπόθεσης, στην απουσία βάσιμων λόγων, θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, παράγοντας μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Hadjicosta v. Anastassiades
(1982)1 C.L.R. 296). Στην Αποστολίδου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 80 γίνεται ανάλυση των βασικών κριτηρίων στα πλαίσια της σχετικής νομολογίας, για τον προσδιορισμό της ύπαρξης προκατάληψης. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του. Δεν γεννάται συμφέρον, ούτε ανακύπτει κώλυμα από την απόφαση Δικαστή πρωτοδίκως ή κατ' έφεση, επί νομικού θέματος. Άλλωστε η αρχή του δεσμευτικού προηγούμενου επιβάλλει την υιοθέτηση του λόγου προηγούμενων αποφάσεων, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του Δικαστηρίου». Να επισημάνω εδώ ότι η ύπαρξη προκατάληψης, και μάλιστα φαινομενικής, για την οποία προβάλλεται παράπονο, πρέπει να έχει έρεισμα σε αντικειμενικά στοιχεία (βλ. Κώστας Δημητρίου ως Διαχειριστής της περιουσίας του Κώστα Δημητρίου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1Α Α.Α.Δ 825). Όπως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βικτώρια Νόρθροπ Κωνσταντίνου ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου
(2009)1 Α.Α.Δ.761: «Οι δικαστές δεν θα πρέπει να συναινούν σε αιτήματα εξαίρεσης τους χωρίς πραγματικό και ουσιαστικό λόγο, γιατί αλλιώς θα φτάναμε στο ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Το κριτήριο, όπως επισημαίνεται και στις υποθέσεις Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984] 7 EHRR236 και Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR266, είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279 δόθηκε ο ορισμός του αντικειμενικού παρατηρητή σε σχέση με την αμεροληψία ενός Δικαστηρίου, ως ακολούθως: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο.» Ο πιο πάνω ορισμός του αντικειμενικού παρατηρητή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.551 όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω: «Το κριτήριο επανατοποθετήθηκε και σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Helow (AP) v. Secretary of State and Another [2008] UKHL 62, όπου η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων έδωσε τον ορισμό του δίκαιου σκεπτόμενου και πληροφορημένου παρατηρητή. Λέχθηκε ότι αυτό το άτομο δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερο των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Ταυτόχρονα δεν είναι υπέρμετρα ευαίσθητο ή καχύποπτο, δύναται να αποστασιοποιηθεί από την ενώπιον του υπόθεση, είναι δε και επαρκώς πληροφορημένο. Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Αντλώντας καθοδήγηση από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και έχοντας μελετήσει με την δέουσα προσοχή τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, αλλά και τα όσα αναφέρονται στις γραπτές τους αγορεύσεις, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση επί της ουσίας της. Αρχικά, έχω διαπιστώσει ότι το αίτημα του Αιτητή για εξαίρεση μου από την εκδίκαση και τον χειρισμό της παρούσης υπόθεσης, δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά στοιχεία ή κριτήρια που αφορούν οποιαδήποτε αδυναμία η προκατάληψη να ασχοληθώ με την παρούσα ή και στην βάση προσωπικής εμπλοκής μου με την υπόθεση με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως, το αίτημα του βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικούς λόγους, αφού ισχυρίζεται ότι με βάση το περιεχόμενο της ενδιάμεσης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/07/2024, δεν πληρούνται πλέον τα εχέγγυα της αντικειμενικής αμεροληψίας του με κριτήριο τις αντιλήψεις του μέσου συνετού ανθρώπου. Και τούτο, διότι κατά την γνώμη του Αιτητή, το προαναφερόμενο απόσπασμα της απόφασης του Δικαστηρίου σχηματίζει την εντύπωση στον μέσο συνετό πολίτη ότι το Δικαστήριο ήδη αποδέχθηκε την θέση όχι του ανήλικου αλλά της Καθ' ης η Αίτηση, ότι το τέκνο των διαδίκων δεν επιθυμεί να έρθει στην Κύπρο, γιατί φοβάται ότι θα εγκλωβιστεί εδώ. Για αυτό και ο Αιτητής αξιώνει την εξαίρεση του