Β. Κ. Ο. ν. Ε. Σ. Π., Αρ. Αίτησης: 4/2018, 20/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ. Αρ. Αίτησης: 4/2018 Μεταξύ: Β. Κ. Ο. Αιτητή και Ε. Σ. Π. Καθ' ης η αίτηση ------------------------------ Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 04/12/2023 Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2024 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή : Χρίστος Κουνιάς, Αλέξανδρος Γ. Ιωαννίδης & Συνεργάτες Για την Καθ' ης η αίτηση : Ν.Γ Νικολάου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Ο Αιτητής καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση περιουσιακών διαφορών με την οποία αξιώνει την απόδοση σε αυτόν του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν το γάμο των διαδίκων με την προοπτική του γάμου και/ή μετά το γάμο των διαδίκων και προέρχεται από την συμβολή του Αιτητή και/ή λόγω καταπιστεύματος (trust) καθώς επίσης και άλλες σχετικές θεραπείες. Με την υπό εξέταση αίτηση ο Αιτητής αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ης η αίτηση, όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο με την οποία να περιγράφει πλήρως και με σαφήνεια καθώς και με συγκεκριμένο τρόπο όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες: i. 22 Φεβρουαρίου 1998 - ημερομηνία τέλεσης του γάμου των διαδίκων. ii. Νοέμβριο 2017 - ημερομηνία κατά την οποία επήλθε η διάσταση στις σχέσεις των διαδίκων. iii. 11 Σεπτεμβρίου 2019 - ημερομηνία λύσης του γάμου των διαδίκων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 04/12/
- Η αίτηση βασίζεται στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο 232/91 ως τροποποιήθηκε, άρθρα 2,13,14,14 Α,Β,Γ,Δ,Ε,ΣΤ, 15 και 16 στον Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο 23/90, ως τροποποιήθηκε, άρθρα 2,11,12,13,14,16 και 18 στον Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4,5 και 9, στους Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Κανονισμοί 1 μέχρι 12, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ 1,2,3,4,7,8 και 9, καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση η οποία προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης : «
- Η επίδικη αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Η αιτούμενη θεραπεία ευρίσκεται σε αντίθεση με το άρθρο 14(Α) του Νόμου 232/
- Το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τον Καθ' ου η αίτηση σε σχέση μόνο με την «ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη ημερομηνία» που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα, καθότι δεν παρέχεται εξουσία για περισσότερες από μία ημερομηνία σύμφωνα με το άρθρο 14(Α) του Νόμου232/
- Η αίτηση είναι καταχρηστική με μοναδικό σκοπό να συλλέξει ο Αιτητής στοιχεία και μαρτυρία για θέματα τα οποία ο ίδιος φέρει το βάρος απόδειξης.
- Τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζουν την αίτηση, δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία και ανισότητα μεταξύ των διαδίκων.
- Η αίτηση γίνεται κακόπιστα με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, αφού καταχωρείται πέντε
(5)και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης. Συνεπώς, η παρούσα αίτηση στερείται νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας, είναι καταχρηστική και εκτεθειμένη σε απόρριψη από το Δικαστήριο.
- Ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης, θα προκαλέσει μεγάλη καθυστέρηση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης και δεν εξυπηρετεί την ορθή και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης.
- Ο Αιτητής καταχράζεται τις δικαστικές διαδικασίες και σπαταλά πολύτιμο δικαστικό χρόνο, προωθώντας δικαστικά μέτρα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για καθυστέρηση εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καταστρατηγήσει το καλώς νοούμενο συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης, καθώς επίσης θα παραβιαστεί κατάφωρα το συνταγματικώς κατοχυρωμένο και θεμελιώδες δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση στην διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρόνου σύμφωνα με το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος.
- Ο Αιτητής δεν δικαιολογεί επαρκώς τα αιτήματα του, ούτε γιατί επέλεξε να προωθήσει τώρα την επίδικη αίτηση.
- Τα αιτητικά της παρούσας αίτησης δεν εξυπηρετούν την απόδειξη των επίδικων θεμάτων , καθότι ο Αιτητής ζητά αποκάλυψη της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση και σε άλλους χρόνους πέρα του χρόνου διάστασης που κατά το νόμο είναι το κριτήριο για το θέμα της επαύξησης ή όχι της περιουσίας κάθε διάδικου». Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Αιτητή, οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στις 22/02/
- Είναι η θέση του Αιτητή, όπως αυτή προβάλλεται μέσα από την ένορκη του δήλωση, ότι κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων η Καθ' ης η αίτηση απέκτησε κινητή και ακίνητη περιουσία, το ύψος των οποίων αγνοεί και στα οποία διεκδικεί την δική του συνεισφορά. Όπως ισχυρίζεται, ο λόγος που αγνοεί τις λεπτομέρειες της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση είναι διότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η Καθ' ης η αίτηση διαχειριζόταν την περιουσία που απέκτησαν χωρίς να τον ενημερώνει πλήρως. Όπως αναφέρει, παρόλο που της είχε ζητηθεί επανειλημμένα να του δώσει λεπτομερή ανάλυση, μέχρι σήμερα δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύναμος ο ακριβής υπολογισμός του μεριδίου που δικαιούται. Ο Αιτητής καθορίζει τον Νοέμβριο του 2017 ως το χρόνο διάστασης των διαδίκων και αναφέρει ότι στις 11/09/2019 επήλθε λύση του γάμου τους. Στην αντίπερα όχθη, η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε πέντε χρόνια μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης χωρίς κατά την άποψη της να αναφέρει επαρκή λόγο που να αιτιολογεί την αιτούμενη αποκάλυψη. Είναι η θέση της όπως αυτή προβάλλεται μέσα από την ένορκη της δήλωση ότι απώτερος σκοπός του Αιτητή είναι να συλλέξει μαρτυρία, ενώ ο ίδιος φέρει το βάρος απόδειξης. Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα δώσει προβάδισμα στον Αιτητή και θα του δώσει την ευκαιρία να «στήσει» την υπόθεση του σε βάρος της. Ως εκ τούτου ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Είναι επίσης θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει αποκάλυψη περιουσίας για περισσότερες από μια ημερομηνίες. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι από την δικογραφία των γεγονότων της εναρκτήριας αίτησης του Αιτητή δεν προσδιορίζεται ως ο χρόνος διάστασης των διαδίκων ο Νοέμβριος του
- Καταληκτικά αναφέρει ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία προς το πρόσωπο της και ανισότητα μεταξύ των διαδίκων και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του Αιτητή. Η ακρόαση της αίτησης, διεξήχθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Νομική Πτυχή Ο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (232/1991) στα άρθρα 14 και 14 Α προνοεί τα ακόλουθα : «14.-
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)....» «14Α.-
(1)Για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το Δικαστήριο δύναται ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου να εκδώσει διάταγμα, βάσει του οποίου ο καθ' ου η αίτηση υποχρεούται, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοση του, ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη χρονική περίοδο το Δικαστήριο ορίσει, να υποβάλει ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο, στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά την ημερομηνία της διακοπής της συμβίωσης ή κατ' άλλη σχετική ημερομηνία που το Δικαστήριο ορίζει στο διάταγμα. .» Στη Ορφανίδης v. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, λέχθηκαν τα ακόλουθα: « [..] (β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ' εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. (γ) Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρου 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκτασή της ίσο με το ένα τρίτο. [..].» Στην υπόθεση Τζοάνα Πέτρου Σοφοκλέους ν. Πέτρου Χαραλάμπους Σοφοκλέους,
(2005)1 ΑΑΔ 1030 εξηγείται ότι «Η αύξηση της περιουσίας υπολογίζεται στη βάση της διαφοράς της αξίας της κατά το χρόνο του διαζυγίου ή της διάστασης και της αξίας που είχε όταν αποκτήθηκε. Στη διαπίστωση αυτή της αξίας λαμβάνονται βεβαίως υπόψη και οι οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη της.» Το άρθρο 14Α έτυχε εξέτασης στα Νομικά Ερωτήματα αρ. 330 και 332, Ντίνα Παπαϊωάννου και Γιάννη Παπαϊωάννου
(2000)1 Α.Α.Δ. 656 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω από την απόφαση της πλειοψηφίας: «Η υποχρέωση του άρθρου 14Α βαρύνει και τους δύο διαδίκους εξ ίσου, χωρίς διάκριση. Ο Νόμος καθιερώνει πλήρη διαδικαστική ισότητα. Δεν τίθεται ο ένας διάδικος σε μειονεκτική θέση απέναντι στον άλλο. Περαιτέρω, είναι λανθασμένη η αντίληψη πως επιβάλλει την αποκάλυψη μαρτυρίας, δηλαδή όπλων σύμφωνα με την εισήγηση, στην άλλη πλευρά. Δεν αφορά η διάταξη στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργεία των ουσιαστικών διατάξεων του νόμου. Η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ορφανίδης (ανωτέρω), αποτελεί την αφετηρία. Αποβλέπει η διάταξη στη διασφάλιση της διαπίστωσης κατάστασης πράγματων χωρίς την οποία δεν θα ήταν δυνατή η απόδοση δικαιοσύνης στο πλαίσιο των διατάξεων του Νόμου. Απευθύνεται γι' αυτό σε εκείνο που γνωρίζει την κατάσταση αυτή καλύτερα από κάθε άλλο και του επιβάλλει υποχρέωση αποκάλυψης, η οποία βέβαια δεν πρέπει να είναι ψευδής, ανακριβής ή μη πλήρης. Εν πάση περιπτώσει δεν τον θέτει σε μειονεκτική θέση έναντι του άλλου από το ότι του επιβάλλει αποκάλυψη πριν τη δίκη, ή με ένορκη δήλωση και όχι με προφορική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου». (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Εξέταση αίτησης Η Καθ΄ ης η αίτηση, εισηγείται ότι με βάση το λεκτικό του άρθρου 14 (Α) (ι) του Ν. 232/91 το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας σε σχέση με την ημερομηνία διακοπής της συμβίωσης ή σε σχέση με άλλη ημερομηνία και δεν παρέχεται εξουσία για περισσότερες από μία ημερομηνίες. Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω θέση της Καθ' ης η αίτηση. Όπως λέχθηκε στην Παπαιωάννου (ανωτέρω), η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για την λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του Νόμου. Εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με γνώμονα την δικαιοσύνη, να επιβάλει την υποχρέωση αποκάλυψης στο μέρος εκείνο που γνωρίζει καλύτερα την κατάσταση για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14. Θα συμφωνήσω δε με το σκεπτικό του τότε Προέδρου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας, κ.Τσαγγαρίδη, όπως αυτό αναλύεται στην απόφαση του στην υπόθεση Α. Π. ν. Δ. Δ., Αρ. Αίτησης: 21/19, 13/2/2020, ότι δηλαδή το άρθρο 14Α
(1)θεσπίσθηκε για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14, το οποίο είναι και το ουσιαστικό δίκαιο και συνακόλουθα ότι στη λέξη «ή» δεν μπορεί να αποδοθεί η συνήθης διαζευκτική ερμηνεία, αφού μια τέτοια στενή ερμηνεία, όχι μόνο δεν προάγει τον σκοπό της θέσπισης του εν λόγω άρθρου, αλλά στην ουσία εξουδετερώνει πλήρως τον σκοπό της θέσπισης. Μια τέτοια τυχόν στενή ερμηνεία θα καθιστούσε αδύνατη τη σύγκριση μεταξύ αρχικής και τελικής περιουσίας και εξεύρεση της διαφοράς τους που συνιστά την επαύξηση, εφόσον η ένορκη δήλωση αποκάλυψης περιουσίας θα περιέχει μόνο είτε την αρχική περιουσία, είτε μόνο την τελική περιουσία. Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι οι διάδικοι τέλεσαν γάμο στις 22/02/1998. Ο Αιτητής δεν δικογραφεί ρητά στην έκθεση γεγονότων της εναρκτήριας αίτησης τον χρόνο διάσταση, καθορίζει όμως τον Νοέμβριο του 2017 ως το χρονικό σημείο όπου η Καθ' ης η αίτηση απέστειλε γνωστοποίηση περί της πρόθεσης της για λύση του γάμου των διαδίκων και προχώρησε τις δικαστικές διαδικασίες διατροφής, γονικής μέριμνας και χρήσης στέγης εναντίον του. Στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, καθορίζει ρητά τον Νοέμβριο του 2017 ως το χρονικό σημείο όπου επήλθε η διάσταση στη σχέση των διαδίκων. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται στην Υπεράσπιση της ότι η διάσταση μεταξύ των διαδίκων επήλθε τον Απρίλιο του 2017 και παραδέχεται ότι τον Νοέμβριο του 2017 απέστειλε η ίδια γνωστοποίηση για την πρόθεση της για λύση του γάμου και ξεκίνησε τις διαδικασίες διατροφής, γονικής μέριμνας και χρήσης στέγης εναντίον του Αιτητή. Στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλει την θέση ότι ο Αιτητής στην εναρκτήρια του θέση δεν προσδιορίζει τον Νοέμβριο του 2017 ως χρόνο διάστασης, πλην όμως η ίδια παραλείπει να τοποθετηθεί ενόρκως με τρόπο θετικό σε σχέση με τον χρόνο διάστασης των διαδίκων. Δηλαδή η Καθ' ης η αίτηση παραλείπει είτε να αποδεχτεί είτε να απορρίψει ρητά και ενόρκως τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι τον Νοέμβριο του 2017 επήλθε διάσταση στη σχέση τους, όπως επίσης παραλείπει να καθορίσει ενόρκως τον χρόνο διάστασης των διαδίκων σύμφωνα με τη δική της άποψη. Στην απουσία λοιπόν ρητής άρνησης του εν λόγω ισχυρισμού του Καθ' ου η αίτηση ως προς το χρόνο που επήλθε η διάσταση μεταξύ των διαδίκων, αποδέχομαι για σκοπούς της υπό κρίση αίτησης ως σχετική ημερομηνία τον Νοέμβριο του 2017, που καθορίζει ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση ως χρόνο διάστασης, χωρίς βέβαια αυτό να αποσείει το βάρος απόδειξης που θα έχει ο Αιτητής κατά το χρόνο εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης για απόδειξη όλων των σχετικών ισχυρισμών του, όπου όλοι οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί παραμένουν ζωντανοί για να αποφασιστούν εκεί. Σημειώνω ότι το άρθρο 14 Α δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει σχετικό διάταγμα για οποιαδήποτε άλλη σχετική ημερομηνία κρίνει σκόπιμη για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του άρθρου 14 του Νόμου. Για τους σκοπούς λοιπόν της παρούσας διαδικασίας αποδέχομαι ως σχετική ημερομηνία το Νοέμβριο του 2017, που καθορίζει ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση ως χρόνο διάστασης. Στην Τσούντα ν. Δημητριάδη, ΄Εφεση
(2014)1Α Α.Α.Δ. 413, ECLI:CY:DOD:2014:2 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο χρόνος της λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της διάστασης είναι καθοριστικός για τα δικαιώματα των συζύγων. Ο καθορισμός του είναι απαραίτητος προκειμένου να διακριβωθεί ποια περιουσιακά στοιχεία συνθέτουν την περιουσία εν τη έννοια του νόμου, κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου ή διάστασης είναι εκτός των προνοιών του Ν.232/1991 ως τροποποιήθηκε και εκτός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου». Ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση αξιώνει όπως η Αιτήτρια προβεί σε σχετική αποκάλυψη και σε σχέση με τον χρόνο λύσης του γάμου τους. Με την διάσταση όμως των διαδίκων, έπαυσε ουσιαστικά ο δεσμός των διαδίκων ως ζεύγος και συνακόλουθα οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία αποκτήθηκε ενώ ήταν ζευγάρι θα πρέπει να αποκαλυφθεί με αναφορά το χρόνο διάστασης των διαδίκων, όπου έπαψαν να είναι ζεύγος. Σημειώνω δε ότι στην εναρκτήρια αίτηση δεν δικογραφείται η λύση του γάμου των διαδίκων ούτε ο χρόνος λύσης του γάμου, αφού η εναρκτήρια αίτηση καταχωρίστηκε πριν την λύση του γάμου των διαδίκων. Στην Π. Σ. v. Η. Α., ΄Εφεση Αρ. 25/2021, 26/1/2023, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ήταν μέσα στα πλαίσια της εξουσίας του Δικαστηρίου να οριοθετήσει το χρόνο αποκάλυψης με τελική αναφορά στο χρόνο της διάστασης. Η διακοπή της συμβίωσης ήταν λογικό, υπό τις περιστάσεις, χρονικό σημείο ώστε να οριοθετήσει την υποχρέωση αποκάλυψης, δεδομένης της δικαιοδοτικής υφής των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, ως το ΄Αρθρο 14 ορίζει. (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2014)1Γ Α.Α.Δ. 2163, ECLI:CY:DOD:2014:14), Εν προκειμένω, ο πρωτόδικος Δικαστής καθόρισε το χρόνο της διάστασης ως το χρόνο που η υποχρέωση αποκάλυψης έπαυε εξηγώντας γιατί, αφού με τη διάσταση ακριβώς έπαυσε στην ουσία ο δεσμός των διαδίκων ως ζεύγους. Συνεπώς έκρινε ότι οποιαδήποτε κεφάλαια τα οποία αποκτήθηκαν ενόσω οι διάδικοι ήσαν ζευγάρι δέον να αποκαλυφθούν σύμφωνα με τις θεραπείες που απέδωσε». Η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση παραπονιέται ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και ότι τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει αδικία και ανισότητα. Η σχετική διάταξη του Νόμου 14Α δεν καθορίζει οποιουσδήποτε χρονικούς περιορισμούς για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ότι επιδιώκει η διαδικασία του άρθρου 14(Α), είναι η αποκάλυψη περιουσίας η οποία αποτελεί αντικείμενο διαμοιρασμού μεταξύ των συζύγων στη βάση του άρθρου 14 το οποίο είναι και το ουσιαστικό δίκαιο. Η έκδοση διατάγματος αποκάλυψης περιουσίας εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με γνώμονα την καλύτερη εφαρμογή του άρθρου 14 και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Παρά του ότι ο νόμος δεν καθορίζει χρονικούς περιορισμούς για την υποβολή τέτοιας αίτησης, είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς ουσιαστικά να δίνεται κάποια εξήγηση. Η καθυστέρηση όμως στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης αίτηση δεν οδηγεί αυτόματα στην απόρριψη της και συνακόλουθα δεν θα την απορρίψω γι' αυτό το λόγο. Η αποκάλυψη τέτοιας περιουσίας από την Καθ' ης η αίτηση έστω και στο στάδιο αυτό, δεν της αποστερεί το δικαίωμα να αμφισβητήσει την οποιαδήποτε ισχυριζόμενη συνεισφορά του Αιτητή ούτε προκύπτει ότι θα υποστεί κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά. Αντίθετα με την απόρριψη της αίτησης ο Αιτητής θα αποστερηθεί το δικαίωμα αξίωσης της συνεισφοράς στη περιουσία της Καθ' ης η αίτηση, στην οποία ο ίδιος θεωρεί ότι συνέβαλε. Όπως σημειώθηκε στην Παπαϊωάννου (ανωτέρω) η διάταξη 14Α του Νόμου δεν αφορά τη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά. Αντίθετα η γνώση των περιουσιακών στοιχείων των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελεί την προϋπόθεση για τη λειτουργία των ουσιαστικών διατάξεων του Νόμου. Για τον ίδιο λοιπόν λόγο δεν γίνονται αποδεκτοί ούτε οι υπόλοιποι συναφείς λόγοι ένστασης που προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση, ότι δηλαδή η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ανισότητα και αδικία μεταξύ των διαδίκων και ότι μοναδικός σκοπός είναι να συλλέξει ο Αιτητής στοιχεία και μαρτυρία για θέματα στα οποία φέρει ο ίδιος το βάρος απόδειξης. Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας μελετήσει με την δέουσα προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου κρίνω ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ' ης η αίτηση όπως εντός 30 ημερών από την έκδοση του παρόντος διατάγματος, υποβάλει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφει πλήρως με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο όλη την κινητή και ακίνητη στην οποία είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον: I. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, δηλαδή την 22/02/1998. II. Κατά τον Νοέμβριο του 2017. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση κατά τα δύο τρίτα (2/3), όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα όμως μετά το πέρας της εναρκτήριας αίτησης. Η κυρίως αίτηση ορίζεται για οδηγίες στις 28/06/2024. [Υπ.] ........... Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο