S.T. ν. Κ. Κ., Αριθμός αίτησης:19/2024, 18/2/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ. Kλίμακα: €.500.000-€2.000.000 Αριθμός αίτησης: 19/2024 Μεταξύ: S.T. από Λεμεσό Αιτήτριας -και- Κ. Κ. από Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση ΑΙΤΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΗΜΕΡ.26/6/24 Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2025 Εμφανίσεις: Για την αιτήτρια: Ελένη Βραχίμη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον καθ' ου η Αίτηση: Λυσάνδρου, Φλώρου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην εναρκτήρια αίτηση της η αιτήτρια ζητά απόδοση του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση η οποία αποκτήθηκε πριν το γάμο των διαδίκων και με προοπτική του γάμου καθώς και μετά το γάμο των διαδίκων η οποία προέρχεται από την άμεση ή έμμεση συμβολή της, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή ή μεταβίβαση στο όνομα της αιτήτριας του μέρους της αύξησης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση όπως αυτή περιγράφεται στα γεγονότα της αίτησης που προέρχεται από τη δική της συμβολή, περαιτέρω ή διαζευκτικά απόφαση για το ποσό που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της αιτήτριας στην αύξηση της περιουσίας του καθ' ου αίτηση και περαιτέρω ή διαζευκτικά αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία με βάση τις αρχές της επιείκειας ή με βάση της αρχές του περιουσιακού κωλύματος. Στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης της η αιτήτρια καταχώρησε Αίτηση Χωρίς Ειδοποίηση με την οποία ζητά: Α) προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να πωλήσει υποθηκεύσει μεταβιβάσει επιβαρύνει διαθέσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το μερίδιο ή συμφέρον του επί της ακίνητης περιουσίας επί της οδού [...]Λεμεσός, Β) Προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον καθ΄ου η αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να πωλήσει, υποθηκεύσει μεταβιβάσει επιβαρύνει αποξενώσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσει διαχειριστεί ή μειώσει το 50% των μετοχών του στις πιο πάνω εταιρείες: α. J, β. T. γ) B., δ) JR, ε) C., Γ) Προσωρινό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση με οποιονδήποτε τρόπο να διαθέσει, να διαχειριστεί να μειώσει την αξία του 50% των υπόλοιπων περιουσιακών του στοιχείων που βρίσκονται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης Χωρίς Ειδοποίηση δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και έδωσε οδηγίες να επιδοθεί η αίτηση στον καθ' ου η αίτηση. Στις 23/7/24 ο καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει τους ακόλουθούς λόγους για τους οποίους θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση της αιτήτριας: Η αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου και είναι ελλιπής και/ ή αντικανονική και/ ή νόμω και ουσία αβάσιμη Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ ή παράτυπη και/ ή λανθασμένη και προωθείται κακόπιστα και εκδικητικά από την αιτήτρια κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης Οι ισχυρισμοί οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και επί των οποίων ζητείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι ελλιπείς και/ ή ανεπαρκείς και/ ή ψευδείς και/ ή αναληθείς και σε καμία περίπτωση δεν έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία προς απόδειξη αυτών. Η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου εφ' όσον κακόπιστα και/ ή εσκεμμένα παρέλειψε να αποκαλύψει ή και να αποκαλύψει πλήρως και ειλικρινά κατά τρόπο δίκαιο αληθή και πλήρη όλα τα σχετικά ουσιώδη εν σχέση με την αμφισβητούμενη αίτηση γεγονότα και/ ή πληροφορίες και/ ή στοιχεία τα οποία θα δώσουν στο Δικαστήριο την αληθινή εικόνα και πραγματικότητα. Η αιτήτρια όχι μόνο παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την αλήθεια με στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή αλλά παραποίησε και τα πραγματικά γεγονότα παραβαίνοντας ταυτόχρονα την υποχρέωση της για πλήρη και αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ ή την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση της αρχή της μέγιστης καλής πίστης. Τόσο η κυρίως όσο και η αμφισβητούμενη αίτηση και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι ελλιπείς, ανεπαρκείς και στερούνται πειστικότητας και δεν φέρουν πραγματικό υπόβαθρο και/ ή δεν εμπεριέχουν θετική και ικανοποιητική μαρτυρία που να διαφωτίζει το Δικαστήριο για την ισχυριζόμενη συνεισφορά και/ή συμβολή της αιτήτριας στην δημιουργία και/ ή αύξηση της επίδικης περιουσίας. Στην παρούσα δεν πληρείται το πρωταρχικό κριτήριο στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος το οποίο είναι η πιθανολόγηση επιτυχίας στην αγωγή. Σε καμία περίπτωση δεν πληρείται η προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 5 του κεφ.6 του Περί Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας να εμποδιστεί η αιτήτρια σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της στην ικανοποίηση αυτής. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ως επίσης και των άρθρων 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 για την έκδοση του αμφισβητούμενου διατάγματος βάση της μαρτυρίας που υποστηρίζει την αμφισβητούμενη αίτηση αλλά και του χρόνου που παρήλθε για την καταχώρηση αυτής. Η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι σχετικές ουσιαστικές και δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες να δικαιολογούν το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Στις 23/7/24, σε συμμόρφωση με τους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας (έντυπο 38) το οποίο ακολούθως εκ συμφώνου τροποποιήθηκε στις 17/9/
- Η ακρόαση της παρούσας, παρά το γεγονός ότι θα ολοκληρωνόταν με τις προφορικές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τελικά οι δικηγόροι ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι θα περιορίζονταν στις γραπτές τους αγορεύσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Σημειώνω ότι η πλευρά της αιτήτριας καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενώ ουδείς εκ των ενόρκων δηλούντων αντεξετάστηκε. Στην ένορκη δήλωση της η οποία υποστηρίζει την αίτηση της, η αιτήτρια μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: Με τον καθ' ου η αίτηση γνωρίστηκαν στην Κύπρο κατά ή περί το 2004, το καλοκαίρι του 2005 έδωσαν αμοιβαία υπόσχεση γάμου και άρχισαν να ζουν μαζί με την προοπτική του γάμου σε ιδιόκτητη κατοικία της αιτήτριας στη Λεμεσό, ενώ στις 13/1/2007 τέλεσαν γάμο. Από το γάμο τους απέκτησαν 3 τέκνα το ένα εκ των οποίων είναι πλέον ενήλικο. Ο καθ' ου η αίτηση, πριν την γνωριμία του με την αιτήτρια απέκτησε ακόμη δυο τέκνα το ένα εκ των οποίων, ο Μ, διέμενε με την μητέρα του στην Ρωσία, ενώ όταν η μητέρα του απεβίωσε περί το 2018, ήρθε στη Κύπρο εγκαταστάθηκε με τους διαδίκους και τέθηκε υπό την αποκλειστική φροντίδα της αιτήτριας. Οι διάδικοι τέθηκαν σε διάσταση από τον Φεβρουάριο του 2021 όταν ο καθ' ου η αίτηση έφυγε από τη συζυγική κατοικία και ο γάμος τους λύθηκε στις 2/6/21 με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η αιτήτρια άρχισε να εργάζεται από το 2004 ως διευθύντρια της εταιρείας [..] (στο εξής «Ι.Μ») η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο Παναμά αλλά εγκατεστημένη στην Κύπρο με μισθό 5.000-7.000 δολάρια περίπου μηνιαίως. Κατά ή περί το 2008 έγινε δικαιούχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας [..], (στο εξής «Μ») η οποία ήταν θυγατρική εταιρεία της «Ι.Μ» με αποτέλεσμα τα εισοδήματα της να αυξηθούν σημαντικά. Για την αγορά των μετοχών στην εταιρεία «Μ» η αιτήτρια έλαβε δάνειο από Τράπεζα και από τον καθ' ου η αίτηση τα οποία αποπλήρωσε. Μετά που έγινε μέτοχος της «Μ» άρχισε να λαμβάνει για κάποια χρόνια πέραν του μισθού της προμήθειες ή μερίσματα ή μπόνους ή μερίδιο στα κέρδη της τάξης των 30.000-50.000 δολαρίων μηνιαίως ενώ στην συνέχεια το ποσό αυτό μειώθηκε στα 10.000 δολάρια περίπου μηνιαίως και ακολούθως στα 5.000 περίπου μηνιαίως. Όταν έγινε μέτοχος της «Μ», κατόπιν απαίτησης του καθ' ου η αίτηση άρχισε να του καταβάλλει το ποσό των €15.000 μηνιαίως. Συνέχισε να εργάζεται μέχρι το 2016 όταν τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της λόγω της κρίσης ενώ συνέχισε, όπως αναφέρει, να λαμβάνει ένα πολύ σημαντικό μηνιαίο ποσό από ένα από τους ιδιοκτήτες της «Ι.Μ» αρχίζοντας από €10.000 το οποίο σταδιακά μειώθηκε. Την αναφερόμενη περίοδο το μεγαλύτερο παιδί των διαδίκων διαγνώστηκε με διαβήτη και χρειαζόταν ειδική φροντίδα ενώ έπρεπε επίσης να φροντίζει το μικρότερο παιδί τους. Κατά την έναρξη της συμβίωσης τους με την προοπτική του γάμου τους και κατά το χρόνο του γάμου τους ο καθ' ου η αίτηση διατηρούσε ένα διαμέρισμα στη Λεμεσό η αξία του οποία ανήρχετο στις €50.000 περίπου ενώ παράλληλα διατηρούσε δάνειο σε τράπεζα ίσου ή μεγαλύτερου ποσού και κατ' επέκτασιν η αξία της καθαρής περιουσίας του καθ' ου η αίτηση ήταν μηδενική. Περί το 2008 όπως αναφέρει, οι διάδικοι αγόρασαν κατοικία στην Οδό [..] στη Λεμεσό για το ποσό των €850.000 η οποία ενεγράφη επ' ονόματι των διαδίκων ανά ½ μερίδιο. Για την αγορά της κατοικίας κατέβαλε ο καθ' ου η αίτηση ένα ποσό ως προκαταβολή, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της αγοράς της κατοικίας καταβλήθηκε από κοινό δάνειο το οποίο σύνηψαν οι διάδικοι το οποίο στη συνέχεια ανανεώθηκε και αυξήθηκε και τα επιπλέον χρήματα χρησιμοποιήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για άλλους σκοπούς και/ ή άλλες επενδύσεις. Η αιτήτρια κατέβαλλε τις δόσεις του δανείου, για αρκετό διάστημα κατέβαλλε ποσό πολύ μεγαλύτερο της καθορισμένης δόσης, μέχρι και το 2016, ενώ στη συνέχεια κατέβαλλε το ½ της μηνιαίας δόσης ήτοι το ποσό των €2.000 περίπου μηνιαίως. Όπως αναφέρει, σε κάποιες περιπτώσεις κατάβαλλε στον καθ' ου η αίτηση το ποσό της μηνιαίας δόσης ο οποίος αναλάμβανε να το καταβάλει στην Τράπεζα. Όπως πληροφορήθηκε η αιτήτρια εκ των υστέρων, ο καθ' ου η αίτηση ενδεχόμενα σε πολλές ή όλες τις περιπτώσεις να μην κατέβαλε το ποσό αυτό στην Τράπεζα έναντι της δόσης του δανείου. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι το 2020 με 2021 όταν πλέον η αιτήτρια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει οποιαδήποτε ποσό έναντι της δόσης του δανείου. Αναφέρει ότι μέχρι την αγορά της εν λόγω κατοικίας, οι διάδικοι διέμεναν στην ιδιόκτητη κατοικία της. Κατά ή περί το 2011 ο καθ' ου η αίτηση καταδικάστηκε και παρέμεινε στη φυλακή για 9 περίπου μήνες και καθ' όλη τη διάρκεια του εγκλεισμού του η αιτήτρια ανέλαβε επιπρόσθετες ευθύνες να καταβάλλει τα σημαντικά δικηγορικά έξοδα του καθ' ου η αίτηση ως επίσης και προσωπικές του υποχρεώσεις ή δόσεις δανείων. Κατά ή περί το 2013 με 2014 η αιτήτρια προχώρησε σε επέκταση του σπιτιού στον τρίτο όροφο καταβάλλοντας για το σκοπό αυτό το ποσό των €220.000 με αποτέλεσμα η αξία της κατοικίας να αυξηθεί ανάλογα ενώ όπως αναφέρει η συνεισφορά της στην απόκτηση της κατοικίας με την επέκταση, ανέρχεται ή υπερβαίνει το 70% της αξίας της κατοικίας. Πριν την αμοιβαία υπόσχεση γάμου η αιτήτρια έδωσε υπό μορφή δανείου το ποσό των €10.000 στον καθ' ου η αίτηση το οποίο δόθηκε από τον καθ' ου η αίτηση ως προκαταβολή για την αγορά ενός ακινήτου το οποίο πώλησε λίγους μήνες μετά με κέρδος της τάξης των €100.000 το οποίο όπως αναφέρει ήταν αποτέλεσμα της αρχικής οικονομικής συνεισφοράς της. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο καθ' ου η αίτηση χρησιμοποίησε το εν λόγω ποσό για την αγορά άλλου ακινήτου με κέρδος, πράγμα που επαναλήφθηκε στη συνέχεια με αποτέλεσμα ο καθ' ου η αίτηση να κερδίσει πέραν του €1.000.
- Ο καθ' ου η αίτηση όπως αναφέρει ουδέποτε της επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τα χρήματα που του δάνεισε και συνέχισε να χρησιμοποιεί τα χρήματα και τα κέρδη αυτά για επενδύσεις που του απέφεραν σημαντικό κέρδος. Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ο καθ' ου η αίτηση δημιούργησε με την αιτήτρια από κοινού επιχείρηση αυτοκινήτων [..], αγόρασε μια βάρκα 20 μέτρων την οποία ενοικιάζει και δημιούργησε μια επιχείρηση εστιατορίου/ καφετέριας την οποία υπενοικιάζει. Για την απόκτηση των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων ο καθ' ου η αίτηση δημιούργησε εταιρείες που είναι ιδιοκτήτριες όλου ή μέρους τους. Περαιτέρω ο καθ' ου η αίτηση δημιούργησε και άλλες εταιρείες ή επιχειρήσεις περιλαμβανομένων και των εταιρειών T, J, C και/ ή άλλες επιχειρήσεις ή εταιρείες ή επιχειρηματικές δραστηριότητες. Από την έναρξη της συμβίωσης τους μέχρι και το 2016 που τερματίστηκε η εργοδότηση της, η αιτήτρια κατέβαλλε όλα τα έξοδα τους, της συζυγικής κατοικίας και της οικογένειας ενώ στη συνέχεια συνεισέφερε στα κοινά τους έξοδα και της οικογένειας και μετά το 2016, και πλήρωνε τα σχολεία των παιδιών τα περισσότερα έξοδα του σπιτιού τα ταξίδια και τις διακοπές της οικογένειας ενώ ανέλαβε αποκλειστικά τη φροντίδα των παιδιών των διαδίκων και του Μάξιμου ως επίσης και τη φροντίδα της συζυγικής κατοικίας με τη βοήθεια οικιακής βοηθού. Παράλληλα συμπαραστάθηκε στον καθ' ου η αίτηση σε όλες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και τον βοήθησε με τον κύκλο της ώστε να αυξήσει το πελατολόγιο του ενώ ανέλαβε πλήρως τη φροντίδα των παιδιών για να μπορεί ο ίδιος να ασχολείται απερίσπαστα με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Περαιτέρω για να τον στηρίξει στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες του επέτρεπε να προβαίνει σε αγοραπωλησίες αυτοκινήτων στο όνομα της και μεσολάβησε ώστε να προβαίνουν σε ανάλογες αγοραπωλησίες στα ονόματα συγγενικών της προσώπων. Όπως αναφέρει ήταν η κύρια μέτοχος της εταιρείας JR, και εργαζόταν στην εταιρεία χωρίς να λαμβάνει μισθό ενώ χρηματοδότησε την εταιρεία μεταξύ άλλων με την πώληση αυτοκινήτου ή αυτοκινήτων της τα χρήματα των οποίων ανέρχονταν ή ξεπερνούσαν τις €70.000 και χρησιμοποιήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για την αγορά αυτοκινήτων για την επιχείρηση και γενικά για την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις ή άλλες επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Παράλληλα, η αιτήτρια με δυο άλλους συνεταίρους δημιούργησε μια επιχείρηση εστιατορίου της εταιρείας N και για τον σκοπό αυτό επένδυσε ένα σημαντικό ποσό. Ο καθ' ου η αίτηση σε κάποιο στάδιο ανέλαβε τη διαχείριση της επιχείρησης και λάμβανε τα έσοδα ενώ ακολούθως η εταιρεία N αποχώρησε από το κέντρο αναψυχής και τον χώρο ανέλαβε ο καθ' ου η αίτηση ο οποίος μετέτρεψε την επιχείρηση σε καφετέρια με χρηματοδότηση από κοινό δάνειο των διαδίκων εκμεταλλευόμενος την επένδυση της αιτήτριας και των συνεταίρων της. Την εν λόγω επιχείρηση στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση άρχισε να την υπενοικιάζει με εισόδημα €5.000 μηνιαίως. Η αξία της κατοικίας κατά το χρόνο της διάστασης υπερέβαινε το ποσό των €2.000.000 περίπου, της επιχείρησης της καφετέριας υπερέβαινε το ποσό των €500.000, της βάρκας υπερέβαινε το ποσό των €600.000 και της επιχείρηση αυτοκινήτων υπερέβαινε το ποσό των €1.000.
- Όπως αναφέρει υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας και σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως την πληροφορούν οι δικηγόροι της, η παρούσα αίτηση έχει τη φύση αίτησης για περιουσιακό απαγορευτικό διάταγμα, δηλαδή ζητείται να εμποδιστεί τυχόν αποξένωση περιουσιακού στοιχείου που είναι το αντικείμενο της διαδικασίας και το οποίο διεκδικεί με την αίτηση της. Ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τυχόν έκδοση του διατάγματος μονομερώς ούτε από τυχόν οριστικοποίηση του. Αντίθετα σε περίπτωση αποξένωσης η ίδια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού δεν θα μπορέσει να διεκδικήσει εγγραφή του επίδικου ακινήτου το οποίο αποτελεί την κατοικία της και των παιδιών της καθώς και να διεκδικήσει το δικαίωμα της στα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία του καθ' ου η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του η οποία υποστηρίζει την ένσταση του ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Παραδέχεται ότι από το 2005 διέμεναν με την αιτήτρια αρνείται όμως ότι διέμεναν σε ιδιόκτητη κατοικία της και αναφέρει ότι διέμεναν σε διαμέρισμα το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της μητέρας του. Αναφέρει επίσης ότι ο υιός τους Μάξιμος διέμενε μαζί τους από το 2018 όμως η αιτήτρια ουδέποτε ανέλαβε την αποκλειστική φροντίδα του ενώ η συμπεριφορά της αιτήτριας προς τον Μ ήταν ένας από τους λόγους που τους οδήγησαν στην διάσταση. Αναφέρει ότι με την αιτήτρια τελούν σε διάσταση από το 2019 και όχι από το
- Αναφέρει ότι, για την αγορά των μετοχών της εταιρείας «Μ», έδωσε στην αιτήτρια το ποσό των €350.000 χωρίς να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο και συμφωνήθηκε μεταξύ τους να λαμβάνουν εξ ημισείας τα μερίσματα ή μπόνους ή προμήθειες από τις μετοχές της εταιρείας. Επειδή όπως αναφέρει ήταν σύζυγοι και της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη δεν ζήτησε ούτε επιδίωξε οι μετοχές να εγγραφούν επ' ονόματι του, ενώ όπως επίσης αναφέρει, χωρίς τη συνεισφορά του, η αιτήτρια δεν θα αγόραζε τις μετοχές της εν λόγω εταιρείας. Τα ποσά που λάμβανε από την αιτήτρια δεν ήταν για την αποπληρωμή του ποσού το οποίο της χορήγησε για την αγορά των μετοχών αλλά τα ποσά του δίδονταν ως η μεταξύ τους συμφωνία. Περαιτέρω από το 2018 συμφώνησαν με την αιτήτρια να μην λαμβάνει ο καθ' ου η αίτηση κανένα ποσό από τα μερίσματα και τα χρήματα αυτά να δίδονται για τα δίδακτρα των σχολείων των παιδιών τους. Κατά ή περί τα έτη 2015-2016 η αιτήτρια ήταν άνεργη και όλα τα έξοδα της οικογένειας της κατοικίας και του δανείου τα ανέλαβε ο ίδιος και συνεχίζει να το πράττει μέχρι και σήμερα ανελλιπώς. Αρνείται ότι η αξία της περιουσίας του κατά το χρόνο έναρξης της συμβίωσης τους ήταν μηδενική, αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι γενικοί αόριστοι και παραπλανητικοί ενώ επιμελώς δεν αναφέρει ότι το διαμέρισμα του καθ' ου η αίτηση πωλήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.120.000 μέρος των οποίων χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή εξόδων και αγοράς ηλεκτρικών ειδών και επίπλων στην κατοικία της αιτήτριας. Αναφέρει ότι η επίδικη κατοικία αγοράστηκε το 2008 για το ποσό των Λ.Κ550.000, ο καθ' ου η αίτηση πλήρωσε προσωπικά ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ350.000, χρήματα τα οποία εξασφάλισε από την πώληση άλλης υπό ανέγερση κατοικίας την οποία αγόρασε με δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.200.000, πλήρωσε Λ.Κ.30.000 από δικά του χρήματα που είχε λάβει από την πώληση του διαμερίσματος του και εντός 6 μηνών πώλησε την εν λόγω κατοικία για το ποσό των Λ.Κ600.
- Όλα τα χρήματα τα οποία κέρδισε από την ρηθείσα αγοραπωλησία δόθηκαν για την αγορά της επίδικης κατοικίας. Όπως αναφέρει, συμφώνησαν με την αιτήτρια ότι η δόση για την αποπληρωμή του δανείου των Λ.Κ 200.000 θα αποπληρωνόταν από τα ενοίκια της ιδιόκτητης κατοικίας της αιτήτριας αλλά δυστυχώς η αιτήτρια, προφασιζόμενη διάφορους λόγους από το 2016 σταμάτησε να καταβάλλει τη δόση και / ή κατέβαλλε μόνο το ½ αυτής και ακολούθως σταμάτησε να καταβάλλει τελείως τη δόση παρά το γεγονός ότι διέμενε στην επίδικη κατοικία και ενοικίαζε την ιδιόκτητη κατοικία της. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της αιτήτριας ήταν να καταστεί το δάνειο μη εξυπηρετούμενο, να πωληθεί από την Τ.Κ στην THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LTD, να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον τους και να κινδυνεύει η επίδικη κατοικία να εκποιηθεί. Στην προσπάθεια του να σώσει τη συζυγική κατοικία, ο καθ΄ου η αίτηση, σε συνεννόηση με την αιτήτρια προέβη σε διαβουλεύσεις με την THEMIS και κατέβαλε έναντι της οφειλής τους το ποσό των €50.
- Καταθέτει ως τεκμήριο 1 δικαστική απόφαση και ως τεκμήριο 2 την πληρωμή των €50.
- Αρνείται ότι η αιτήτρια πλήρωσε οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα που αφορούσαν δικές του υποθέσεις ενώ όπως αναφέρει, ουδέποτε η αιτήτρια πλήρωσε μέχρι σήμερα από τα δικά της χρήματα οποιοδήποτε ποσό για έξοδα συντήρησης νερού ρεύματος της κατοικίας, βενζίνη του οχήματος της, κυκλοφορία, ασφάλεια κτλ, και όλα αυτά τα πλήρωνε και εξακολουθεί να τα πληρώνει ο ίδιος πλέον τα έξοδα των παιδιών τους παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει τρομερές οικονομικές δυσκολίες το τελευταίο διάστημα. Αναφέρει ότι η επέκταση της επίδικης κατοικίας κόστισε περί τις €500.000 τα οποία επιβαρύνθηκε σχεδόν εξ' ολοκλήρου ο ίδιος και σε καμία περίπτωση η αιτήτρια δεν πλήρωσε το ποσό των €220.000 όπως ισχυρίζεται. Αρνείται ότι η συνεισφορά της αιτήτριας στην απόκτηση της κατοικίας μαζί με την επέκταση ανέρχεται ή υπερβαίνει το 70% της αξίας της κατοικίας. Αναφορικά με την εταιρεία JR αναφέρει ότι δημιουργήθηκε από τον ίδιο με αποκλειστικά δικά του χρήματα χρόνο και εργασία ενώ απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί υπενοικιάσεων και τους ισχυρισμούς ότι είναι ιδιοκτήτης βάρκας. Η αναφορά της αιτήτριας σε διάφορες εταιρείες είναι καθ' όλα παραπλανητική και καταδεικνύει ότι έχει πλήρη άγνοια των όσων ισχυρίζεται ή προσπαθεί να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις. Αναφορικά με την εταιρεία T, αναφέρει ότι είναι ιδιοκτησία της αιτήτριας και δυο άλλων προσώπων, διευθυντής είναι ο καθ' ου η αίτηση και γραμματέας η αιτήτρια. Καταθέτει ως τεκμήριο 3 έρευνα του Εφόρου Εταιρειών. Αρνείται ότι η αιτήτρια του συμπαραστάθηκε σε όλες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και ότι τον βοήθησε με τον κύκλο της να αυξήσει το πελατολόγιο του, ότι του επέτρεπε να προβαίνει σε αγοραπωλησίες αυτοκινήτων στο όνομα της και συγγενικών του προσώπων, ενώ αρνείται επίσης ότι η αιτήτρια ήταν η κύρια μέτοχος της JR, ότι εργαζόταν στην εταιρεία χωρίς να λαμβάνει μισθό και ότι χρηματοδότησε την εταιρεία μεταξύ άλλων με την πώληση αυτοκινήτου ή αυτοκινήτων της τα χρήματα των οποίων ανέρχονταν ή ξεπερνούσαν τις €70.000 τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για την αγορά αυτοκινήτων για την επιχείρηση και γενικά για την επιχείρηση ή τις επιχειρήσεις ή άλλες επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Αρνείται ότι η αιτήτρια πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό σε δυο αποτυχημένες επιχειρηματικές προσπάθειες της εταιρείας N. αντίθετα όπως αναφέρει η εταιρεία αυτή άφησε χρέη ύψους €270.000, ενώ αναφέρει επίσης ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είναι ενοικιαστής χώρου αναψυχής. Αρνείται τα όσα αναφέρει η αιτήτρια για την αξία της επίδικης κατοικίας, της επιχείρησης της καφετέριας, της βάρκας και της επιχείρησης αυτοκινήτων ενώ όπως αναφέρει η επίδικη κατοικία για να μην εκποιηθεί θα πρέπει να εξοφληθεί άμεσα το οφειλόμενο χρέος ή να πωληθεί κάτι το οποίο επανειλημμένα συζήτησε με την αιτήτρια η οποία κανένα ενδιαφέρον επιδεικνύει. Αναφέρει ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του έχει εξαλειφθεί το θέμα του επείγοντος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού η παρούσα καταχωρήθηκε πέντε και πλέον χρόνια από τη διάσταση τους και 3 χρόνια από της έκδοσης του διαζυγίου τους. Η παρούσα αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι διατυπωμένες κατά τρόπο γενικό και αόριστο και δεν τεκμηριώνονται και ή στηρίζονται από οποιαδήποτε έγγραφα. Όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, είναι καθιερωμένη αρχή ότι ο αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των σχετικών και ουσιωδών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, πράγμα που η αιτήτρια δεν έπραξε. Αναφέρει επίσης ότι η παρούσα είναι καταχρηστική, γενική και αόριστη και εξ όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του δεν έχει καμία προοπτική επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Η αιτήτρια δεν δικαιούται σε οποιοδήποτε ποσό αφού δεν συνεισέφερε στην δημιουργία της πιο πάνω αναφερόμενης περιουσίας σε αντίθεση με τον ίδιο ο οποίος είναι το μόνο πρόσωπο που συνεισέφερε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να συνεισφέρει στη διατήρηση της ρηθείσας περιουσίας. Στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της η αιτήτρια αναφέρει μεταξύ άλλων ουδέποτε συμφώνησαν με τον καθ' ου η αίτηση να λαμβάνουν εξ ημισείας τα μερίσματα ή μπόνους ή προμήθειες από τις μετοχές αλλά μόνο ότι θα του εξοφλήσει το δάνειο γεγονός και το οποίο έπραξε. Aναφέρει ότι μετά που παρέμεινε άνεργη, ο καθ' ου η αίτηση της έδιδε το ποσό των €100 την εβδομάδα για τα έξοδα της οικογένειας τους το οποίο δεν επαρκούσε με αποτέλεσμα η αιτήτρια να ζητήσει από το νονό της κόρης της ο οποίος ήταν ένας από τους ιδιοκτήτες της «I.M» να την βοηθήσει οικονομικά και συνέχιζε να πληρώνει όλα τα έξοδα περιλαμβανομένου του ποσού των €2.000 μηνιαίως για τη δόση του δανείου. Αρνείται ότι το διαμέρισμα του καθ' ου η αίτηση πωλήθηκε για το ποσό των Λ.Κ.120.000 και επαναλαμβάνει ότι αυτό ήταν πολύ παλιό και σε κακή κατάσταση και αγοράστηκε με δάνειο για το ποσό των €50.
- Αρνείται τα όσα αναφέρει ο καθ' ου η αίτηση για την επέκταση της κατοικίας ενώ αρνείται ότι είναι ιδιοκτήτρια της εταιρείας T. και αναφέρει ότι είναι μέτοχος αυτής. Αρνείται ότι ο καθ' ου η αίτηση πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ.350.000 για την αγορά της επίδικης κατοικίας ενώ αρνείται επίσης ότι το ποσό αυτό προήλθε από την μεταπώληση της κατοικίας την οποία ο καθ΄ου η αίτηση απέκτησε με την οικονομική βοήθεια της αιτήτριας ενώ αρνείται επίσης ότι πώλησε την κατοικία για το ποσό των Λ.Κ.600.
- Aρνείται ότι συμφώνησαν με τον καθ΄ου η αιτηση να πληρώνει τις δόσεις του δανείου από τα ενοίκια της κατοικίας της, παραδέχεται ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους αλλά δεν γνωρίζει όπως αναφέρει τις λεπτομέρειες της συμφωνίας του καθ΄ου η αίτηση και της ΤHEMIS. Αναφέρει τέλος ότι ο καθ' ου η αίτηση υπεκφεύγει να προβάλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς σε σχέση με άλλες εταιρείες, το ίδιο πράττει και σε σχέση με τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι είναι ιδιοκτήτης του σκάφους ενώ δεν αναφέρει ότι δεν ήταν ποτέ ιδιοκτήτης του σκάφους ή αν μεταβίβασε πρόσφατα το σκάφος στο όνομα κάποιου άλλου με αποτέλεσμα η θέση της αιτήτριας ότι είναι ιδιοκτήτης του σκάφους να παραμείνει αναντίλεκτη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ-ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το Α.32 του Ν.14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και (γ) Ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791), Σάββα v.Τηλεμάχου
(2001)1(Γ)Α.Α.Δ.2081 και Reckendorfer v. Reckendorfer
(2004)1 A.A.Δ. 1132) Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα [Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152]. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί αντικρουόμενων θέσεων, ούτε και καταλήγει στην εξαγωγή τελικών ευρημάτων και διαπιστώσεων, πράγμα το οποίο θα πράξει, ασφαλώς, κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης (βλ.CAT GMBH κ.α. v. AB PCO INV. LTD, Πολ. Εφ. Αρ.9/17, 11/7/2022), ECLI:CY:AD:2022:A
- Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ υψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Λόρδος v. Σιακόλα, Πολ. Έφ. Αρ. Ε143/15, 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:A
- Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση που ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του Α.32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ((βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α, Κυπριανούκ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1ΑΑΔ162 [Ολ])). Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο τούτο το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών. Το άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα εξής: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία». Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν.232/91: «′περιουσία′ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». «΄συνεισφορά΄ σημαίνει την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή την δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας». Στην απόφαση Α. Ορφανίδης ν. Ν. Ορφανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 179, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής, τόνισε τα πιο κάτω αναφορικά με τον τρόπο επίλυσης των περιουσιακών διαφορών συζύγων: (σελ.187, 189): «.αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της. .................................. Η συνεισφορά αποτελεί, βάσει του άρθρο 14, όπως και στο Αγγλικό δίκαιο το κυρίαρχο στοχείο στον καθορισμό της αναλογίας του μεριδίου του μη εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη. Αντίθετα όμως, από το Αγγλικό δίκαιο, εφόσον δεν αποκαλύπτεται με τρόπο θετικό το ύψος της συνεισφοράς στην αύξηση της περιουσίας, καθιερώνεται τεκμήριο για την έκταση της ίσο με το ένα τρίτο. ............................................... Η αύξηση της περιουσίας είναι στοιχείο σχετικό. Συναρτάται, αφενός, με την αξία της περιουσίας και αφετέρου, με τις οικονομικές υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη. Το αντικείμενο του μερισμού είναι η αύξηση της περιουσίας, όχι αυτή τούτη η περιουσία. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας. Βέβαια, στο βαθμό που η αύξηση συσχετίζεται με συγκεκριμένο ακίνητο, και ο έτερος των συζύγων δικαιούται μεριδίου στην αύξηση, μπορεί να διαταχθεί η εγγραφή του ως ιδιοκτήτη για το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο (ποσοστό) ιδιοκτησίας ........................................ Το πρώτο που πρέπει να τυγχάνει εξακρίβωσης είναι η αύξηση της περιουσίας του συζύγου ώστε να διαπιστωθεί το αντικείμενο του πιθανού διαμοιρασμού. .... Το δεύτερο θέμα που εξετάζεται είναι κατά πόσο ο έτερος των συζύγων συνεισέφερε στην αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, και το τρίτο, ο καθορισμός του ύψους της συνεισφοράς». Η αξίωση με βάση το Α.14 του Ν.232/91 είναι ενοχική, δηλαδή χρηματική και προσωποπαγής (Παπαϊωάννου κ.α v Παπαϊωάννου κ.α
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 656, Κυριάκου v Παυλιντήρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1873). Το Α.14Ε του Ν.232.91, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στον αιτητή περιουσίας του καθ' ου η αίτηση αποτελεί μια πρόσθετη δυνατότητα, άλλη από εκείνη για επιδίκαση ποσού, προς ικανοποίηση της ενοχικής αξίωσης, σε περίπτωση που αυτή θεμελιώνεται. Το άρθρο 14Γ
(1)του Ν.232/91 δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα με το οποίο να παρεμποδίζεται ο Καθ' ου η αίτηση να διαθέσει, αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή μέρος της. Σύμφωνα με το άρθρο 14Γ
(4), το Δικαστήριο δύναται σε επείγουσες περιπτώσεις να εκδίδει προσωρινό διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)με την ίδια διαδικασία που ακολουθείται για την έκδοση προσωρινού συντηρητικού διατάγματος, δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Όπως έχει επισημανθεί στην Ε.Ε. v Μ.Ε Εφ. Αρ. 34/16, Δ.Ο.Δ, 11/4/19, ο σκοπός του Α.14Γ είναι η παρεμπόδιση αποξένωσης της περιουσίας για να μην καθίσταται αναποτελεσματική η αξίωση ενός συζύγου για συνεισφορά. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Παναγιώτα Σκουτέλλα v. Μιχάλη Σκουτέλλα Έφεση Αρ. 43/12, ημερομηνίας 24/3/17, ο έντιμος κ. Ναθαναήλ, αναφέρει τα ακόλουθα, αναφορικά με τα προσωρινά διάταγμα που εκδίδονται στην βάση του αρ. 14Γ του Ν. 232/1991: «Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd - ανωτέρω - συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα ή στην αίτηση που καταχωρείται για κατανομή της περιουσίας δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου αρ. 232/1991, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων, όπου αυτή ζητείται και εγκρίνεται από το Δικαστήριο, για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου.» Πριν ασχοληθώ με την εξέταση των προϋποθέσεων του Α.32 θα εξετάσω τους λόγους ένστασης του καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου εφ' όσον κακόπιστα και/ ή εσκεμμένα παρέλειψε να αποκαλύψει ή και να αποκαλύψει πλήρως και ειλικρινά κατά τρόπο δίκαιο αληθή και πλήρη όλα τα σχετικά ουσιώδη εν σχέση με την αμφισβητούμενη αίτηση γεγονότα και/ ή πληροφορίες και/ ή στοιχεία τα οποία θα δώσουν στο Δικαστήριο την αληθινή εικόνα και πραγματικότητα και ότι η αιτήτρια έχει παραβεί την υποχρέωση της για πλήρη και αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ ή την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση της αρχή της μέγιστης καλής πίστης. Υπενθυμίζω ότι στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της αίτησης η οποία εκ των πραγμάτων κατέστη αίτηση δια κλήσεως. Σύμφωνα με τη νομολογία, στις δια κλήσεως αιτήσεις δεν εφαρμόζονται οι κανόνες της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. (βλ. Κώστας Σμυρνιός
(2000)1 ΑΑΔ 43, Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λ.τ.δ.
(2011)1 (β) ΑΑΔ 2011, The Royal Bank of Scotland ν. Πλοίο "KALIA"
(2012)1 ΑΑΔ 6). Στην προκείμενη περίπτωση, η υπόσταση της αίτησης, ως αίτησης δια κλήσεως, έδωσε το δικαίωμα στον καθ' ου η αίτηση να ακουστεί και να προβάλει τους λόγους για τους οποίους ενίσταται στην έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επομένως τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις των διαδίκων για να αποφασίσει αν δικαιολογείται η έκδοση ή όχι οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος. Κατά συνέπεια οι αναφερόμενοι λόγοι ένστασης του καθ΄ου η αίτηση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Ο καθ΄ου η αίτηση εισηγείται επίσης ότι στην παρούσα αίτηση έχει εξαλειφθεί οποιοδήποτε θέμα επείγοντος ή κατεπείγοντος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι η παρούσα καταχωρήθηκε 5 και πλέον έτη από της διάστασης των διαδίκων και 3 χρόνια από της έκδοσης του διαζυγίου τους. Για το θέμα του κατεπείγοντος θα επαναλάβω ότι δεδομένου ότι με την επίδοση της η επίδικη αίτηση κατέστη δια κλήσεως και δεδομένου ότι το θέμα του κατεπείγοντος τυγχάνει αυστηρής εφαρμογής στα πλαίσια εξέτασης μονομερούς αίτησης δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η σχετική εισήγηση. Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης, θα παραπέμψω στη υπόθεση Xριστάκης Σάββα-Παναγιώτα Τηλεμάχου
(2001)1 Α.Α.Δ 2081, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, αυτό της καθυστέρησης, το συμπέρασμα είναι εντελώς ανεδαφικό. Η αγωγή καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που προβλέπει ο νόμος και ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά, λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση». Κατά συνέπεια ούτε η εισήγηση σε σχέση με την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης μπορεί να γίνει αποδεχτή. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το Α.
- Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι διάδικοι συμβίωναν από το 2005, τέλεσαν γάμο στις 13/1/2007, και ο γάμος τους λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 2/6/
- Αντικρουόμενες είναι οι θέσεις των διαδίκων σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο επήλθε η διάσταση αφού η μεν αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τέθηκαν σε διάσταση περί το 2021 ενώ ο καθ' ου η αίτηση περί το έτος
- Παραδεκτό επίσης γεγονός ότι περί το έτος 2008 απέκτησαν κατοικία η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία κατά τη διάρκεια του γάμου τους η οποία ενεγράφη επ' ονόματι τους κατά ½ μερίδιο, επί της οποίας έγιναν εργασίες επέκτασης επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Αντικρουόμενοι είναι οι ισχυρισμοί των διαδίκων σε σχέση με το κόστος των εργασιών επέκτασης και ποιος εκ των δυο ανέλαβε την κάλυψη του κόστους αυτού. Είναι επίσης παραδεκτό ότι για την απόκτηση της επίδικης κατοικίας σύναψαν από κοινού δάνειο. Όπως αναφέρει η αιτήτρια, κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ο καθ' ου η αίτηση δημιούργησε μαζί της από κοινού επιχείρηση αυτοκινήτων (JR), αγόρασε μια βάρκα 20 μέτρων την οποία ενοικιάζει και δημιούργησε μια επιχείρηση εστιατορίου/ καφετέριας την οποία υπενοικιάζει. Για την απόκτηση των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων ο καθ' ου η αίτηση δημιούργησε εταιρείες που είναι ιδιοκτήτριες όλου ή μέρους τους. Περαιτέρω, όπως αναφέρει η αιτήτρια ο καθ' ου η αίτηση δημιούργησε και άλλες εταιρείες ή επιχειρήσεις περιλαμβανομένων και των εταιρειών T, B, JR, C και/ ή άλλες επιχειρήσεις ή εταιρείες ή επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ο καθ' ου η αίτηση δεν αρνείται ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους δημιουργήθηκε η εταιρεία JR, αναφέρει όμως ότι καμία στήριξη ή οικονομική βοήθεια είχε από την αιτήτρια και ότι η εν λόγω εταιρεία δημιουργήθηκε αποκλειστικά από τον ίδιο με δικά του χρήματα, χρόνο και εργασία. Ο καθ' ου η αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί υπενοικιάσεων και τους ισχυρισμούς ότι είναι ιδιοκτήτης βάρκας. Όσων αφορά στις άλλες εταιρείες στις οποίες κάνει αναφορά η αιτήτρια, ο καθ΄ου η αίτηση περιορίζεται απλά να αναφέρει ότι «οι αναφορές της αιτήτριας σε διάφορες εταιρείες είναι καθ' όλα παραπλανητική προς το Δικαστήριο και καταδεικνύει ότι η αιτήτρια ή έχει πλήρη άγνοια των όσων ισχυρίζεται ή σκόπιμα προσπαθεί να δημιουργήσει ψευδείς εντυπώσεις». Δεν αρνείται με συγκεκριμένο τρόπο την ύπαρξη των αναφερόμενων εταιρειών. Αναφέρει περαιτέρω ότι η εταιρεία T είναι ιδιοκτησία της αιτήτριας ενώ ο ίδιος είναι διευθυντής της εταιρείας και επισυνάπτει ως τεκμήριο 3 έρευνα στον έφορο εταιρειών στην οποία φαίνεται ότι η αιτήτρια είναι μια εκ των μετόχων της εταιρείας. Στην ένορκο της δήλωση η αιτήτρια αναφέρεται στη συνεισφορά της και συγκεκριμένα, στο χρηματικό ποσό που κατέβαλε για την επέκταση της κατοικίας, στα χρήματα που δάνεισε στον καθ' ου η αίτηση τα οποία ο ίδιος στη συνέχεια επένδυσε και κέρδισε επιπλέον ποσά, χωρίς ποτέ να της τα επιστρέψει πίσω, στην εκ μέρους της καταβολή της δόσης του δανείου, την αποκλειστική κάλυψη των εξόδων της οικογένειας μέχρι και το 2016, ενώ ακολούθως στη συνεισφορά της στα έξοδα της οικογένειας και στην καταβολή του ½ μεριδίου της δόσης του δανείου, στην αποκλειστική φροντίδα των παιδιών των διαδίκων και του Μάξιμου ως επίσης και στη φροντίδα της συζυγικής κατοικίας με τη βοήθεια οικιακής βοηθού και στη συμπαράσταση που προσέφερε στον καθ' ου η αίτηση σε όλες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες και την βοήθεια της μέσω του κύκλου της έτσι ώστε να αυξήσει το πελατολόγιο του ο καθ' ου η αίτηση. Ο καθ΄ου η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και αναφέρει ότι ουδέποτε η αιτήτρια συνεισέφερε οικονομικά στη διαβίωση και τις ανάγκες της οικογένειας τους και όλα τα έξοδα πληρώνονταν από τον ίδιο. Σημειώνω ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβήτεισαι ότι μέχρι το 2016 η αιτήτρια αποπλήρωνε τη δόση του εν λόγω δανείου. Αναφέρει επίσης ότι από το 2016 η αιτήτρια σταμάτησε να πληρώνει τη δόση και ή κατέβαλλε μόνο το ½ αυτής ενώ ακολούθως σταμάτησε να καταβάλλει τελείως τη δόση. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σε άλλο σημείο της ενόρκου δηλώσεως του ο καθ΄ου η αίτηση αναφέρει ότι κατά ή περί τα έτη 2015-2016 η αιτήτρια ήταν άνεργη και όλα τα έξοδα της οικογένειας της κατοικίας και του δανείου τα ανέλαβε ο ίδιος. (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Η αιτητρια αναφέρει ότι από το 2016 κατέβαλλε το ½ της μηνιαίας δόσης του δανείου ενώ ακολούθως από το 2020-2021 δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό έναντι της δόσης. Η αιτήτρια αναφέρει ότι η αξία της κατοικίας κατά το χρόνο της διάστασης υπερέβαινε το ποσό των €2.000.000 περίπου, της επιχείρησης της καφετέριας υπερέβαινε το ποσό των €500.000, της βάρκας υπερέβαινε το ποσό των €600.000 και της επιχείρηση αυτοκινήτων υπερέβαινε το ποσό των €1.000.
- Ο καθ΄ου η αίτηση αρνείται τα όσα αναφέρει η αιτήτρια σε σχέση με τις αξίες της κινητής και ακίνητης περιουσίας κατά τη διάσταση και αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί της είναι αναληθείς γενικοί αόριστοι και ατεκμηρίωτοι και κανένα αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε προς απόδειξη των όσων ισχυρίζεται. Σημειώνω ότι στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας, δεν απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών της περιουσίας. Επί του θέματος αυτού σχετική είναι η απόφαση Απόστολου κ.ά. ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1 (Α) ΑΑΔ 604 όπου, στις σελίδες 613 και 615-616, τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Στο πλαίσιο της ενδιάμεσης εκείνης διαδικασίας δεν απαιτείτο η λήψη μαρτυρίας με εκτιμήσεις αξιών ακίνητης και κινητής περιουσίας, η επακριβής παράθεση λεπτομερών στοιχείων που αφορούσαν επιβαρύνσεις επί ακινήτων, ύψος δανείων κλπ. Όλα αυτά αναμένεται να απασχολήσουν στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης ρύθμισης των περιουσιακών στοιχείων, ενώ άλλα είναι τα απαιτούμενα και οι προϋποθέσεις, όπως και ο βαθμός απόδειξης, στις διαδικασίες έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. ......................................... Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμιστεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι ώστε με αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Εδώ, με την κυρίως αίτησή της, η εφεσίβλητη διεκδικεί την απόδοση στην ίδια του μέρους εκείνου της αύξησης της περιουσίας του εφεσείοντα, η οποία αποκτήθηκε μετά το γάμο των διαδίκων, και η οποία αύξηση προέρχεται από τη συμβολή της εφεσείουσας, την οποία η ίδια υπολογίζει σε 50% ή €40.000.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό βρεθεί ότι αποτελεί την αξία της συνεισφοράς της. Όπως δε ορθά επισημαίνει και ο συνήγορος της εφεσίβλητης, για τους σκοπούς του διατάγματος όπως αυτό τελικά διαμορφώθηκε, η πραγματική αξία της περιουσίας δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Το κατά πόσο θα έπρεπε να δεσμευθεί το ½ ή το 1/3 ή τα ¾ της περιουσίας εκείνης, δηλαδή των μετοχών του εφεσείοντα ή κάποιου ακινήτου του, αυτό έχει να κάνει με την τυχόν αξία της συνεισφοράς της εφεσείουσας και όχι με την αξία του περιουσιακού στοιχείου. Κάτι που ασφαλώς θα διακριβωθεί στο τέλος, στο πλαίσιο εκδίκασης της κυρίως αίτησης». Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η περιουσία που αποκτήθηκε μέχρι τη διάσταση, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές θέσεις των διαδίκων ως προς αυτή, εκ πρώτης όψεως και για τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, φαίνεται να εντάσσεται στον όρο περιουσία, με βάση τα άρθρα 2 και 14 του Ν.232/91. Περαιτέρω, η εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, αποκτήθηκε με τη συμβολή της, γεγονός το οποίο της δίδει το δικαίωμα να διεκδικήσει το μερίδιο που της αναλογεί. Όλα αυτά μαζί και με το γεγονός ότι η επίδικη περιουσία συνιστά, κατά την αιτήτρια αύξηση της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση κατά τη διάρκεια του γάμου τους και ή με την προοπτική του γάμου τους, αναμφίβολα εντάσσουν την επίδικη διαφορά εντός του κριτηρίου της αποκάλυψης μιας συζητήσιμης υπόθεσης υποδεικνύοντας την ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος. Επιπλέον, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην απόκτηση τόσο της κινητής όσο και της ακίνητης περιουσίας. Ο καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι αποκτήθηκε ακίνητη περιουσία (η επίδικη κατοικία) το ½ μερίδιο της οποίας είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της αιτήτριας, δεν αμφισβητεί ότι η αιτήτρια μέχρι και το 2016 αποπλήρωνε τη μηνιαία δόση του δανείου για την απόκτηση της επίδικης κατοικίας ενώ ακολούθως δεν πλήρωνε τη δόση ή πλήρωνε το ½ της δόσης, δεν αμφισβητεί την δημιουργία της εταιρείας JR ενώ δεν αρνείται ότι είναι ιδιοκτήτης/μέτοχος των λοιπών εταιρειών στις οποίες αναφέρεται η αιτήτρια, πλην της Τ. Αυτό που αμφισβητεί ο καθ' ου η αίτηση είναι τη συνεισφορά της αιτήτριας στην απόκτηση των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. Η συνεισφορά της αιτήτριας με διάφορες μορφές εξειδικεύεται με επάρκεια στην ένορκη της δήλωση, για σκοπούς εξέτασης των προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος και του μέτρου απόδειξης που απαιτείται για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Το εάν υπήρξε πράγματι συνεισφορά της αιτήτριας ή όχι ή και σε ποια έκταση, είναι θέμα που άπτεται της ουσίας της διαφοράς και θα αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω με βάση το άρθρο 14
(2)του Ν.232/91 που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αιτήτριας στην κυρίως αίτηση. Στην απόφαση Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1 (Α) 629 λέχθηκαν τα εξής (σελ. 633): «Σημαντικό μέρος της έφεσης (αφορά κυρίως τους λόγους έφεσης 2 και 5) συναρτάται προς την ουσία της κυρίως υπόθεσης. Το Οικογενειακό Δικαστήριο, λέγεται, δεν έλαβε υπ΄ όψη του ότι υπήρχε αμφισβήτηση γεγονότων σχετικά με την απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και ότι το κύριο μέρος της περιουσίας του Εφεσείοντα, επί της οποίας εγείρει απαίτηση η Εφεσίβλητη, απεκτήθη από κληρονομική περιουσία του Εφεσείοντα ή εδημιουργήθη πριν από το γάμο. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται προς υποστήριξη των εισηγήσεων αυτών απευθύνεται λοιπόν περισσότερο προς την ουσία της υπόθεσης παρά προς τα διέποντα ενδιάμεσα διατάγματα. Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν παραγνώρισε τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων και, αναφερόμενο με ορθή πληροφόρηση και αντίληψη στη νομολογία, αντίκρισε το θέμα υπό το φως των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 σε συνάρτηση με τη βάση της απαίτησης της Εφεσίβλητης δυνάμει του άρθρου 14 του Ν. 232/91 για να καταλήξει ότι, για σκοπούς της αίτησης, και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οριακή πιθανότητα επιτυχίας υπήρχε, τοσούτο μάλιστα εν όψει της τεκμαιρόμενης στο άρθρο 14
(2)συνεισφοράς της Εφεσίβλητης (η οποία εργάζετο αλλά και φρόντιζε την οικογένεια καθ΄ όλη τη διάρκεια του γάμου) κατά το ένα τρίτο ως προς την επίδικη περιουσία που αποκτήθηκε μετά το γάμο. Ορθά όμως απέφυγε να υπεισέλθει σε κρίση επί των εκατέρωθεν εκδοχών ως προς τη συνεισφορά εκάστου συζύγου, υποδεικνύοντας ότι η διαφωνία των διαδίκων, ιδιαίτερα για συνεισφορά της Εφεσίβλητης πέραν του ενός τρίτου:«. αφορούσε γεγονότα πάνω στα οποία θα περιστραφεί τελικά το αποτέλεσμα της αγωγής και τα οποία άπτονται των δικαιωμάτων των μερών και κατ΄ επέκταση το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναζητηθεί η επίλυση της βρίσκεται έξω από τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας». Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ότι αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά στην επίδικη κατοικία, ο καθ΄ου αίτηση αναφέρει ότι η αιτήτρια παρέλειψε να αναφέρει ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον τους αφού το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο και για να αποφευχθεί η εκποίηση της κατοικίας πλήρωσε ο ίδιος από την εταιρεία JR το ποσό των €50.000. Αναφέρει επίσης ότι για να μην εκποιηθεί η επίδικη κατοικία θα πρέπει ή να εξοφληθεί άμεσα το οφειλόμενο χρέος ή να πωληθεί κάτι το οποίο επανειλημμένα συζήτησε με την αιτήτρια, η οποία όμως δεν επιδεικνύει ενδιαφέρον παρ' όλο που η ευθύνη πληρωμής των δόσεων του δανείου ήταν δική της και παρέλειψε να την εκπληρώσει. Η αιτήτρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της παραδέχεται ότι εκδόθηκαν εναντίον τους δικαστικές αποφάσεις δεν γνωρίζει όμως όπως αναφέρει αν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με την ΤHEMIS. Είναι γεγονός ότι η αιτήτρια δεν έκανε αναφορά στην ένορκο της δήλωση ότι λόγω παράλειψης πληρωμής της μηνιαίας δόσης του δανείου το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο, λήφθηκαν δικαστικά μέτρα εναντίον των διαδίκων και εκδόθηκαν εναντίον τους αποφάσεις και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης επί της επίδικης κατοικίας, στην συμπληρωματική όμως μαρτυρία της παραδέχεται ότι εκδόθηκαν εναντίον τους αποφάσεις αλλά όπως αναφέρει δεν γνωρίζει για τη συμφωνία που έγινε μεταξύ του καθ' ου η αίτηση και της εταιρείας THEMIS. Για σκοπούς όμως εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, το γεγονός ότι η υποθηκευμένη επίδικη κατοικία ενδέχεται να εκποιηθεί, δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Όπως φαίνεται από τις αποφάσεις που επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του καθ' ου αίτηση, το συνολικό ποσό για το οποίο εκδόθηκαν αποφάσεις εναντίον των διαδίκων φαίνεται να ανέρχεται στις €420.000 περίπου πλέον τόκοι για την αιτήτρια και €455.000 πλέον τόκοι για τον καθ' ου η αίτηση. Δεν φαίνεται στην απόφαση το ύψος της υποθήκης, αλλά ούτε έγινε σχετική αναφορά από τον καθ΄ου η αίτηση στην ένορκο του δήλωση, ενώ ο καθ΄ου η αίτηση δεν αναφέρθηκε επίσης στην αξία της κατοικίας κατά την διάσταση. Η μόνη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο για την αξία της κατοικίας κατά τη διάσταση είναι αυτή της αιτήτριας, η οποία, χωρίς να καταλήγω σε εύρημα, εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ξεπερνά κατά πολύ το εξ αποφάσεως χρέος των διαδίκων. Στην υπόθεση Λ. Γεωργίου v Π.Σταύρου κ.α Αρ. Αιτ.32/12 Δ.Ο.Δ 8/12/15 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι θέσεις που έχουν προβληθεί προς ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης είναι ορθές. Με γενικότητα και αοριστία ήταν που ο εφεσίβλητος 2, αναφέρθηκε στην υποθήκευση του ακινήτου του χωρίς ο ίδιος να δώσει οποιοδήποτε στοιχείο, ούτε ως προς την αξία του ακινήτου, ούτε ως προς το ύψος της υποθήκης, ούτε και ως προς το συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο είναι υποθηκευμένο το ακίνητο, παρά μόνο δόθηκε ο αριθμός της υποθήκης και ότι αυτή είναι καταχωρημένη στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας». Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι με την εναρκτήρια αίτηση της η αιτήτρια επιζητεί διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή ή μεταβίβαση στο όνομα της του μέρους της αύξησης της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση όπως αυτή περιγράφεται στα γεγονότα της αίτησης που προέρχεται από τη δική της συμβολή και περαιτέρω ή διαζευκτικά απόφαση για το ποσό που αντιστοιχεί στη συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του καθ' ου αίτηση. Σημειώνω επίσης ότι επίσης η εναρκτήρια αίτηση της αιτήτριας στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό. Με την μαρτυρία της η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η συνεισφορά της ανέρχεται στο 70% της αξίας της κατοικίας, γεγονός το οποίο αρνείται ο καθ΄ου η αίτηση αλλά όπως ήδη ανέφερα, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει σε ευρήματα για το ακριβές ύψος της συνεισφοράς της αιτήτριας. Υπάρχει όμως το ενδεχόμενο, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η συνεισφορά της επί της επίδικης κατοικίας να είναι μεγαλύτερη του 50% το οποίο είναι ήδη εγγεγραμμένο επ' ονόματι της. Σημειώνω επίσης ότι υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης για ρύθμιση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων, και αυτό που θα αποφασίσει είναι κατά πόσον στα στάδιο αυτό με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος να αποξενωθεί η κατοικία αφού αυτή είναι δεσμευμένη από την THEMIS και με δεδομένο ότι οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες, σε περίπτωση πώλησης ή επιβάρυνσης χρειάζεται η υπογραφή και των δυο. Η αναφορά όμως του καθ' ου η αίτηση ότι χρειάζεται η υπογραφή και των δυο και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης αφορά στην περίπτωση αποξένωση ολόκληρης της κατοικίας η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι των διαδίκων. Η αιτήτρια όμως, με την υπό κρίση αίτηση θέτει θέμα κινδύνου αποξένωσης του μεριδίου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του καθ' ου η αίτηση, επί του οποίου έχει αξίωση, για τη διάθεση του οποίου ο καθ' ου η αίτηση αφενός δεν χρειάζεται να λάβει την συγκατάθεση της ενώ αφετέρου με τη συγκατάθεση της Τράπεζας ο καθ΄ου η αίτηση μπορεί να το διαθέσει χωρίς η αιτήτρια να μπορεί να εμποδίσει την τυχόν διάθεση με αποτέλεσμα να αποξενωθεί μέρος της περιουσίας επί της οποίας έχει αξίωση. Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με την πάγια νομολογία, σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακινήτου ή χρημάτων δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Το Εφετείο, στην υπόθεση, Ελένη (Χέλεν) Ζαρταριάν v Δημήτρη Χατζηαργυρού κ.α., ΠΕ Αρ. Ε156/2022, 11/01/2024 ανέφερε τα ακόλουθα: «Υπενθυμίζουμε άλλωστε πως η νομολογία (βλέπε υπόθεση LARTICON CO v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1B Α.Α.Δ. 1121) αποφάνθηκε πως κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης «δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) ltd v.Σκυποποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001 1 Α.Α.Δ. 785, «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Στην υπόθεση Σ.Π. v Κ.Τ. κ.α., Έφεση Αρ. 17/2021, ημερ.26/01/2023 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019. «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση .» Το ίδιο προκύπτει από την Σκουτέλλα ν. Σκουτέλλα, Έφεση Αρ. 43/12, 24.3.2017: «.Αλλά και το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον οι αποζημιώσεις φανερά δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την αξίωση της εφεσείουσας δεδομένου ότι θα πρέπει να αποφασιστεί στο τέλος της ημέρας ποια είναι η πραγματική σε χρήμα αξία της περιουσίας που διεκδικείται στο σύνολο της που περιλαμβάνει κατάστημα, μετοχές, λογαριασμό ή λογαριασμούς και ένα όχημα. Έτσι και το ισοζύγιο της ευχέρειας που είναι το κριτήριο το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί μετά την εξέταση των τριών πρώτων κριτηρίων, σαφώς κλίνει υπέρ της εφεσείουσας.» Στην απόφαση Κίτσιου v. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228, η οποία αφορούσε στο αντικείμενο της αίτησης, ομοίως με την παρούσα αίτηση, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Το έχουμε ήδη σημειώσει εξ αρχής πως ζήτημα σε σχέση με τον κίνδυνο μεταβίβασης ή επιβάρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε εγερθεί καν από την εφεσίβλητη. Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πώς εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί. Σημειώνουμε συναφώς το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την εφεσίβλητη με οποιοδήποτε τρόπο αφού, ακόμα και ενώπιόν μας, ο ευπαίδευτος συνήγορός της μας δήλωσε πως στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να αποξενώσει ή να επιβαρύνει τα ακίνητα." Το Εφετείο, στην απόφαση του ημερ.21/12/23, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Έφεσης Αρ.17/22 ανέφερε τα ακόλουθα: «Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, άκρως κατατοπιστικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Λ.Κ. κ.α ν. Π.Ρ, ECLI:CY:DOD:2022:24, Έφεση Αρ. 38/2019, ημερομηνίας 7.7.2022: «Ισχυρίζονται οι Εφεσείοντες στο βασικό πυρήνα του πρώτου λόγου έφεσης πως εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο οριστικοποίησε τα διατάγματα χωρίς να πεισθεί ότι η Εφεσίβλητη δυνατόν να αποζημιούτο με χρήμα. Η όλη επιχειρηματολογία των Εφεσειόντων αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο αφού προβαίνει σε εμπεριστατωμένη ανάλυση ότι συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 σε συσχετισμό με το Άρθρο 14
(2)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων του 1991, Ν. 232/91 που προνοεί ότι η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (εκτός εάν αποδειχθεί μεγαλύτερη συνεισφορά) κατέληξε ως εξής σε συνάρτηση με την τρίτη προϋπόθεση: «Περαιτέρω, η οποιαδήποτε πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας,θα εξοστράκιζε την πιθανή θεραπεία. Πιθανή θεραπεία είναι αυτή που προβλέπεται από το άρθρο 14Ε του Ν. 232/91 με βάση την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα για μεταβίβαση στην Αιτητή περιουσίας του Καθ΄ ου η αίτηση που συνιστά αντικείμενο της διαδικασίας. Σε προσωρινά διατάγματα, απαγορευτικά της αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση, αλλά εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος (Βλ. Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1165 και Αποστόλου κ.α. ν. Ιωάννου κ.α. (ανωτέρω). Συνεπώς, τηρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.» Πραγματικά, δυσκολευόμαστε να δούμε την λογική του λόγου έφεσης. Τα σχετικά επιχειρήματα των Εφεσειόντων παραγνωρίζουν τη φύση της αξίωσης της κυρίως θεραπείας με την οποία αξιώνετο απόδοση στην Εφεσίβλητη του μέρους της περιουσίας του Εφεσείοντος 1, το οποίο αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου, ή κατά τη διάρκεια του, το οποίο προέρχεται από τη δική της συμβολή και/ή το οποίο διατηρούσε ο Εφεσείων 1 ως καταπίστευμα προς όφελος της ως επίσης και την εγγραφή επ' ονόματι της του ½ μεριδίου επί των ακινήτων τα οποία, κατ' ισχυρισμόν πάντα, αποτελούν την αύξηση της περιουσίας του Εφεσείοντα στην οποία αύξηση έχει συνεισφέρει. Όπως τονίζει η πλευρά της Εφεσίβλητης, η απόδοση σ' αυτή της αξίας των εν λόγω μεριδίων σε χρήμα, τίθεται διαζευκτικά. Ισχύουν εν προκειμένω απολύτως τα αποφασισθέντα στην Ε.Ε. ν. Μ.Ε., Έφεση Αρ. 34/16, 11.4.2019: «Το δικαστήριο πρωτοδίκως έκρινε ότι "το δικαίωμα αξίωσης σε συμμετοχή σε περιουσία δεν περιορίζεται σε αξίωση χρηματική" και ότι η εφεσίβλητη αξιώνει, με την Ανταπαίτηση της, και εγγραφή μεριδίου επί των συγκεκριμένων ακινήτων. Καταλήγει δε ότι, η ενδεχόμενη αποξένωση των ακινήτων του εφεσείοντα θα εξουδετερώσει και την παραμικρή ικανοποίηση της Ανταπαίτησης της εφεσίβλητης και ότι η ζημιά που θα υποστεί θα είναι ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι η αξίωση της δεν είναι αποκλειστικά χρηματική. Ορθώς, κατά την άποψη μας, το δικαστήριο θεώρησε ότι τυχόν αποξένωση της περιουσίας θα απέληγε σε δημιουργία ενός κενού το οποίο θα έθετε, στο τέλος της υπόθεσης, την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση.» Σημειώνω ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν έθεσε εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης της αιτήτριας σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί απόφαση προς όφελος της ενώ σημειώνω επίσης ότι τόσο η κατοικία όσο και οι εταιρείες αποτελούν αντικείμενο της αίτησης. Στην βάση των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του Α.32. Όπως ήδη ανέφερα ανωτέρω, σε περίπτωση που ικανοποιηθούν οι τρεις προϋποθέσεις του Α.32, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η διεργασία αυτή είναι γνωστή ως «το ισοζύγιο της ευχέρειας». Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο εξετάζει την επίδραση που ενδεχομένως θα έχει η τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων στα συμφέροντα των μερών. Πρέπει το Δικαστήριο να επιλέγει την οδό που εμπεριέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοιζίδου, Πολ. Έφεση αρ. 7/2018 ημερ. 21.3.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ανωτέρω), το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση.» Σταθμίζοντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας αφού στην περίπτωση που πετύχει την έκδοση απόφασης προς όφελος της στην εναρκτήρια αίτηση, αυτή δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί στην περίπτωση που η επίδικη περιουσία αποξενωθεί ενώ όσον αφορά στον καθ' ου η αίτηση, δεν προβάλλει οποιαδήποτε ζημιά την οποία ενδεχομένως να υποστεί με την έκδοση των διαταγμάτων. Η θέση που προωθεί μέσω της αγόρευσης του ο καθ' ου η αίτηση, ότι, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και οι δυο διάδικοι αν δεν συνεργαστούν και εξεύρουν άμεση λύση για την αποπληρωμή του χρέους προς την THEMIS αφού το ενδεχόμενο να πωληθεί το ακίνητο στο 50% της εκτιμημένης αξίας είναι το πιθανότερο, για τους σκοπούς της παρούσας αίτηση δεν είναι ουσιώδης αφού όπως ήδη ανέφερα το Δικαστήριο εξετάζει αίτηση για μη αποξένωση περιουσίας η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ονόματι του καθ΄ου η αίτηση η οποία αποτελεί αντικείμενο της εναρκτήριας αίτησης. Σε σχέση με το status quo ante, κατά την άποψη μου αυτό θα διατηρηθεί με την έκδοση διαταγμάτων δέσμευσης της επίδικης περιουσίας ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτή δεν θα αποξενωθεί μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης. Σημειώνω ότι σε σχέση με την εταιρεία T, από το τεκμήριο το οποίο επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση του ο καθ' ου η αίτηση δεν φαίνεται να είναι μέτοχος αυτής επομένως δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος. Όσον αφορά στην αιτούμενη θεραπεία Γ δεν προτίθεμαι επίσης να εκδώσω οποιοδήποτε διάταγμα αφού δεν τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Α) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να πωλήσει υποθηκεύσει μεταβιβάσει επιβαρύνει διαθέσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το ½ μερίδιο ή συμφέρον του επί της ακίνητης περιουσίας επί της οδού [..] Λεμεσός. Β) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον καθ' ου η αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου, να πωλήσει, υποθηκεύσει μεταβιβάσει επιβαρύνει αποξενώσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσει, διαχειριστεί ή μειώσει το 50% των μετοχών του στις πιο κάτω εταιρείες: α. J β. B, γ) JR[...]Ltd δ) C. Η αιτούμενη θεραπεία Γ απορρίπτεται. Εν όψει της κατάληξης μου, η αιτήτρια είναι ο επιτυχών διάδικος και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερα περιστατικά για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Δεδομένης όμως της μερικής επιτυχίας της αίτησης, και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια κρίνω ορθό και δίκαιο να περιορίσω το ποσό των εξόδων το οποίο θα επιδικαστεί υπέρ της αιτήτριας. Συνακόλουθα, τα 2/3 των εξόδων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση. (Υπ.)......... Α. Παναγή, Δ. Οικ. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο