← Κύπρος

Λ.Λ. ν. I.L.Λ., Αρ. Αίτησης? 219/2024, 6/8/2025

Λ.Λ. ν. I.L.Λ., Αρ. Αίτησης? 219/2024, 6/8/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Οικ. Δ. Αρ. Αίτησης։ 219/2024 i-Justice Μεταξύ: Λ.Λ. από την Λεμεσό Αιτητή -και- I.L.Λ. από την Λεμεσό Καθ' ης η αίτηση ---------------------- Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 22/10/2024 Ημερομηνία: 06/08/2025 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή։ ο ίδιος προσωπικά Για Καθ' ης η Αίτηση: κα Ευριδίκη Γιαννακού για Χατζηλοϊζου, Χατζηνικολάου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΠΡΟΟΙΜΙΟ։ Στις 13/08/2024 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων την τροποποίηση ή και την ακύρωση του διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 29/08/2024 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 125/

  1. Ακολούθως, στις 16/08/2024 ο Αιτητής καταχώρησε μονομερή ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιώνει την αναστολή ισχύος του διατάγματος διατροφής ημερομηνίας 29/08/2023 μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και διαζευκτικά την μείωση της διατροφής που καταβάλλει για την ανήλικη από τα €550,00 στα €50,00 εξαιτίας της ουσιαστικής μεταβολής των συνθηκών που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου Διατάγματος. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την πιο πάνω ενδιάμεση αίτηση, δεν προχώρησε μονομερώς στην έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος και έτσι δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της, ώστε να ακουστούν οι θέσεις της άλλης πλευράς, πριν το Δικαστήριο καταλήξει στην απόφαση του. Στις 11/10/2024 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην Αίτηση ημερομηνίας 16/08/
  2. Στις 09/09/2024 οι διάδικοι καταχώρησαν από κοινού το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας στην βάση του Εντύπου αρ. 38, όπου και συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων όπως καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Αιτητή, από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και από την Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Προνοίας και όπως στην συνέχεια καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση και αίτηση αντεξέτασης από την Καθ' ης η αίτηση. Το εν λόγω χρονοδιάγραμμα εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, δόθηκαν σχετικές οδηγίες καθώς και άδεια στον Αιτητή για καταχώρηση των εν λόγω ενόρκων δηλώσεων. Στις 15/10/2024 η πλευρά του Αιτητή εξέδωσε κλήση μάρτυρα προς τον αρμόδιο υπάλληλο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπως παρευρεθεί στις 30/10/2024 για να δώσει μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Στην συνέχεια, ο Αιτητής στις 22/10/2024 καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση κλήσης με την οποία να καλείται ο αρμόδιος υπάλληλος των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στις 30/10/2024 και ώρα 9:00 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού ή σε οποιανδήποτε άλλη ημερομηνία κρίνει το Δικαστήριο και να δώσει γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή προφορική μαρτυρία αναφορικά με τις ασφαλιστέες απολαβές της Καθ' ης η Αίτηση για τη χρονική περίοδο από την 01/08/2023 μέχρι σήμερα και όπως παρουσιάσει σχετική κατάσταση των ασφαλιστέων απολαβών της, για την εν λόγω χρονική περίοδο τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης με αριθμό 219/
  3. Στις 17/12/2024 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση προβάλλοντας συνολικά 16 λόγους ένστασης και η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Η ακρόαση της παρούσης ολοκληρώθηκε με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη. (II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ։ Η ενδιάμεση Αίτηση του Αιτητή υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 22/10/2024, στην οποία προβάλλει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του. Αρχικά, ο Αιτητής αναφέρει ότι με βάση το επίδικο διάταγμα καταβάλλει στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των €550,00 μηνιαίως ως διατροφή για την ανήλικη θυγατέρα τους και επιπλέον καταβάλλει στο νηπιαγωγείο τα μηνιαία δίδακτρα του νηπιαγωγείου που φοιτά το ανήλικο τέκνο, ενώ επιπρόσθετα καταβάλλει τα έξοδα των δραστηριοτήτων της. Με την ενδιάμεση αίτηση του ημερομηνίας 16/08/2024, αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να τροποποιείται το διάταγμα διατροφής ημερομηνίας 29/08/2023 λόγω ουσιαστικής μεταβολής των συνθηκών που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Ειδικότερα, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι όπως αναφέρει μεταξύ άλλων στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την προαναφερόμενη ενδιάμεση αίτηση του, πως ένας από τους βασικούς λόγους που αποδέχθηκε την έκδοση του επίδικου διατάγματος διατροφής, ήταν το γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ' ης η αίτηση δεν εργαζόταν και δεν είχε οποιαδήποτε εισοδήματα. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, επήλθε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών που υφίσταντο κατά τον χρόνο έκδοσης του, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι η Καθ' ης η αίτηση άρχισε να εργάζεται και να έχει από την εργασία της σημαντικά εισοδήματα. Εξ' όσων η ίδια η Καθ' ης η αίτηση τον πληροφόρησε πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, κερδίζει από την εργασία της ποσό πέραν των €3.000 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό, πλέον λαμβάνει επίδομα μονογονιού αλλά και επίδομα τέκνου. Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 11/10/2024 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω ενδιάμεση αίτηση του, όπου στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση της ισχυρίζεται ότι από την εργασία της λαμβάνει ως εισόδημα μόνο το ποσό των €1.500 και ότι το ποσό αυτό λήφθηκε υπόψιν κατά την έκδοση του διατάγματος διατροφής, χωρίς να επισυνάπτει οποιονδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση, ότι τα εισοδήματα της δεν μεταβλήθηκαν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναφέρει ακόμα, ότι όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος του, η Καθ' ης η αίτηση έχει μεν καθήκον να αποκαλύψει τα πραγματικά εισοδήματα της στο πλαίσιο της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης του, όμως παράλληλα ο ίδιος φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ουσιαστικά, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η τροποποίηση του. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει αποκαλύψει τα πραγματικά της εισοδήματα με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η κλήτευσή ως μάρτυρα του αρμόδιου υπαλλήλου των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να μαρτυρήσει για τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση από την 01/8/2023 μέχρι σήμερα, να καταθέσει σχετική κατάσταση με τις ασφαλιστέες απολαβές της Καθ' ης η αίτηση από την 01/08/2023 μέχρι σήμερα και ουσιαστικά να επιβεβαιώσει τα όσα προφορικά του δήλωσε η Καθ' ης η αίτηση, ότι δηλαδή ο μισθός της ξεπερνά τις €3.000 μηνιαίως. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής αναφέρει ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος, η Καθ' ης η αίτηση διέμενε στην οικία του στο Πισσούρι και είναι απόλυτα σίγουρος ότι αυτή δεν εργαζόταν και ως εκ τούτου η εν λόγω ένορκη δήλωση της είναι και πάλι ψευδής. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για την επιτυχία της ενδιάμεσης αίτησης του και έχει σκοπό να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο αρμόδιος υπάλληλος των υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα δώσει μαρτυρία αναφορικά με τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση και θα καταθέσει την σχετική κατάσταση των ασφαλιστέων απολαβών. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης, αφού ο ίδιος είναι αδύνατον να λάβει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων χωρίς την συγκατάθεση της. Ο Αιτητής αναφέρει ότι στην βάση του εντύπου αρ. 38 το Δικαστήριο καθόρισε το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας και έδωσε οδηγίες όπως αυτός καταχωρήσει συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία μέχρι την 01/11/
  4. Ως εκ τούτου, αξιώνει όπως η αρμόδια υπάλληλος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 30/10/2024 ή σε οποιανδήποτε άλλη ημερομηνία αποφασίσει το Δικαστήριο είτε για να δώσει σχετική γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης, είτε να για να δώσει προφορική μαρτυρία. Όπως τον πληροφορεί η δικηγόρος του, για να καταστεί δυνατή η έκδοση κλήσης για να παρουσιαστεί ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο, ώστε να δώσει μαρτυρία και να προσαγάγει έγγραφα σε ημερομηνία άλλη από την ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η δίκη, απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου. (III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση της στις 17/12/2024 προβάλλοντας συνολικά 16 λόγους ένστασης, ως ακολούθως։
  5. Η υπό εκδίκαση αίτηση είναι εκπρόθεσμη και/ή αδικαιολόγητη.
  6. Ο Αιτητής επιχειρεί να εισάγει μαρτυρία η οποίο μπορούσε να συμπεριληφθεί στην μαρτυρία του και/ή στην αρχική του μαρτυρία και/ή στην ένορκη δήλωση του και/ή να παρουσιαστεί εξ' αρχής.
  7. Δεν προνοείται πουθενά στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας στα πλαίσια ενδιάμεσης Αίτησης η κλήτευση μάρτυρα και/ή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας.
  8. Δεν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις για την έκδοση των εκζητούμενων Διαταγμάτων.
  9. Η υπό εκδίκαση Αίτηση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει το εκζητούμενο Διάταγμα.
  10. Η αίτηση είναι κατά νόμο και/ή κατ' ουσία ατεκμηρίωτη και/ή στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και/ή νομικού υπόβαθρου.
  11. Ο Αιτητής δεν έχει προβάλει και/ή δεν προβάλει επαρκώς τις ενέργειες που έχει κάνει πριν την καταχώρηση της Αίτησης σε σχέση με τη μαρτυρία την οποία επιδιώκει να παρουσιάσει μέσω της Αίτησης και/ή παρέλειψε να δικαιολογήσει τους λόγους τους οποίους παρέλειψε να προσκομίσει την αιτούμενη μαρτυρία εξ' αρχής.
  12. Ο Αιτητής με την υπό εκδίκαση Αίτηση του επιχειρεί και/ή αποσκοπεί να διορθώσει και/ή καλύψει και/ή συμπληρώσει παραλείψεις και/ή τυχόν κενά και/ή λάθη υπάρχουν στην ένορκη του δήλωση και/ή στη μαρτυρία του που συνοδεύει την ενδιάμεση Αίτηση του ημερομηνίας 16/08/
  13. Ο Αιτητής προσπαθεί με την παρούσα Αίτηση να μετατρέψει την εκδίκαση της ενδιάμεσης Αίτησης σε εκδίκαση της ουσίας.
  14. Η μαρτυρία που επιδιώκει ο Αιτητής να παρουσιάσει αποτελεί ζητήματα που πρέπει να κριθούν στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης και όχι στον παρόν στάδιο και/ή το παρόν στάδιο δεν είναι το κατάλληλο στάδιο προσκόμισης της αιτηθείσας μαρτυρίας.
  15. Οι λόγοι που προβάλλονται από τον Αιτητή για την έκδοση των διαταγμάτων είναι γενικοί και/ή αόριστοί και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  16. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και/ή υποστηρίζει την υπό εκδίκαση αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή αναληθής και/ή ατεκμηρίωτη και/ή παραπλανητική και/ή κατασκευασμένη.
  17. Η έκδοση των Διαταγμάτων αποσκοπούν στη βάση μεθοδευμένων πρακτικών του Αιτητή.
  18. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  19. Με την τυχόν έκδοση των εκζητούμενων Διαταγμάτων θα επιλυθεί η επίδικη διαφορά σε αυτό το πρόωρο στάδιο, προτού να δοθεί η ευκαιρία στο Δικαστήριο να εκδικάσει την εναρκτήρια αίτηση και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ακούσει σε βάθος τις εκδοχές των δύο διαδίκων.
  20. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας 17/12/2024, στην οποία αναλύονται οι θέσεις και οι ισχυρισμοί της. Αρχικά, η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό ο οποίος προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, ότι δηλαδή καταβάλλει το ποσό των €550,00 μηνιαίως ως διατροφή για την ανήλικη θυγατέρα τους, πλέον τα μηνιαία δίδακτρα του νηπιαγωγείου που αυτή φοιτά πλέον τις δραστηριότητες της και υποστηρίζει ότι παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής αποδέχθηκε στις 29/08/2023 την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος με το οποίο να καταβάλλει τα εν λόγω ποσά, εντούτοις δεν το πράττει. Ενόψει αυτής της συμπεριφοράς του Αιτητή και της άρνησης του να συμμορφωθεί με το διάταγμα διατροφής ημερομηνίας 29/08/2023, αναφέρει ότι αναγκάζεται να καταχωρεί εναντίον του ένορκες δηλώσεις για έκδοση φυλακιστηρίου εντάλματος. Ισχυρίζεται επίσης, ότι ο Αιτητής αρνείται εσκεμμένα και παρά την οικονομική του δυνατότητα και ικανότητα, να καταβάλλει περίπου τους τελευταίους 7 μήνες το ποσό της διατροφής ή μέρος αυτής με αποτέλεσμα μεταξύ άλλων να μην μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά. Η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται ότι από την έκδοση του διατάγματος διατροφής υπήρξε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών ώστε να δικαιολογείται η εκζητούμενη τροποποίηση του και διευκρινίζει ότι ο Αιτητής ζητά αναστολή του διατάγματος Διατροφής και διαζευκτικά την μείωση του ποσού από €550,00 μηνιαίως στο ποσό των €50,00 κάτι το οποίο σε περίπτωση που επιτύχει, θα έχει καταστρεπτικές συνέπειες για την ανήλικη θυγατέρα τους, στην καθημερινότητα της, στην ανάπτυξη και στην διαβίωση της. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η εργασία της λήφθηκε υπόψιν κατά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 29/08/
  21. Ειδικότερα, με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 29/08/2023, ο Αιτητής είχε συμφωνήσει όπως καταβάλλει την εγγύηση και να προπληρώσει ολόκληρο το ποσό των πρώτων έξι μηνιαίων ενοικίων για την κατοικία την οποία θα ενοικίαζε κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και του Αιτητή και να παραδώσει στην ίδια σχετική απόδειξη η οποία θα εκδιδόταν στο όνομα της. Αναφέρει ακόμα, ότι για τους έξι αυτούς μήνες ο Αιτητής θα κατέβαλλε το ποσό των €250,00 μηνιαίως πλέον τα έξοδα του σχολείου, πλέον τα έξοδα των δραστηριοτήτων, ενώ με την πάροδο των έξι μηνών υποχρεούτο να καταβάλλει το ποσό των €550,00 μηνιαίως, πλέον τα έξοδα του σχολείου, πλέον τα έξοδα των δραστηριοτήτων τις οποίες ο ίδιος επιλέγει μονομερώς. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ο λόγος που ο Αιτητής συμφώνησε στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος διατροφής με αυτή την ρύθμιση, ήταν γιατί γνώριζε ότι θα εξεύρισκε εργασία και ότι χρειαζόταν χρόνο να σταθεροποιηθεί οικονομικά με την δουλειά της και ο ισχυρισμός του ότι δήθεν αποδέχθηκε την έκδοση του διατάγματος γιατί γνώριζε ότι δεν εργαζόταν δεν ευσταθεί. Διερωτάται πως είναι δυνατό άλλωστε ο Αιτητής να ισχυρίζεται ότι θα μπορούσε η ίδια να ανταπεξέλθει οικονομικά τόσο στις ανάγκες της ανήλικης θυγατέρας της όσο και στις προσωπικές της ανάγκες με την καταβολή μόνο του ποσού των €250,00 μηνιαίως από τη στιγμή που είχε να καταβάλει τα έξοδα διατροφής και συντήρησης τους, τα έξοδα μετακίνησης τους, βενζίνη, ενοικίασης αυτοκινήτου, τα έξοδα για το διαμέρισμα, ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, σκύβαλα καθώς και άλλα έξοδα; Ακολούθως, η Καθ' ης η Αίτηση παραδέχεται ότι λαμβάνει επίδομα μονογονιού και επίδομα τέκνου όπως άλλωστε αναφέρει και στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 11/10/2024, η οποία συνοδεύει την ένσταση της, Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι μετά την έκδοση του διατάγματος διατροφής επήλθε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών η οποία να δικαιολογεί την τροποποίηση του. Επιπρόσθετα, αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι λαμβάνει το ποσό των €3.000 πλέον 13ο μισθό και δηλώνει ότι ουδέποτε του ανέφερε κάτι τέτοιο. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της Καθ' ης, ότι ο Αιτητής προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και προσπαθεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις του για την καταβολή του ποσού της διατροφής για την ανήλικη θυγατέρα τους. Αναφέρει ότι ο μισθός της όπως ανέφερε και στην ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 11/10/2024 ανέρχεται στο ποσό των €1.500 μηνιαίως και με βάση τις ανάγκες και τα έξοδα της ανήλικης θυγατέρας τους, αλλά και τα προσωπικά της έξοδα, αφού ως αναφέρει αναλυτικά στην ένορκη δήλωση της, μεταξύ άλλων καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €1.300 ως ενοίκιο και το ποσό των €450,00 για την ενοικίαση αυτοκινήτου για τις μετακινήσεις τους πλέον ηλεκτρικό ρεύμα, νερό, έξοδα σούπερμαρκετ, έξοδα ένδυσης, υπόδησης κλπ., δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά και αναγκάζεται πολλές φορές να δανείζεται μεγάλα χρηματικά ποσά από φιλικά και συγγενικά πρόσωπα. Η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής με την υπό εκδίκαση Αίτηση προσπαθεί να μεταφέρει στην ίδια το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Ισχυρίζεται ότι είναι ο Αιτητής αυτός που δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα εισοδήματα του και ειδικότερα δεν έχει προσκομίσει οποιοδήποτε επίσημο αποδεικτικό των εισοδημάτων του, αλλά και ότι αποκρύπτει από το Δικαστήριο τα όσα λαμβάνει από τις εταιρείες στις οποίες είναι ιδιοκτήτης και μοναδικός μέτοχος, ενώ λαμβάνει μερίσματα από αυτές και παράλληλα αποκρύβει τα μηνιαία ενοίκια που λαμβάνει από ακίνητα των οποίων ιδιοκτήτες είναι οι ρηθείσες εταιρείες. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, η Καθ' ης υποστηρίζει ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να είχε προσκομίσει την εν λόγω μαρτυρία κατά την καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 16/08/