Δικαστηρίου από την εκδίκαση της παρούσης υπόθεσης, δεδομένου ότι αντικειμενικά ομιλούντες έχει παραβιαστεί το κριτήριο αντικειμενικότητας εκ της ρηθείσας αναφοράς, λόγω ουσιαστικά τελεσίδικου ευρήματος κατά τον μέσο συνετό πολίτη, σε σχέση με την γνώμη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, πριν την ακρόαση της μονομερούς και της κυρίως αίτησης, αλλά και πριν την λήψη συνέντευξης με αυτόν. Για σκοπούς ορθότερης εξέτασης, θεωρώ σκόπιμο να ανατρέξουμε στο επίμαχο απόσπασμα που επικαλείται η πλευρά του Αιτητή. Το πρώτο σημείο που διαπιστώνω με ευκολία είναι ότι η εν λόγω αναφορά από την εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 01/07/2024, τέθηκε αποσπασματικά αφού όπως ξεκάθαρα φαίνεται αποτελεί ένα μικρότερο μέρος μίας μεγαλύτερης παραγράφου, δηλαδή από την τελευταία παράγραφο των σελ. 22 και 23 της εν λόγω απόφασης. Μάλιστα, αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα από το παρακλητικό της υπό εξέταση Αίτησης, όπου έχουν καταγραφεί στο εν λόγω κείμενο κάτω τελείες πριν το απόσπασμα που παρατίθεται, γεγονός που καταδεικνύει ότι αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου κειμένου που προηγείται. Θεωρώ ορθό να παραθέσω στην ολότητα της την προαναφερόμενη παράγραφο της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 01/07/2024, καθώς και τις επόμενες τρείς παραγράφους που ακολουθούν και οι οποίες σχετίζονται με τις προϋποθέσεις που εξέτασε το Δικαστήριο προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για την διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης με τον ανήλικο μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης։ «Πέραν των πιο πάνω και παρά το γεγονός ότι αρχικά δόθηκαν διαβεβαιώσεις για φυσική παρουσία του ανήλικου τέκνου των διαδίκων στο Δικαστήριο για σκοπούς συνέντευξης, κρίνω με βάση την ολότητα της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, ότι έχω ικανοποιηθεί πως στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει δικαιολογημένα αντικειμενική αδυναμία του ανήλικου για να προσέλθει στο Δικαστήριο δια ζώσης για σκοπούς συνέντευξης. Στην βάση των ειδικών περιστάσεων και γεγονότων της υπόθεσης όπως έχουν προηγηθεί, των οποίων έλαβα γνώση, αποδέχομαι την θέση ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δεν επιθυμεί να έρθει στην Κύπρο μόνος του, διότι φοβάται ότι θα εγκλωβιστεί εδώ και ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στις Η.Π.Α. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σοβαρό λόγο που άπτεται της ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης του ανήλικου και των ανησυχιών του και που θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει σεβαστή υπό τις περιστάσεις. Εξάλλου, θεωρώ ορθό να συνομιλήσει το Δικαστήριο με τον ανήλικο για να επιβεβαιώσει αυτή την θέση (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Επιπρόσθετα, αποδέχομαι την θέση, ότι πρόκειται για ένα πολύωρο και κουραστικό ταξίδι 22 ωρών στην Κύπρο, που ενδέχεται να προκαλέσει απουσίες οι οποίες θα επηρεάσουν αρνητικά την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και το πρόγραμμα προπονήσεων ορειβασίας του. Ο παράγοντας ταλαιπωρίας και αναστάτωσης ενός έφηβου ηλικίας 16 ετών, σίγουρα θα πρέπει να συνυπολογιστεί δεόντως. Το ίδιο ισχύει για την Αιτήτρια-μητέρα του η οποία θα είναι η συνοδός του στο εν λόγω ταξίδι και που υπάρχει κίνδυνος σύλληψης της μόλις αφιχθεί στην Κύπρο, ενώ ελλοχεύει και κίνδυνος απόλυσης από την εργασία της στο πανεπιστήμιο που εργάζεται στις Η.Π.Α. Ο κύριος παράγοντας λήψης της απόφασης του Δικαστηρίου και το κύριο μέλημα του, αποτελεί το γνήσιο συμφέρον του τέκνου, το οποίο οφείλει να αναζητήσει στα πλαίσια διεξαγωγής της συνέντευξης με αυτό, πάντα στα πλαίσια του διερευνητικού χαρακτήρα της διαδικασίας εκδίκασης μίας υπόθεσης γονικής μέριμνας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, ότι σε περίπτωση μη έγκρισης του αιτήματος, τότε το Δικαστήριο κατά παράβαση των σαφών επιταγών του Νόμου και της Νομολογίας δεν θα είναι σε θέση να συνεκτιμήσει την γνώμη του ανήλικου, αφού μετά βεβαιότητας δεν θα καταστεί δυνατή η μετάβαση του στην Κύπρο. Φρονώ ότι η λήψη της γνώμης του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, καθίσταται αναγκαία, επιβεβλημένη και απολύτως απαραίτητη, ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να λάβει μία σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Αυτό επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης και το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η μαρτυρία του ανήλικου τέκνου των διαδίκων ηλικίας 16 ετών, από την στιγμή που ο ίδιος επιθυμεί να διεξαχθεί η συνέντευξη ώστε να καταγραφούν οι απόψεις του, ενώ τεκμαίρεται ότι βρίσκεται σε αρκετά ώριμη ηλικία για να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι θέσεις του, πάντοτε υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αντιθέτως, θεωρώ ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να εκφράσει τις απόψεις του, έστω και εξ' αποστάσεως με ηλεκτρονικά μέσα, έτσι ώστε να του προκληθεί η λιγότερη δυνατή αναστάτωση στην καθημερινότητα του. Μάλιστα δια μέσου της οθόνης, ίσως να είναι πιο εξοικειωμένος με το να εκφραστεί πιο ελεύθερα και χωρίς νευρικότητα λόγω και της ηλικίας του, παρά αμήχανα δια ζώσης ενώπιον του Δικαστή». Όπως διαφαίνεται από το πιο πάνω απόσπασμα και κυρίως την πρώτη παράγραφο της εν λόγω απόφασης, έχει απομονωθεί από την πλευρά του Αιτητή ένα συγκεκριμένο κομμάτι από ολόκληρο το κείμενο της απόφασης, ούτως ώστε να μπορεί να στοιχειοθετήσει την θέση του ότι το παρόν Δικαστήριο έχει προαποφασίσει ή ότι υπάρχει τελεσίδικο εύρημα που κατά την γνώμη του μέσου συνετού πολίτη, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αποδέχθηκε την γνώμη του ανήλικου τέκνου ότι δεν θέλει να επιστρέψει στην Κύπρο πριν ακόμα διεξαχθεί η συνέντευξη. Είναι η θέση μου, ότι αυτό αποτελεί ένα αυθαίρετο συμπέρασμα από την πλευρά του Αιτητή το οποίο δεν μπορεί να αποτελέσει το εύρημα του μέσου σκεπτόμενου συνετού πολίτη, ο οποίος αναμένεται να διαβάσει το σύνολο μίας απόφασης και όχι αποσπασματικά κάποιων λέξεων με απομονωμένο τρόπο, ώστε να καταλήξει στον συλλογισμό του. Θεωρώ ότι καθίσταται ξεκάθαρο μελετώντας την εν λόγω απόφαση, πως οι οποίες διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, έγιναν αποκλειστικά με γνώμονα τους παράγοντες που έλαβε υπόψη για την διεξαγωγή της συνέντευξης του ανήλικου και μόνο και δεν σχετίζονται με την ουσία της ενδιάμεσης ή της κυρίως Αίτησης ή με το πού επιθυμεί να διαμένει το παιδί των διαδίκων. Για αυτό και στο επίμαχο απόσπασμα της προαναφερόμενης απόφασης δεν συμπεριλήφθηκε από την πλευρά του Αιτητή στην Αίτηση του το αμέσως προηγούμενο μέρος της παραγράφου που αναφέρει ρητά την φράση։ «για σκοπούς συνέντευξης». Φρονώ ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 01/07/2024 θα πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της, αφού η αποσπασματική εξέταση ενδέχεται να οδηγήσει σε λανθασμένα ή άσχετα και αυθαίρετα συμπεράσματα. Εικασίες, συνειρμοί, καχυποψίες, αλλά και η εμμονή σε ερμηνεία λέξεων ή φράσεων κατά το δοκούν, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα προκατάληψης του Δικαστηρίου. Η αποσπασματική θεώρηση μίας απόφασης δεν μπορεί να παραγνωρίζει παντελώς την ουσία και την διεργασία της αξιολόγησης της απόφασης ως σύνολο. Στην καθοδηγητική απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Σάμπη Κωνσταντίνος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100, επισημάνθηκε ότι։ «Πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν συμφωνούμε με τον τρόπο απομόνωσης λέξεων, από το κείμενο της απόφασης, όπως έκαμε ο συνήγορος του εφεσείοντα. Η απόφαση θα πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της και όχι κατ' απομόνωση λέξεων να επιχειρείται η κατάδειξη λάθους. (Βλ. Charitonos and others v. Republic
(1971)2 C.L.R. 40). H αποσπασματική εξέταση μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα τονίστηκε στην υπόθεση Ιωάννου κ.ά v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επιπρόσθετα, αντλώ καθοδήγηση από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λαούτα Χριστίνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2014)1 Α.Α.Δ. 2205, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։ «Η απόφαση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα και αποσπασματικά αλλά ως ενιαίο σύνολο. Η δικαστική κρίση δεν είναι απομονωμένη από το σύνολο των γεγονότων και του συλλογισμού του εκδικάσαντος δικαστηρίου. Ως ενιαίο σύνολο θα πρέπει να εξετάζεται. Η απομόνωση μιας φράσης ή η αποσπασματική ανάγνωση ενός μέρους της απόφασης δεν είναι ορθή αντιμετώπιση» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Σε κάθε περίπτωση, τα όσα υποστηρίζει ο Αιτητής στην Αίτηση του αλλά και στις αγορεύσεις του, αποτελούν ζητήματα τα οποία κατ' ουσία αποτελούν θέματα που άπτονται της δικαστικής κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου και για την οποία το Δικαστήριο εξέδωσε καθηκόντως και σε συμμόρφωση με τις συνταγματικές επιταγές (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος), αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφαση. Η δυσαρέσκεια ή η διαφωνία ενός διαδίκου σε σχέση με οποιαδήποτε απόφαση ή σε σχέση με τον χειρισμό ή τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο εξαίρεσης του, αφού εάν συνέβαινε αυτό, τότε ο κίνδυνος να επιλέγουν οι διάδικοι τον δικαστή που θα τους δικάσει, δεν θα ήταν μόνο ορατός αλλά και υπαρκτός (βλ. Βικτώρια Νόρθροπ Κωνσταντίνου ν. Κωστάκη Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ 761.). Τέτοιες διαφωνίες δεν εξετάζονται στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας, αλλά εγείρονται ενώπιον του Εφετείου. Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, είναι η θέση μου ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής δεν θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής προκατάληψη από την παρούσα σύνθεση του Δικαστηρίου και ούτε στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε λόγος για την εξαίρεση του. Ούτε θεωρώ ότι δημιουργείται στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη που γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσης και έχει μελετήσει το σύνολο της απόφασης (η οποία τονίζω αφορά αίτηση για διεξαγωγή συνέντευξης ανήλικου μέσω τηλεδιάσκεψης και όχι ενδιάμεση ή εναρκτήρια αίτηση που αφορά ή αγγίζει την ουσία της υπόθεσης), δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής και ουσιαστικής πιθανότητας προκατάληψης από μέρους του ή ότι έχει ήδη προαποφασίσει την ουσία της υπόθεσης. Εν προκειμένω και έχοντας ως κριτήριο τον μέσο συνετό άνθρωπο που γνωρίζει και έχει μελετήσει τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, αλλά και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το ιδιαίτερο ιστορικό γεγονότων της Αίτησης αλλά και γενικότερα τον συγκεκριμένο και εξειδικευμένο ρόλο που επιτελεί το Οικογενειακό Δικαστήριο σε υποθέσεις γονικής μέριμνας, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την εξαίρεση μου. Με βάση όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξή μου πως αν αποδεχόμουν το αίτημα για εξαίρεση μου, η ενέργεια μου αυτή θα συνιστούσε άρνηση ή παραίτηση άσκησης του καθήκοντος μου, στο κρισιμότερο στάδιο εκδίκασης της παρούσης ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 25/10/2023 και για αυτό δεν πρόκειται να το πράξω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Στην βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι το αίτημα για εξαίρεση του παρόντος Δικαστηρίου από την συνέχιση εκδίκασης της παρούσης υπόθεσης στερείται πραγματικού και ουσιαστικού λόγου. Συνεπώς, το αίτημα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, ενώ το συμφέρον της δικαιοσύνης εξυπηρετείται καλύτερα με την απόρριψη του αιτήματος παρά την έγκριση του. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, δεν βρίσκω λόγο να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............................................................ Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.