Κ.Κ. ν. S.N.K., Αρ. Αίτησης? 382/2022, 16/7/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης։ 382/2022 i-Justice Μεταξύ: Κ.Κ. εκ Ρωσίας και τώρα στην Λεμεσό Αιτητή -και- S.N.K. εκ Ρωσίας και τώρα στην Λεμεσό Καθ' ης η αίτηση ---------------------- Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 08/12/2022 Ημερομηνία: 16/07/2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή։ κα Στάλω Κωνσταντίνου Λιασίδου δια Γεώργιος Κ. Κωνσταντίνου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χρίστος Αδάμου και κ. Παναγιώτης Αδάμου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΠΡΟΟΙΜΙΟ։ Η παρούσα υπόθεση αποτελεί το αποκορύφωμα της αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με την αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Μ.Κ.Κ. ο οποίος σήμερα είναι ηλικίας 16 ετών. Στις 08/12/2022 ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης, μονομερή αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να ανατίθενται σε αυτόν η αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την πιο πάνω ενδιάμεση αίτηση, δεν προχώρησε μονομερώς στην έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος και έτσι δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της, ώστε να ακουστούν οι θέσεις της άλλης πλευράς αλλά και του ίδιου του ανήλικου τέκνου, πριν το Δικαστήριο καταλήξει στην απόφαση του. Στις 08/12/2023 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση της αιτούμενης θεραπείας, προβάλλοντας συνολικά τρείς λόγους ένστασης και η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ζ.Κ. εκ μέρους της. Ακολούθως, στις 11/09/2024 ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στην συνέχεια η Καθ' ης η Αίτηση συμπληρωματική απαντητική ένορκη δήλωση στις 03/10/
- Η ακρόαση της παρούσης ολοκληρώθηκε με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη. Περαιτέρω, να επισημάνω ότι το Δικαστήριο στην βάση της σχετικής νομολογίας, στις 29/03/2024 διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, αφού έκρινε ορθό να ακούσει τις απόψεις του, επί του ιδιαιτέρως σημαντικού ζητήματος, όπου προέκυψε η διαφωνία των γονέων του. (II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ։ Η ενδιάμεση Αίτηση του Αιτητή υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 08/12/2022, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά των ισχυρισμών αλλά και των θέσεων του. Αρχικά, ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 19 Σεπτεμβρίου του 2008, παντρευτήκαν με την Καθ' ης η Αίτηση στην πόλη Tomsk στη Ρωσία οπού και έζησαν όλο το προηγούμενο διάστημα πριν μετακομίσουν στην Κύπρο. Από τον γάμο τους απόκτησαν τον υιό τους K.Μ.Κ., ο οποίος γεννήθηκε στις 07/01/2009 στην Ρωσία. Ακολούθως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ήρθαν σε διάσταση με την Καθ' ης η Αίτηση τον Αύγουστο του 2021, ενώ καταχώρησε αίτηση διαζυγίου στη Ρωσία για τη λύση του γάμου τους και το διαζύγιο εκδόθηκε στις 29/02/
- Αναφέρει ότι διαμένει με τον ανήλικο σε διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων το οποίο ενοικιάζει στη Λεμεσό, όπου το παιδί έχει το δικό του υπνοδωμάτιο. Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση, δεν είχε και ούτε έχει σήμερα οποιοδήποτε εισόδημα, άλλα και ότι καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου τους ο ίδιος της παρείχε τα απαραίτητα προς το ζην. Εξ όσων γνωρίζει, η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει εργαστεί από το 2010 όταν δούλευε στην πόλη Tomsk όπου διέμεναν μέχρι και σήμερα. Παρ΄ όλα αυτά, τα χρήματα τα οποία της έδινε, τα ξόδευε αποκλειστικά σε δικά της έξοδα και όχι για τις ανάγκες της οικογένειας, ενώ αναφέρει ότι δεν γνωρίζει με ποιους οικονομικούς πόρους αυτή ζει σήμερα. Ο Αιτητής αναφέρει ότι από τον Σεπτέμβριο του 2018 μέχρι και σήμερα, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων έχει εγγραφεί και φοιτά στο σχολείο THE HERITAGE PRIVATE SCHOOL. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι κατά ή περί τις 5 Μαρτίου του 2021 μέχρι και τον Ιούνιο του 2022 περίπου, η Καθ' ης η Αίτηση απαγόρευσε στον υιό τους να πηγαίνει στο σχολείο, διότι με βάση τη δική της άποψη οι μάσκες και τα τεστ για τον κορονοϊό «θα τον σκότωναν» ή θα του προκαλούσαν ανεπανόρθωτη ζημιά στην υγεία του. Παρά τις προσπάθειες του Αιτητή να της αλλάξει γνώμη, δεν τα κατάφερε και έτσι ο ανήλικος ξεκίνησε να διδάσκεται από το σπίτι. Παρ' όλα αυτά, το επίπεδο της διαδικτυακής εκπαίδευσης ήταν υποδεέστερο από την εκπαίδευση που ο ανήλικος ελάμβανε προηγουμένως στο σχολείο, ενώ ταυτόχρονα στερείτο της κοινωνικοποίησης με τους φίλους του. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 13 Αυγούστου του 2021, η Καθ' ης η Αίτηση έφυγε από το σπίτι που διέμεναν στη Λεμεσό και μετέβη στην Πάφο, χωρίς να το γνωρίζει. Αρκετή ώρα μετά, γύρω στα μεσάνυχτα, αναφέρει ότι έλαβε τηλεφώνημα από την αστυνομία πως ενοχλούσε άτομα και την είχαν συλλάβει για διατάραξη της κοινής ησυχίας. Στην κλήση που έλαβε από την αστυνομία, του έδωσαν την Καθ' ης η Αίτηση να της μιλήσει και αυτή έλεγε։ «Δεν είσαι ο σύζυγος μου, ο πραγματικός μου σύζυγος είναι ο Αρτούρ, είμαι ευτυχισμένη μαζί του και τώρα η αστυνομία θα με πάρει να τον συναντήσω». Τότε, μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Πάφου με ταξί όπου εκεί μέχρι τις 08:00 ή 09:00 το πρωί περίπου, μαζί με τους αστυνομικούς προσπάθησαν να την πείσουν να επιστρέψει στο σπίτι τους ή να επισκεφθεί κάποιο ψυχίατρο. Αυτή αρνήθηκε, και έπιασε τα χέρια των αστυνομικών μη αφήνοντας τους να κάνουν τη δουλειά τους και επέμενε να την πάρουν στον Αρτούρ. Επίσης, αρνείτο να επισκεφθεί κάποιον ψυχίατρο διότι θεωρούσε ότι ήταν υγιής και αρνήθηκε να υποβληθεί σε τεστ κορονοϊού στο οποίο προσπάθησαν να την υποβάλουν οι επί καθήκοντι αστυνομικοί. Τις πρωινές ώρες στο αστυνομικό τμήμα, οι αστυνομικοί μετά από πολλές προσπάθειες ήθελαν να τη συλλάβουν και ο Αιτητής τους έπεισε ότι χρειαζόταν επειγόντως ιατρική βοήθεια. Συνεπώς, η αστυνομία τους μετέφερε στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό της Λεμεσού, και μετέπειτα ο Αιτητής μετέβη στο Δικαστήριο υπό την συνοδεία αστυνομικού όπου εξέδωσε το Δικαστήριο ένταλμα για την υποχρεωτική της ψυχιατρική εξέταση. Παρουσίασε ως τεκμήριο 5, επιστολή από τον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού για την ύπαρξη του περιστατικού και την αναγκαιότητα κλήσης αστυνομικού ως μάρτυρα στο Δικαστήριο για να επεξηγήσει τα γεγονότα. Ακολούθως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση εξετάστηκε από ψυχίατρο και το συμπέρασμα του, ήταν ότι χρειάζεται επείγουσα εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα και συνεπώς την μετέφεραν από τον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού στο ψυχιατρείο της Αθαλάσσας. Επίσης, τον ενημέρωσαν από το νοσοκομείο Αθαλάσσας ότι αφότου την εξέτασαν διαπίστωσαν ότι ο Αρτούρ που ανέφερε πιθανόν να ήταν πρόσωπο της φαντασίας της. Ο Αιτητής αναφέρει ότι δεν γνωρίζει κάποιον Αρτούρ και εξ όσων γνωρίζει ούτε και η Καθ' ης η Αίτηση. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι για περίοδο τριών εβδομάδων, η Καθ' ης η Αίτηση υποβλήθηκε σε θεραπευτική υποχρεωτική αγωγή στο νοσοκομείο Αθαλάσσας όπου και διαγνώστηκε με διπολική διαταραχή από τον Δρ. Κ.Α. και της έδωσε συνταγή για φαρμακευτική αγωγή και της είπε ότι αν δεν την λαμβάνει θα χειροτερέψει. Επίσης, έπειτα από τις τρείς εβδομάδες οι γιατροί της συνέστησαν να ακολουθήσει τη θεραπευτική αγωγή για ακόμη μια εβδομάδα στο σπίτι. Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση ποτέ δεν έλαβε την φαρμακευτική αγωγή εξ' όσων γνωρίζει στο σπίτι τους και ότι πιθανόν να την είχε λάβει υποχρεωτικά από τους γιατρούς μόνο στο νοσοκομείο Αθαλάσσας. Επίσης, τουλάχιστον για ακόμη μια φορά έπειτα από το πιο πάνω περιστατικό μετέβη μαζί της στο νοσοκομείο Αθαλάσσας για έλεγχο της κατάστασης της. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι διαπίστωσε και ο ίδιος την διπολική διαταραχή της Καθ' ης η Αίτηση διαβάζοντας για την ασθένεια αυτή, αφού συγκεκριμένα είχε απότομες αλλαγές από την αρνητική διάθεση στη θετική και το αντίστροφο ή επίσης δεν κοιμόταν για αρκετές νύχτες, διαβεβαιώνοντας τον ότι ήταν μια χαρά κάτι το οποίο δεν ίσχυε. Παρουσίασε ως τεκμήριο 6 επιστολή από το νοσοκομείο Αθαλάσσας στην οποία είναι εμφανές ότι δεν τους παρέχουν πληροφορίες για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων, ενώ δεν αρνούνται ότι η Καθ' ης η Αίτηση νοσηλεύτηκε εκεί. Ο Αιτητής επικαλείται πως η γενικότερη παράξενη συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, την επικίνδυνη οδήγηση, να μαζεύει σκουπίδια στο αυτοκίνητο της, παρουσιάζοντας σχετική φωτογραφία ως τεκμήριο 7 και να φαντάζεται ανύπαρκτες καταστάσεις. Επίσης, παρουσιάζει ως τεκμήριο 8 σχετικό στιγμιότυπο οθόνης μαζί με μετάφραση στα αγγλικά από τον ίδιο όπου διαφαίνονται μηνύματα στο κινητό τα οποία του έστελνε στα οποία η ίδια κάνει αναφορά σε ανύπαρκτους πιθανόν συντρόφους όπως ο Αρτούρ ή ο Γουίλιαμ, πιθανόν πρόσωπα τα οποία είναι της φαντασίας της και μόνο. Ακολούθως, ο Αιτητής αναφέρει ότι μετά τη λύση του γάμου του με την Καθ' ης η Αίτηση, συνέχισαν να διαμένουν μαζί στο ίδιο σπίτι για το καλό του παιδιού τους. Σε μια προσπάθεια να ομαλοποιηθούν οι σχέσεις τους με την Καθ' ης η Αίτηση, οργάνωσε ένα ταξίδι στη Σρι Λάνκα. Ισχυρίζεται όμως ότι, η συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση προς τον ίδιο και το παιδί τους δεν άλλαξε. Τον Ιούνιο του 2022, αφότου είχε εκδοθεί το διαζύγιο τους με την Καθ' ης η Αίτηση, αυτή ήθελε να μετακομίσουν όλοι ή τουλάχιστον αυτή και ο ανήλικος, σε ξεχωριστό σπίτι και όχι στο διαμέρισμα που διέμεναν. Παρ' όλα αυτά, μετά από το περιστατικό εγκατάλειψης του ανήλικου στο μάθημα ιππασίας του, ο ανήλικος δεν ήθελε να μετακομίσει με την Καθ' ης η Αίτηση. Συνεπώς, αναφέρει ότι για να την βοηθήσει επειδή η ίδια δεν είχε την οικονομική δυνατότητα, της ενοικίασε ένα σπίτι στην περιοχή Φοινικάρια στη Λεμεσό και μετακόμισε εκεί μόνη της, χωρίς τον ανήλικο. Εξ όσων πιστεύει, η Καθ' ης η Αίτηση πιθανόν να μη διαμένει πλέον στο πιο πάνω σπίτι για τον λόγο ότι δεν της έχει πληρώσει οποιαδήποτε επιπλέον ενοίκια και δεν υπήρχε κάποια συμφωνία προς τούτο μεταξύ τους. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι μέχρι σήμερα έχουν συμβεί διάφορα γεγονότα τα οποία τον ώθησαν στο να επιθυμεί να διεκδικήσει την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανήλικου, ούτως ώστε να τον προστατεύσει από την Καθ' ης η Αίτηση. Ένα γεγονός που τον ώθησε, είναι που η Καθ' ης η Αίτηση πέταξε στα σκουπίδια χωρίς καμία δικαιολογία, τα ακουστικά του ανήλικου τα οποία ο ίδιος χρησιμοποιούσε στο σχολείο. Επικαλείται ακόμα ένα σοβαρό περιστατικό το οποίο αποδεικνύει ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν είναι ικανό άτομο να έχει κοινή γονική μέριμνα με τον ίδιο, όπου στις 10 Ιουνίου του 2022, η Καθ' ης η Αίτηση μετέφερε τον ανήλικο σε μάθημα αγγλικών στα Φοινικάρια, και δεν τον παρέλαβε ποτέ από εκεί, αφού τον είχε ξεχάσει. Μετά το μάθημα ο ανήλικος τον κάλεσε και του είπε ότι δεν μπορούσε να έρθει στο σπίτι και πήγε εκεί και τον παρέλαβε. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε, ότι όταν συζήτησε το ζήτημα μαζί της, του ανέφερε πως ξαφνικά ενώ είχε αφήσει τον ανήλικο στο μάθημα του, θυμήθηκε ότι έπρεπε να μεταβεί στη Λεμεσό για να βάψει τα μαλλιά της και συνεπώς τον εγκατέλειψε εκεί μόνο και αβοήθητο. Ακολούθως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι κατά την 11ην Ιουνίου 2022 η Καθ' ης η Αίτηση, μετέφερε τον ανήλικο με το όχημα του στο μάθημα ιππασίας του. Αναφέρει ακόμα ότι ο ανήλικος τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι η Καθ' ης η Αίτηση τον έβγαλε έξω από το αυτοκίνητο σε ένα ερημικό δρόμο και αρνιόταν να τον μεταφέρει στο σπίτι τους. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση, αφότου εγκατέλειψε τον ανήλικο, ξεκίνησε να συσσωρεύει σκουπίδια στο πορτ μπαγκάζ του οχήματος χωρίς οποιαδήποτε αιτία, ενώ δεν απαντούσε το τηλέφωνο της μέχρι αργά το βράδυ, όταν τελικά τον πήρε τηλέφωνο η ίδια. Από ότι πληροφορήθηκε αργότερα, η Καθ' ης η Αίτηση αφότου εγκατέλειψε τον ανήλικο, μάζευε σκουπίδια από τις γειτονιές. Μετά από επικοινωνία του μαζί της, ισχυρίζεται ότι του ανέφερε ότι έβγαλε τον ανήλικο από το αυτοκίνητο για να τον εκπαιδεύσει να μαζεύει σκουπίδια, ώστε να «καλυτερεύσει» το χαρακτήρα του. Την επόμενη ημέρα, ο Αιτητής ανακάλυψε ότι η Καθ' ης η Αίτηση κάλεσε την ασφαλιστική εταιρεία όπου κάποιος αρμόδιος μετέφερε το όχημα στο σπίτι τους. Είναι η θέση του, ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση, ήτοι να εγκαταλείψει μόνο του ένα παιδί σε έναν ερημικό χώρο με πολλούς κινδύνους να ελλοχεύουν, ήταν ανεπίτρεπτη και αδικαιολόγητη. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι μετά από το πιο πάνω περιστατικό, ο ανήλικος του ανέφερε ότι δεν θα επισκεπτόταν ποτέ ξανά την Καθ' ης η Αίτηση μόνος του και δεν θα καθόταν ποτέ μαζί της στο ίδιο όχημα. Γενικότερα, ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση όταν βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τον ανήλικο, οδηγούσε αμελώς και επικίνδυνα, χωρίς να επιδεικνύει την δέουσα επιμέλεια ως όφειλε. Παρουσίασε ως τεκμήριο 10, αντίγραφο ποινικής υπόθεσης που αφορά αμελή οδήγηση από την Καθ' ης η Αίτηση η οποία ήρθε στα χέρια του μετά από επίδοση στο σπίτι τους. Περαιτέρω, ο Αιτητής αναφέρει ότι στις 29 Ιουνίου 2022, η Καθ' ης η Αίτηση τον ανάγκασε να πάει μαζί της στο γραφείο ευημερίας και τον απείλησε ότι αν δεν το κάνει θα τον καταγγείλει ότι δεν πληρώνει φόρους και/ή για άλλες αιτίες, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Όταν μετέβη στην συνάντηση, αυτή τελικά δεν πήγε εξ' όσων γνωρίζει. Ανέφερε πως τον ενημέρωσαν από το γραφείο ευημερίας πως προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με την Καθ' ης η Αίτηση για δύο μήνες περίπου και δεν είχε αποτέλεσμα μέχρι που τελικά η Καθ' ης η Αίτηση μετέβη εκεί. Από τότε, ο Αιτητής αναφέρει ότι είχε επισκεφτεί ξανά το γραφείο ευημερίας για ακόμα μερικές φορές για να ζητήσει τη βοήθεια τους. Στη τελευταία του επίσκεψη, τον συμβούλευσαν να καταχωρήσει αίτηση γονικής μέριμνας για τον ανήλικο, ενώ ένα μήνα περίπου πριν από την καταχώρηση της παρούσης, λειτουργός του γραφείου ευημερίας τους επισκέφθηκε στο σπίτι τους για να ελέγξει τις συνθήκες διαβίωσης του ανήλικου και η συνάντηση πήγε πολύ καλά. Στην συνέχεια, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι στις 12 Σεπτεμβρίου 2022, η Καθ' ης η Αίτηση ήρθε να επισκεφτεί τον ανήλικο στο σπίτι τους, αλλά της είπε πως ο ανήλικος δεν ήθελε να την δει και να της μιλήσει. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής της ανέφερε να έρθει να τον δει, αλλά θα την συναντούσαν κάτω στο πεζοδρόμιο έξω από το διαμέρισμα τους, για τον λόγο ότι την προηγούμενη φορά που ήρθε εκεί, είχε πετάξει τα ακουστικά του ανήλικου στα σκουπίδια. Παρ' όλα αυτά, η Καθ' ης η Αίτηση χωρίς τη συγκατάθεση τους μπήκε μέσα στο διαμέρισμα και πήγε στο δωμάτιο του ανήλικου και ξεκίνησε να του φωνάζει. Αναγκάστηκε να καλέσει την αστυνομία, ενώ αστυνομικοί έφτασαν επιτόπου και του είπαν να της καλέσει ταξί για να την πάρει στο σπίτι της όπως και έπραξε. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι μετά από αυτό το περιστατικό ο ανήλικος δεν επιθυμεί να έχει επικοινωνία και/ή να βλέπει την Καθ' ης η Αίτηση μόνος του και/ή χωρίς τη παρουσία του, αφού την φοβάται και δεν μπορεί να συνυπάρξει μαζί της ειρηνικά λόγω των ψυχολογικών και/ή άλλων προβλημάτων που η ίδια αντιμετωπίζει. Ένας από τους λόγους, που ο ανήλικος φοβάται την Καθ' ης η Αίτηση είναι διότι συμπεριφερόταν σε αρκετές περιπτώσεις απρόβλεπτα και επικίνδυνα για την ζωή του. Ο Αιτητής υποστηρίζει, ότι μπορεί να αναλάβει την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανήλικου, διότι έχει την οικονομική δυνατότητα να το πράξει, έχει εξασφαλίσει τόπο διαμονής για τον ανήλικο, την φοίτηση του σε ένα εξαιρετικό σχολείο και ένα ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον για τον ίδιο. Αναφέρει ότι εργάζεται ως υπάλληλος στην εταιρεία [.] LTD, με έδρα την Λεμεσό εδώ και πάνω από πέντε έτη, με σταθερό μηνιαίο εισόδημα, ύψους €6.000 μηνιαίως, ενώ διαθέτει και αποταμιεύσεις στην τράπεζα. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι ο ανήλικος έχει δημιουργήσει φίλους και οικείο προς αυτόν περιβάλλον στην Κύπρο, ενώ υποστηρίζει ότι κάνουν μαζί δραστηριότητες αλλά και με δικούς του φίλους και συναδέλφους που έχουν και αυτοί παιδιά τα οποία συναναστρέφονται με τον ανήλικο και έχουν πολύ καλή σχέση με αυτόν. Επίσης, με τον ανήλικο λαμβάνουν μαζί μέρος σε εταιρικές εκδηλώσεις της εταιρείας στην οποία εργάζεται. Αναφορικά με την ένταξη του ανήλικου στην κυπριακή κοινωνία, αυτός έχει κάνει μαθήματα ελληνικών και τώρα έχει επικεντρωθεί στην αγγλική, γερμανική και ρωσική γλώσσα. Ο Αιτητής πιστεύει ότι είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις απαραίτητες ανάγκες για την σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση του ανήλικου, ο οποίος έχει την απόλυτη ανάγκη της πατρικής αγάπης, φροντίδας και συμπαράστασης ενώ είναι πολύ συνδεδεμένος μαζί του, αφού του προσφέρει όλα όσα θα του προσέφερε η μητέρα του και ακόμα περισσότερα. Διαμένοντας μαζί του, ο ανήλικος έχει άνετη διαβίωση, ψυχική γαλήνη και τυγχάνει στοργικής φροντίδας και επιμέλειας σε περιβάλλον άνετο και ευπρεπές. Είναι η θέση του παιδιού, ότι η μητέρα του λόγω των ψυχολογικών της προβλημάτων δεν είναι σε θέση να του παρέχει μια ήρεμη και φυσιολογική ζωή. Αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή, ότι τίποτε δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αγάπη που έχει κτίσει με τον υιό του αφού μέχρι σήμερα, ο δεσμός που έχει μαζί του είναι πολύ ισχυρός. Αντίθετα, ο ανήλικος δεν επιθυμεί να βλέπει τη μητέρα του και φοβάται να συναντιέται μαζί της λόγω της συμπεριφοράς της. Από όσα καλύτερα γνωρίζει ο Αιτητής και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, για διάφορα θέματα που αφορούν τον ανήλικο, χρειάζεται η υπογραφή και των δύο γονέων όπως θέματα υγείας, θέματα που αφορούν τα σχολεία και την μελλοντική του εκπαίδευση και έκδοση και/ή ανανέωση της ταυτότητας του, του διαβατηρίου του και/ή της άδειας παραμονής του στη Κύπρο. Παρ' όλα αυτά, είναι η θέση του ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν δύναται λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει να δίνει τη συγκατάθεση της για τα πιο πάνω ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση και τυχόν επείγουσα ιατρική περίθαλψη την οποία θα χρειαστεί ο ανήλικος. Καταληκτικά, ο Αιτητής αναφέρει ότι έχει προτείνει στην Καθ' ης η Αίτηση, να της αγοράσει εισιτήριο για να επιστρέψει στη Ρωσία, στην πόλη Tomsk και να της δωρίσει το διαμέρισμα του για να διαμένει εκεί και να της καλύπτει μερικώς τα έξοδα της για μικρό χρονικό διάστημα, ώστε να βρίσκεται κοντά στην οικογένεια της, την μητέρα και την αδερφή της για να την φροντίζουν και να μπορέσει να βρει εκεί μια δουλειά για να ζήσει. Παρ' όλα αυτά, έχει λάβει την αρνητική της απάντηση. Μετά από επικοινωνία που είχε με τη μητέρα της Καθ' ης η Αίτηση, η ίδια συμφωνεί με την πιο πάνω πρόταση που έχει κάνει στην Καθ' ης η Αίτηση. Εξ όσων γνωρίζει, είναι δύσκολο και/ή αδύνατο για την Καθ' ης η Αίτηση να βρει δουλειά στην Κύπρο για τον λόγο ότι δεν έχει ακαδημαϊκή κατάρτιση παρ' όλα αυτά, η ίδια έχει υψηλές απαιτήσεις. Επίσης, δεν γνωρίζει αν μπορεί να δουλέψει στην Κύπρο, εάν της το επιτρέπει η άδεια παραμονής της και σε ποιο βαθμό. Εξ' όσων γνωρίζει, η Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει ολοκληρώσει το πανεπιστήμιο, σπούδαζε όταν είχαν γνωριστεί στην πόλη Tomsk και έχει εργαστεί εκεί ως καθαρίστρια ή ταμίας. Ο Αιτητής επαναλαμβάνει ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να έχει τη γονική μέριμνα από κοινού μαζί του, λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει όπως, η παράλογη συμπεριφορά, η διπολική διαταραχή και παράλληλα το σοβαρό γεγονός της εγκατάλειψης του ανηλίκου για πάνω από μια φορά. Η Καθ' ης η Αίτηση παράλληλα, εξ όσων γνωρίζει πιθανόν να μην έχει και σπίτι να μείνει στην Κύπρο στο παρόν στάδιο και/ή πιθανόν να διαμένει με κάποια φίλη της. Θεωρεί ότι έχει καλή βάση αιτήσεως και πως η έκδοση του προσωρινού διατάγματος, δεν θα προκαλέσει οιανδήποτε ζημία στην Καθ' ης η Αίτηση, ενώ θα διαφυλάξει το συμφέρον του ανήλικου και θα τον προστατεύσει από την επικίνδυνη συμπεριφορά της. Στις 11/09/2024 και μετά από σχετική εκδοθείσα δικαστική απόφαση, ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφού επιθυμούσε να φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου συγκεκριμένα γεγονότα που είχαν επισυμβεί. Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι στις 04/02/2024 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού και τον ρωτούσαν για την Καθ' ης η Αίτηση, αν είναι γυναίκα του και πού βρίσκεται. Τους εξήγησε την κατάσταση και ότι δεν ήξερε πού βρισκόταν, εκτός από το ότι όπως τους είπε ο δικηγόρος της, πως έμενε στο ξενοδοχείο Σύλβα και έδωσε σε αυτούς τα στοιχεία επικοινωνίας του δικηγόρου του και τους ενημέρωσε ότι απ' όσο γνωρίζει δικηγόρος της είναι ο κ. Αδάμου. Στις 06/02/2024, ο δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση ενημέρωσε το Δικαστήριο για τη σκέψη του να αποσυρθεί από την υπόθεση αυτή, καθώς δεν είχε καμία επαφή με την πελάτιδα του, κάτι που ο ίδιος ο Αιτητής άκουσε στο Δικαστήριο. Ακολούθως, στις 14/02/2024 ήταν παντού στις ειδήσεις ότι η αστυνομία αναζητούσε την Καθ' ης η Αίτηση, παρουσιάζοντας ως τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από διαδικτυακά άρθρα σχετικά με την Καθ' ης η Αίτηση ως αγνοούμενο πρόσωπο, σημειώνοντας ότι η Καθ' ης η Αίτηση ήταν αγνοούμενη από τις 04/02/