  22. Θεωρεί ότι ο Αιτητής με την υπό εξέταση Αίτηση επιδιώκει να εισάγει μαρτυρία την οποία όφειλε να μεριμνήσει να προσκομίσει κατά την καταχώρηση της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 16/08/2024 και όχι να αναμένει να καταχωρηθεί εκ μέρους της ένσταση για να το πράξει. Επιπρόσθετα, η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του δεν εξηγεί κατά πόσο έχει προβεί σε τυχόν προσπάθειες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης για να εξασφαλίσει την μαρτυρία που επιθυμεί, αφού ισχυρίζεται ότι αυτό είναι αναγκαίο ή αν αποτάθηκε στην Υπηρεσία Κοινωνικών ασφαλίσεων για να λάβει τα στοιχεία που θεωρεί ότι πρέπει να παρουσιάσει. Ούτε αναφέρει κατά πόσο υπήρξε άρνηση από την Υπηρεσία Κοινωνικών ασφαλίσεων και δεν προσκόμισε προς τούτο οποιοδήποτε αποδεικτικό ότι αρνήθηκαν να του παράσχουν τα εν λόγω στοιχεία και παρά ταύτα επιλέγει να αναφερθεί γενικά ότι είναι αδύνατο να λάβει οποιαδήποτε στοιχεία χωρίς την συγκατάθεση της. Η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει με βάση τα όσα την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι ανυπόστατη διότι δεν προνοείται πουθενά στους κανονισμούς η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στα πλαίσια ενδιάμεσης Αίτησης και ειδικότερα δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να προσκομισθεί η αιτούμενη μαρτυρία, αφού ο Αιτητής επιδιώκει να μετατρέψει την ενδιάμεση Αίτηση σε δίκη επί της ουσίας της κυρίως Αίτησης και δεν προάγει τον πρωταρχικό σκοπό μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δύναται να απαντήσει επί των ισχυρισμών της και όχι να εισάγει νέα μαρτυρία και νέα γεγονότα στα πλαίσια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για το περιεχόμενο της οποίας επιφυλάσσεται να απαντήσει και η ίδια με την σειρά της. Συνεπώς, είναι η θέση της, πως η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. (IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο Μέρος 23 και 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, από όπου θα προβώ σε σχετική αναφορά επί των διατάξεων που εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. Στον Κ.23.13 προνοείται η διαδικασία εκδίκασης μίας αίτησης. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη προνοεί τα ακόλουθα։ «23.
  23. Ακρόαση της αίτησης

(1)Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην αίτηση και την ένσταση.
(2)Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο.
(3)Όταν αιτητής ή καθ' ου η αίτηση παραλείπει να παραστεί στην ακρόαση αίτησης, το δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην απουσία του.
(4)Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει διάταγμα το οποίο έχει εκδοθεί στην απουσία διαδίκου κατά τον ίδιο τρόπο που παραμερίζεται απόφαση, δυνάμει του Μέρους 14» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Περαιτέρω, με βάση τον Κανονισμό 23.1
(1), ο όρος «γραπτή μαρτυρία» σημαίνει ένορκη δήλωση ή όπου Κανονισμός το επιτρέπει, δήλωση μάρτυρα και οποιαδήποτε τεκμήρια συνοδεύουν αυτή. Επιπρόσθετα, με βάση τον Κ.32.1. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Δικαστήριο δύναται να ελέγχει την μαρτυρία δίδοντας οδηγίες σε σχέση με τα ζητήματα για τα οποία απαιτείται μαρτυρία, την φύση της μαρτυρίας η οποία απαιτείται για να αποφασίσει αυτά τα ζητήματα, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο η μαρτυρία θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, στην βάση του Κ.32.1
(2)το Δικαστήριο δύναται να χρησιμοποιήσει την εξουσία του, δυνάμει του παρόντος κανονισμού για να αποκλείσει μαρτυρία η οποία θα ήταν διαφορετικά δεκτή τηρουμένων των προνοιών του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Στον Κ.31.
  2. προβλέπεται ο γενικός κανόνας σε σχέση με την μαρτυρία που δίνεται από μάρτυρες, ως ακολούθως։ «32.
  3. Μαρτυρία από μάρτυρες: γενικός κανόνας
(1)Ο γενικός κανόνας είναι ότι οποιοδήποτε γεγονός το οποίο χρήζει απόδειξης με μαρτυρία από μάρτυρες αποδεικνύεται: (α) κατά τη δίκη, με την προφορική ή γραπτή τους μαρτυρία η οποία δίδεται σε δημόσια ακροαματική διαδικασία· και (β) σε οποιαδήποτε άλλη ακρόαση, με τη γραπτή τους μαρτυρία.
(2)Αυτό τελεί υπό την αίρεση: (α) οποιασδήποτε περί του αντιθέτου διάταξης η οποία περιέχεται στους παρόντες κανονισμούς ή αλλού· ή (β) οποιασδήποτε διαταγής του δικαστηρίου.» Στους Κ. 32.
  1. και 32.
  2. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προνοούνται τα ακόλουθα։ « 32.
  3. Μαρτυρία σε διαδικασία άλλη από δίκη
(1)Ο γενικός κανόνας είναι ότι η μαρτυρία σε ακροάσεις άλλες από δίκη κατατίθεται με δήλωση μάρτυρα εκτός αν το δικαστήριο ή οποιαδήποτε νομοθεσία απαιτεί διαφορετικά.
(2)Σε ακροάσεις άλλες από δίκη, διάδικος δύναται να στηριχτεί σε θέματα τα οποία παρατίθενται: (α) σε δικόγραφο του διαδίκου· ή (β) σε αίτηση του διαδίκου, αν το δικόγραφο ή η αίτηση επιβεβαιώνεται με δήλωση αληθείας. 32.6. Διάταγμα αντεξέτασης
(1)Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία.
(2)Αν το δικαστήριο δώσει άδεια, δυνάμει της παραγράφου
(1)αλλά το εν λόγω πρόσωπο δεν παραστεί όπως απαιτεί το διάταγμα, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Η διαδικασία κλήσης μαρτύρων προβλέπεται στο Μέρος 32, Ενότητα ΙΙ των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του
  1. Εν προκειμένω, ο Κ.32.20 προνοεί ότι κλήσεις μάρτυρα μπορούν να εκδοθούν για τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να απαιτηθεί από πρόσωπο να παραστεί στο Δικαστήριο και να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει έγγραφο και για την εξασφάλιση από διάδικο μαρτυρίας πριν από ακρόαση, ώστε να χρησιμοποιηθεί για την ακρόαση. Περαιτέρω, ο Κ. 32.21.
  2. προνοεί ότι κλήση μάρτυρα είναι έγγραφο το οποίο εκδίδεται από το Δικαστήριο και απαιτεί από μάρτυρα να παραστεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία ή/και να προσαγάγει έγγραφο στο Δικαστήριο. Οι Κ.32.21.
  3. και 5 προνοούν ότι κλήση μάρτυρα μπορεί να απαιτεί από μάρτυρα να προσαγάγει έγγραφα στο Δικαστήριο σε τέτοια ημερομηνία σύμφωνα με οδηγίες του Δικαστηρίου. Τα μόνα έγγραφα τα οποία κλήση μάρτυρα μπορεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού να απαιτήσει από πρόσωπο να προσαγάγει πριν από ακρόαση είναι έγγραφα τα οποία θα μπορούσε να απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό να προσαγάγει κατά την ακρόαση. Οι Κ.32.22 (παράγραφοι 2(β) (γ) προβλέπουν ότι διάδικος οφείλει να εξασφαλίζει άδεια από το Δικαστήριο όταν επιδιώκει την έκδοση κλήσης για να παραστεί μάρτυρας στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει έγγραφα σε οποιανδήποτε ημερομηνία εκτός από την ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η δίκη ή όταν επιδιώκει την έκδοση κλήσης για να παραστεί μάρτυρας στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία ή να προσαγάγει έγγραφα σε οποιανδήποτε ακρόαση εκτός από δίκη. Συνάγεται συναφώς από τις πιο πάνω διατάξεις, ότι το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή ένστασης μετά από σχετικό αίτημα του, εφόσον υπάρχει κάλος λόγος για αυτό. Δεν καθορίζονται όμως στους εν λόγω Κανονισμούς οποιαδήποτε κριτήρια σε σχέση με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επειδή οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας τέθηκαν σε εφαρμογή την 01/09/2023, δεν έχω εντοπίσει σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων. Εν τούτοις, έχω διαπιστώσει ότι με βάση την αγγλική νομολογία, έχει ερμηνευτεί ο αγγλικός CPR 32.7, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τον Κ.32.6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, όπου υποδεικνύεται ότι η αντεξέταση στα πλαίσια διαδικασίας άλλης από τη δίκη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας (βλ. Hunt v Annolight Ltd and others [2022] 2 All ER 649). Στην υπόθεση Jenington International Inc. v. Assaubayeu
(2010)ENHC 2351 το Δικαστήριο διατύπωσε τις ακόλουθες προϋποθέσεις που απαιτείται να εξεταστούν, προκειμένου το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα αντεξέτασης: (α) Η διαταγή για αντεξέταση αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον Κανόνα. (β) Άδεια για αντεξέταση δίδεται όταν αυτή θα εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό. (γ) Η αντεξέταση θα πρέπει να είναι δίκαιη και αναλογική, υπό την έννοια ότι δεν επιδιώκεται καταχρηστικά προκειμένου να εξυπηρετηθεί κάποιος αλλότριος σκοπός. Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι οι Κανονισμοί 23.13 και 32.6 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 έχουν ανάλογο ή παρόμοιο περιεχόμενο με την Δ.39 Θ.1 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε συνάρτηση με την Δ.48 Θ.4
(2). Συνεπώς, η νομολογία που έχει αναπτυχθεί σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «καλός λόγος» στη βάση των προϊσχύσαντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι βοηθητική και σχετική εν προκειμένω. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Περαιτέρω, η Διάταξη 48 Θεσμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: «
(2)Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης του προνοείται από τη Διαταγή 39». Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280, εξετάστηκε το θέμα της απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39 θ.1, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Στην απόφαση που εκδόθηκε στην Αίτηση Rana Wahed Ali (Aρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Είναι χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία». Στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α.
(2014)1(Β) ΑΑΔ 1665 που και αυτή αφορούσε αίτηση για προσωρινό διάταγμα, επισημάνθηκε ότι σε τέτοιες διαδικασίες σπάνια δίδεται σχετική άδεια για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα, αφού το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων και κρίση αξιοπιστίας μαρτύρων. Μόνο η αμφισβήτηση γεγονότων και/ή ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του μάρτυρα του οποίου ζητείται αντεξέταση ή η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, δεν συνιστά, σύμφωνα με την νομολογία, «καλό λόγο». Στο Σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παραγρ. 878, κάτω από τον τίτλο "Discretionary power of Court as to evidence" αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Από τις πιο πάνω καθοδηγητικές αρχές, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης αλλά και στα πλαίσια της διαπίστωσης κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης, ανάλογα με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Απαιτείται να καταδεικνύονται ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα σημεία προς αντεξέταση, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της νομολογίας. Τούτο έχει ως απότοκο, πως η αντεξέταση είναι επιτρεπτή μόνο επί ζητημάτων τα οποία καθίστανται αναγκαία για την επίλυση του ζητήματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, ενώ δεν θα πρέπει να παρέχεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα, καθώς και σε ζητήματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Στα πλαίσια εξέτασης τέτοιας φύσεως ενδιάμεσων αιτήσεων, το Δικαστήριο εξετάζει αποκλειστικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, χωρίς βέβαια να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με αυτήν (βλ. C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος κ.ά.
(2003)1 A.A.Δ. 853). Εξάλλου, με βάση την σχετική νομολογία επί του θέματος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων και εκείνο που απαιτείται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. Bacardi and Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 AAΔ 788, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation). Το άρθρο που ρυθμίζει την τροποποίηση υφιστάμενου διατάγματος διατροφής, είναι το άρθρο 38 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 Ν.216/90 όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αν αφότου εκδόθηκε η απόφαση που προσδιορίζει τη διατροφή μεταβλήθηκαν οι όροι της, το Δικαστήριο μπορεί να τροποποιήσει την απόφαση του ή και να διατάξει τον τερματισμό της διατροφής». Το άρθρο αυτό ερμηνεύθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, Αριστείδου v. Χρυσάνθου
(1994)1 Α.Α.Δ. 711, Ζένιου v. Ζένιου
(1998)1 Α.Α.Δ. 796, Δημητρίου v. Περδίου
(2005)1 Α.Α.Δ 1418). Παραθέτω απόσπασμα από την καθοδηγητική απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Άντρη Αντρέου και Ιωάννη Τσίρου, Έφεση Αρ. 16/2013 ημερομηνίας 21/12/2016: «Η νομολογία έχει καθορίσει ότι μόνο γεγονότα τα οποία ανακύπτουν μετά την έκδοση του αρχικού διατάγματος είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προς αναθεώρηση του υφιστάμενου διατάγματος. Είναι η μεταβολή των όρων που καθιστά την αρχική απόφαση μεταρρυθμιστέα. Αυτό σημαίνει ότι οιοσδήποτε των διαδίκων που υπόκειται στο αρχικό διάταγμα διατροφής, μπορεί να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση είτε προς τα άνω, είτε προς τα κάτω, ή ακόμη και να επιδιώξει εξ ολοκλήρου τερματισμό της διατροφής, (δέστε σχετικά και τα όσα αναφέρονται στα συγγράμματα του Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙα, σελ. 144-145, Γιώργου Κουμάντου: Οικογενειακό Δίκαιο, Τόμος ΙΙ, σελ. 123-125 και Βασίλη Βαθρακοκοίλη: Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, Γ΄ Έκδοση, σελ. 515-518, που ερμηνεύουν το αντίστοιχο άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα). Ο αιτητής έχει βέβαια το βάρος απόδειξης ότι οι όροι του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής έχουν μεταβληθεί ούτως ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του». (V) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις και την σχετική νομολογία, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της, τα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί. Στην υπό κρίση αίτηση, η πλευρά του Αιτητή υποστηρίζει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αναγκαία για την επιτυχία της ενδιάμεσης αίτησης του και έχει σκοπό να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο αρμόδιος υπάλληλος των υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων θα δώσει μαρτυρία αναφορικά με τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση και θα καταθέσει την σχετική κατάσταση των ασφαλιστέων απολαβών της. Υποστηρίζει πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης, αφού ο ίδιος είναι αδύνατον να λάβει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων χωρίς την συγκατάθεση της. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής αναφέρει ότι στην βάση του εντύπου αρ. 38 το Δικαστήριο καθόρισε το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας και έδωσε οδηγίες όπως αυτός καταχωρήσει συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία μέχρι την 01/11/2024. Ως εκ τούτου, αξιώνει όπως η αρμόδια υπάλληλος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να δώσει σχετική γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή για να να δώσει προφορική μαρτυρία. Στον αντίποδα, η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να είχε προσκομίσει την εν λόγω μαρτυρία κατά την καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 16/08/2024 και θεωρεί ότι επιδιώκει να εισάγει μαρτυρία την οποία όφειλε να μεριμνήσει να προσκομίσει κατά την καταχώρηση της προαναφερόμενης ενδιάμεσης Αίτησης. Πέραν τούτου, η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του δεν εξηγεί κατά πόσο έχει προβεί σε τυχόν προσπάθειες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης για να εξασφαλίσει την μαρτυρία που επιθυμεί ή αν αποτάθηκε στην Υπηρεσία Κοινωνικών ασφαλίσεων για να λάβει τα στοιχεία που θεωρεί ότι πρέπει να παρουσιάσει. Ούτε έχει αναφέρει κατά πόσο υπήρξε άρνηση από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και δεν προσκόμισε προς τούτο οποιοδήποτε αποδεικτικό ότι αρνήθηκαν να του παράσχουν τα εν λόγω στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι δεν προνοείται πουθενά στους κανονισμούς η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης και ειδικότερα δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να προσκομισθεί η αιτούμενη μαρτυρία, αφού ο Αιτητής επιδιώκει να μετατρέψει την ενδιάμεση Αίτηση σε δίκη επί της ουσίας της κυρίως αίτησης. Αρχικά, διαπιστώνω μέσα από την μελέτη του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης, ότι το Δικαστήριο βασιζόμενο σε κοινό αίτημα των διαδίκων για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, αλλά και για καταχώρηση ένορκης δήλωσης από αρμόδιο υπάλληλο των κοινωνικών ασφαλίσεων, στο πλαίσιο καταχώρησης κοινού χρονοδιαγράμματος της διαδικασίας, στην βάση του Εντύπου αρ. 38, παραχώρησε άδεια για καταχώρηση ένορκης δήλωσης από τον αρμόδιο λειτουργό. Ακολούθως, στις 15/10/2024 η πλευρά του Αιτητή εξέδωσε κλήση μάρτυρα προς τον αρμόδιο υπάλληλο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων όπως παρευρεθεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Στην συνέχεια, ο Αιτητής στις 22/10/2024 καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία ζητείται άδεια του Δικαστηρίου για έκδοση κλήσης με την οποία να καλείται ο αρμόδιος υπάλληλος των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να δώσει γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή προφορική μαρτυρία. Παρά το γεγονός, ότι η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση αρχικώς δεν έφερε ένσταση στην κλήτευση του αρμόδιου λειτουργού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στην παράθεση μαρτυρίας από αυτόν, γεγονός που ουσιαστικά έπραξε στην συνέχεια, εν τούτοις το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εν προκειμένω την αναγκαιότητα και τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προσαγωγής μίας τέτοιας μαρτυρίας στα πλαίσια εκδίκασης μίας ενδιάμεσης αίτησης αλλά και της αντεξέτασης του. Μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε σαφή αναφορά στο κατά πόσο ο Αιτητής έχει προβεί σε επαρκείς προσπάθειες πριν την καταχώρηση της παρούσας, με σκοπό να εξασφαλίσει την παρουσίαση των σχετικών καταστάσεων των ασφαλιστέων αποδοχών της Καθ' ης η Αίτηση για την επίδικη περίοδο. Ούτε αν προέκυψε οποιαδήποτε άρνηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να προσκομίσουν τέτοια μαρτυρία ή για να προβεί ο αρμόδιος λειτουργός σε καταχώρηση ένορκης δήλωσης εν προκειμένω ή του λόγου άρνησης του, ώστε να κρίνεται απολύτως αναγκαία η παρουσίαση της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Ούτε έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά του Αιτητή, με την οποία να καταδεικνύονται οι προσπάθειες στις οποίες προέβη (π.χ. αλληλογραφίας με την αρμόδια αρχή) ή περί άρνησης της αρμόδιας υπηρεσίας να προβεί στα αιτούμενα διαβήματα. Αντιθέτως, το μόνο που αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 22/10/2024, χωρίς να παρουσιάζει περισσότερες λεπτομέρειες ή να δικαιολογεί την θέση του, είναι ότι καθίστατο αδύνατο να λάβει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με τα εισοδήματα της Καθ' ης η αίτηση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων χωρίς την συγκατάθεση της. Στην απόφαση που εκδόθηκε από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Εφ. Αρ. 19/2022 μεταξύ Α.Ο. ν. D.T.V. ημερομηνίας 20/10/2022, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την κλήτευση δημόσιου λειτουργού με σκοπό να δώσει μαρτυρία: «Μόνο εφόσον ο επικείμενος μάρτυρας αρνείτο να προβεί σε ένορκη δήλωση θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία εξαναγκασμού του να παρουσιαστεί και να υπογράψει σχετική ένορκη δήλωση». Συνεπώς, δεν έχω πειστεί ότι στα πλαίσια της παρούσης ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 16/08/2024 καθίσταται απολύτως απαραίτητη η κλήτευση του αρμόδιου λειτουργού των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για να καταχωρήσει ένορκη δήλωση ή να προσφέρει μαρτυρία, για τον λόγο ότι έχουν εξαντληθεί όλες οι προσπάθειες του Αιτητή ή διότι είναι ο μόνος τρόπος που απέμεινε για να παρουσιαστεί η εν λόγω μαρτυρία. Περαιτέρω, η μελέτη του Κανονισμού 23.13
(1)καταδεικνύει πως η γενική αρχή, ιδίως στις περιπτώσεις εκδίκασης ενδιάμεσων αιτήσεων, συνίσταται στο ότι η ακρόαση διεξάγεται στην βάση των γεγονότων και της μαρτυρίας που παρατίθενται στην αίτηση και την ένσταση, συνεπώς η αντεξέταση προσώπου που έχει δώσει μαρτυρία δεν διεξάγεται αυτοδικαίως, αλλά στην βάση των προνοιών του Μέρους 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας μετά την υποβολή σχετικού αιτήματος. Είναι η θέση μου, ότι ο σκοπός που εξυπηρετεί ο προαναφερόμενος Κανονισμός έχει ως στόχο την δίκαιη και αποτελεσματική διάγνωση του συγκεκριμένου ενδιάμεσου ζητήματος, για την εξυπηρέτηση του οποίου επιδιώκεται η αντεξέταση, η οποία θα πρέπει να περιορίζεται εντός του πλαισίου του εν λόγω σκοπού, σε συνάρτηση και με τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι την προώθηση της δικαιοσύνης με εύλογο και αναλογικό δικονομικό κόστος. Εν προκειμένω, το υπό εξέταση αίτημα δεν αφορά την αντεξέταση επί μαρτυρίας προσώπου που ήδη δόθηκε μέσω της ένορκης δήλωσης του, αλλά σχετίζεται με την κλήτευση ενός νέου μάρτυρα για να προσφέρει γραπτή ή προφορική μαρτυρία στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης αίτησης και της συνεπακόλουθης αντεξέτασης του. Κρίνω σκόπιμο να επισημάνω, ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ρητή πρόνοια ή διάταξη στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ή σε οποιοδήποτε άλλο Κανονισμό ή Νόμο που να συνάδει ή να δύναται να εφαρμοστεί στην υπό εξέταση περίπτωση και η οποία να επιτρέπει την κλήτευση μάρτυρα για σκοπούς προσκόμισης μαρτυρίας ή αντεξέτασης στα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης. Είναι η θέση μου, ότι το Μέρος 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, επί του οποίου ο Αιτητής στήριξε και θεμελίωσε την υπό εξέταση αίτηση του, αφορά την μαρτυρία που δίδεται κατά την «δίκη», ήτοι την παράθεση μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία, στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας μίας αγωγής ή μίας κυρίως αίτησης και όχι αυτής που δίδεται στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης αίτησης. Όπου δηλαδή παρατίθεται το σύνολο της μαρτυρίας των διαδίκων με την δια ζώσης κυρίως εξέταση, αντεξέταση και επανεξέταση τους και όχι στις περιπτώσεις όπου η διαδικασία διεξάγεται συνοπτικά και ταχέως μέσω της εξέτασης των ενόρκων δηλώσεων των μερών στις ενδιάμεσες αιτήσεις. Επιπρόσθετα, μέσα από την μελέτη του ηλεκτρονικού φακέλου της υπόθεσης, έχω διαπιστώσει ότι παρά τις οδηγίες του Δικαστηρίου στην βάση του χρονοδιαγράμματος που προώθησαν τα μέρη, δεν έχουν ακόμα καταχωρηθεί οι συμπληρωματικές-απαντητικές ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, αφού στο μεσοδιάστημα καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση του Αιτητή. Ενδέχεται συναφώς, το υπό εκδίκαση αίτημα του Αιτητή να καθίσταται αντικειμενικά πρόωρο, αφού δεν έχει τεθεί ακόμα ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των ισχυρισμών και θέσεων των διαδίκων, ούτως ώστε να διαμορφωθεί μία ολοκληρωμένη εικόνα και να είναι σε θέση τα μέρη να καταλήξουν στο αν προκύπτει αντικειμενική ανάγκη για την παρουσίαση επιπρόσθετης μαρτυρίας από τον λειτουργό των κοινωνικών ασφαλίσεων ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή ακόμα και η αντεξέταση των διαδίκων επί των ενόρκων δηλώσεων τους. Ίσως θα ήταν πιο πρόσφορο και εύλογο ο Αιτητής να προωθήσει το υπό εξέταση αίτημα του, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των πιο πάνω διαδικασιών και όχι προηγουμένως. Σε κάθε περίπτωση, παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου και μελετώντας με προσοχή τις θέσεις του Αιτητή, στην βάση των οποίων αξιώνει την αντεξέταση και/ή την παρουσίαση μαρτυρίας του εν λόγω λειτουργού, διαπιστώνω ότι δεν διαφαίνεται να προκύπτει οποιοσδήποτε ικανοποιητικός «καλός λόγος» που να δικαιολογεί την απόκλιση από τον γενικό κανόνα που επιτρέπει την αντεξέταση κατ' εξαίρεση. Η πλευρά του Αιτητή όφειλε να καταδείξει με επάρκεια και πειστικότητα ως προς τον σκοπό και την χρησιμότητα της αιτούμενης αντεξέτασης, αλλά και ότι η εν λόγω διαδικασία θα συνδράμει ουσιαστικά στην άσκηση της δικαιοδοτικής του κρίσης. Ωστόσο, στην υπό εξέταση περίπτωση, κρίνω ότι η πλευρά του Αιτητή δεν έχει εκπληρώσει το εν λόγω δικονομικό της καθήκον και ούτε απόσεισε το βάρος απόδειξης που φέρει. Θεωρώ ουσιαστικά, ότι ο Αιτητής επιδιώκει καταφανώς να μετατρέψει την ακρόαση μίας ενδιάμεσης αίτησης σε δίκη επί της ουσίας της διαφοράς, αλλά και στην διαιώνιση και καθυστέρηση εκδίκασης μίας αίτησης, η οποία έπρεπε να εξεταστεί το συντομότερο δυνατό λόγω και της φύσης της. Εν τούτοις, στο πλαίσιο εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης για τροποποίηση ενός εκ συμφώνου διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τα επίδικα θέματα αποκλειστικά με σκοπό την διαπίστωση των τριών κριτηρίων που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και όχι βέβαια με στόχο την διατύπωση τελεσίδικης κρίσης σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την ουσία της υπόθεσης. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Δίγκλη κ.ά. ν. Total Fit Ltd, Πολ. Έφεση Ε135/2015, απόφαση ημερομηνίας 12/09/2018, η φύση της διαδικασίας που προβλέπεται με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 επιβάλλει την εξέταση των σχετικών με τα εν λόγω θέματα ισχυρισμών, ως αυτοί έχουν στην όψη τους. Επομένως, φρονώ ότι στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, δεν θα τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα κλονισμού της αξιοπιστίας των διαδίκων, ούτε επεξήγησης των ισχυρισμών τους, αλλά και ούτε και αποκρυστάλλωσης των επίδικων θεμάτων, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αξιολογείται η ουσία της υπόθεσης. Επιχειρείται ουσιαστικά από την πλευρά του Αιτητή η προσαγωγή μαρτυρίας από ένα μη διάδικο και η αντεξέταση του, η οποία κατά κανόνα δίδεται στα πλαίσια της εκδίκασης μίας εναρκτήριας αίτησης διατροφής, όπου το Δικαστήριο ακούει την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων και όπου όλοι οι μάρτυρες παρουσιάζουν την υπόθεση τους αντεξεταζόμενοι επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα οδηγούσε σε εκτροπή της διαδικασίας, και μετατροπή της σε δίκη επί της ουσίας από αυτό το πρόωρο στάδιο, γεγονός που δεν μπορεί να επιτραπεί με βάση την σχετική νομολογία. Επιπρόσθετα, φρονώ ότι δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε «καλός λόγος» ή ότι ενυπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις στην παρούσα, οι οποίες να συνηγορούν απαραιτήτως στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης. Η αμφισβήτηση και μόνο ισχυρισμών της άλλης πλευράς και ο κλονισμός της αξιοπιστίας των θέσεων της, δεν θεωρώ ότι αποτελούν καλό λόγο εν προκειμένω. Αντιθέτως, τυχόν έγκριση του αιτήματος της Καθ' ης η Αίτηση, θα οδηγούσε σε άσκοπη κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων, ενώ δεν θα εξυπηρετούσε τον «πρωταρχικό σκοπό» αλλά και το γνήσιο συμφέρον της δικαιοσύνης. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι με την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης, δεν θα επέλθει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της πλευράς του Αιτητή ή οποιαδήποτε πρόκληση αδικίας σε βάρος του, αφού σε κάθε περίπτωση θα του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί επί των ζητημάτων που επιθυμεί μέσω της συμπληρωματικής-απαντητικής ένορκης δήλωσης που προτίθεται να καταχωρήσει, αλλά και να αντεξετάσει την άλλη πλευρά αν το επιθυμεί. Επιπρόσθετα, θα αποφευχθεί οποιαδήποτε μεγαλύτερη αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση μίας ενδιάμεσης αίτησης και ταυτόχρονα θα εξυπηρετηθεί και ο «πρωταρχικός σκοπός» μέσω της εξοικονόμησης δαπανών και δικαστικών εξόδων, αλλά και θα διασφαλιστεί ο ταχύτερος και πιο δίκαιος χειρισμός της υπόθεσης. (VI) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Συνεπακόλουθα για τους πιο πάνω λόγους και ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω ότι η αιτούμενη θεραπεία της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν με το πέρας εκδίκασης της εναρκτήριας Αίτησης. (Υπ.) ............................................................ Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.