← Κύπρος

Π.Σ. ν. Α.Σ., Αρ. Αίτησης: 111/2020, 26/8/2025

Π.Σ. ν. Α.Σ., Αρ. Αίτησης: 111/2020, 26/8/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Αρ. Αίτησης: 111/2020 Μεταξύ: Π.Σ., Α.Δ.Τ. [..], από την Λεμεσό Αιτήτρια -κ α ι- Α.Σ., Α.Δ.Τ. [...] από την Λεμεσό Καθ' ου η Αίτηση ------------------------ Αίτηση για τροποποίηση της Αίτησης ημερομηνίας 26/11/2024 Ημερομηνία: 26/08/2025 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια։ κ. Ανδρέας Σάββα για ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΑΒΒΑ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση։ κα Ανδριανή Καραβέλλα για E. Pekris & Co LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։

  1. Αφετηρία της παρούσης αποτέλεσε η καταχώρηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό εναρκτήρια αίτηση από την πλευρά της Αιτήτριας στις 20/05/2020, με την οποία αξιώνει την ανάθεση στην ίδια της φύλαξης, φροντίδας και επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ήτοι του Γ.Ε.Σ. καθώς και η ανάθεση της αποκλειστικής γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στο πρόσωπό της.
  2. Περαιτέρω, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με το οποίο ανατέθηκε η φύλαξη και η φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων στην Αιτήτρια. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε στις 09/12/2020 την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, ενώ στην συνέχεια στις 23/02/2022 Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αξιώνοντας την ανάθεση της γονικής μέριμνας και/ή επιμέλειας σε αμφότερους τους διαδίκους, καθώς και τον καθορισμό ενός προγράμματος επικοινωνίας με τον ανήλικο, συμπεριλαμβανομένων διανυκτερεύσεων και τηλεφωνικής επικοινωνίας. Στις 30/08/2021 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια της ίδιας αίτησης, με το οποίο ρυθμίστηκε η επικοινωνία του Καθ' ου η Αίτηση με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων.
  3. Στις 26/11/2024 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες։ «A. Διάταγμα και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την τροποποίηση της κυρίως αίτησης ως ακολούθως:
  4. Να προστεθούν ως νέες παράγραφοι 13 και 14, οι πιο κάτω παράγραφοι: «
  5. Μετά από παράπονα του ανηλίκου στην Αιτήτρια, για περιστατικά που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του με τον πατέρα του, η τελευταία αποτάθηκε στις αρμόδιες Αστυνομικές Αρχές προκειμένου να καταγγείλει διάφορες επονείδιστες πράξεις του Καθ' ου η Αίτηση προς τον ανήλικο που το παιδί περιέγραψε στη μητέρα του, για τις οποίες λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από τον ανήλικο στην παρουσία λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Την 07/11/2024 η Αιτήτρια δέχθηκε τηλεφώνημα από τις Αστυνομικές Αρχές, οι οποίες την ενημέρωσαν ότι μετά από ενδελεχή έρευνα που πραγματοποίησαν, θα ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση με ταυτόχρονο αίτημα διατάγματος αποκλεισμού του από τον ανήλικο ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατηγοριών που πρόκειται να αντιμετωπίσει». «
  6. Με βάση την Έκθεση Γεγονότων ημερομηνίας 08/11/2024 του ΤΑΕ Λεμεσού, ο Καθ' ου η Αίτηση πρόκειται να αντιμετωπίσει κατηγορίες για το αδίκημα της Άσκησης Ψυχολογικής Βίας και της Άσεμνης Επίθεσης εναντίον του ανηλίκου. Ο ανήλικος υιός των διαδίκων κατά την οπτικογραφημένη κατάθεσή του, αναφέρθηκε σε 3 περιστατικά κατά τα οποία ο πατέρας του του τράβηξε το παντελόνι του ενώ βρίσκονταν σε πολυκατάστημα, του αφαίρεσε το μαγιό και το εσώρουχο ενόσω ήταν στη θάλασσα και τον σήκωνε προς τα πάνω, ενώ ταυτόχρονα αναφέρθηκε σε ακόμη ένα περιστατικό που διαδραματίστηκε εκεί κατά το οποίο ο πατέρας του του ζήτησε να τον βγάλει φωτογραφία γυμνό. Σύμφωνα με την εν λόγω Έκθεση Γεγονότων, ο ποινικός φάκελος της υπόθεσης προωθήθηκε στην Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας για μελέτη και οδηγίες ως προς τον παραπέρα χειρισμό όπου και δόθηκαν οδηγίες από τον Γενικό Εισαγγελέα για την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και την έκδοση διατάγματος αποκλεισμού του από τον ανήλικο υιό των διαδίκων».
  7. Να διαγραφεί η παράγραφος 15 της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως αίτησης και να αντικατασταθεί από την πιο κάτω νέα παράγραφο 17: «
  8. Εκ των πραγμάτων ο Καθ' ου η Αίτηση δεν θα ήταν το κατάλληλο άτομο για να έχει την αποκλειστική φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και/ή να ασκεί οποιαδήποτε πτυχή της γονικής μέριμνας αναφορικά με τον ανήλικο. Δεδομένων των συνθηκών ως αυτές έχουν διαμορφωθεί σήμερα, είναι απαραίτητο να αποκατασταθεί η ψυχική γαλήνη και ηρεμία του ανηλίκου η οποία έχει διαταραχθεί εξαιτίας της συμπεριφοράς του Καθ' ου η Αίτηση και να διασφαλιστεί η ασφάλειά του. Η Αιτήτρια ως πρώην σύζυγος του Καθ' ου η Αίτηση αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα διαδραματίστηκαν, είναι απόλυτα σε θέση να γνωρίζει ότι ο τελευταίος είναι ακατάλληλος και επικίνδυνος να ασκεί οποιαδήποτε πτυχή της γονικής μέριμνας αναφορικά με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων».
  9. Να αναριθμηθούν οι παράγραφοι 13, 14, 16 και 17 της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως αίτησης ως παράγραφοι 15, 16, 18 και 19 αντίστοιχα».
  10. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση των διαδίκων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία. (II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։ Μέσα από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην παρούσα ημερομηνίας 26/11/2024, αναφέρεται από αυτήν ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, μετά από ενδελεχή έρευνα των αστυνομικών αρχών Λεμεσού, πρόκειται να κατηγορηθεί για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης και άσκησης ψυχολογικής βίας εναντίον του ανήλικου υιού των διαδίκων. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στις 07/11/2024 δέχθηκε τηλεφώνημα από τις αστυνομικές αρχές οι οποίες την ενημέρωσαν σχετικώς και αυτή με τη σειρά της ειδοποίησε τους δικηγόρους της, οι οποίοι απέστειλαν αυθημερόν επιστολή ημερομηνίας 07/11/2024 προς τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού προκειμένου να τους εφοδιάσει με την σχετική Έκθεση Γεγονότων αναφορικά με τις καταγγελίες στις οποίες προέβη, αλλά και για να ενημερωθεί σχετικά με τις ενέργειες που θα γίνουν από μέρους των αστυνομικών αρχών ενόψει του γεγονότος ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση μόλις λίγες ημέρες μετά. Παρουσίασε ως τεκμήριο 1, αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερομηνίας 07/11/2024 αλλά και της έκθεσης γεγονότων ημερομηνίας 08/11/
  11. Η Αιτήτρια υποστηρίζει, πως τα νέα αυτά δεδομένα όπως φαίνεται από την εν λόγω έκθεση, αφορούν ποινικά κολάσιμες και ατιμωτικές πράξεις του Καθ' ου η Αίτηση σε βάρος του ανηλίκου τέκνου τους, τα οποία προέκυψαν και διερευνήθηκαν από τους αρμόδιες φορείς μεταγενέστερα της καταχώρισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης και είναι απόλυτα συναφή με τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, αλλά και με το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με το παιδί τους. Επιπρόσθετα, η Αιτητρια ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από τις αστυνομικές αρχές, επίκειται η έκδοση διατάγματος απομάκρυνσης του Καθ' ου η Αίτηση από το ανήλικο τέκνο τους, κάτι το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το ήδη εκδοθέν διάταγμα επικοινωνίας του Καθ' ου η Αίτηση με το παιδί και έγιναν σαφείς συστάσεις για να ενημερωθούν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι προκύπτει αδήριτη ανάγκη τροποποίησης της εναρκτήριας αίτησης, ούτως ώστε το Δικαστήριο κατά την εξέταση της υπόθεσης να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, προκειμένου να αποφανθεί επί του συνόλου των ζητημάτων που άπτονται της γονικής μέριμνας και αφορούν την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με το βάρος απόδειξης που ενέχει η παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι με την έγκριση της σκοπούμενης τροποποίησης της κυρίως αίτησης θα περισωθεί δικαστικός χρόνος και έξοδα ενώ θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι πλήρως δικαιολογημένη δεδομένης της αιφνίδιας μεταβολής των συνθηκών, αφού προέκυψαν νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά την ετοιμασία της κυρίως αίτησης, εφόσον αυτά διαδραματίστηκαν μεταγενέστερα της καταχώρισης της. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποβάλλεται καθυστερημένα δεδομένου του γεγονότος ότι μόλις ειδοποιήθηκε σχετικώς από τις αστυνομικές αρχές, οι δικηγόροι της προχώρησαν με τα δέοντα δικονομικά διαβήματα και σε κάθε περίπτωση η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης δεν έχει αρχίσει. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ακόμα, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν μπορεί να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα και ούτε δύναται να προκληθεί οποιαδήποτε καθυστέρηση η οποία να είναι αδικαιολόγητη. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η παρούσα, τότε το Δικαστήριο δεν θα έχει ενώπιον του όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και αυξάνεται ο κίνδυνος να πληγούν περαιτέρω τα συμφέροντα και η εν γένει ασφάλεια του ανηλίκου. Θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, ώστε να αποφασιστούν ολοκληρωτικά σε μία διαδικασία όπου όλα τα θέματα σχετίζονται με τη γονική μέριμνα του ανήλικου. Είναι η θέση της, ότι το αίτημα τροποποίησης υποβάλλεται καλόπιστα και ως εκ τούτου ζητεί όπως το Δικαστήριο εγκρίνει την αιτούμενη θεραπεία με σκοπό την πλήρη, ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. (III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Στις 13/03/2025 ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του η οποία βασίζεται στους ακόλουθους 14 λόγους։
  12. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης.
  13. Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ή υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  14. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της διαδικασίας.
  15. Η έγκριση της αίτησης για τροποποίηση της Αιτήτριας θα δημιουργήσει σύγχυση στην δικογραφία σε βαθμό που ο Καθ' ου η αίτηση στην παρούσα να μην είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τα επίδικα θέματα αλλά και να μπορεί να καθορίσει/υποβάλλει/προωθήσει την υπόθεσή του.
  16. Η Αίτηση είναι κατά Νόμο αστήρικτη και ανεδαφική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή πάσχει η νομική της βάση και/ή είναι εσφαλμένη.
  17. Η πραγματική πρόθεση της Αιτήτριας έγκειται στην χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας και/ή το θεμέλιο της υπό κρίση Αίτησης και/ή η Αίτηση καθ' αυτή είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή χρησιμοποιείται ως μέτρο άσκησης πίεσης.
  18. Η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει την πιθανότητα επιτυχίας της στην κυρίως Αίτηση και/ή να καταδείξει καλή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως Αίτηση.
  19. Η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει προς αιτιολόγηση της έκδοσης του διατάγματος.
  20. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επηρεάζει και/ή παραβλάπτει και/ή παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο και/ή δίκαιης δίκης.
  21. Η προτεινόμενη τροποποίηση πρόθεση έχει να προστεθούν παράγραφοι προσβλητικές, σκανδαλώδεις και ενοχλητικές (frivolous and vexatious) για τον Καθ' ου η Αίτηση.
  22. Η Αιτήτρια δεν ενήργησε με καλή πίστη αλλά αντίθετα ενήργησε και ενεργεί με κακή πίστη και με αλλότριους σκοπούς και κίνητρα και/ή προς δικό της όφελος και/ή για να τοποθετήσει τον Καθ' ου η Αίτηση σε δυσμενέστερη θέση.
  23. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν δικαιολογείται στη βάση των πραγματικών γεγονότων.
  24. Τα αιτούμενο διάταγμα είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολικό και/ή γενικό και/ή δεν δικαιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου.
  25. Οι λόγοι που η Αιτήτρια προωθεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι αβάσιμοι, επιπόλαιοι, αδικαιολόγητοι και ανεπαρκείς και/ή δεν υπήρχε και/ή δεν υπάρχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση που συνοδεύει την ένσταση του ημερομηνίας 13/03/2025, αναλύονται οι θέσεις και τα επιχειρήματα του. Αρχικά, ο Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση της, προβαίνει σε αόριστους, γενικούς, αβάσιμους, ψευδείς, αδικαιολόγητους και ανεπαρκείς ισχυρισμούς για τους λόγους που αιτείται την έκδοση του. Αναφορικά με την κυρίως αίτηση, ο Καθ' ου αναφέρει ότι αυτή εκκρεμεί μέχρι σήμερα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και μάλιστα από κατά ή περί το 2022, η Αιτήτρια αρνείται να βρεθεί λύση ώστε να εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα το οποίο να προβλέπει περισσότερη επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του, με αποτέλεσμα να μην έχει την αναγκαία και επαρκή επικοινωνία με αυτό. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου αρ.4 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας και αναφέρει πως οι ισχυρισμοί της είναι παντελώς ψευδείς και ανυπόστατοι. Είναι η θέση του, πως το περιστατικό το οποίο ισχυρίζεται η Αιτήτρια δεν έλαβε χώρα και η καταγγελία της βασίζεται σε ψευδή γεγονότα προκειμένου να διαβάλει το πρόσωπο του. Ισχυρίζεται ότι δεν έχει προβεί ποτέ σε τέτοιες πράξεις εναντίον του παιδιού του και πάντα συμπεριφέρεται προς τον ανήλικο όπως ένας πατέρας προς το παιδί του. Αναφέρει ότι το κύριο μέλημα του είναι το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού του, σε αντίθεση με την Αιτήτρια, η οποία δεν βλέπει το καλώς συμφέρον του ανήλικου και τον χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης στην μεταξύ τους σχέση για να τον εκδικηθεί γιατί την είδε με τα ίδια του τα μάτια να προβαίνει σε σεξουαλικές πράξεις με τον πρώην διευθυντή της με τον οποίο διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση ενόσω ήταν παντρεμένοι, γεγονός το οποίο η Αιτήτρια του παραδέχτηκε. Αντιθέτως, η καταγγελία της Αιτήτριας αλλά και η παρούσα Αίτηση, αποτελούν προσπάθεια της για να τον παρουσιάσει ως ένα άτομο που δημιουργεί φασαρίες, με σκοπό να τον απομακρύνει από το παιδί τους. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι σε κάθε επικοινωνία και συνάντηση με τον ανήλικο, ο τελευταίος επικοινωνεί και εκφράζεται ελεύθερα μαζί του και σε καμία περίπτωση δεν δείχνει αναστάτωση ή δυσανασχετεί, όπως ψευδώς ισχυρίζεται η Αιτήτρια και γενικότερα οι σχέσεις μεταξύ τους είναι άριστες. Όπως του αναφέρουν οι δικηγόροι του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης, καθώς και ότι η τυχόν έγκριση της αίτησης της Αιτήτριας θα έχει αποτέλεσμα την δημιουργία σύγχυσης στην δικογραφία σε βαθμό που να μην είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τα επίδικα θέματα αλλά και να μπορεί να καθορίσει/υποβάλει /προωθήσει την υπόθεσή του. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι στην νέα Διαταγή 25, Θεσμός 1, ενέχει καθοριστική σημασία το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ζητείται η τροποποίηση και η παρούσα αίτηση εμπίπτει στη Δ.25 θ.1

(3), αφού τα δικόγραφα έχουν ολοκληρωθεί και έχει καταχωρηθεί κλήση για οδηγίες. Θεωρεί επίσης, ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή ή ικανοποιητική δικαιολογία ώστε να αιτιολογήσει τον διαρρεύσαντα χρόνο από την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης της στις 20/05/2020 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέτασης με την οποία επιδιώκει την τροποποίηση της κυρίως Αίτησης. Πιστεύει ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση την οποία επέδειξε η Αιτήτρια στην καταχώριση της παρούσας αίτησης θα πρέπει να επενεργήσει εναντίον της και να επηρεάσει το Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο ώστε να απορρίψει την εν λόγω αίτηση. Επιπρόσθετα, θεωρεί ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της Αιτήτριας αποτελεί κατάχρηση και καταφρόνηση της διαδικασίας. Είναι η θέση του Καθ' ου η Αίτηση, ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί ακόμη μια προσπάθεια της Αιτήτριας να του αποστερήσει το παιδί του, η οποία εδώ και πέντε σχεδόν χρόνια αρνείται να συναινέσει στο να έχει περισσότερη επικοινωνία με τον ανήλικο, ενώ αρνείται μάλιστα να του παραχωρήσει τον ανήλικο με διανυκτέρευση. Η δική του επιθυμία είναι να βλέπει περισσότερες ώρες το παιδί του και να ξοδεύει ποιοτικό χρόνο μαζί του, όπως άλλωστε γίνεται όταν ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας του. Είναι η θέση του, ότι οποιαδήποτε έχθρα ή πικρία νοιώθει η Αιτήτρια απέναντι του, έχει ως επακόλουθο να επηρεάζει τη σχέση του με τον ανήλικο και αυτό είναι που προσπαθεί να κάνει μέσω της αίτησης της. Ειλικρινά πιστεύει με όσα τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της κυρίως Αίτησης της Αιτήτριας. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ότι ακόμη και αν υπήρχε πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Σημειώνει επίσης, ότι η Αιτήτρια αξιώνει την αποκλειστική γονική μέριμνα του ανηλίκου, χωρίς ουσιαστικό λόγο και χωρίς να μπορεί να αποδείξει τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος δεν θα δικαιούται από κοινού γονική μέριμνα, καθώς και γιατί να μην μπορεί να έχει διανυκτέρευση με τον ανήλικο. Θεωρεί ότι είναι δίκαιο, ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως η αίτηση της Αιτήτριας απορριφθεί. (IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με φιλελεύθερο τρόπο, άκαμπτα και εδράζεται σε διάφορες παραμέτρους ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Μέσα από την καθοδηγητική νομολογία, προκύπτει η βασική αρχή ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων επιβάλλει την τροποποίηση των δικογράφων, τότε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τάση της νομολογίας επί του ζητήματος της τροποποίησης δικογράφων, δείχνει μία πιο φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός αν έχει διαπιστωθεί κακοπιστία, ζημιά ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η σχετική διάταξη στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας η οποία θέτει το πλαίσιο με το οποίο ρυθμίζεται η τροποποίηση δικογράφων, είναι η νέα Δ.25 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «1.
(1)Μετά την καταχώριση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγόμενων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη: Νοείται ότι, όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση, ανάλογα με την περίπτωση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης. Όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί εντός 15 ημερών από την επίδοση του, τροποποιημένη απάντηση, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι, όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
(4)Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, το τροποποιημένο έγγραφο πρέπει να παραδοθεί στον αντίδικο μαζί με επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που παρέχει άδεια για τροποποίηση, εντός του χρόνου που επιτρέπεται για τροποποίηση.
(5)Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.
(6)Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.
(7)Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.
(8)Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν από 1.1.2015, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή τους αναφορικά και μόνο σε αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 μέχρι τις 31.12.2015: Νοείται ότι για αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι και 31.12.2014 και αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2015, θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους, οι πρόνοιες των διατάξεων της Διαταγής 25 που ίσχυαν πριν την 1.1.2015.
(9)Από 1.1.2016, οι Διατάξεις της υφιστάμενης Δ.25 θα τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1963, στην σελ. 459 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μία τροποποίηση απλά επειδή σε αυτή εισάγεται μία νέα αξίωση. Αλλά θα αρνηθεί να επιτρέψει την τροποποίηση όταν με αυτήν επιχειρείται η αλλαγή της αγωγής ουσιωδώς σε διαφορετικό χαρακτήρα (of a substantially different character) που θα ήταν πιο εύκολο να αποτελέσει αντικείμενο μίας νέας αγωγής. Παρά το γεγονός ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει σε κάθε περίπτωση να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του Αιτητή για να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το εν λόγω αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας πως όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Αναφορικά με τον παράγοντα της καθυστέρησης παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward
(2014)1Α ΑΑΔ 663 στην σελίδα 676, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης». Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Εφ. Αρ. 5/2016 μεταξύ Μ. Σαββίδης ν. Α.Μ.-Πουργουρίδου, ημερομηνίας 15/02/2018, επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση όπου επιτράπηκε η τροποποίηση εναρκτήριας αίτησης περιουσιακών διαφορών συζύγων, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αφού κρίθηκε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν ουσιαστικές για την θεμελίωση του αγώγιμου δικαιώματος. (V) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της, τα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί. Αρχικά, διαπιστώνω ότι αποτελεί κοινό έδαφος πως η υπό εξέταση αίτηση, καταχωρήθηκε μετά την συμπλήρωση των δικογράφων αλλά και της Κλήσης για Οδηγίες. Επομένως, εφαρμογή εν προκειμένω έχει η Δ.25 1.
(3)σύμφωνα με την οποία η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός αν υπάρχει εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την λήψη οδηγιών για την καταχώριση της δικογραφίας. Μελετώντας τόσο την αίτηση αλλά και την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, διαπιστώνω ότι αυτή επιθυμεί την αιτούμενη τροποποίηση της κυρίως αίτησης της, με σκοπό να συμπεριλάβει διάφορα γεγονότα, περιστατικά και ισχυρισμούς τα οποία φαίνονται να έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της παρούσης, όπου και η ίδια έλαβε γνώση αυτών. Διαφαίνεται ότι τα εν λόγω ανησυχητικά περιστατικά, τα οποία αφορούν σοβαρές καταγγελίες της Αιτήτριας για φερόμενες επονείδιστες πράξεις του Καθ' ου η Αίτηση προς το παιδί του σε διάφορες ημερομηνίες, έλαβαν χώρα κατά την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του ανήλικου με τον πατέρα του, ήτοι μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης. Μάλιστα, διαφαίνεται ότι περί τον Νοέμβριο του 2024 ετοιμάστηκε έκθεση γεγονότων από την αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 26/11/2024), στην βάση της οποίας καταδεικνύεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση θα αντιμετωπίσει κατηγορίες για άσκηση ψυχολογικής βίας και άσεμνης επίθεσης εναντίον του ανήλικου τέκνου του, αλλά και ότι ο φάκελος της υπόθεσης θα προωθηθεί στην Νομική Υπηρεσία για τα περαιτέρω. Να επισημάνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση απέρριψε ως ψευδείς τους εν λόγω ισχυρισμούς της Αιτήτριας μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, αλλά δεν διέψευσε ότι θα καταχωρηθεί ή ότι καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο ποινική υπόθεση εναντίον του για ποινικά κολάσιμες πράξεις εναντίον του ανήλικου τέκνου του, μετά από έρευνα που διεξήγαγε η αστυνομία κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Επιπρόσθετα, να επισημάνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση του ότι τα εν λόγω γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια, έχουν επισυμβεί μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης ή ότι τα πιο πάνω περιστατικά και ιδίως οι έρευνες των αρμοδίων αστυνομικών αρχών, περιήλθαν σε γνώση της Αιτήτριας, μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης. Ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά προσθήκη νέων δεδομένων τα οποία δεν υπήρχαν κατά την προώθηση της κυρίως αίτησης και πως δεν θα πρέπει να επιτραπεί να εισαχθούν. Διαπιστώνω επίσης, ότι η συμπερίληψη των εν λόγω ισχυρισμών και/ή γεγονότων στην δικογραφία, σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και συνδέεται απαρέγκλιτα με την εν γένει άσκηση των πτυχών της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων και/ή την γονική καταλληλότητα ή ικανότητα του ενός γονέα αλλά και την άσκηση των γονικών του καθηκόντων, κάτι που εξάλλου θα αποτελέσει και το αντικείμενο το οποίο θα εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτούμενες θεραπείες που επιζητούν τα μέρη. Είναι η θέση μου, ότι στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων και κυρίως λόγω του ότι προέκυψαν νέα δεδομένα στην υπό εξέταση περίπτωση, τα οποία δεν ήταν γνωστά κατά την ετοιμασία της κυρίως αίτησης και τα οποία φαίνεται να διαδραματίστηκαν σε χρονικό στάδιο μετά την καταχώρηση της, καθίσταται αναγκαίο όπως επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση ώστε να δικογραφηθούν δεόντως τα εν λόγω γεγονότα και το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, μία ολοκληρωμένη εικόνα προκειμένου να αποφασίσει σε σχέση με τα επίδικα θέματα και την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Λαμβάνοντας βέβαια υπόψη, το ότι η παρούσα διαδικασία, πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού και διερευνητικού χαρακτήρα της οποίας ο τελικός σκοπός, είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου (βλ. υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ σελ. 1446, 1452). Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εγκρίνει την αιτούμενη θεραπεία, ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην τεθούν ή να μην θεμελιωθούν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των δικογράφων, όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση και να μην εξεταστούν εις βάθος τα απαραίτητα κριτήρια και συνθήκες με στόχο την διασφάλιση του καλώς νοούμενου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Και όλα αυτά, συνυπολογίζοντας ότι η Αιτήτρια φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της και θα πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον 2ο και 3ο λόγο ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος αναφέρεται σε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η οποία μάλιστα συνιστά και κατάχρηση της διαδικασίας, οφείλω να διαφωνήσω με την εν λόγω θέση. Η πλευρά της Αιτήτριας, έχει επεξηγήσει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, ότι αμέσως μετά που ειδοποιήθηκε από τις αστυνομικές αρχές στις 07/11/2024, απέστειλε σχετική επιστολή και στην συνέχεια κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, προώθησε την υπό εξέταση αίτηση και ζητήθηκε αναβολή της υπόθεσης, η οποία ήταν ορισμένη για Ακρόαση. Συνεπώς, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε έκδηλη, υπερβολική και αναιτιολόγητη καθυστέρηση, κωλυσιεργία ή αδιαφορία από την πλευρά της Αιτήτριας, η οποία μάλιστα να συνιστά και μορφή κατάχρησης της διαδικασίας, αφού αυτή ενήργησε σχετικά έγκαιρα υπό τις περιστάσεις. Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε σε ένα χρονικό στάδιο, όπου ακόμα δεν έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, και δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Άρα, λαμβάνοντας υπόψη την γνησιότητα των προθέσεων της Αιτήτριας αλλά και την αναγκαιότητα της χρησιμότητας της εν λόγω τροποποίησης, κρίνω ότι η όποια ελάχιστη καθυστέρηση έχει προκληθεί, υποχωρεί έναντι της ανάγκης συμπερίληψης όλων των επίδικων ζητημάτων και ισχυρισμών μέσα από τα δικόγραφα των διαδίκων. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση, περί του ότι η Αιτήτρια δεν ενήργησε με καλή πίστη, έχοντας αλλότριους σκοπούς και επιχειρώντας να προστεθούν στην αίτηση προσβλητικές, σκανδαλώδεις και ενοχλητικές παράγραφοι, ώστε να τον θέσουν σε δυσμενέστερη θέση, δεν μπορώ να υιοθετήσω την εν λόγω θέση, τουλάχιστον με τα δεδομένα τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου. Διερχόμενος τις θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές παρατίθενται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους, δεν εντοπίζω οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως η παρούσα υποβλήθηκε κακόπιστα ή ότι προωθείται για αλλότριους σκοπούς, οι οποίοι δεν σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Αντιθέτως, αποδέχομαι ότι το γνήσιο κίνητρο της Αιτήτριας είναι να επιχειρήσει να παρουσιάσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την υπόθεση της, θεωρώντας ότι η αιτούμενη τροποποίηση καθίσταται επιβεβλημένη ώστε να τεθούν όλα τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι η θέση μου, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν αφού είναι περιορισμένης έκτασης και για περιορισμένο σκοπό, ήτοι αναφέρονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένα περιστατικά που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και δεν φαίνεται να μεταβάλλουν την βάση της κυρίως αίτησης στην βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι δεν θα προκαλέσουν οποιοδήποτε δυσμενή ή ουσιώδη επηρεασμό ή βλάβη στα δικαιώματα και συμφέροντα του Καθ' ου η Αίτηση ή ακόμα και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, αφού η οποία ταλαιπωρία δύναται να προκληθεί σε αυτόν, θα αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Εξάλλου, ο Καθ' ου η Αίτηση θα έχει την ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς που έχουν τεθεί από την άλλη πλευρά και να θέσει το δικό του πλαίσιο γεγονότων, μέσω της τροποποιημένης υπεράσπισης του. Συνεπώς, δεν τίθεται σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με την πλευρά της Αιτήτριας. αφού εξάλλου η ουσία θα αξιολογηθεί όταν θα παρατεθεί η μαρτυρία των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία. Ούτε έχω διαπιστώσει πως ενδέχεται να εκτροχιαστεί η δικαστική διαδικασία σε αυτό το στάδιο αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, αφού αυτή κρίνεται απαραίτητη ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης και της επίδικης διαφοράς. (VI) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και ευρημάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της κυρίως αίτησης ως η παράγραφος (Α) εδάφιο 1, 2 και 3 των αιτούμενων θεραπειών της υπό εξέταση αίτησης. Τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 (δέκα) ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης, αλλά και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), αυτά επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Υπ. ................ Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.