- Στις 20/02/2024, ο Αιτητής αναφέρει ότι έλαβε κλήση από το αστυνομικό τμήμα Πάφου από τον αριθμό [.], ότι είχαν την Καθ' ης η Αίτηση εκεί και ζήτησαν τα στοιχεία επικοινωνίας του δικηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση και η δικηγόρος του, αφού έλαβε τη συγκατάθεση του κ. Αδάμου, διαβίβασε τα στοιχεία επικοινωνίας του στην αστυνομία. Υποστηρίζει ακόμα, ότι την ίδια ημέρα, ένας άγνωστος στον ίδιο και στην Καθ' ης η Αίτηση, εξ' όσων ενημέρωσε την δικηγόρο του, του τηλεφώνησε, με το όνομα Σ. από τον αριθμό [.] και όπως είχε ενημερώσει τηλεφωνικά την δικηγόρο του, φιλοξενούσε την Καθ' ης η Αίτηση για κάποιες ημέρες και την παρέδωσε στο αστυνομικό τμήμα Πάφου εκείνη την ημέρα, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο αρ. 4 σχετικό στιγμιότυπο οθόνης από την κλήση που έλαβε από το εν λόγω άτομο. Στην συνέχεια, η αστυνομία στις 21/02/2024 κάλεσε την δικηγόρο του Αιτητή και αυτή τους διαβίβασε τις πληροφορίες που είχαν ζητήσει. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι όπως τον είχε ενημερώσει η δικηγόρος του, στις 23/02/2024 ενημερώθηκε από την αστυνομία μετανάστευσης ότι η Καθ' ης η Αίτηση απελάθηκε από την Κύπρο και ότι θα έπρεπε να επικοινωνήσει με το αστυνομικό τμήμα Λεμεσού για περισσότερες πληροφορίες. Ωστόσο, ανέφερε πως έχει δει την Καθ' ης η Αίτηση στις 27/02/2024 στο Δικαστήριο. Επιπλέον, όπως την ενημέρωσε η δικηγόρος του και πληροφορήθηκε από την αστυνομία, η Καθ' ης η Αίτηση διαμένει παράνομα στην Κύπρο, γι' αυτό επρόκειτο να την απελάσουν. Απ' όσα άκουσε στο Δικαστήριο, ο δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση προέβη σε κάποιες ενέργειες για να αποτρέψει την αστυνομία από τον να την απελάσουν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεδομένου ότι κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται η Καθ' ης η Αίτηση και κανείς δεν έχει επικοινωνία μαζί της, ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει το προσωρινό διάταγμα αναθέτοντας του την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανήλικου. (III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση της στις 08/12/2023 προβάλλοντας συνολικά τρείς λόγους, ως ακολούθως։ α) Δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις δια την έκδοση προσωρινού διατάγματος. β) H Νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και/ή αόριστη και/ή λανθασμένη. γ) Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει ένα τέτοιο δραστικό διάταγμα χωρίς να έχει υπόψη του την Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Ζ.Κ. δικηγορικής υπάλληλου στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί ημερομηνίας 08/12/2023, στην οποία αναλύονται οι θέσεις και οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτοί μεταφέρθηκαν σε αυτήν. Αρχικά, η Καθ' ης η Αίτηση απορρίπτει στην ολότητα τους, τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση του Αιτητή και ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής λόγω του ότι δημιούργησε σε άγνωστο για την ίδια χρονικό διάστημα, σχέση με άλλη γυναίκα τελικά εκδίωξε την Καθ΄ ης η Αίτηση από το σπίτι τους, αφού ασκούσε στην ίδια, για μεγάλο χρονικό διάστημα, καταπίεση και εκφοβισμό, λόγω του ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν οικονομικά πλήρως εξαρτημένη από τον Αιτητή. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι μια πολύ υγιής, ικανή και προστατευτική μητέρα που ενδιαφέρεται για την ευημερία του ανήλικου τέκνου της καθώς και για την εξυπηρέτηση του καλώς νοούμενου συμφέροντος του. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι είναι έτοιμη και πρόθυμη να περάσει από οιανδήποτε ιατρική εξέταση, ώστε να διαφανεί η ικανότητα της, ως μητέρα για να διαχειρίζεται υπεύθυνα και προς όφελος του ανήλικου τέκνου της τον γονικό της ρόλο και τις υποχρεώσεις της. Όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η Αίτηση, ο Αιτητής επιζητά διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει προτού ακούσει τους διάδικους καθώς και την λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, η οποία και θα πρέπει να ετοιμάσει προς τούτο σχετική έκθεση. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ακόμα, ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν14/60 δια την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αλλά και ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής, γενική και/ή αόριστη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Στις 03/10/2024 η Καθ' ης η Αίτηση και πάλι μέσω της κας Ζ.Κ. καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με σκοπό να απαντήσει στους ισχυρισμούς που τέθηκαν μέσα από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 11/09/
- Αρχικά, υποστηρίζει ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση την ενημέρωσε μετά που διάβασε την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Αιτητή ότι η πληροφόρηση που έλαβε από την αστυνομία για την δήθεν εξαφάνιση της, ξεκίνησε από τον Αιτητή. Υποστηρίζει ότι διαφαίνεται ότι το σχεδίασε για να δημιουργήσει την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι ΄΄εξαφανισμένη΄΄ από την Κύπρο και έτσι να του αναθέσει την αποκλειστική γονική μέριμνα του παιδιού τους, όπως ήταν η αρχική επιδίωξη του από το
- Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ζει και εργάζεται στην Λεμεσό και επιθυμεί να έχει ενεργή συμμετοχή στη ζωή του ανήλικου υιού της παρ' όλα τα προβλήματα που δημιουργεί ο Αιτητής προσπαθώντας να την αποξενώσει από αυτόν. Υποστηρίζει ακόμα, ότι είναι καταχωρημένο στο σύστημα του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, από τότε που λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη σχέση, ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν είναι εξαρτώμενη του Αιτητή και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να του τηλεφωνήσουν δήθεν από την αστυνομία και να τον ρωτούσαν εάν η Καθ΄ ης η Αίτηση εξακολουθεί να είναι σύζυγος του Αιτητή. Ισχυρίζεται ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση ουδέποτε απελάθηκε από την Δημοκρατία, ενώ αυτή ζει και εργάζεται στην Λεμεσό. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι όπως την πληροφορεί ο κ. Αδάμου, από την ημέρα που ο Αιτητής καταχώρησε την αίτηση του για να του δοθεί η άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν πάντοτε παρούσα στο Δικαστήριο. (IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.,
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co.
(1997)(Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791). Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas,
(1984)1 Α.Α.Δ. 263). Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5
(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.
(2)εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (βλ. Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1911). Σύμφωνα με την καθοδηγητική νομολογία, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικων τέκνων, δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα, της οποίας ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Ως συμφέρον του τέκνου εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1108, Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 Α.Α.Δ. 130, Διευθύντρια Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά.
(2001)1 (Γ) 1911, Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού
(1997)1 ΑΑΔ 1588, 1593 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων». Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία». (V) Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΕΚΝΟ։ Στις 29/03/2024 το Δικαστήριο διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων K.M.K. ηλικίας 15 ετών τότε, ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη η γνώμη του, στην βάση της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. -ν- Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερομηνίας 07/07/2022, όπου κρίθηκε αναγκαία η λήψη προσωπικής συνέντευξης με έναν ανήλικο ακόμα και στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης αίτησης. Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του. Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού
(1993)1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα: «H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6
(3)του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ' αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους. Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6
(3)του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του». Στην απόφαση Π.Ε. -και- K.R.U. του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Έφεση αρ. 23/18, ημερομηνίας 03/12/2019, η πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου κα Σταματίου, επισήμανε τα ακόλουθα: «H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1993)1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου
(2004)1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα». Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (βλ. σελ. 560-561): «β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα.» Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει την γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και έτσι αυτό επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αντλείται συνήθως καθοδήγηση από την σχετική νομολογία. Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη
(2004)στην σελ. 907, εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το 6ο έτος της ηλικίας του. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Α. Καλφοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 55, το Δικαστήριο, σε σχέση με τα κριτήρια καθορισμού της παιδικής ωριμότητας, επισήμανε στην σελ. 72 τα ακόλουθα։ «Όταν ο ανήλικος έχει φτάσει σε ηλικία που μπορεί να αποφασίζει, το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τις επιθυμίες του ανηλίκου (Re Agar-Ellis
(1883)24 CH.D. 317). Στις υποθέσεις R. v. Clarke και R. v. Howes (3 El. & El. 332) αποφασίστηκε ότι η ηλικία που μπορεί να οδηγήσει έναν ανήλικο σε μία σωστή επιλογή είναι για τα αγόρια η ηλικία των 14 χρονών και για τα κορίτσια η ηλικία των 16 χρονών». Το άρθρο 12
(1)του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου (Ν.5(ΙΙΙ)/2000) διαλαμβάνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής των απόψεων του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και δίδεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητας του. Η καταλυτική σημασία του δικαιώματος ακρόασης των παιδιών διαφαίνεται και μέσα από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2201/2003 για την διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, όπου στο άρθρο 23(β) αναφέρεται ότι, απόφαση που αφορά την γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται, αν έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο παιδί δυνατότητα ακρόασης κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του κράτους αναγνώρισης. Ένεκα της φύσεως και της αιτούμενης θεραπείας της υπό εξέταση αίτησης, η συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων επικεντρώθηκε κυρίως στην καθημερινότητα του αλλά και στην σχέση και αλληλεπίδραση του με τους γονείς του. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος ανέφερε ότι του αρέσει που μένει με τον πατέρα του στο σπίτι τους που είναι κοντά στην θάλασσα μαζί με την νέα σύζυγο του και την θυγατέρα της από προηγούμενο της γάμο. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, πως όταν του υπέβαλλα ερωτήσεις για την μητέρα του, ο ανήλικος αναφερόταν στην μητριά του αποκαλώντας την «μαμά μου» σε κάποιες περιπτώσεις. Όταν ρωτήθηκε πως νοιώθει που τώρα οι γονείς του δεν μένουν πλέον μαζί, ο ανήλικος απάντησε ότι νοιώθει καλά και πιο ήρεμα, αφού δεν υπάρχουν τσακωμοί που δεν καταλάβαινε. Διευκρίνισε όμως αργότερα ότι δεν περνούσαν και άσχημα, αλλά και ότι η μητέρα του μετά το διαζύγιο έγινε κάπως παράξενη κάθε φορά που συναντιόντουσαν και οι συναντήσεις τους τέλειωναν θλιβερά. Περαιτέρω, μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο ανήλικος Κ.Μ.Κ. ανέφερε ότι δεν πεθυμά την μητέρα του. Διότι πάντοτε ο πατέρας του τον υποστήριζε και η μητέρα του χανόταν. Μάλιστα κατά την διάρκεια του διαζυγίου επιθυμούσε αρχικά να λάβει το μέρος της μητέρας του, αλλά όταν αυτή άρχισε να συμπεριφέρεται παράξενα, αντιλήφθηκε ότι αν μείνει με τον πατέρα του, θα νοιώθει πιο ασφαλής. Όταν ο ανήλικος ρωτήθηκε για το πότε είδε τελευταία φορά την μητέρα του, το παιδί απάντησε ότι την προηγούμενη Παρασκευή αυτή ήρθε στο σχολείο για να τον δει, αλλά αυτός δεν ήθελε και τα άλλα παιδιά τον βοήθησαν να φύγει από άλλη πόρτα για να μπει στο λεωφορείο. Διευκρίνισε ότι μετά από αυτά που έγιναν, δεν επιθυμεί να βλέπει την μητέρα του και του εξήγησαν ότι όλες εκείνες οι συναντήσεις είναι αχρείαστες. Περαιτέρω, ο ανήλικος ρωτήθηκε αν μιλά στο τηλέφωνο με την μητέρα του και αυτός απάντησε αρνητικά και ότι δεν θέλει, ενώ την έχει «μπλοκάρει». Ξεκαθάρισε ότι δεν θέλει να μιλά «με αυτό το άτομο» όπως χαρακτηριστικά την αποκάλεσε, διότι στην προηγούμενη συνάντηση μεταξύ τους, στην παρουσία λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, του έλεγε κάποια ασήμαντα πράγματα και ούτε απάντησε σε ερωτήσεις που της έκανε. Μάλιστα ο ανήλικος ανέφερε ότι την τελευταία φορά που βρέθηκαν με την μητέρα του, ήθελε να τελειώσει γρήγορα η συνάντηση για να πάει σπίτι, αφού δεν επιθυμεί να κάθεται με «τέτοιο άνθρωπο» ο οποίος συχνά τον ξεχνούσε και ότι απλά θέλει να ζει ήρεμα. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον ανήλικο και αν περνούσε όμορφα πιο παλιά με την μητέρα του, αυτός απάντησε ότι παλαιότερα ήταν πιο καλά, όμως δύο χρόνια πριν το διαζύγιο των γονέων του, η μητέρα του είχε αλλάξει και έβλεπε μόνο τον εαυτό της, χωρίς να τον φροντίζει αρκετά. Διευκρίνισε ότι δεν θέλει να την ξανασυναντήσει, ενώ έχει πολλά πράγματα να κάνει που τον ενδιαφέρουν περισσότερο και ότι δεν επιθυμεί να της μιλά. Είναι ξεκάθαρο, έστω σε προκαταρτικό βαθμό και στα πλαίσια εξέτασης της παρούσης ενδιάμεσης αίτησης, ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων εξέφρασε αρκετά αρνητικά συναισθήματα για την μητέρα του, για συγκεκριμένους λόγους που ο ίδιος περιέγραψε. Δήλωσε την δυσαρέσκεια του σε σχέση με την στάση της μητέρας του, αφού νοιώθει ότι ουσιαστικά τον παραμελούσε και δεν τον φρόντιζε αρκετά. Εξέφρασε την άποψη ότι δεν επιθυμεί να την ξαναδεί και ούτε να της μιλά. Αντιθέτως, εξέφρασε θετικά συναισθήματα και αγάπη για τον πατέρα του και ότι μαζί του νοιώθει ασφάλεια και ηρεμία, ενώ μοιράζονται αρκετά πράγματα μαζί και τον στηρίζει. Στην βάση των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι ο ανήλικος Κ.Μ.Κ. διαθέτει σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία ή στοιχειώδη εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσης. Θεωρώ έστω σε προκαταρτικό βαθμό, ότι το παιδί εξέφρασε την γνώμη και τις απόψεις του ελεύθερα, γνήσια και αυθόρμητα, χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη ή επηρεασμό. Συνεπώς, κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο οι θέσεις και επιθυμίες του, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη του. Εξυπακούεται, ότι η γνώμη του παιδιού δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αλλά απλά μπορεί να συνεκτιμηθεί στον προσδιορισμό του γνήσιου συμφέροντος του, έστω στα περιορισμένα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ακούσει ένα ανήλικο τέκνο και να συνεκτιμήσει την γνώμη του μαζί με άλλους παράγοντες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένο να την αποδεχτεί, αν κάτι τέτοιο ενδέχεται να μην εξυπηρετήσει στο έπακρον τα πραγματικά συμφέροντα του και όχι αυτά που το ίδιο νομίζει. Στην υπόθεση Ιακωβίδη ν. Ιακωβίδου
(2000)1 ΑΑΔ 1108, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Η επιθυμία του ανήλικου θα πρέπει να λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά σίγουρα δεν συνιστά και τον μόνο, ούτε και τον πρωταρχικό παράγοντα. Και τούτο, γιατί, όπως φαίνεται να έγινε και στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι σίγουρο ότι αυτή είναι η πραγματική επιθυμία του ανήλικου. Εξ' άλλου είναι εύκολο ανήλικος, ιδιαίτερα σε τρυφερή ηλικία, να καθοδηγηθεί ή ακόμα να αφεθεί να νομίζει ότι έχει συγκεκριμένες επιθυμίες που ουσιαστικά δεν τον εκφράζουν». (VI) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Αρχικά να επισημάνω, ότι και οι δύο πλευρές μερίμνησαν να συμπεριλάβουν στις ένορκες δηλώσεις τους, διάφορους ισχυρισμούς που μεγάλο μέρος αυτών δεν σχετίζεται επακριβώς με τα επίδικα θέματα και την αιτούμενη θεραπεία ή που αφορούν την μεταξύ τους σχέση και διαφορές, οι οποίες θα πρέπει με βάση την σχετική νομολογία να αγνοηθούν και να μην ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, αναδείχθηκαν μερικοί αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις, επί διάφορων γεγονότων και πραγματικών περιστατικών για τις οποίες φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση τους, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης και οι οποίες θα εξεταστούν ενδελεχώς κατά το διερευνητικό στάδιο της υπόθεσης, όπου έχοντας ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, θα καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων (βλ. Δαμιανού ν. Δαμιανού
(1989)1 Α.Α.Δ. 29). Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι το Δικαστήριο στην υπό κρίση αίτηση δεν προέβη μονομερώς στην έκδοση προσωρινού διατάγματος, διέταξε την επίδοση της αίτησης και άκουσε και τις δύο πλευρές. Επομένως, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι κανόνες για πλήρη αποκάλυψη (Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 816). Λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και προσεγγίζοντας την με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων, θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 αλλά και η σχετική νομολογία. Στην υπό εξέταση αίτηση, στην βάση των δικογράφων και των ένορκων δηλώσεων των διαδίκων, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αφού ο Αιτητής είναι ο πατέρας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και τόσο ο ίδιος όσο και η Καθ' ης η Αίτηση διαφωνούν ως προς την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους Κ.Μ.Κ.. Περαιτέρω, θεωρώ ότι ο Αιτητής μέσα από τους ισχυρισμούς που προβάλλει στις δύο ένορκες δηλώσεις του, έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, το οποίο δεν είναι άλλο από την ανάθεση στον ίδιο της αποκλειστικής άσκησης των πτυχών της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου του, για συγκεκριμένους λόγους και κατ' επέκταση η προστασία και προώθηση του γνήσιου και καλώς νοούμενου συμφέροντος του. Σε σχέση με το δεύτερο κριτήριο, ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας έχω διαπιστώσει χωρίς να προβαίνω σε ουσιώδη αξιολόγηση αλλά προκαταρτική εξέταση των θέσεων του Αιτητή, ότι αυτός παρουσίασε μία πιθανότητα επιτυχίας, αφού το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που αυτός απαιτείτο να υπερπηδήσει δεν ήταν πολύ υψηλό. Όπως ορίζει η σχετική νομολογία, η έννοια της «πιθανότητας» εισάγει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Χωρίς να αξιολογώ τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τους διαδίκους, κρίνω ότι ο Αιτητής έστω και σε προκαταρτικό βαθμό ικανοποίησε την 2η προϋπόθεση, δηλαδή ότι ενυπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αίτησης του, αφού έχει το δικαίωμα να αποταθεί για την αιτούμενη θεραπεία, η οποία αφορά μεταξύ άλλων την αποκλειστική άσκηση όλων των πτυχών της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου, η οποία κατ' ισχυρισμό του καθίσταται επείγουσας μορφής. Και τούτο, διότι έχει προβάλλει διάφορα ανησυχητικά γεγονότα που κατά την γνώμη του, καταδεικνύουν παραμέληση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και διάφορες συμπεριφορές ή παραλείψεις της, οι οποίες δύναται να αποτελέσουν μία μορφή κακής άσκησης της γονικής μέριμνας εκ μέρους της. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799): «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία». Η τρίτη προϋπόθεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427): «Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.» Πράγματι, μέσα από τις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχώρησε ο Αιτητής προβάλλονται διάφορα σοβαρά περιστατικά σε σχέση με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων αλλά και σε σχέση με την συμπεριφορά και της στάση της Καθ' ης η Αίτηση απέναντι του. Από την μία, ο Αιτητής υπερτονίζει τα φερόμενα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Καθ' ης η Αίτηση, τα οποία την εμποδίζουν από το να ασκεί δεόντως τα γονικά της καθήκοντα, αλλά και να παρέχει την συγκατάθεση της στις διάφορες αποφάσεις που αφορούν κυρίως τα θέματα εκπαίδευσης και υγείας του παιδιού τους. Επιπρόσθετα, περιγράφει διάφορα ανησυχητικά περιστατικά «εγκατάλειψης» του ανήλικου από την μητέρα του κατά την διάρκεια διεξαγωγής διάφορων μαθημάτων και δραστηριοτήτων του, καθώς και αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές προς το παιδί, τα οποία οδήγησαν τον Κ.Μ.Κ. να μην επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε σχέση και επικοινωνία μαζί της. Ο Αιτητής υπερθεματίζει την αστάθεια της Καθ' ης η Αίτηση, με την αποκάλυψη του προαναφερόμενου περιστατικού της «εξαφάνισης» της και την πιθανότητα απέλασης της από το έδαφος της Δημοκρατίας. Από την άλλη, η Καθ' ης η Αίτηση αφού απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, υποστήριξε πως είναι μια υγιής, ικανή και προστατευτική μητέρα που ενδιαφέρεται για την ευημερία του ανήλικου τέκνου της, καθώς και δια την εξυπηρέτηση του καλώς νοούμενου συμφέροντος του. Περαιτέρω, δήλωσε την ετοιμότητα της να περάσει από οποιαδήποτε ιατρική εξέταση, ώστε να διαφανεί η ικανότητα της ως μητέρα που διαχειρίζεται υπεύθυνα και προς όφελος του ανήλικου τέκνου της τον γονικό της ρόλο και τις υποχρεώσεις της. Αξιολογώντας σφαιρικά έστω σε προκαταρτικό βαθμό τις διαφορετικές θέσεις των διαδίκων, θεωρώ ότι δεν διαφαίνονται να ενυπάρχουν εκείνες οι ειδικές και εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες ενδέχεται να καθιστούν απαραίτητη, επείγουσα και απολύτως αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, αλλιώς σε αντίθετη περίπτωση να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τα αναφερόμενα περιστατικά φαίνεται τουλάχιστον στο στάδιο εξέτασης της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης, να μην είναι ικανά να αποκλείσουν ολοκληρωτικά την άσκηση όλων των γονικών δικαιωμάτων της Καθ' ης η Αίτηση και το δικαίωμα της να αποφασίζει και αυτή για τα σοβαρά και ουσιώδη ζητήματα που αφορούν το παιδί της. Οι λόγοι που έχουν προβληθεί από την πλευρά του Αιτητή προς τον σκοπό ανάθεσης της γονικής μέριμνας του ανήλικου αποκλειστικά στον ίδιο, στα πλαίσια ενός προσωρινού διατάγματος και ουσιαστικά του πλήρους αποκλεισμού του ρόλου της μητέρας του από αυτό το στάδιο, δεν έπεισαν το Δικαστήριο έστω σε προκαταρτικό βαθμό ότι αποτελούν αδήριτη ανάγκη και ούτε καθίστανται επαρκείς. Επιπρόσθετα, εν προκειμένω θεωρώ ότι δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά και ότι ο Αιτητής που φέρει και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, έστω και σε αυτό το προκαταρτικό στάδιο παρέλειψε να εξειδικεύσει και/ή να αιτιολογήσει στον απαιτούμενο βαθμό, γιατί δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ του στο μέλλον και κυρίως γιατί θα επηρεαστεί ανεπανόρθωτα το γνήσιο συμφέρον του ίδιου αλλά και του ανήλικου τέκνου του, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο δραστικό διάταγμα. Αποτελεί θέση του Δικαστηρίου, ότι η συγκρουσιακή σχέση των διαδίκων και η αδυναμία συνεννόησης τους για τα θέματα που άπτονται της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους, τα όποια ψυχολογικά προβλήματα της Καθ' ης η Αίτηση και η φερόμενη οικονομική αστάθεια της, οι ισχυρισμοί ότι ασχολείτο μόνο με τον εαυτό της και πως ξόδευε τα χρήματα της στις προσωπικές της ανάγκες, δεν αποτελούν ισχυρούς και ικανούς λόγους τουλάχιστον στα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης, οι οποίοι συνηγορούν απαραιτήτως στον πλήρη αποκλεισμό της συμμετοχής μίας μητέρας στις ουσιώδεις αποφάσεις που αφορούν την ανατροφή του τέκνου της. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση μου ότι θα πρέπει να αξιολογηθούν σφαιρικά όλες οι ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης και όχι μόνο περιοριστικά η επιθυμία του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, η οποία μπορεί και να μην αποσκοπεί εν τέλει στο γνήσιο και πραγματικό συμφέρον του ή και να μην είναι εντελώς γνήσια. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεδομένων και των πιο πάνω περιστάσεων και ούτε μπορώ να αποδεχθώ ότι θα επέλθει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή και στον ανήλικο Μ.Κ.Κ. σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Παρόλο που οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου σφραγίζουν και την τύχη της υπό εξέταση Αίτησης, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας και αφού έχω καταλήξει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει να λάβει πρωτίστως υπόψη του τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως το καλώς νοούμενο συμφέρον του τέκνου. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και αξιολογώντας σφαιρικά τα δεδομένα της παρούσης υπόθεσης, δεν θεωρώ και ούτε έχω πειστεί ότι η παρούσα περίπτωση είναι από αυτές που η Καθ' ης η Αίτηση θα πρέπει να αποστερηθεί πλήρως των γονικών της δικαιωμάτων. Θεωρώ ότι αυτό επιβάλλεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι τόσο ισχυρά που να επιβάλλουν κάτι τέτοιο, όπως για παράδειγμα της πλήρους αδυναμίας ή ανικανότητας άσκησης της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα για πραγματικούς λόγους, της σοβαρής παράβασης των γονικών καθηκόντων, όπως η άσκηση βίας στο παιδί αλλά και της καταδίκης του ενός γονέα για αδίκημα που αφορά την ζωή, τα ήθη και την υγεία του παιδιού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως παρεμβαίνουν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι οποίες προωθούν τα ανάλογα διαβήματα για την προστασία των επηρεαζόμενων ανήλικων. Συνεπώς, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να ασχοληθεί σε αυτό το στάδιο με κάθε ξεχωριστό περιστατικό ή γεγονός που αναφέρει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια ιδίως ο Αιτητής μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του, ωσάν να πρόκειται περί εκδίκασης της κυρίως αιτήσεως και τεκμηρίωσης για το ποιος γονέας είναι καταλληλότερος σε σχέση με την φροντίδα, διαπαιδαγώγηση και ανατροφή του ανήλικου τέκνου τους. Δεν παραβλέπω ότι έχουν προβληθεί διάφορα ανησυχητικά περιστατικά σε σχέση με την κακή ή αμελή άσκηση των γονικών καθηκόντων της Καθ' ης η Αίτηση, εν τούτοις αυτό δεν είναι το στάδιο κατά το οποίο θα τα εξετάσω εις βάθος, ούτως ώστε να καταλήξω σε ασφαλή τελικά ευρήματα και συμπεράσματα. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η αποκλειστική ανάθεση όλων των πτυχών της γονικής μέριμνας ενός τέκνου στον ένα γονέα και συνακόλουθου αποκλεισμού του άλλου γονέα από αυτήν, έστω και σε προσωρινό βαθμό αποτελεί ένα ιδιαίτερα δραστικό μέτρο, το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει κατά το στάδιο εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης, όταν πλέον θα έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων και κυρίως τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ή των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση, δεν θα ήταν ορθή ή εύλογη υπό τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης, ενώ θα προκαλούσε αδικία στην μία ή την άλλη πλευρά. Ως εκ τούτου, ισοζυγίζοντας τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν εγκριθεί η αξίωση του Αιτητή, παρά από το να μην εγκριθεί, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Δεν παραβλέπω το γεγονός ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων δήλωσε ξεκάθαρα, την επιθυμία του να συνεχίσει να διαμένει με τον πατέρα του και να τον φροντίζει αυτός αφού μαζί του νοιώθει ασφάλεια, εξηγώντας και τους λόγους όπως διαφάνηκε μέσα από την συνέντευξη του με το Δικαστήριο. Η άποψη του αυτή, ουσιαστικά φαίνεται να σχετίζεται με την επιθυμία του για τον καθορισμό του τόπου διαμονής του και την ανάθεση της φροντίδας και φύλαξης στον πατέρα του, κάτι που εξάλλου ισχύει de facto εδώ και κάποια έτη, ενώ δεν φαίνεται να συνδέεται αυστηρά με την άσκηση όλων των πτυχών της επιμέλειας και της εν γένει γονικής μέριμνας του ανήλικου, όπως δηλαδή επιθυμεί και αξιώνει ο πατέρας του. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι σε αυτό το στάδιο και στα πλαίσια εξέτασης μίας τέτοιας αιτήσεως δεν μπορεί να δοθεί αποκλειστική βαρύτητα στις απόψεις του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό ώστε να ρυθμίζεται τελεσίδικα το εν λόγω ζήτημα και χωρίς μάλιστα να τεθούν πρώτα ενώπιον του Δικαστηρίου, τα διαφωτιστικά ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας αλλά και η ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, αυτό ενδεχομένως να ισοδυναμούσε με την τελική κρίση του ζητήματος αλλά και της ουσίας της εναρκτήριας Αίτησης, αφού θα προκύψουν ταυτόσημα αποτελέσματα, από την στιγμή που και στην ενδιάμεση αλλά και στην εναρκτήρια αίτηση επιζητείται η ίδια ακριβώς θεραπεία, ήτοι η ανάθεση της αποκλειστικής γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων στον Αιτητή. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο στην βάση της σχετικής νομολογίας, θα πρέπει να αποφύγει την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος το οποίο θα διεκπεραιώσει και θα διευθετήσει εκ των πραγμάτων, την ουσία της υπόθεσης υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου από αυτό το στάδιο, προκαλώντας ενδεχομένως αδικία και τετελεσμένα. Πέραν των πιο πάνω, μέσα από τις γραπτές της αγορεύσεις η συνήγορος του Αιτητή εισηγείται με κάθε επιφύλαξη των δικαιωμάτων του πελάτη της, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εγκρίνει την θεραπεία για ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας του ανήλικου στον ίδιο, τότε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει προσωρινά διατάγματα με τα οποία να παραχωρείται σε αυτόν αποκλειστικά η άσκηση συγκεκριμένων πτυχών της επιμέλειας του παιδιού, όπως η εκπαίδευση, η υγεία, τα ταξίδια και ότι αφορά τις διαδικασίες για την άδεια παραμονής του ανήλικου στην Κύπρο. Βασίζει αυτή της την θέση, στον ισχυρισμό ότι αυτό αποδεικνύεται και από τους ισχυρισμούς του ίδιου του Αιτητή μέσα από τις ένορκες δηλώσεις του, αλλά και μέσα από τα λεγόμενα της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι αυτό συνάγεται και από τις αιτήσεις που καταχώρησε ο Αιτητής κατά καιρούς και εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα για να παραχωρηθεί άδεια για να ταξιδέψει ο ανήλικος εκτός Κύπρου, αλλά και για να προβεί μονομερώς ο Αιτητής στις απαραίτητες ενέργειες προς ανανέωση της άδειας παραμονής του ανήλικου στην Κύπρο, καθότι ήταν αδύνατο να επικοινωνήσει με την Καθ' ης η Αίτηση. Εξετάζοντας το πιο πάνω αίτημα της πλευράς του Αιτητή, αρχικά έχω διαπιστώσει ότι στην αιτούμενη θεραπεία τόσο της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης, όσο και της εναρκτήριας αίτησης, δεν συμπεριλαμβάνεται οποιαδήποτε άλλη θεραπεία πλην αυτής για την ανάθεση της αποκλειστικής γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων στον πατέρα του. Είναι η θέση μου, στην βάση των πραγματικών δεδομένων της υπό εξέταση περίπτωσης, πως το προαναφερόμενο ζήτημα δεν αποτελεί ουσιαστικά επίδικο θέμα και ούτε μπορεί να επιτραπεί η έκδοση ενός διατάγματος το οποίο δεν εξειδικεύεται στις αιτούμενες θεραπείες, χωρίς μάλιστα να τεθεί με την απαιτούμενη επάρκεια και πληρότητα το αναγκαίο υπόβαθρο στην εν λόγω ενδιάμεση αίτηση (βλ. απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση I.D.G. v. B.M. Πολ. Εφ. Αρ. 229/2023 ημερομηνίας 12/03/2025, αλλά και στην υπόθεση Κονναρή ν. Ζίχνι, Εφ. Αρ. 29/20 ημερομηνίας 08/06/2021). Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν ασκούσα την ευρύτερη διακριτική μου ευχέρεια προς έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της απόφασης Κουφού ν. Κουφού
(1997)1 Α.Α.Δ. 1588, αλλά και στην βάση του άρθρου 17(Β)
(1)του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, θεωρώ ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, οφείλω πρώτα να λάβω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας των διαδίκων και κυρίως τα διαφωτιστικά ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, κάτι που θα λάβει χώρα στα πλαίσια εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης. Και τούτο διότι, τα θέματα εκπαίδευσης, υγείας και ταξιδιών ενός παιδιού, αποτελούν ίσως τις σημαντικότερες και πιο ουσιώδεις πτυχές άσκησης της γονικής μέριμνας ενός ανήλικου, για τις οποίες εξαιρετικά σπάνια αποκλείεται η συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων του ενός από τους δύο γονείς, στα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης. Ούτε βέβαια θεωρώ ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που πληρούνται σωρευτικά και οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης θεραπείας, όπως ακριβώς έχω επεξηγήσει σε προηγούμενα αποσπάσματα της παρούσης απόφασης. (VII) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Συνεπακόλουθα για τους πιο πάνω λόγους, η αιτούμενη θεραπεία της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης απορρίπτεται στο σύνολο της. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν με το πέρας εκδίκασης της εναρκτήριας Αίτησης. (Υπ.) ............................................................ Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο