← Κύπρος

I. L. Λ. ν. Λ. Λ. κ.α., Αρ. Αίτησης: 38/2023, 30/7/2025

I. L. Λ. ν. Λ. Λ. κ.α., Αρ. Αίτησης: 38/2023, 30/7/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ.Ο.Δ. Αρ. Αίτησης: 38/2023 Μεταξύ: I. L. Λ., εκ Λεμεσού Αιτήτριας -και-

  1. Λ. Λ. (Α.Δ.Τ. [...]), εκ Λεμεσού
  2. L. M. A. LTD (HE [..])
  3. N. B. C. LTD (HE [..]) Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 26/06/2024 Ημερομηνία: 30/07/2025 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ευριδίκη Γιαννακού για Χατζηλοϊζου, Χατζηνικολάου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3: κα Αντιγόνη Αριστείδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։ Στις 03/10/2023 η Αιτήτρια καταχώρησε Αίτηση περιουσιακών διαφορών κατά του πρώην συζύγου της και των εταιρειών του. Ταυτόχρονα καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία αξίωνε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων που αφορούσαν την κινητή και ακίνητη περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση καθώς και διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται να αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία. Αφού εξέτασε την πιο πάνω μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 03/10/2023, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 09/10/2023 μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 από το να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή διαθέσει και/ή δωρίσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει και/ή υποθηκεύσει και/ή επιβαρύνει το ακίνητο και/ή την συζυγική οικία με αριθμό εγγραφής [..], Φ/ΣΧ. [..], Τμήμα: [.], τεμάχιο [.] στο Πισσούρι της Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας του μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Περαιτέρω, εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή δωρίσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν το ακίνητο και/ή τα διαμερίσματα και/ή καταστήματα τα οποία ευρίσκονται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [.], Φ/ΣΧ [..], Τμήμα: [.], τεμάχιο [.] στην ενορία [.] της επαρχίας Λεμεσού, επί της οδού Πάφου [.], Λεμεσός μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Για τις υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες διατάχθηκε η επίδοση τους. Μετά από την εκδίκαση της πιο πάνω ενδιάμεσης αιτήσεως, στις 29/02/2024 το Δικαστήριο αποφάσισε όπως οριστικοποιήσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 να μεταβιβάσει την οικία του, ήτοι το πρώτο αναφερθέν πιο πάνω ακίνητο, ενώ ακύρωσε το 2ο διάταγμα που εξέδωσε και που αφορούσε τους Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2 και
  4. Ακολούθως, στις 16/05/2024 οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 καταχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Στις 26/06/2024 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης, μέσω της οποίας αξιώνει την τροποποίηση του τίτλου της κυρίως Αίτησης με την προσθήκη της εταιρείας «L.D. LTD» ως Καθ' ης η Αίτηση αρ. 4 αλλά και όπως η διαδικασία συνεχιστεί ως εάν η εν λόγω εταιρεία είχε προστεθεί από την αρχή. Περαιτέρω, αξιώνει την τροποποίηση της πιο πάνω Αίτησης με σχετικές προσθήκες/αλλαγές που συνδέονται με την προαναφερόμενη αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της Αίτησης. Η εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης προωθήθηκε στην βάση των διατάξεων αρ. 18 και 20 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του
  5. Στις 27/12/2024 οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 αλλά και η εταιρεία «L.D. LTD» καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αλλά και αυτήν του λογιστή κ. Ν.Π. Στις 07/02/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στις 10/03/2025 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Καθ' ου η Αίτηση αρ.
  6. Η ακρόαση της παρούσης ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και την οποία λαμβάνω σοβαρά υπόψη. (II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։ Αρχικά, η Αιτήτρια μέσα από την ένορκη δήλωση της η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση, υποστηρίζει ότι μετά την καταχώρηση ένστασης και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά και Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 καθώς και της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 ημερομηνίας 28/03/2024, αλλά και μετά από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/02/2024, προέκυψαν νέα στοιχεία και υπήρξε διαφοροποίηση των γεγονότων της υπόθεσης τα οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά την καταχώρηση της εις τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης και όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην Αίτηση της. Υποστηρίζει ότι όπως αναφέρεται στην εναρκτήρια Αίτηση της, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ουδέποτε την ενημέρωνε σε σχέση με τα οικονομικά ζητήματα τόσο του ιδίου όσο και των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 παρά την ουσιώδη συνεισφορά και εργασία της και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει επακριβώς την περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, και 3 εξ' ου και ως προς τούτο αναζήτησε ενδιάμεση θεραπεία όπως μεταξύ άλλων οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 προβούν σε λεπτομερή αποκάλυψη των περιουσιακών τους στοιχείων. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι όλα τα προαναφερόμενα αποδεικνύονται και από το γεγονός ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της προτιθέμενης Καθ' ης η Αίτηση αρ. 4 εταιρείας, αλλά ούτε και επακριβώς την περιουσία της, κατά την ημέρα καταχώρησης της κυρίως αίτησης από πλευράς της. Συνεπώς, θεωρεί ότι η προσθήκη της προτιθέμενης Καθ' ης η Αίτηση αρ. 4 εταιρείας καθίσταται αναγκαία ώστε να αποσαφηνιστούν όλα τα επίδικα θέματα μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών και να αποφευχθούν περαιτέρω διαδικασίες. Από όσα πιστεύει και πληροφορείται από τους δικηγόρους της, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους Καθ΄ ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 ενώ τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, εμπίπτουν στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων που αφορούν τις ήδη εγερθείσες αξιώσεις έναντι των υφιστάμενων Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η παρούσα Αίτηση γίνεται καλόπιστα και χωρίς πρόθεση παρεμπόδισης απονομής της δικαιοσύνης, αφού η αναγκαιότητα καταχώρησης της παρούσας αίτησης διαπιστώθηκε υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις και την προσθήκη της προτιθέμενης Καθ' ης η Αίτηση αρ.4 από την οποία διεκδικεί την συνεισφορά της στην επαύξηση της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας. Η Αιτήτρια ειλικρινά πιστεύει πως η χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας για τροποποίηση της κυρίως Αίτησης και την προσθήκη της προτιθέμενης Καθ' ης η Αίτηση αρ. 4 είναι δικαιολογημένη, εύλογη και γίνεται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, καθ' ότι εξυπηρετεί την ανάγκη για βέβαιο προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασής του, να προβεί στα ορθά συμπεράσματα και καμία ζημιά δεν θα επιφέρει στους Καθ' ων η Αίτηση. Με την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 07/02/2025, η Αιτήτρια απορρίπτει τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 27/12/2024 και αναφέρει αρχικά, ότι το μεγαλύτερο μέρος της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι θα εξεταστούν επί της ουσίας της Αίτησης και κατά το στάδιο της ακρόασης και τα όσα αυτός αναφέρει, είναι γεγονότα τα οποία όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, στο παρόν στάδιο δεν δύναται να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο και θα πρέπει να περιοριστεί σε ζητήματα που συνδέονται ουσιωδώς με τη φύση της παρούσας Αίτησης και τους λόγους, γεγονότα και κριτήρια που αφορούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αρνείται και απορρίπτει το περιεχόμενο των παραγράφων 6 και 7 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ως ανυπόστατο, αβάσιμο και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Όπως αναφέρει στην αρχική της ένορκη δήλωση, δεν γνώριζε για την ύπαρξη της εταιρείας L.D. Limited κατά την καταχώρηση της κυρίως Αίτησης, διότι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 ουδέποτε της έδωσε λογαριασμό και ούτε την ενημέρωνε για τις δραστηριότητες του και τις εταιρείες του. Διευκρινίζει ότι έλαβε γνώση για την εταιρεία L.D. Limited στην οποία διευθυντής και μοναδικός μέτοχος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1, κατά την ακρόαση της της ενδιάμεσης Αίτησης ημερομηνίας 03/10/2023 και ότι η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα των οικοδομικών, κατασκευαστικών εργασιών, εκμετάλλευσης, ανέγερσης, αγοράς και πώλησης ακινήτων. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι κατά την ακρόαση της ενδιάμεσης Αίτησης έλαβε γνώση ότι τα υποστατικά στα οποία στεγάζονται οι Καθ' ων η Αίτηση 2, 3 και 4, τα οποία βρίσκονται επί της οδού [.], στην Λεμεσό και από τα οποία διεκδικεί την συνεισφορά της, είναι ιδιοκτησίας της L.D. Limited. Ισχυρίζεται, ότι το εν λόγω ακίνητο αποτελείται από τρία διαμερίσματα και δύο καταστήματα τα οποία αποκτήθηκαν, αποπερατώθηκαν, βελτιώθηκαν και ανεγέρθηκαν με την συμβολή και συνεισφορά της και η αξία του ακινήτου με τα καταστήματα και τα διαμερίσματα τα οποία βρίσκονται σε αυτό κατά τον χρόνο της διάστασης και/ή κατά την έκδοση του διαζυγίου τους με τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ανερχόταν πέραν του ποσού των €950.000,
  7. Αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι σε περίπτωση προσθήκης της εν λόγω εταιρείας, θα αποσαφηνιστούν τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην κυρίως Αίτηση και θα αποδειχθεί η συνεισφορά της στους Καθ' ων η Αίτηση αρ 1, 2 και 3 αλλά και στην εταιρεία L.D. Limited. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιτρέψει την προσθήκη της εν λόγω εταιρείας, θα της αποστερήσει το δικαίωμά να αποδείξει την υπόθεση της στο κατάλληλο στάδιο και διαδικασία, με την δέουσα μαρτυρία και γενικά δεν θα έχει ολοκληρωμένη εικόνα για τα γεγονότα της υπόθεσης. Η Αιτήτρια επαναλαμβάνει ότι η συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2, 3 και της εταιρείας L.D. Limited προκύπτει μεταξύ άλλων από το γεγονός ότι εργαζόταν και βοηθούσε τον Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στις Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2, 3 και στην εταιρεία L.D. Limited, ενώ επιπλέον είχε την αποκλειστική φροντίδα και ευθύνη για την συντήρηση και φροντίδα της συζυγικής τους οικίας, αφού καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης και του γάμου τους μεριμνούσε και είχε αναλάβει αποκλειστικά τις δουλειές του σπιτιού, την ετοιμασία του φαγητού και την φροντίδα του Καθ' ου η Αίτηση αρ.
  8. Ισχυρίζεται ακόμα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ 1 δεν επιθυμούσε αυτή να δηλωθεί ως εργαζόμενη στις εν λόγω εταιρείες, διαβεβαιώνοντας της ότι η περιουσία, ακίνητη και κινητή, που απόκτησαν και θα αποκτούσαν με την κοινή συνεισφορά, εργασία και από κοινό προσωπικό κόπο θα άνηκε και στην ίδια. Αναφέρει ότι λόγω της αγάπης που έτρεφε για τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 έδειχνε εμπιστοσύνη και ουδέποτε ζήτησε να εγγραφεί οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία στο όνομα της και ουδέποτε ζήτησε οποιαδήποτε αποδεικτικά. Η Αιτήτρια απορρίπτει το περιεχόμενο των ισχυρισμών που διαλαμβάνονται στις παραγράφους αρ. 8-26 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ως αβάσιμους, ανυπόστατους και μη ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα. Εξ' όσων την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, η υπό εκδίκαση Αίτηση δεν είναι η κατάλληλη διαδικασία για να αποφασίσει το Δικαστήριο επί όλων αυτών των ισχυρισμών του Καθ' ου η Αίτηση αρ.
  9. Το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο υπήρξε συνεισφορά στην αύξηση της περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση αρ 1, 2 και 3 αλλά και της εταιρείας L.D. Limited η οποία θεωρεί ότι θα πρέπει να προστεθεί ως διάδικος, κατά την εξέταση της κυρίως Αίτησης και της ουσίας της υπόθεσης. Επιπλέον, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρει ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, αποτελούν γεγονότα τα οποία θα εξεταστούν κατά την ουσία της υπόθεσης και για απόδειξη των ισχυρισμών του κάθε διάδικου θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία από εμπειρογνώμονα. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ακόμα ότι τόσο στις Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2 και 3 εταιρείες όσο και στην εταιρεία L.D. Limited συνείσφερε μεταξύ άλλων με προσωπικό κόπο, ενώ δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποια ακίνητη περιουσία ήταν εγγεγραμμένη σε κάθε εταιρεία, λόγω του ότι ο Καθ' ου η Αίτηση ποτέ δεν της έδινε λογαριασμό για τα οικονομικά θέματα. Αναφέρει επίσης, ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 επέλεγε πάντοτε να της αποκρύβει τα πραγματικά γεγονότα όπως κάνει μέχρι και σήμερα. Η Αιτήτρια υποστηρίζει επίσης, ότι παρά το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 διατάχθηκαν με διάταγμα ημερομηνίας 29/02/2024 να υποβάλουν στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφουν πλήρως και με συγκεκριμένο τρόπο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν και/ή έχουν οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον, κατά την ημερομηνία της οριστικής διάστασης και/ή της έκδοσης διατάγματος λύσης του γάμου με τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, εντούτοις οι Καθ' ων η Αίτηση δεν αποκάλυψαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία τους και καμία αναφορά δεν γίνεται στην εταιρεία L.D. Limited, από την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν ή είχαν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον και ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 επιλέγει κατά το δοκούν να αποκαλύψει τα περιουσιακά στοιχεία μόνο κατά την ημερομηνία διάστασης που ο ίδιος επικαλείται, απειθώντας στο διάταγμα. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση αρ.1 με διάφορα τεχνάσματα προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρουσιάζοντας ψεύτικα στοιχεία και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, αλλά και ότι ακόμη μέχρι και σήμερα αρνείται και υπεκφεύγει να αναφερθεί σε όλη την αλήθεια. Προσπαθεί με κάθε τρόπο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια αλλοιωμένη εικόνα, παρουσιάζοντας μόνο ζημιές της εταιρείας L.D. Limited. Επιπλέον, η Αιτήτρια υποστηρίζει πως ο Καθ' ου η Αίτηση 1 προβαίνει σε αντιφατικούς ισχυρισμούς, αφού από την μία ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εταιρεία δεν διεξάγει οποιεσδήποτε δραστηριότητες και ότι τα εισοδήματά της προέρχονται από τα ενοίκια της Καθ' ης η Αίτηση αρ. 3 και από την άλλη ισχυρίζεται ότι υπάρχουν ζημιές ή ακόμη και αύξηση ζημιών. Διερωτάται από που προήλθαν όλες αυτές οι ζημιές, αφού η εν λόγω εταιρεία δεν διεξάγει τις οποιεσδήποτε εργασίες και έχει ως εισοδήματα τα ενοίκια που λαμβάνει, την αξία των οποίων παρεμπιπτόντως ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 δεν αναφέρει. Όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, όλα αυτά θα πρέπει να απαντηθούν και να αποσαφηνιστούν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης, και σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η υπό εκδίκαση Αίτηση, αυτό δεν θα μπορεί να γίνει. Περαιτέρω, η Αιτήτρια απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην παράγραφο 34 της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ως ανυπόστατους και μη ανταποκρινόμενους στην αλήθεια. Είναι η θέση της, ότι οποιαδήποτε επιστολή ή πρόταση εστάλη από τους δικηγόρους της, αυτή εστάλη άνευ βλάβης και στην προσπάθεια εξώδικης διευθέτησης των περιουσιακών τους διαφορών. Θεωρεί ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο αναφέροντας σωρεία ψευδών ισχυρισμών και επιδιώκει να μην της επιτραπεί να παρουσιάσει την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού δεν θέλει να λάβει όσα δικαιούται από την συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του και των εταιρειών στις οποίες είναι διευθυντής και μοναδικός μέτοχος. Το κατά πόσο υπήρξε αύξηση στην περιουσία ή αν συνείσφερε στην αύξηση αυτή, αποτελεί ζήτημα το οποίο θα αποφασιστεί κατά την ουσία της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση επί των διαδικασιών, δημιουργείται από τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ο οποίος συμπεριφέρεται εκδικητικά. Η Αιτήτρια αρνείται και απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ότι δηλαδή θα μπορούσε να προβεί σε έρευνα πριν την καταχώρηση της Αίτησης και να γνωρίζει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία, αφού οι υπηρεσίες δεν παρέχουν πληροφορίες για πρόσωπα χωρίς τη συγκατάθεση τους, και αυτός ήταν και ο λόγος που ζητήθηκε διάταγμα το οποίο να αποκαλύπτει όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και
  10. Όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αλλά και ότι η παρούσα Αίτηση γίνεται καλόπιστα και χωρίς παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης. Ειλικρινά πιστεύει πως η χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας είναι δικαιολογημένη και εύλογη και γίνεται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, καθ' ότι εξυπηρετεί την ανάγκη για βέβαιο προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασής του, να προβεί στα ορθά συμπεράσματα και καμία ζημιά δεν θα επιφέρει στους Καθ' ων η Αίτηση. (III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ։ Στις 27/12/2024 οι Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 αλλά και η εταιρεία «L.D. LTD» καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αλλά και αυτή του λογιστή κ. Ν.Π. ως ακολούθως։
  11. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 18 και υποπαραγράφων αυτού και Μέρους 20 και υποπαραγράφων αυτού των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του
  12. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι εν λόγω κανονισμοί και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων για τροποποίηση του δικογράφου της Αιτήτριας και για συνένωση ως διαδίκου σε αίτηση περιουσιακών διαφορών τρίτου προσώπου και/ή της εταιρείας L.D. Limited.
  13. Η εταιρεία L.D. Limited δεν είναι αναγκαίος διάδικος και δεν έχει αποδειχθεί ή καταδειχθεί από την Αιτήτρια ότι είναι αναγκαίος διάδικος. Η προσθήκη της εν λόγω εταιρείας δεν είναι αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει το Δικαστήριο πλήρως και αποτελεσματικά τα ζητήματα της εναρκτήριας αίτησης της Αιτήτριας.
  14. Η εταιρεία L.D. Limited είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα από τους ιδρυτές, διευθυντές ή μετόχους τους και/ή από τον Καθ' ου η αίτηση 1, και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ενάγει την εν λόγω εταιρεία και να αξιώνει οποιονδήποτε ποσό ή περιουσία από την εν λόγω εταιρεία στην βάση του Νόμου 232/
  15. Η περιουσία των Καθ' ων η αίτηση αρ. 1, 2 και 3 δεν έχει αυξηθεί κατά την διάρκεια της σχέσης και του γάμου του Καθ' ου η αίτηση 1 με την Αιτήτρια. Επίσης ούτε η περιουσία ούτε η αξία των μετοχών της εταιρείας L.D. Limited δεν έχει αυξηθεί κατά την διάρκεια της σχέσης και του γάμου της Αιτήτριας με τον Καθ' ου η αίτηση
  16. Η Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εταιρείας L.D. Limited. Η Αιτήτρια ούτε στην εναρκτήρια αίτηση της, ούτε στην υπό εξέταση αίτηση της, ούτε στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει προβάλλει οποιαδήποτε γεγονότα ή μαρτυρία τα οποία να στοιχειοθετούν ή να αποκαλύπτουν τυχόν αγώγιμο δικαίωμα ή αιτία αγωγής εναντίον της εν λόγω εταιρείας.
  17. Η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς δεν αποκαλύπτεται οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή αιτία αγωγής εναντίον της εν λόγω εταιρείας. Επίσης, υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας αναφορικά με την αύξηση της αξίας περιουσίας της εν λόγω εταιρείας αλλά και για την συνεισφορά της Αιτήτριας στην ισχυριζόμενη αύξηση της αξίας της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας.
  18. Η εταιρεία L.D. Limited συστάθηκε πριν από την σχέση και τον γάμο της Αιτήτριας και του Καθ' ου η αίτηση
  19. Ολόκληρη η περιουσία της εν λόγω εταιρείας αποκτήθηκε πριν την σχέση και τον γάμο της Αιτήτριας και του Καθ' ου η αίτηση 1 και δεν αυξήθηκε κατά την διάρκεια της σχέσης και του γάμου τους. Η εν λόγω εταιρεία δεν κατέχει οποιονδήποτε περιουσιακό στοιχείο των Καθ' ων η αίτηση στη βάση και/ή σε συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την προσθήκη της ως διαδίκου στην εναρκτήρια αίτηση της Αιτήτριας.
  20. Η υπό εξέταση αίτηση στερείται νομικού και/ή πραγματικού υποβάθρου, είναι εντελώς αναιτιολόγητη, ανυπόστατη και αστήριχτη. Δεν υποστηρίζεται από επαρκή μαρτυρία, δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε βάσιμο, νόμιμο ή εύλογο λόγο ως προς το γιατί οι αιτούμενες τροποποιήσεις και η προσθήκη διαδίκου να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο.
  21. Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας διαλαμβάνει αβάσιμους, γενικούς, αόριστους, ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και δεν μπορεί να υποστηρίξει την αίτηση της. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ελλείπουν τα αναγκαία δεδομένα και/ή πληροφορίες και/ή τα ουσιώδη γεγονότα προς υποστήριξη του ισχυρισμού της Αιτήτριας για αύξηση της περιουσίας της εταιρείας L.D. Limited με δική της συνεισφορά ή προς υποστήριξη της αναγκαιότητας προσθήκης της εν λόγω εταιρείας ως διαδίκου, με αποτέλεσμα η υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης να είναι έκθετη σε απόρριψη.
  22. Από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας απουσιάζουν οποιαδήποτε γεγονότα ή και μαρτυρία με τα οποία να στοιχειοθετείται ή να αποκαλύπτεται η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και/ή αιτίας αγωγής εναντίον της εταιρείας L.D. Limited.
  23. Η Αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αποστερούν από τους Καθ' ων η αίτηση και/ή από την εταιρεία L.D. Limited την δυνατότητα να λάβουν επαρκώς γνώση ως προς το περιεχόμενο της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον τους και κατ' αυτό τον τρόπο επηρεάζει κατάφορα και/ή ανεπανόρθωτα τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα και κατοχυρωμένα δικαιώματα τους.
  24. Ελλείπει η βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο θα στηριχθεί για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση της Αιτήτριας διαλαμβάνει ισχυρισμούς που είναι αντιφατικοί ή και ασύμβατοι τόσο με την κυρίως αίτηση της Αιτήτριας όσο και με τις αιτούμενες τροποποιήσεις που διαλαμβάνονται στο Παράρτημα Α της αίτησης της Αιτήτριας καθώς και με προηγούμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας.
  25. Η αιτούμενη τροποποίηση της εναρκτήριας Αίτησης της Αιτήτριας είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Κ.16.15 του Μέρους 16 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 σύμφωνα με τον οποίο το δικόγραφο που προκύπτει δεν πρέπει να εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει ισχυρισμό γεγονότος, ο οποίος να είναι ασύμβατος με προηγούμενο δικόγραφο του Διαδίκου ο οποίος εγείρει τη νέα βάση απαίτησης ή εγείρει το νέο ισχυρισμό γεγονότος.
  26. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και της εταιρείας L.D. Limited αφού θα τους προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία, θα προκληθούν αχρείαστα έξοδα τα οποία σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση και της εν λόγω εταιρείας η Αιτήτρια δεν θα είναι σε θέση να τα πληρώσει και δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να τα πληρώσει.
  27. Η μη συνένωση ως διαδίκου της εταιρείας L.D. Limited δεν θα επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει και/ή έχει αποτύχει να αποδείξει και/ή να στοιχειοθετήσει στην Αίτηση και/ή στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και/ή ότι θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  28. Η υπό εξέταση αίτηση είναι παράτυπη καθώς δεν επισυνάπτεται σε αυτή προσχέδιο του διατάγματος το οποίο ζητά η Αιτήτρια κατά παράβαση του Κ. 23.4

(2)του Μέρους 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του
  1. Η αίτηση της Αιτήτριας αποσκοπεί στην διόρθωση μιας ελλιπούς και αβάσιμης αίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν βασίζονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης της Αιτήτριας αλλά αφορούν γεγονότα που ήταν σε γνώση και/ή θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να ήταν εις γνώση της Αιτήτριας εξ' αρχής και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να περιληφθούν εξ' αρχής στην εναρκτήρια αίτηση της Αιτήτριας.
  2. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα εξυπηρετήσει τον Πρωταρχικό σκοπό, ως το Μέρος 1, των κανονισμών πολιτικής Δικονομίας του
  3. Εφόσον δεν έχει στοιχειοθετηθεί η αποκαλυφθεί αιτία αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εταιρείας L.D. Limited θα ξεκινήσει μια αχρείαστη δικαστική διαδικασία εναντίον της, η οποία θα οδηγήσει στην δημιουργία αχρείαστων εξόδων και ταλαιπωρίας. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται από το Μέρος 1 και 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 για απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης.
  4. Η Αιτήτρια δεν επέδειξε προδικαστηριακή συμπεριφορά καθώς δεν έχει προηγηθεί η αποστολή οποιασδήποτε επιστολής προς την εταιρεία L.D. Limited με την οποία να της παρέχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την απαίτηση της. Επίσης, η Αιτήτρια ούτε μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση δεν έχει εφοδιάσει την εν λόγω εταιρεία με τις απαιτούμενες πληροφορίες και αποδείξεις σχετικά με την απαίτηση της.
  5. Η παρούσα αίτηση είναι εντελώς καταχρηστική, κακόπιστη και προωθείται από την Αιτήτρια για αλλότριους σκοπούς, ήτοι αποσκοπεί στην ταλαιπωρία του Καθ' ου η αίτηση 1 και την εξάσκηση σε αυτόν πίεσης με σκοπό να εξασφαλίσει η Αιτήτρια οφέλη και περιουσία που δεν δικαιούται.
  6. Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας με έξοδα εναντίον της. Η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του της ίδιας ημερομηνίας στην οποία αναλύει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια τα γεγονότα της παρούσης. Αρχικά, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αναφέρει ότι τον Μάρτιο του έτους 2021 επήλθε η οριστική διάσταση των διαδίκων, ενώ στις 29/08/2023 εκδόθηκε διάταγμα λύσης του γάμου του με την Αιτήτρια από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης διαζυγίου με αριθμό 255/
  7. Αναφέρει ότι η εταιρεία L.D. Limited είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα από τους ιδρυτές, διευθυντές ή μετόχους της και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ενάγει την εν λόγω εταιρεία και να αξιώνει οποιονδήποτε ποσό ή περιουσία από αυτήν με βάση τον Ν.232/
  8. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εταιρείας L.D. Limited, ενώ ούτε στην υπό εξέταση αίτηση της ούτε στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει προβάλλει οποιαδήποτε γεγονότα ή μαρτυρία τα οποία να στοιχειοθετούν ή να αποκαλύπτουν τυχόν αγώγιμο δικαίωμα ή αιτία αγωγής εναντίον της εν λόγω εταιρείας. Ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει πως η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εν λόγω εταιρείας και ότι διεκδικεί την αύξηση της περιουσίας της, συνεπώς θεωρεί ότι από τους εν λόγω ισχυρισμούς δεν προκύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εν λόγω εταιρείας. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην ένορκη δήλωση της το αναγκαίο υπόβαθρο, ήτοι όλα εκείνα τα γεγονότα και την μαρτυρία τα οποία να αποδεικνύουν ή έστω να καταδεικνύουν την ισχυριζόμενη αύξηση της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας και την δική της συνεισφορά στην ισχυριζόμενη αύξηση. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι υπάρχει παντελής έλλειψη μαρτυρίας και γεγονότων στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας αναφορικά με την ισχυριζόμενη αύξηση της αξίας της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας, ποια ήταν η περιουσία της εν λόγω εταιρείας και ποια η αξία της κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την Αιτήτρια, ποια η αξία της κατά τον χρόνο της διάστασης τους, ποιο ήταν το είδος και το ύψος της τυχόν συνεισφοράς της Αιτήτριας στην ισχυριζόμενη αύξηση της αξίας της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας, τον ακριβή χρόνο που έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη απόκτηση, βελτίωση, αποπεράτωση, ανέγερση των εν λόγω καταστημάτων και ισχυριζόμενων διαμερισμάτων στο επίδικο ακίνητο και λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης βελτίωση τους. Συγκεκριμένα, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει ότι ενώ η Αιτήτρια αξιώνει το ½ της αξίας του επίδικου ακινήτου, δηλαδή αιτείται τον πραγματικό υπολογισμό της συνεισφοράς της ωστόσο παραλείπει να αναφέρει, ως όφειλε, το ποσό που κατ' ισχυρισμό κατέβαλε για την ισχυριζόμενη απόκτηση του επίδικου ακινήτου και πώς αυτό αποκτήθηκε με δική της συνεισφορά, αφού αυτό αγοράστηκε το έτος 2006, ήτοι 6 χρόνια πριν την σχέση και τον γάμο των διαδίκων και είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εταιρείας L.D. Limited από το έτος
  9. Επίσης η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οποιανδήποτε απόδειξη ή μαρτυρία για να αποδείξει την ισχυριζόμενη συνεισφορά της στις φερόμενες βελτιώσεις στο κτήριο στην οδό [.] αλλά αρκείται σε ψευδείς ένορκες δηλώσεις που στην συνέχεια διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι αντιφατικές με τις προηγούμενες ένορκες δηλώσεις της. Σε σχέση με την εταιρεία L.D. Limited, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αναφέρει ότι συστάθηκε στις 27/01/2004, δηλαδή 8 χρόνια πριν την σχέση και τον γάμο του με την Αιτήτρια. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 2 σχετικό αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας στην οποία φαίνεται η ημερομηνία εγγραφής της εν λόγω εταιρείας. Αναφέρει επίσης, ότι το έτος 2006 η εταιρεία L.D. Limited αγόρασε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής [.] στην οδό [.], στην Λεμεσό επί του οποίου είχε ανεγερθεί περί το έτος 1980 συγκρότημα καταστημάτων. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει πως τα εν λόγω καταστήματα ούτε ανεγέρθηκαν ούτε αποπερατώθηκαν κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ισχυρίζεται ότι στις 16/04/2008 το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εν λόγω εταιρείας από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη και ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του ακινήτου εξοφλήθηκε πλήρως το τίμημα πώλησης του. Παρουσίασε ως Τεκμήριο αρ. 4, αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας στο οποίο φαίνεται η ημερομηνία μεταβίβασης του εν λόγω κτιρίου στο όνομα της εταιρείας L.D. Limited. Ισχυρίζεται ακόμα ότι το εν λόγω κτίριο αποτελεί την μοναδική ακίνητη περιουσία της εν λόγω εταιρείας, παρουσιάζοντας ως Τεκμήριο αρ. 5 σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Στην συνέχεια, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αναφέρει ότι το επίδικο κτήριο ενοικιάζεται στους Καθ' ων η αίτηση αρ. 3, της οποίας ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής, αλλά και ότι οι εργασίες συντήρησης του κτηρίου γίνονται αποκλειστικά από τους Καθ' ων η αίτηση αρ. 3, με δικά τους έξοδα. Αναφέρει επίσης, ότι στις 23/04/2009 εκδόθηκε άδεια για κατεδάφιση της υφιστάμενης οικοδομής στην οδό [.] και ανέγερση τριών νέων καταστημάτων με μεσοδάπεδο και υπόγειο χώρο στάθμευσης, πλην όμως το εν λόγω κτήριο ουδέποτε κατεδαφίστηκε για οικονομικούς λόγους. Ισχυρίζεται ακόμα ότι το έτος 2010 έγινε ανακαίνιση και συντήρηση στο εσωτερικό του κτηρίου από τους Καθ' ων η αίτηση αρ. 3 οι οποίοι στεγάζονται και δραστηριοποιούνται στο εν λόγω κτήριο. Επιπρόσθετα, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει ότι κατά την διάρκεια της σχέσης και της έγγαμης συμβίωσης του με την Αιτήτρια, ήτοι από το έτος 2012 μέχρι και το έτος 2021, δεν έχει γίνει οποιαδήποτε προσθήκη, ανέγερση ή βελτίωση στο εν λόγω ακίνητο από την εταιρεία L.D. Limited. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι κατά την διάρκεια της σχέσης και του γάμου τους ανεγέρθηκαν τρία διαμερίσματα και δύο καταστήματα είναι ψευδής και προβάλλεται για αλλότριους σκοπούς. Ακολούθως, αναφέρει ότι στις 24/02/2023 εκδόθηκε άδεια οικοδομής από τον Δήμο Λεμεσού, για προσθηκομετατροπές και ενοποίηση των καταστημάτων και μεσοδαπέδων και αλλαγή της χρήσης σε γραφείο και καφετέρια. Η εν λόγω αίτηση για έκδοση τροποποιητικής άδειας οικοδομής υποβλήθηκε από την εταιρεία L.D. Limited, ως ιδιοκτήτρια των εν λόγω καταστημάτων, κατόπιν αιτήματος των ενοικιαστών Καθ' ων η αίτηση αρ.
  10. Οι μετατροπές στο εσωτερικό των εν λόγω καταστημάτων τα οποία πλέον χρησιμοποιούνται ως καφετέρια, έγιναν το έτος 2023 αποκλειστικά με έξοδα του εν λόγω ενοικιαστή, δεν αύξησαν την αξία του κτηρίου και δεν αφορούν το επίδικο χρονικό διάστημα που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είχε συνεισφορά. Περαιτέρω, δηλώνει με κάθε βεβαιότητα ότι η Αιτήτρια δεν κατέβαλε ή συνείσφερε οποιονδήποτε ποσό στις εν λόγω μετατροπές στην καφετέρια του εν λόγω ενοικιαστή και γενικά σε ολόκληρο το κτήριο και ως εκ τούτου δεν έχει οποιονδήποτε δικαίωμα να αξιώνει οποιονδήποτε ποσό για δήθεν αύξηση της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εταιρεία δεν διαθέτει οποιανδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία, πέραν του ακινήτου στην οδό [.]. , ενώ ούτε διαθέτει οποιανδήποτε κινητή περιουσία. Αναφέρει ακόμα, ότι η εν λόγω εταιρεία από την σύσταση της δεν διεξάγει οποιεσδήποτε άλλες εμπορικές δραστηριότητες, δεν είναι εγγεγραμμένη στις κοινωνικές ασφαλίσεις και δεν διαθέτει αριθμό Φ.Π.Α. στο Τμήμα Φορολογίας. Από όσα έχει πληροφορηθεί από τον λογιστή της εν λόγω εταιρείας L.D. Limited με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της, δεν υπάρχει αύξηση της περιουσίας της ή αύξηση της λογιστικής αξίας των μετοχών της από το έτος 2012 έως το έτος
  11. Ειδικότερα, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 αναφέρει πως ο λογιστής της εταιρείας L.D. Limited τον πληροφόρησε ότι από τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το έτος 2012 διαπιστώνεται ότι αυτή είχε συσσωρευμένες ζημιές ύψους €43.563 ευρώ. Επίσης, για το έτος 2021 διαπιστώνεται αύξηση των ζημιών της, ήτοι είχε συσσωρευμένες ζημιές ύψους €50.427 ευρώ, αλλά και ότι για τα έτη 2012 μέχρι το έτος 2021, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αύξηση στην λογιστική αξία των μετοχών της εταιρείας. Η αξία των μετοχών της εν λόγω εταιρείας το έτος 2012 ήταν αρνητική, δηλαδή ήταν πλην -€25,48 ανά μετοχή ενώ το 2021 η αξία των μετοχών ήταν επίσης αρνητική, ήτοι ήταν πλην -€29,49 ανά μετοχή. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία αναλύονται στην ένορκη δήλωση του λογιστή της εταιρείας κ. Ν.Π. ημερομηνίας 27/12/2024 και η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Από όσα τον πληροφορεί η δικηγόρος του, το γεγονός και μόνο ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας L.D. Limited δεν την καθιστά αναγκαίο διάδικο. Υποστηρίζει ότι, για να καταστεί η εν λόγω εταιρεία αναγκαίος διάδικος θα πρέπει η Αιτήτρια να αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα ή αιτία αγωγής εναντίον της. Επίσης, η προσθήκη της εν λόγω εταιρείας δεν είναι αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει το Δικαστήριο πλήρως και αποτελεσματικά τα ζητήματα της εναρκτήριας Αίτησης της Αιτήτριας. Ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αναφέρει επίσης, ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται στην παράγραφο αρ.4 της ένορκης δήλωσης της, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση της ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της κυρίως αίτησης δεν γνώριζε την ύπαρξη της εταιρείας L.D. Limited, ούτε την ακριβή περιουσία της, ωστόσο διεκδικεί την συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας της. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Αιτήτριας έρχονται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς της που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 7, 8 και 10 των γεγονότων του Παραρτήματος Α της υπό εξέταση αίτησης και των αιτούμενων τροποποιήσεων. Στις εν λόγω παραγράφους η Αιτήτρια ανακόλουθα και αντιφατικά επιχειρεί να εισάξει ισχυρισμούς ότι δήθεν εργαζόταν στους Καθ' ων η αίτηση αρ. 2, 3 και στην εταιρεία L.D. Limited και ότι δήθεν είχε συνδρομή στις επαγγελματικές δραστηριότητες της. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι από την μια δεν γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω εταιρείας, αλλά από την άλλη εργαζόταν σε αυτή και παρείχε συνδρομή στις επαγγελματικές δραστηριότητες της είναι ανυπόστατοι και αντιφατικοί μεταξύ τους. Ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλει κάθε φορά η Αιτήτρια αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο απόκτησης του κτηρίου στην οδό [.], το καθεστώς ιδιοκτησίας του, αλλά και την περιγραφή του είναι αντιφατικοί μεταξύ τους. Αρχικά, αναφέρει ότι η Αιτήτρια με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 30/6/2023 ισχυρίζεται ότι δήθεν ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αγόρασε και κατείχε το οικόπεδο στην οδό [.] πριν τον γάμο τους και ότι μετά τον γάμο ανέγειραν τα ισχυριζόμενα διαμερίσματα επί του εν λόγω οικοπέδου, ενόσω η Αιτήτρια ήταν αφοσιωμένη με την ανατροφή του τέκνου τους. Εφόσον το τέκνο τους γεννήθηκε στις 18/03/2021 και η διάσταση επήλθε τον Μάρτιο του 2021 ως εκ τούτου η Αιτητρια τοποθετεί χρονικά την ισχυριζόμενη ανέγερση διαμερισμάτων το έτος
  12. Επίσης, αναφέρει ότι από την εν λόγω επιστολή της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι η θέση της είναι πως ο ιδιοκτήτης των εν λόγω διαμερισμάτων είναι ο ίδιος προσωπικά. Παρουσιάζει αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως Τεκμήριο
  13. Ακολούθως, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 αναφέρει ότι η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της η οποία συνοδεύει την μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 03/10/2023 με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εγκατέλειψε τον ισχυρισμό της ότι δήθεν το οικόπεδο στην οδό [.] αγοράστηκε πριν από τον γάμο τους και ανακόλουθα και αντιφατικά ισχυρίστηκε στην παράγραφο 13 της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι δήθεν υπάρχουν 3 διαμερίσματα και 2 καταστήματα στο επίδικο ακίνητο τα οποία δήθεν τα αγόρασαν και τα απόκτησαν κατά την διάρκεια του γάμου τους, πλην όμως η ίδια συγκατατέθηκε όπως αυτά εγγραφούν επ' ονόματι των Καθ' ων η αίτηση αρ. 2 και 3, δήθεν λόγω της αγάπης και της εμπιστοσύνης που του είχε. Ισχυρίζεται ότι, στην βάση των εν λόγω ψευδών ισχυρισμών της το Δικαστήριο παραπλανήθηκε και στις 09/10/2023 εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στους Καθ' ων η αίτηση αρ. 2 και 3 να μεταβιβάσουν ή αποξενώσουν το ½ του εν λόγω ακινήτου. Υποδεικνύει ότι στις 29/02/2024, το Δικαστήριο ακύρωσε το εν λόγω διάταγμα αφού όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια το εκδοθέν διάταγμα ήταν άνευ αντικειμένου, διότι οι Καθ' ων η αίτηση αρ. 2 και 3 δεν ήταν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου στην Οδό [.], όπως η Αιτήτρια ισχυρίστηκε αρχικά στην ένορκη δήλωση της. Στην συνέχεια, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 ισχυρίζεται ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια ανακόλουθα και αντιφατικά με τα όσα είχε αναφέρει προηγουμένως, υποστηρίζει ότι τελικά εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου είναι η εταιρεία L.D. Limited της οποίας την ύπαρξη δεν γνώριζε, πλην όμως παρείχε συνδρομή στις επαγγελματικές της δραστηριότητες και συνέβαλε στην απόκτηση, αποπεράτωση, βελτίωση και ανέγερση των εν λόγω διαμερισμάτων, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε επεξήγηση για τους προηγούμενους αντιφατικούς ισχυρισμούς της. Είναι η θέση του, ότι η Αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει και να στοιχειοθετήσει στην Αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ότι θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα. Τονίζει ότι η Αιτήτρια είχε την υποχρέωση να τεκμηριώσει, να στηρίξει την υπό εξέταση αίτηση της και να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια υπόθεση εναντίον της εν λόγω εταιρείας και δεν το έπραξε. Θεωρεί ότι εφόσον η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ούτε από την υπό εξέταση αίτηση της και ούτε από την εναρκτήρια αίτηση της, δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν βασίζονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης της Αιτήτριας ή σε διόρθωση κάποιου καλόπιστου λάθους, αλλά αφορούν γεγονότα και πληροφορίες που ήταν εις γνώση ή θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να ήταν εις γνώση της Αιτήτριας από την αρχή και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να περιληφθούν εξ' αρχής στην εναρκτήρια αίτηση της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια όφειλε πριν την καταχώρηση της εναρκτήριας και της ενδιάμεσης αίτησης της να προβεί σε έρευνα αναφορικά με την ιδιοκτησία του κτηρίου στην οδό [.]. Επισημαίνει ότι η Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ανέφερε ότι πριν την καταχώρηση της αίτησης προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσε ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα των Καθ' ων η αίτηση αρ.1 και
  14. Όμως, όπως διαπιστώθηκε στην συνέχεια, πάλι η Αιτήτρια είπε ψέματα καθώς εάν προέβαινε σε έρευνα στο Κτηματολόγιο θα διαπίστωνε ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εταιρείας L.D. Limited από το έτος
  15. Ακολούθως, στις 10/03/2025 ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 καταχώρησε την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους αρχικούς ισχυρισμούς του οι οποίοι διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του. Θα επικεντρωθώ στα κυριότερα σημεία αυτής. Αρχικά, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 2 υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε τι ακίνητη περιουσία είναι εγγεγραμμένη σε κάθε εταιρεία διότι δήθεν δεν της έδινε λογαριασμό, ενώ ανακόλουθα και αντιφατικά στην ενδιάμεση αίτηση της ημερομηνίας 03/10/2023 για να πετύχει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δήλωνε με βεβαιότητα ότι γνωρίζει καλά την ακίνητη περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του καθώς και στις εταιρείες του, αλλά και ότι αυτή αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου τους. Ακολούθως, ισχυρίζεται ότι έχει προβεί σε ένορκη αποκάλυψη τόσο της δικής του περιουσίας όσο και της περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση αρ. 2 και 3 κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους, καθώς και κατά τον χρόνο της διάστασης τους. Υποστηρίζει πως η Αιτήτρια κατά παράβαση του διατάγματος για ένορκη αποκάλυψη περιουσίας, δεν έχει αποκαλύψει ενόρκως την περιουσία της κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους και βρίσκεται σε παρακοή του εν λόγω διατάγματος. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και προσθήκης της εν λόγω εταιρείας ως διαδίκου στην πιο πάνω αίτηση, η εταιρεία L.D. Limited θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς θα αναγκαστεί να καταβάλει δικαστικά και δικηγορικά έξοδα, έξοδα μαρτύρων καθώς και άλλα έξοδα για την υπεράσπιση της. Υποστηρίζει επίσης, πως όταν θα απορριφθεί η κυρίως αίτηση της Αιτήτριας από το Δικαστήριο, αυτή δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει την εν λόγω εταιρεία. Είναι η θέση του, ότι η προώθηση μιας εντελώς αβάσιμης αγωγής εναντίον της εν λόγω εταιρείας αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και αυτό από μόνο του προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι μέσα από την κυρίως Αίτηση της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είχε ενεργό ρόλο στην δραστηριοποίηση των εταιρειών του, σε όλους τους τομείς και δραστηριότητες τους, στις εργασίες τους αλλά και στα οικονομικά τους, περιγράφοντας τον ρόλο της και την συμμετοχή της. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της, έρχονται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό της ότι δήθεν δεν της έδινε λογαριασμό για τα οικονομικά θέματα των εταιρειών του και τι ακίνητη περιουσία είναι εγγεγραμμένη σε κάθε εταιρεία. Εφόσον με βάση τους ισχυρισμούς της, είχε ενεργή συμμετοχή τόσο στις δραστηριότητες των εταιρειών του όσο και στα οικονομικά του, τότε γνώριζε τα οικονομικά τους και θα μπορούσε να εξασφαλίσει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια γνωρίζει πολύ καλά την ακίνητη περιουσία του την οποία είχε επισκεφθεί πολλές φορές κατά την διάρκεια του γάμου τους καθώς και ότι την απέκτησε πολλά χρόνια πριν την γνωρίσει. Επίσης, πριν την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης αναφέρει ότι παρουσίασε τόσο στην ίδια όσο και στους δικηγόρους της αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας τόσο των δικών του ακινήτων όσο και των ακινήτων της εταιρείας L.D. Limited, από τα οποία φαινόταν ξεκάθαρα ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία αποκτήθηκε πολλά χρόνια πριν γνωρίσει την Αιτήτρια. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια γνώριζε εξ' αρχής, πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης της, ότι οι εταιρείες του έχουν ζημιές και χρέη, αφού την είχε ενημερώσει σχετικά πλην όμως επέλεξε να αποκρύψει τα χρέη και τις ζημιές των εν λόγω εταιρειών του παρουσιάζοντας ψευδώς ότι δήθεν οι εν λόγω εταιρείες έχουν τεράστια οικονομική ανάπτυξη με μοναδικό σκοπό να προωθήσει εναντίον του την αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο για να τον ταλαιπωρήσει και να τον πιέσει να της καταβάλει χρήματα και περιουσία που δεν δικαιούται. (IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Η προσθήκη ενός διαδίκου μέσω της ανάλογης τροποποίησης του τίτλου της Αίτησης, επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ως αναγκαία την προσθήκη οποιουδήποτε διάδικου του οποίου η παρουσία θεωρείται απαραίτητη, ώστε αυτό να μπορέσει να αποφασίσει αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά επί όλων των ζητημάτων που υπάρχουν σε μία υπόθεση. Η υπό εκδίκαση Αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο Μέρος 18 και 20 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, από το οποίο παραθέτω τις πιο κάτω σχετικές διατάξεις։ « 18.
  16. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα
(1)Διάδικος δύναται να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επίδοσή του σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο.
(2)Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο: (α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή (β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.
(3)Αν δικόγραφο έχει επιδοθεί, αίτηση τροποποίησής του διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.4.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Στον Κ.18.4 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 το οποίο τιτλοφορείται։ Τροποποιήσεις σε δικόγραφα με άδεια του Δικαστηρίου, αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα։ «18.4. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα με άδεια του δικαστηρίου
(1)Όταν το δικαστήριο δίδει άδεια σε διάδικο να τροποποιήσει το δικόγραφό του, δύναται να εκδώσει οδηγίες για: (α) συνακόλουθες τροποποιήσεις οι οποίες θα γίνουν σε άλλο δικόγραφο· και (β) την επίδοση οποιουδήποτε τροποποιημένου δικογράφου.
(2)Η εξουσία του δικαστηρίου να δώσει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπόκειται: (α) στον κανονισμό 20.2 (αλλαγή διαδίκων: γενικά)· (β) στον κανονισμό 20.6 (ειδικές πρόνοιες για την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής)· και (γ) στον κανονισμό 18.7 (τροποποίηση δικογράφου μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής)» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επιπρόσθετα, στο Μέρος 20.2 των εν λόγω Κανονισμών το οποίο φέρει τον τίτλο։ Αλλαγή διαδίκων։ γενικά, αναφέρονται τα ακόλουθα։ «20.2. Αλλαγή διαδίκων: γενικά
(1)Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν διάδικος πρόκειται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ή να αφαιρεθεί, εκτός όταν η υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο του κανονισμού 20.6 (ειδικές διατάξεις για την αλλαγή διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής).
(2)Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη προσώπου ως νέου διαδίκου αν: (α) η προσθήκη του νέου διαδίκου είναι επιθυμητή, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία· ή (β) υφίσταται ζήτημα, το οποίο αφορά στον νέο διάδικο και στον υφιστάμενο διάδικο, το οποίο συνδέεται με τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία, και είναι επιθυμητό να προστεθεί ο νέος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα.
(3)Το δικαστήριο δύναται να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο να παύσει να είναι διάδικος, αν δεν είναι επιθυμητό το πρόσωπο αυτό να είναι διάδικος στη διαδικασία.
(4)Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την υποκατάσταση υφιστάμενου διαδίκου με νέο διάδικο αν: (α) το συμφέρον ή η ευθύνη του υφιστάμενου διαδίκου έχει μεταφερθεί στον νέο διάδικο· ή (β) είναι επιθυμητή η υποκατάσταση με τον νέο διάδικο, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει τα αμφισβητούμενα θέματα στη διαδικασία» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Περαιτέρω, στο Μέρος 20.4 του ίδιου Κανονισμού, που φέρει τον τίτλο։ Διαδικασία προσθήκης και υποκατάστασης διαδίκων, αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα։ « 20.4. Διαδικασία προσθήκης και υποκατάστασης διαδίκων
(1)Απαιτείται άδεια του δικαστηρίου για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου, εκτός αν το έντυπο απαίτησης δεν έχει επιδοθεί.
(2)Αίτηση για άδεια δυνάμει της παραγράφου
(1)μπορεί να υποβληθεί από: (α) υφιστάμενο διάδικο· ή (β) πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να καταστεί διάδικος. [Δ.Κ. 29.9.2023]
(3)Αίτηση για έκδοση διατάγματος δυνάμει του κανονισμού 20.2
(4)(υποκατάσταση διαδίκου όταν το συμφέρον ή η ευθύνη υφιστάμενου διαδίκου έχει μεταφερθεί): (α) μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση· και (β) πρέπει να υποστηριχθεί από μαρτυρία.
(4)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ως ενάγων εκτός αν: (α) το πρόσωπο αυτό έχει συναινέσει γραπτώς· και (β) η συναίνεση αυτή έχει καταχωριστεί στο δικαστήριο.
(5)Διάταγμα για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου πρέπει να επιδοθεί σε: (α) όλους τους διαδίκους στη διαδικασία· και (β) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το διάταγμα.
(6)Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου, δύναται να εκδώσει παρεπόμενες οδηγίες για: (α) την καταχώριση και επίδοση του εντύπου απαίτησης σε οποιονδήποτε νέο εναγόμενο· (β) την επίδοση σχετικών εγγράφων στον νέο διάδικο· και (γ) τη διαχείριση της διαδικασίας.
(7)Όταν το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα προσθήκης ή υποκατάστασης με νέο ενάγοντα, δύναται να δώσει οδηγίες: (α) για την επίδοση αντιγράφου του διατάγματος σε κάθε διάδικο στη διαδικασία και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το διάταγμα· (β) για την επίδοση αντιγράφων των δικογράφων και των εγγράφων τα οποία αναφέρονται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, στον νέο διάδικο, (γ) όπως ο διάδικος, ο οποίος υπέβαλε την αίτηση καταχωρίσει εντός 14 ημερών τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης.
(8)Όταν το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα προσθήκης ή υποκατάστασης εναγόμενου είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες: (α) στον ενάγοντα να καταχωρίσει στο δικαστήριο εντός 14 ημερών (ή ως διαταχθεί) τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης για τον φάκελο του δικαστηρίου, (β) αντίγραφο του διατάγματος να επιδοθεί σε όλους τους διαδίκους στη διαδικασία και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επηρεάζεται από αυτό, (γ) το τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και η έκθεση απαίτησης, τα έντυπα για παραδοχή, υπεράσπιση και καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και αντίγραφα των δικογράφων και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα αναφέρονται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, να επιδοθούν στον νέο εναγόμενο, (δ) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, το τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης να επιδοθούν σε οποιουσδήποτε άλλους εναγόμενους». Οι νομικές αρχές που έχουν καθιερωθεί με βάση την μέχρι σήμερα νομολογία επί του ζητήματος της προσθήκης διαδίκου, παρά το γεγονός ότι στηρίζονται στους προϊσχύσαντες Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής σε μεγάλο βαθμό και στις υποθέσεις που διέπονται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Με βάση την Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να εξετάσει και να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είτε μετά από αίτηση είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου, την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Στην υπόθεση Σοφιανού Χριστάκης Αντωνίου ν. Minas Makris Developers Ltd και Άλλης
(2011)1 Α.Α.Δ. 1668, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου։ «Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772». Περαιτέρω, στην Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։ «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772)». Εν προκειμένω, οι διατάξεις που αφορούν το υπό κρίση θέμα θεμελιώνονται στο άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί τα εξής: «14.
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.
(3)Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν: (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.232/91: «′περιουσία′ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». «΄συνεισφορά΄ σημαίνει την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή την δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας». Μία αξίωση εναντίον συζύγου για συνεισφορά, δυνάμει του άρθρου 14
(1)του Ν. 232/91 μπορεί να αφορά και σε περιουσία του η οποία κατέχεται προς όφελος του από τρίτο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, στην βάση καταπιστεύματος, συνεπώς κατά κανόνα αναγκαίος διάδικος είναι και ο καταπιστευματοδόχος. Παραπέμπω στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Περικλέους ν. Εγγλέζου
(2011)1 Β Α.Α.Δ. 1015, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։ «Κατά πρώτο λόγο, παρατηρείται, ως πρόδηλη απόρροια από τις πιο πάνω διατάξεις, ότι είναι ουσιαστικά παρόμοιες οι νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με την έννοια και το εύρος της «περιουσίας» και των «περιουσιακών σχέσεων». Καλύπτουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που δυνατόν να αποκτήθηκε πριν, ή μετά το γάμο από οποιοδήποτε από τους συζύγους. Η κατά τη διάρκεια του γάμου απόκτηση περιουσίας τεκμαίρεται ότι είναι προς όφελος και των δύο συζύγων, με τεκμαιρόμενη συνεισφορά στην αύξηση το 1/3 από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, κατά τα προνοούμενα από το εδάφιο
(2)του Αρθρου 14, εκτός βέβαια εάν δυνάμει επαρκούς μαρτυρίας, η περιουσία δυνατόν να κατανεμηθεί διαφορετικά. Αν η περιουσία αποκτάται πριν το γάμο, τότε πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή κτήθηκε με την προοπτική γάμου. Κατά τα άλλα ισχύει και πάλι το τεκμήριο του 1/3, ως συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον άλλο. Κατά δεύτερο λόγο, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στα περιουσιακά στοιχεία συγκαταλέγεται κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία εφόσον αποκτήθηκε από εκάτερο των συζύγων, ως λογική δε προέκταση αυτού θα πρέπει να εντάσσεται ως περιουσιακό στοιχείο και αυτό που αποκτάται εκ μέρους ή για λογαριασμό του ή της συζύγου. Η προέκταση αυτή είναι εννοιολογικά και νομικά επιτρεπτή διότι διαφορετικά θα καταστρατηγούντο οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Αν, δηλαδή, όπως εδώ, υπάρχει περιουσιακό στοιχείο το οποίο ανήκει σε τρίτο, αλλά με τη συγκατάθεση του χρησιμοποιείται προς όφελος του ή της συζύγου για σκοπούς τέλεσης γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού, τότε η συνεισφορά του ετέρου στην επαύξηση της αξίας αυτού θα ήταν άνευ σημασίας, αν η παρεμβολή του τρίτου εξουδετέρωνε τη συνεισφορά» .................................... «Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ' αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του». Νοείται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της υπό εκδίκαση αίτησης, δεν δικαιούται να υπεισέλθει εις βάθος στην ουσία της υπόθεσης και ούτε να προχωρήσει σε καθοριστική επίλυση της αγωγής. Αυτό που θα εξεταστεί σε πρωταρχικό βαθμό σε μία διαδικασία προσθήκης ενός διαδίκου, είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος καθίσταται αναγκαίος διάδικος με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης και αν το αίτημα είναι δικαιολογημένο. (V) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։ Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην εξέταση της Αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της, τα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί. Το Δικαστήριο θα πρέπει πρωτίστως να εξετάσει κατά πόσο η Αιτήτρια έχει στοιχειοθετήσει έστω και σε προκαταρτικό βαθμό μέσα από τα δικόγραφα αλλά και τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση της, ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 στην βάση καταπιστεύματος και ότι πραγματικά επιβάλλεται η προσθήκη της προτιθέμενης Καθ' ης η Αίτηση αρ.4 εταιρείας ως αναγκαίου διάδικου στην διαδικασία. Είναι σαφώς νομολογημένο, ότι εξ΄ επαγωγής καταπίστευμα μπορεί να καλύψει περιουσία που αποκτήθηκε ακόμα και πριν από την συμβίωση των διαδίκων. Στην απόφαση που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδάμου ν. Γεωργίου Πολ. Εφ. αρ. 68/2014 ημερομηνίας 30/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A435, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։ «Συνοψίζοντας τις σχετικές αρχές στην υπόθεση Sheila Maharaj v Jai Chand [1986] 1 AC 898, η οποία αναφέρεται και στην πρωτόδικη απόφαση, ο Δικαστής Sir Robin Cooke ανέφερε (σελ.907): «As to the principles of law to be applied to those facts, references were made in argument to cases where constructive trusts, carrying beneficial interests in land, arise between parties who are man and wife, whether de jure or de facto, on or after the acquisition of their home. The authority now classic in the speech of Lord Diplock in Gissing v. Gissing [1971] A.C. 886, 903-911, and later English cases are reviewed in the judgments of the Court of Appeal in Grant v. Edwards [1986] Ch. 638 which concerned an unmarried couple. In such cases a contract or an express trust as at the time of the acquisition may not be established, because of lack of certainty or consideration or non-compliance with statutory requirements of writing; but a constructive trust may be established by an inferred common intention subsequently acted upon by the making of contributions or other action to the detriment of the claimant party. And it has been held that, in the absence of evidence to the contrary, the right inference is that the claimant acted in the belief that she (or he) would have an interest in the house and not merely out of love and affection: see for instance Grant v. Edwards, per Sir Nicolas Browne-Wilkinson V.-C., at p. 130.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην πιο πρόσφατη απόφαση Capehorn v Harris [2015] EWCA Civ 955: «In relation to assets acquired by unmarried co-habitees or partners, where an asset is owned in law by one person but another claims to share a beneficial interest in it a two-stage analysis is called for to determine whether a common intention constructive trust arises. First, the person claiming the beneficial interest must show that there was an agreement that he should have a beneficial interest in the property owned by his partner even if there was no agreement as to the precise extent of that interest. Secondly, if such an agreement can be shown to have been made, then absent agreement on the extent of the interest, the court may impute an intention that the person was to have a fair beneficial share in the asset and may assess the quantum of the fair share in the light of all the circumstances: see Oxley v Hiscock [2005] Fam 211; Stack v Dowden [2007] AC 432; Jones v Kernott [2011] UKSC 53.» Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο και σε περιπτώσεις συμβίωσης ατόμων ως αντρογύνου. Όπως σημειώνεται στην Ορφανίδης ν Ορφανίδης
(1998)1 ΑΑΔ 179: «Το Δικαστήριο επιστράτευσε μια αρχή και ένα θεσμό του Δικαίου της Επιείκειας, για τη λύση οικογενειακών περιουσιακών διαφορών, αυτής της φύσης. Την αρχή του δικαιικού κωλύματος, (equitable estoppel) που έχει ως λόγο τον αποκλεισμό επονείδιστης συμπεριφοράς στις συναλλαγές, και το θεσμό των εμπιστευμάτων (καταπιστευμάτων - trusts) που παρέχει ευχέρεια για τη δέσμευση, του κατά νόμο ιδιοκτήτη περιουσίας, να αποδώσει το σύνολο ή μέρος της σε τρίτον, εφόσον δεσμεύτηκε κατά συνείδηση να το πράξει. Οι αρχές αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τη διεκδίκηση περιουσιακών δικαιωμάτων σε δύο κυρίως τομείς, στην οικογενειακή κατοικία και σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Οι ίδιες αρχές τυγχάνουν εφαρμογής και μεταξύ προσώπων τα οποία συμβιώνουν ως ανδρόγυνο.» Εν προκειμένω, δεδομένης της απουσίας γραπτής δέσμευσης εκ μέρους του Σταύρου, το Δικαστήριο εξέτασε το ενδεχόμενο της δημιουργίας εξ επαγωγής καταπιστεύματος δυνάμενου να δημιουργηθεί κατ' εφαρμογή του νόμου, η ύπαρξη του οποίου προϋπόθετε, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Κληρίδης ν Σταυρίδη
(1998)1 ΑΑΔ 521) κοινή πρόθεση του Σταύρου και της εφεσίβλητης για ένα ωφέλιμο συμφέρον και η εφεσίβλητη με βάση το ωφέλιμο συμφέρον να είχε ενεργήσει σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Όπως ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Stack v Dowden [2007] 2 All ER 929, ο κατάλογος των παραγόντων, στοιχείων και συμπεριφορών η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να καταδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών είναι ανεξάντλητος και η κάθε περίπτωση βασίζεται στα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Το βασικό επιχείρημα της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, το οποίο θεμελιώνεται μέσα από τους λόγους ένστασης του, εδράζεται κυρίως στον ισχυρισμό του ότι η εταιρεία L.D. Limited συστάθηκε οχτώ και πλέον έτη πριν την σχέση και τον γάμο του με την Αιτήτρια, αλλά και ότι ολόκληρη η περιουσία της εν λόγω εταιρείας αποκτήθηκε τέσσερα περίπου έτη προηγουμένως, ενώ δεν αυξήθηκε η περιουσία της κατά την διάρκεια της σχέσης και του γάμου των διαδίκων. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι η εν λόγω εταιρεία δεν κατέχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Καθ' ου η Αιτηση αρ. 1 ως καταπιστευματοδόχος ή στην βάση και υπό συνθήκες που θα δικαιολογούσαν την προσθήκη της ως αναγκαίου διάδικου στην εναρκτήρια Αίτηση. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσθήκη, ανέγερση ή βελτίωση στο ακίνητο που ανήκει στην εταιρεία L.D. Limited κατά την διάρκεια της σχέσης και της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ήτοι από το έτος 2012 μέχρι και το
  1. Θεωρεί ότι το γεγονός και μόνο ότι ο ίδιος είναι μέτοχος και διευθυντής της εν λόγω εταιρείας δεν την καθιστά και αναγκαίο διάδικο, αφού για να είναι επιθυμητή η συνένωση της στην εναρκτήρια αίτηση, θα πρέπει πρώτα η Αιτήτρια να αποδείξει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εταιρείας, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Και τούτο διότι κατά τον ίδιο, η Αιτήτρια θα έπρεπε να δικογραφήσει και να αποκαλύψει στην υπό εξέταση αίτηση της ποια είναι η αύξηση της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 κατά την διάρκεια του γάμου τους η οποία προήλθε από την δική της συνεισφορά και η οποία κατέχεται από την L.D. Limited ως εμπίστευμα. Στον αντίποδα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2, 3 και της εταιρείας L.D. Limited προκύπτει μεταξύ άλλων από το γεγονός ότι εργαζόταν και βοηθούσε τον Καθ' ου η Αίτηση αρ.1 στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στις Καθ' ων η Αίτηση αρ. 2, 3 και στην εταιρεία L.D. Limited, ενώ επιπλέον είχε την αποκλειστική φροντίδα και ευθύνη για την συντήρηση και φροντίδα της συζυγικής τους οικίας. Ισχυρίζεται ακόμα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 δεν επιθυμούσε να δηλωθει ως εργαζόμενη στις εν λόγω εταιρείες, διαβεβαιώνοντας την ότι η περιουσία, ακίνητη και κινητή, που απόκτησαν και θα αποκτούσαν με την κοινή συνεισφορά και εργασία τους θα άνηκε και στην ίδια. Αναφέρει ότι λόγω της αγάπης που έτρεφε για τον Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 έδειχνε εμπιστοσύνη και ουδέποτε ζήτησε να εγγραφεί οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία στο όνομα της και ουδέποτε ζήτησε οποιαδήποτε αποδεικτικά. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί θέση της Αιτήτριας ότι σε περίπτωση προσθήκης της εν λόγω εταιρείας, θα αποσαφηνιστούν τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην κυρίως Αίτηση και θα αποδειχθεί η συνεισφορά της στους Καθ' ων η Αίτηση αρ 1, 2 και 3 και στην εταιρεία L.D. Limited. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι εάν το Δικαστήριο δεν επιτρέψει την προσθήκη της εν λόγω εταιρείας, θα της αποστερήσει το δικαίωμά της να αποδείξει την υπόθεση της στο κατάλληλο στάδιο και διαδικασία, με την κατάλληλη μαρτυρία και γενικά αυτό δεν θα αποκτήσει ολοκληρωμένη εικόνα για τα γεγονότα της υπόθεσης. Αρχικά διαπιστώνω, ότι αναδείχθηκαν αρκετοί αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις, επί διάφορων γεγονότων και πραγματικών περιστατικών από τις δύο πλευρές για τις οποίες φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση τους, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης. Επιθυμώ να τονίσω, ότι στα πλαίσια του παρόντος σταδίου εξέτασης μίας αίτησης για προσθήκη διαδίκου, δεν δικαιούμαι εκ των πραγμάτων να προβώ σε αξιολόγηση είτε της αξιοπιστίας των ισχυρισμών των διαδίκων, είτε σε εξαγωγή ευρημάτων επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών. Ούτε θα ήταν ορθό το Δικαστήριο να καταλήξει σε ακριβή ευρήματα αναφορικά με το ισχυριζόμενο ύψος της επαύξησης της περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 και/ ή της εταιρείας L.D. Limited εν προκειμένω, αλλά και της οποιασδήποτε τυχόν συνεισφοράς της Αιτήτριας, ή ακόμα και του τρόπου με τον οποίο τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία τους αποκτήθηκαν. Ούτε μπορώ να καταλήξω σε τελικά συμπεράσματα για τον χρόνο απόκτησης του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου της εν λόγω εταιρείας και αν αυτό αποκτήθηκε πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων ή ακόμα αν υπάρχει ζήτημα εμπιστεύματος ή όχι. Γιατί απλούστατα, αυτό θα λάβει χώρα όταν θα τεθούν όλα τα στοιχεία και η ολοκληρωμένη μαρτυρία του κάθε διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης. Εξάλλου με βάση την σχετική νομολογία, η διαδικασία προσθήκης διαδίκου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της ουσίας της υπόθεσης και ούτε για κατάληξη σε τελικά ευρήματα ή συμπεράσματα, έστω και σε προκαταρτικό βαθμό ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά θέματα, αφού αυτό που αξιολογείται είναι κατά πόσο ο προτιθέμενος διάδικος αποτελεί εν τέλει έναν αναγκαίο διάδικο. Εάν το Δικαστήριο προέβαινε σε τέτοια συμπεράσματα στην βάση των ισχυρισμών που προέβαλαν οι διάδικοι, τότε αναμφίβολα θα προδίκαζε σε κάποιο βαθμό και το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης από αυτό το στάδιο, γεγονός ανεπίτρεπτο. Είναι η θέση μου, ότι η αιτούμενη προσθήκη διαδίκου, ήτοι της εταιρείας L.D. Limited καθώς και η συνακόλουθη αιτούμενη τροποποίηση, εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου τα δεδομένα έγιναν γνωστά στην Αιτήτρια σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο, ήτοι μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 29/02/2024 και όχι κατά την λήψη οδηγιών για την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης. Και τούτο, στην βάση του κοινά παραδεκτού γεγονότος, ότι αποκαλύφθηκε πως τα επίδικα καταστήματα επί της οδού [.] ανήκουν τελικά στην εταιρεία L.D. Limited και της οποίας μοναδικός μέτοχος και διευθυντής είναι ο Καθ' ου η Αίτηση αρ.
  2. Να σημειώσω ότι το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο περιλαμβάνεται από την αρχή στο δικόγραφο της κυρίως αίτησης της Αιτήτριας και είναι αυτό που ήδη αυτή αξιώνει να της αποδοθεί το μέρος της συνεισφοράς που επικαλείται. Επιδιώκεται δηλαδή, η προσθήκη της εν λόγω εταιρείας ως αναγκαίου διαδίκου, με σκοπό την επίλυση της περιουσιακής διαφοράς που προκύπτει, δεδομένου ότι το προαναφερόμενο περιουσιακό στοιχείο ανήκει τελικά στην εν λόγω εταιρεία. Στην βάση των πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, κρίνω επιθυμητό όπως προστεθεί η εν λόγω εταιρεία ως νέος αναγκαίος διάδικος στην παρούσα εναρκτήρια αίτηση, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει το Δικαστήριο ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά σε σχέση με όλα τα επίδικα και αμφισβητούμενα ζητήματα της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποστερηθεί ολοκληρωτικά η Αιτήτρια του δικαιώματος της να παρουσιάσει πλήρως και ολοκληρωμένα την υπόθεση και τις αξιώσεις της, αφού δεν θα έχει άλλη ευκαιρία να το πράξει. Διαπιστώνω επίσης, μελετώντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις (βλ. Παράρτημα Α' που συνοδεύει την υπό εξέταση Αίτηση), ότι αυτές αφορούν ισχυρισμούς και γεγονότα διευκρινιστικής ή ενημερωτικής φύσεως ή που σχετίζονται με ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία συνδέονται και περιστρέφονται γύρω από τα επίδικα ζητήματα και τον πυρήνα της επίδικης αξίωσης περιουσιακών διαφορών. Δεν διαπιστώνω ακόμα, ότι αυτές αποσκοπούν στην εισαγωγή μίας νέας βάσης αγωγής και ούτε ότι μεταβάλλουν το υφιστάμενο πλαίσιο της δίκης. Διαφαίνεται ότι το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων αφορά την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών και ισχυρισμών σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία και την φερόμενη συμβολή ή συνεισφορά της Αιτήτριας στην ανάπτυξη της, αλλά και στην ισχυριζόμενη αύξηση/απόκτηση της περιουσίας της, αλλά και της αξίας της, στην βάση του άρθρου 14 του Ν.232/
  3. Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με φιλελεύθερο τρόπο, άκαμπτα και εδράζεται σε διάφορες παραμέτρους, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης ξεχωριστά. Μέσα από την καθοδηγητική νομολογία προκύπτει η βασική αρχή, ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων επιβάλλει την τροποποίηση των δικογράφων, τότε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η τάση της νομολογίας επί του ζητήματος της τροποποίησης δικογράφων, δείχνει μία πιο φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός αν έχει διαπιστωθεί κακοπιστία, ζημιά ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων. (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1963, στην σελ. 459 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δεν θα αρνηθεί να επιτρέψει μία τροποποίηση απλά επειδή σε αυτή εισάγεται μία νέα αξίωση. Αλλά θα αρνηθεί να επιτρέψει την τροποποίηση όταν με αυτήν επιχειρείται η αλλαγή της αγωγής ουσιωδώς σε διαφορετικό χαρακτήρα (of a substantially different character) που θα ήταν πιο εύκολο να αποτελέσει αντικείμενο μίας νέας αγωγής. Συνεπακόλουθα, κρίνω ορθό εν προκειμένω όπως επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση όπως αυτή διατυπώνεται στο Παράρτημα Α' που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, διότι θα πρέπει να παρουσιαστεί ένα ορθότερο πλαίσιο γεγονότων υπό τις περιστάσεις, γιατί αυτή είναι περιορισμένης έκτασης και κυρίως λόγω του ότι δεν επηρεάζει δυσμενώς ή σε καταλυτικό βαθμό τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ενώ βεβαίως θα εξυπηρετήσει και το συμφέρον της δικαιοσύνης. Με βάση τους λόγους ένστασης του Καθ' ου η Αίτηση με αρ. 12 και 13, υποστηρίζεται μεταξύ άλλων, ότι απουσιάζει η βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο θα στηριχθεί για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, διότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση εμπεριέχει ισχυρισμούς που είναι αντιφατικοί ή και ασύμβατοι τόσο με την κυρίως αίτηση της Αιτήτριας όσο και με τις αιτούμενες τροποποιήσεις που διαλαμβάνονται στο Παράρτημα Α της υπό εξέταση Αίτησης, καθώς και με προηγούμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ την εν λόγω θέση των Καθ' ων η Αίτηση για τον λόγο ότι στα πλαίσια εξέτασης της παρούσης, δεν δικαιούμαι να προβώ σε οποιαδήποτε ουσιώδη αξιολόγηση και εξέταση των ισχυρισμών των μερών, κάτι το οποίο θα λάβει χώρα σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα ακουστεί η ουσία της υπόθεσης. Πόσο μάλλον να καταλήξω σε εύρημα αξιοπιστίας των ισχυρισμών που έχουν προβληθεί από τους διαδίκους ή ακόμα περί αντιφατικότητας ή αναξιοπιστίας τους, από αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, μέσα από τους λόγους ένστασης του, ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει ότι η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και της εταιρείας L.D. Limited, αφού θα τους προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα τα οποία η Αιτήτρια δεν θα είναι σε θέση να καταβάλλει. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν έχει τεκμηριώσει με επάρκεια και πειστικότητα οποιουσδήποτε αντικειμενικούς λόγους, επί των οποίων εδράζει το εν λόγω επιχείρημα και ούτε έχει καταδείξει γιατί ακριβώς αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ή ότι θα είναι καταστροφική για την λειτουργία τους. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για την οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας, αποτελούν υποθέσεις, συνειρμούς και ουσιαστικά αυθαίρετα συμπεράσματα του Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1, τα οποία δεν τεκμηριώνουν οποιαδήποτε αφερεγγυότητα της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, οι Καθ' ων η Αίτηση μέσα από τον 17ο λόγο ένστασης τους, υποστηρίζουν ουσιαστικά ότι η υπό εξέταση Αίτηση αποσκοπεί στην διόρθωση μίας ελλιπούς και αβάσιμης αίτησης, διότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν βασίζονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης της Αιτήτριας, αλλά αφορούν γεγονότα που ήταν σε γνώση της ή που θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση της με την άσκηση εύλογης επιμέλειας. Όπως έχω επισημάνει πιο πάνω, έλαβα ως δεδομένο ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης, η Αιτήτρια έλαβε ξεκάθαρη γνώση της ύπαρξης της εταιρείας L.D. Limited, της δομής και του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος, όπως και των περιουσιακών της στοιχείων, μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 29/02/2024. Συνεπώς, προκύπτει ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις πιο πάνω πληροφορίες από προηγουμένως, ούτως ώστε να μπορούσε να τις συμπεριλάβει στην εναρκτήρια αίτηση της, ούτε έχει διαφανεί ότι θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εξασφαλίσει τις εν λόγω πληροφορίες με οποιοδήποτε μέσο, λαμβάνοντας υπόψη την θέση της, ότι ο πρώην σύζυγος της δεν την ενημέρωνε καθόλου για τα περιουσιακά του στοιχεία και τα απέκρυβε. Κρίνω φυσικά την εν λόγω πεποίθηση της Αιτήτριας ως γνήσια και εύλογη, χωρίς να εντοπίσω οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά ή κακοπιστία εκ μέρους της. Ούτε βέβαια μπορώ να μην επιτρέψω την προσθήκη του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι αυτή εργαζόταν στην εταιρεία L.D. Limited, διότι αυτός αποτελεί εισαγωγή ανεπίτρεπτου νέου ισχυρισμού, όπως ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 υποστηρίζει, αφού στην εναρκτήρια Αίτηση της, η Αιτήτρια αναφέρει ρητά ότι εργαζόταν στις επιχειρήσεις που διατηρούσε ο Καθ' ου η Αίτηση αρ. 1 και συνεισέφερε κατ' ισχυρισμό πάντοτε, στην δραστηριοποίηση και ανάπτυξη τους, συμβάλλοντας έτσι στην επαύξηση της περιουσίας τους. Συνεπώς, η θέση της εδράζεται επί συγκεκριμένου υπόβαθρου γεγονότων και ισχυρισμών που ουσιαστικά προϋπήρχε. Άρα, στην βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι ούτε ο αναφερόμενος λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει. Αναφορικά με το ζήτημα της τυχόν καθυστέρησης στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν θεωρώ υπό τις περιστάσεις της παρούσης ότι επιδείχθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας οποιαδήποτε υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αφού διαφαίνεται ότι αυτή καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση τέσσερις περίπου μήνες μετά που έλαβε γνώση της ύπαρξης της εταιρείας L.D. Limited αλλά και των περιουσιακών της στοιχείων. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να αποκαλύπτει οποιασδήποτε μορφής κακοπιστία ή κατάχρηση από πλευράς της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και δεν έχει οριστεί για Ακρόαση. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση μου ότι η καταχώρηση μίας τέτοιας αίτησης μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού στο σύγγραμμα «Annual Practice 1958» στην σελ. 345 αναφέρεται ότι είναι δυνατή η προσθήκη διαδίκου όταν αυτή είναι αναγκαία, ακόμα και στο στάδιο της ακρόασης και ότι η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρύτατη προκειμένου να καθοριστούν τελεσίδικα όλα τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με τον παράγοντα της καθυστέρησης παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward
(2014)1Α ΑΑΔ 663 στην σελίδα 676, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης». Περαιτέρω, προβάλλεται ως λόγος ένστασης, ότι η εταιρεία L.D. Limited είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα από τους ιδρυτές, διευθυντές ή μετόχους της και/ή από τον Καθ' ου η αίτηση αρ. 1, και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ενάγει την εν λόγω εταιρεία και να αξιώνει οποιονδήποτε ποσό ή περιουσία από την εν λόγω εταιρεία στην βάση του Νόμου 232/
  1. Διαφωνώ πλήρως με την εν λόγω θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση, διότι το γεγονός ότι η L.D. Limited αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης από μόνο του, δεν δύναται να αποτελέσει εμπόδιο στη συμπερίληψή της ως αναγκαίου διαδίκου σε μία διαδικασία ρύθμισης περιουσιακών διαφορών. Μέσα από την καθοδηγητική νομολογία του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου καταδεικνύεται η συνεχής διεύρυνση της δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων σε υποθέσεις ρύθμισης περιουσιακών διαφορών με την συμπερίληψη τρίτων προσώπων, φυσικών ή νομικών, ως διαδίκων. Παραθέτω επί τούτου, το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Περικλέους ν. Εγγλέζου κ.α. [2011] 1 Α.Α.Δ. 1015: «Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ' αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του». Δεν διαφωνώ ότι αποτελεί θεμελιώδη αρχή του εταιρικού δικαίου ότι μία εταιρεία αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα από τους ιδρυτές, διευθυντές ή μετόχους της, οι οποίοι δεν καθίστανται προσωπικά υπεύθυνοι για χρέη ή υποχρεώσεις της, το γνωστό «εταιρικό πέπλο». Αν και η εν λόγω αρχή έγινε γνωστή με την αγγλική απόφαση Salomon v. Salomon & Co [1897] AC 22, εντούτοις υιοθετήθηκε από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Michaelides v. Gavrielides [1980] 1 A.A.Δ. 224 κ.α). Εν τούτοις, τόσο η σχετική νομοθεσία όσο και η νομολογία αναγνώρισαν την εξουσία των Δικαστηρίων να αίρουν το εταιρικό πέπλο σε ορισμένες περιπτώσεις. Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου [2012] 1 Α.Α.Δ 604, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ακυρώσει απαγορευτικά διατάγματα που αφορούσαν ακίνητα εταιρειών στις οποίες ο διάδικος σύζυγος ήταν μέτοχος και διευθυντής. Στην εν λόγω απόφαση το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο προέβη σε μία επισκόπηση της αγγλικής Νομολογίας αναφορικά με τις προϋποθέσεις άρσης του εταιρικού πέπλου σε υποθέσεις οικογενειακών περιουσιακών διαφορών ως η παρούσα, παραπέμποντας, μεταξύ άλλων στις Mubarak v. Mubarak [2001] 1 F.L.R. 673 και Hashem v. Shayif a.o. [2008] EWHC
  2. (VI) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։ Συνακόλουθα, στην βάση των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της εναρκτήριας Αίτησης ως η αιτούμενη θεραπεία. Δίδονται οδηγίες όπως η τροποποιημένη εναρκτήρια Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 30 (τριάντα) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2 και 3 να καταχωρηθεί εντός 30 (τριάντα) ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης. Η έκθεση υπεράσπισης της εταιρείας L.D. Limited να καταχωριστεί και αυτή εντός 30 (τριάντα) ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Αίτησης. Η εναρκτήρια Αίτηση ορίζεται για Κ.Ε.Θ. στις 23/10/2025 και ώρα 09.
  3. Η ημερομηνία 23/09/2025 που είναι ορισμένη η εναρκτήρια Αίτηση ακυρώνεται. Ως προς τα έξοδα της Αίτησης αλλά και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), αυτά επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Yπ.) ............. Χ. Πογιατζής, Δ.Ο.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.