← Κύπρος

Α.Σ. ν. Δ.Δ., Αρ. Αίτησης: 6/2024, 9/10/2025

Α.Σ. ν. Δ.Δ., Αρ. Αίτησης: 6/2024, 9/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΧΡΗΣΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Αρ. Αίτησης: 6/2024 Μεταξύ: Α.Σ. εκ Λεμεσού Αιτήτρια -κ α ι- Δ.Δ. εκ Λεμεσού Καθ' ου η Αίτηση ------------------------ Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 06/03/2025 Ημερομηνία: 09/10/2025 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια։ κα Έλενα Σιάχουρου για Έλενα Σιάχουρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Χριστίνα Μίτα για Γιόλα Στυλιανίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։

  1. Στις 21/06/2024 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό εναρκτήρια αίτηση και κατά την ίδια ημερομηνία ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να παραχωρείται σε αυτήν η αποκλειστική χρήση της οικίας που χρησιμοποιείτο ως η οικογενειακή στέγη των διαδίκων στην Λεμεσό. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την εν λόγω μονομερή αίτηση δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της, ούτως ώστε να ακούσει και την άλλη πλευρά πριν αποφασίσει οριστικά.
  2. Στις 22/11/2024, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στην μονομερή αίτηση της Αιτήτριας, ενώ στην βάση χρονοδιαγράμματος και σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου στα πλαίσια των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 13/12/2024 και το ίδιο έπραξε και ο Καθ' ου η Αίτηση στις 27/02/
  3. Στις 06/03/2025 ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την υπό εξέταση ενδιάμεση Αίτηση με την οποία αξιώνει την εκδίκαση του προδικαστικού λόγου ένστασης του και συνακόλουθα την απόρριψη και/ ή την διαγραφή της μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας, διότι η όρκιση της ένορκης δήλωσης η οποία την συνοδεύει, έλαβε χώρα πριν την καταχώρηση της εναρκτήριας αίτησης και συνεπώς η εν λόγω ένορκη δήλωση περιέχει ισχυρισμούς προς υποστήριξη ανύπαρκτης κατά την ώρα όρκισης και καταχώρησης αίτησης, που εμφανίζει πρόσωπα, ήτοι τους διάδικους, οι οποίοι ουσιαστικά δεν είχαν εκείνη την ιδιότητα κατά το εν λόγω χρονικό σημείο.
  4. Στις 14/04/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε την ένσταση της με την οποία προβάλλει συνολικά 21 λόγους ένστασης και με την οποία αξιώνει την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης.
  5. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση των διαδίκων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου. (II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։
  6. Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Μέρος 1, 2, 3.1 - 3.8, 18, 22, 23, 25, 32 και 60, στους περί της Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης (Ηλεκτρονική Καταχώριση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2021 (1/2021), στην σχετική Νομολογία, στις αρχές τις επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Ν.Κ. ημερομηνίας 06/03/2025, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση και στην οποία δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτόν όπως προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αφού ουσιαστικά η αίτηση πραγματεύεται καθαρά νομικά σημεία.
  7. Αρχικά, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι από όσα προκύπτουν από τον ηλεκτρονικό φάκελο της παρούσης, η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε στις 21/06/2024 εκ μέρους της Αιτήτριας με αίτημα την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής εστίας των διαδίκων στην ίδια, ενώ κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση της ίδιας, η όρκιση της οποίας έγινε στις 18/06/2024, δηλαδή 4 ολόκληρες μέρες πριν από την καταχώρηση όχι μόνο της μονομερούς αίτησης αλλά και της κυρίως αίτησης.
  8. Στην συνέχεια, αναφέρει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στις 22/11/2024 προβάλλοντας μεταξύ άλλων το ζήτημα της λανθασμένης όρκισης της ένορκης δήλωσης ως πρώτο προδικαστικό λόγο, όπου ηγέρθηκε το ζήτημα ότι η μονομερής αίτηση είναι θνησιγενής και πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν υπάρχει βάση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον η όρκιση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την μονομερή αίτηση ημερομηνίας 21/06/2024, έγινε πριν από την καταχώρηση της εν λόγω μονομερούς αίτησης αλλά και της εναρκτήριας αίτησης, ήτοι έγινε στις 18/06/2024 και συνεπώς η αίτηση είναι άκυρη.
  9. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι, το θέμα που εγείρεται ως προδικαστικός λόγος αφορά αμιγώς νομικό σημείο το οποίο επιβάλλεται να αποφασιστεί στο στάδιο αυτό για να αποφευχθεί ξεκάθαρη κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση επιθυμεί να εκδικαστεί προδικαστικά το κατά πόσο οι αιτούμενες θεραπείες μπορούν να εκδοθούν στην βάση ένορκης δήλωσης που υπεγράφη πριν από την καταχώριση της εναρκτήριας αίτησης και βέβαια της μονομερούς αίτησης. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση περιέχει ισχυρισμούς που υποστηρίζουν μία ανύπαρκτη αίτηση και εμφανίζει πρόσωπα ως Αιτητές και ως Καθ΄ ων η Αίτηση που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα όταν έγινε η όρκιση της. Όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε κατά παράβαση των προνοιών των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των οποίων, κάθε ένορκη δήλωση τιτλοφορείται με την αιτία ή το θέμα για το οποίο γίνεται («in the cause or matter in which it is sworn») με την προϋπόθεση ότι τέτοια αιτία και θέμα είναι υπαρκτά.
  10. Είναι η θέση της, πως η όρκιση ένορκου δηλώσεως πριν από την καταχώρηση της εναρκτήριας και κατά ακολουθία πριν από την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης είναι άκυρη και δεν θεραπεύεται. Περαιτέρω, τα γεγονότα που θεμελιώνουν την μονομερή αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται σε ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την αίτηση και η οποία υπογράφεται πριν την καταχώρηση της εναρκτήριας, συνεπώς καθιστούν την μονομερή αίτηση αστήρικτη, αφού απουσιάζει το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για να μπορέσει αυτή να επιτύχει.
  11. Θεωρεί ότι η εκδίκαση της παρούσας αίτησης θα πρέπει να προηγηθεί της ακρόασης της μονομερούς αίτησης, αφού άπτεται νομικού σημείου που στην περίπτωση που επιτύχει, η εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης θα είναι αχρείαστη, εφόσον σε τέτοια περίπτωση η μονομερής αίτηση θα απορριφθεί. Επιπρόσθετα, σε περίπτωση που η αίτηση ημερομηνίας 06/03/2025 εξεταστεί από το Δικαστήριο και κριθεί ότι λόγω της όρκισης της ένορκης δήλωσης προγενέστερα της κυρίως αίτησης, η ενδιάμεση αίτηση πάσχει και θα πρέπει να απορριφθεί, θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, θα αποφευχθούν αχρείαστες διαδικασίες και η ακρόαση της μονομερούς αίτησης δεν θα είναι απαραίτητη. (III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։
  12. Η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση προσέκρουσε στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Αιτήτριας η οποία καταχωρήθηκε στις 14/04/2025 και στην οποία παρατίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης։
  13. Η Αίτηση είναι αβάσιμη νομικώς και ουσιαστικά.
  14. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν νομιμοποιείται να ζητήσει τις Αιτούμενες Θεραπείες Α-Δ και δεν πληροί τις προϋποθέσεις.
  15. Η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και για σκοπούς που δεν εξυπηρετούν την ουσία της υπόθεσης.
  16. Η Αίτηση στηρίζεται σε τυπικούς και προσχηματικούς ισχυρισμούς χωρίς ουσιαστική νομική ή πραγματική θεμελίωση.
  17. Η επίκληση της χρονικής σειράς μεταξύ της όρκισης της ένορκης δήλωσης και της καταχώρισης της αίτησης συνιστά υπερβολικό φορμαλισμό, ο οποίος δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Ο Κανόνας 32.15

(3)των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εστιάζει στην ουσιαστική σύνδεση της ένορκης δήλωσης με την αιτία της υπόθεσης και όχι στην χρονική σειρά καταχώρισης. 6. Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας συνδέεται ουσιαστικά με το αίτημα και πληροί τις απαιτήσεις του Κανονισμού 32.15
(3), χωρίς να επηρεάζεται από διαδικαστικά ζητήματα.
  1. Η προδικαστική ένσταση βασισμένη στη χρονική σειρά της όρκισης είναι καταχρηστική και παραβιάζει την αρχή της δίκαιης και αναλογικής απονομής της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 30 του Κυπριακού Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
  2. Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας συνδέεται σαφώς με την αίτηση και τα ζητήματα που θίγονται, καλύπτοντας πλήρως τις νομικές απαιτήσεις που απαιτούνται για την υποστήριξη του αιτήματος.
  3. Η υποβολή της ένορκης δήλωσης πριν την καταχώριση της αίτησης δεν συνιστά δικονομική πλημμέλεια ή ασυμβατότητα σύμφωνα με το νέο κανονιστικό πλαίσιο ήτοι τους Νέους Κανονισμούς.
  4. Η προδικαστική ένσταση για την "θνησιγένεια" της μονομερούς αίτησης λόγω της προηγούμενης όρκισης της ένορκης δήλωσης βασίζεται σε λανθασμένη ερμηνεία των ισχυόντων κανονισμών και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο απόρριψης/διαγραφής της Αίτησης της Αιτήτριας.
  5. Η απόπειρα δημιουργίας ακυρότητας λόγω της χρονικής ακολουθίας της όρκισης και της καταχώρισης δεν ανταποκρίνεται στο ισχύον δικονομικό πλαίσιο και πρέπει να απορριφθεί.
  6. Το αίτημα για πρόωρη απόρριψη της μονομερούς αίτησης βασίζεται αποκλειστικά σε τυπική επίκληση της ημερομηνίας όρκισης, χωρίς να αμφισβητείται το περιεχόμενο ή η αλήθεια των γεγονότων.
  7. Η καταχώριση της ενδιάμεσης αίτησης σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας αποσκοπεί σε τακτική καθυστέρησης, όχι στην ουσιαστική επίλυση της υπόθεσης.
  8. Οι Κανονισμοί 32.15
(15)και 32.15
(3)δεν προβλέπουν ακυρότητα λόγω προγενέστερης όρκισης και επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδεχτεί την ένορκη δήλωση παρά τυχόν τυπικές παρατυπίες.
  1. Η χρήση του όρου "θνησιγενής" για την Αίτηση δεν έχει νομική βάση, καθώς η ακυρότητα προϋποθέτει ουσιώδη δικονομική πλημμέλεια, η οποία δεν υπάρχει στην περίπτωση αυτή.
  2. Η προσφυγή σε διαδικαστικά ζητήματα με σκοπό την απόρριψη της αίτησης χωρίς αναγκαία νομική ή πραγματική θεμελίωση προσβάλλει την αρχή της δίκαιης και ταχείας εκδίκασης.
  3. Η προδικαστική ένσταση περί "αστηρικτότητας" της μονομερούς αίτησης είναι αντιφατική, καθώς η ύπαρξη της ένορκης δήλωσης καταρρίπτει την έλλειψη μαρτυρικού υπόβαθρου.
  4. Η δικονομική προτεραιότητα της προδικαστικής ένστασης δεν επιβάλλεται νομοθετικά και δεν μπορεί να βασίζεται σε τυπικές διαφοροποιήσεις χωρίς ουσιαστική σημασία.
  5. Η επιμονή στην απόλυτη προτεραιότητα εξέτασης της ένστασης παραβιάζει τις δικονομικές αρχές και την αναλογικότητα, όπως προβλέπεται στον Κανόνα 1.2 των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  6. Το Δικαστήριο καλείται να απορρίψει την ενδιάμεση αίτηση ως νομικά αβάσιμη και προσχηματική, και να προχωρήσει στην κατ' ουσία εξέταση της μονομερούς αίτησης με γραπτές αγορεύσεις.
  7. Γίνεται αναφορά σε λανθασμένες ή καταργημένες νομικές διατάξεις, παραπλανά το Δικαστήριο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι ισχυρισμοί βασίζονται σε ισχύουσες διατάξεις/κανονισμούς, ενώ στην πραγματικότητα παραβιάζουν την ισχύουσα νομοθεσία και/ή άλλως πως.
  8. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ε.Χ., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια, στην οποία αναφέρει ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση παρέχεται υπό την επαγγελματική της ιδιότητα ως δικηγόρου της Αιτήτριας, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησής της, και αφορά αποκλειστικώς την εκδίκαση προδικαστικής ένστασης, η οποία ανάγεται σε καθαρώς νομικό ζήτημα. Θα επικεντρωθώ στα κυριότερα σημεία της.
  9. Αρχικά, η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει εις ολόκληρο το περιεχόμενο της αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση καθώς και τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της κας Ν.Κ., ημερομηνίας 06/03/2025, ως ανακριβείς, αόριστους, ατεκμηρίωτους και στερούμενους νομικής και πραγματικής θεμελίωσης. Θεωρεί ότι η υπό εξέταση αίτηση, δεν ερείδεται επί οποιασδήποτε εφαρμοστέας νομοθετικής ή δικονομικής διάταξης ικανής να καταστήσει το επίδικο αίτημα επιδεκτικό ευδοκίμησης. Υποστηρίζει ακόμα ότι ουδεμία συγκεκριμένη ή επιτρεπτή βάση προβάλλεται προς στήριξη του αιτήματος, το οποίο ερείδεται σε ασαφείς και αναιτιολόγητους ισχυρισμούς, χωρίς επίκληση δεσμευτικού νομοθετικού ή νομολογιακού ερείσματος. Κατά συνέπεια, καθίσταται σαφές ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης δεν αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση της ουσιαστικής και εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, αλλά συνιστά καταχρηστική επίκληση δικονομικών διαδικασιών, κατά παράβαση των αρχών της δίκαιης δίκης, όπως κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση έχει ως προφανή σκοπό την παρεμπόδιση της εξέτασης της μονομερούς αίτησης, την πρόκληση δικονομικής σύγχυσης και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση της διαδικασίας, υπονομεύοντας την αρχή της χρηστής δικονομικής τάξης και την αξίωση των διαδίκων για δίκαιη, απρόσκοπτη και εντός εύλογου χρόνου εκδίκαση της υπόθεσης.
  10. Απορρίπτει κατηγορηματικά την θέση της ενόρκως δηλούσας κας Ν.Κ., σύμφωνα με την οποία η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 21/06/2024 είναι δήθεν «θνησιγενής» και εκ του λόγου αυτού άκυρη, επειδή η συνοδευτική αυτής ένορκη δήλωση έφερε ημερομηνία 18/06/2024, δηλαδή ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρισης τόσο της μονομερούς όσο και της εναρκτήριας αίτησης. Υποστηρίζει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι εσφαλμένος ως προς τη νομική του θεμελίωση, δεν ερείδεται επί της ισχύουσας δικονομικής τάξεως και αντιφάσκει ευθέως με το σύγχρονο κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία του i-Justice και τους Νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  11. Η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δεν καθιερώνεται οποιαδήποτε χρονική προϋπόθεση μεταξύ της ένορκης δήλωσης και της καταχώρισης της σχετικής αίτησης ή διαδικασίας. Ειδικότερα, ο Κανόνας 32.15
(3)προβλέπει ότι «Κάθε ένορκη δήλωση τιτλοφορείται με την αιτία ή το θέμα για το οποίο γίνεται· αλλά σε κάθε περίπτωση στην οποία υπάρχουν περισσότεροι του ενός ενάγοντα ή εναγόμενου, είναι αρκετό να αναφέρει το πλήρες όνομα του πρώτου ενάγοντα ή εναγόμενου και ότι υπάρχουν άλλοι ενάγοντες ή εναγόμενοι, κατά περίπτωση». Αναφέρει ότι η εν λόγω διάταξη δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ρητή ή ερμηνευτική αναφορά ως προς τον χρόνο όρκισης της ένορκης δήλωσης, ούτε συνάγεται από το γράμμα ή το πνεύμα του κανόνα οποιαδήποτε απαίτηση χρονικής διαδοχής μεταξύ της όρκισης και της καταχώρισης. Αντιθέτως, η έμφαση δίδεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο και στην επαρκή τιτλοφόρηση της ένορκης δήλωσης σε συνάρτηση με την αιτία ή το θέμα που αυτή αφορά. 17. Υποστηρίζει ότι καθίσταται σαφές πως τόσο η διάταξη του Κανόνα 32.15
(3)των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσο και η τροποποιημένη διατύπωση του Κανόνα 3 της Διαταγής 39, δυνάμει του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2022, ενσωματώνουν κοινό δικονομικό σκεπτικό, σύμφωνα με το οποίο δεν απαιτείται η καταχώριση της σχετικής αίτησης να προηγείται της όρκισης της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης. Η κανονιστική έμφαση αποδίδεται στην επαρκή αναφορά της ένορκης δήλωσης στην αιτία ή στο ζήτημα που αφορά, και όχι στη χρονική σειρά των δικονομικών ενεργειών.
  1. Θεωρεί ότι η έννοια της «θνησιγενούς» αίτησης, όπως επιχειρείται να αποδοθεί από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, προϋποθέτει την παράλειψη ουσιώδους και αναγκαίας δικονομικής προϋπόθεσης, καθιστώντας την πράξη ανυπόστατη ή αυτοδικαίως άκυρη. Εντούτοις, από την ανάλυση των πιο πάνω κανόνων, προκύπτει ότι ουδεμία νομική υποχρέωση υφίσταται σήμερα για χρονική ακολουθία μεταξύ της όρκισης και της καταχώρισης. Η δε ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είναι πλήρως συμμορφούμενη με το ισχύον δίκαιο, καθώς αναφέρεται με σαφήνεια στο αντικείμενο της υπόθεσης.
  2. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η ένορκη δήλωση δύναται νομίμως να διενεργηθεί κατόπιν είτε προγενέστερα είτε μεταγενέστερα της καταχώρισης της σχετικής αίτησης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ουσιαστικές και τυπικές απαιτήσεις του εφαρμοστέου κανονισμού, και ειδικότερα ότι υφίσταται σαφής θεματική συνάφεια με την αιτία ή το ζήτημα της υπόθεσης και ότι η τιτλοφόρησή της είναι ορθή και επαρκής. Αναφέρει ότι η ερμηνεία αυτή ευθυγραμμίζεται τόσο με την πρόβλεψη του Κανονισμού 32.15
(3)των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όσο και με την τροποποίηση του Κανονισμού 3 της Διαταγής 39, δυνάμει του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού Αρ. 3 του 2022, η οποία κατήργησε κάθε απαίτηση χρονικής ταύτισης μεταξύ της όρκισης και της καταχώρισης της σχετικής αίτησης. Ως εκ τούτου, κάθε ισχυρισμός περί ύπαρξης υποχρεωτικής χρονικής ακολουθίας και συναφούς ακυρότητας, λόγω της προγενέστερης όρκισης της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, στερείται οποιασδήποτε δικονομικής θεμελίωσης και είναι εκ προοιμίου απορριπτέος. 20. Είναι η θέση της, πως ακόμη και αν υπέθετε κάποιος πως οι ισχυρισμοί της δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση περί τυπικής παρατυπίας ως προς τον χρόνο όρκισης της ένορκης δήλωσης ευσταθούσαν, πράγμα το οποίο ρητώς και κατηγορηματικώς αμφισβητείται, τούτο δεν θα καθιστούσε την ένορκη δήλωση αυτοδικαίως απαράδεκτη ή την αίτηση ακυρωτέα. Και τούτο, διότι ο Κανόνας 32.15
(15)των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ρητώς ότι το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί ένορκη δήλωση παρά την ύπαρξη οποιουδήποτε ελαττώματος στον τίτλο, στη βεβαίωση (jurat), στην περιγραφή των διαδίκων ή άλλης παρατυπίας στον τύπο. Η εν λόγω πρόβλεψη ενισχύει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επικεντρώνεται στην ουσία και όχι στον τύπο των δικογράφων ή των ένορκων δηλώσεων, και συνάδει πλήρως με τον γενικό σκοπό που διατρέχει τους Νέους Θεσμούς, όπως αυτός εκφράζεται και στον Κανόνα 1.2, ήτοι τη διασφάλιση της δίκαιης, ταχείας και αναλογικής εκδίκασης κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, ακόμη και αν υπήρχε αμελητέα τυπική απόκλιση που στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει, η εν λόγω παράμετρος δεν δύναται να ανατρέψει το κύρος της διαδικασίας ή να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Εν όψει όλων των ανωτέρω, θεωρεί ότι η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 18/06/2024 είναι σύννομη, καθώς αναφέρεται με σαφήνεια στην αίτηση, ορκίστηκε νομότυπα και εναρμονίζεται πλήρως με το κανονιστικό πλαίσιο των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η απόπειρα μετατροπής του ζητήματος αυτού σε αυτοτελές προδικαστικό ζήτημα, επιδεκτικό άμεσης εκδίκασης, είναι αδόκιμη και νομικά αβάσιμη, καθότι δεν πρόκειται περί ουσιώδους νομικού ερωτήματος, αλλά περί ζητήματος καθαρά διαδικαστικού τύπου, η σημασία του οποίου αξιολογείται αποκλειστικά βάσει της ουσιαστικής συνάφειας της ένορκης δήλωσης προς το επίμαχο αίτημα. Περαιτέρω, η αποσπασματική ανάδειξη τυπικών ή διαδικαστικών ζητημάτων σε δήθεν νομικά κρίσιμα και αυτοτελώς εκδικάσιμα ζητήματα, με σκοπό την πρόωρη διαγραφή ή απόρριψη της μονομερούς αίτησης από την ουσιαστική της εκδίκαση, υποσκάπτει τη δικονομική σταθερότητα και αντίκειται ευθέως στον σκοπό της δίκαιης και εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης. Ισχυρίζεται ότι η πρακτική αυτή προσκρούει ρητώς στον Κανόνα 1.2 των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τον οποίο η διαδικασία πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπον που να εξασφαλίζει τη δίκαιη, ταχεία και αναλογική εκδίκαση της διαφοράς. Επομένως, η προσφυγή σε προδικαστικές ενστάσεις που στερούνται ουσιαστικού και θεμελιωμένου νομικού αντικειμένου δεν συμβάλλει στην επίτευξη της εύρυθμης διεξαγωγής της δίκης ούτε ευθυγραμμίζεται με τις αρχές της δίκαιης, ταχείας και αναλογικής απονομής της δικαιοσύνης, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο ισχύον δικονομικό πλαίσιο των Νέων Θεσμών.
  2. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας καταχωρήθηκε κατά παράβαση των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επειδή εμφανίζει πρόσωπα ως Αιτητές και Καθ' ων η Αίτηση που δεν είχαν ακόμη αποκτήσει την ιδιότητα αυτή κατά τον χρόνο της όρκισης. Υποστηρίζει ότι η θέση αυτή είναι εκ θεμελίων εσφαλμένη, νομικά αβάσιμη και παραγνωρίζει πλήρως το περιεχόμενο και τη βούληση του ισχύοντος δικονομικού νομοθέτη. Είναι η θέση της, πως ο ισχυρισμός ότι απαιτείται να είναι «υπαρκτό» το ζήτημα ή η αιτία κατά τον χρόνο της όρκισης και ότι η μη κατοχή εκ μέρους των προσώπων της δικονομικής ιδιότητας καθιστά την ένορκη δήλωση ελαττωματική, είναι αντιφατικός και παρωχημένος. Ουδεμία διάταξη του ισχύοντος Κανονισμού προβλέπει ότι η ιδιότητα των διαδίκων πρέπει να έχει αποκτηθεί τυπικά κατά τον χρόνο της όρκισης. Αντιθέτως, οι Νέοι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν ότι η ένορκη δήλωση μπορεί να παρασχεθεί προπαρασκευαστικά, πριν την καταχώριση της αίτησης, ακριβώς για να τη συνοδεύσει και να τη στηρίξει, και δεν απαιτείται η τυπική απόκτηση της δικονομικής ιδιότητας κατά τον χρόνο της όρκισης.
  3. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει την θέση της δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να ακολουθεί την καταχώριση της αίτησης για να θεωρείται ότι στηρίζει τα πραγματικά γεγονότα της και αναφέρει ότι η εν λόγω θέση αντιβαίνει τόσο στο γράμμα όσο και στο πνεύμα του νόμου. Υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση μπορεί νομίμως να προηγείται της καταχώρισης και έχει ως σκοπό ακριβώς την τεκμηρίωση των πραγματικών περιστατικών που οδηγούν στην ανάγκη για άμεση δικαστική παρέμβαση. Αναφέρει επίσης, ότι η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας πληροί πλήρως τις εν λόγω απαιτήσεις και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά ως προς το αληθές ή το περιεχόμενό της. Ο ισχυρισμός περί «αστηρικτότητας» της μονομερούς αίτησης λόγω της έλλειψης αναγκαίου υπόβαθρου γεγονότων είναι αντιφατικός, καθότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν κατατεθεί με ένορκη δήλωση, η οποία συνδέεται άμεσα με την επίδικη αίτηση, και δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αυτά απουσιάζουν.
  4. Συν τοις άλλοις, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η επίκληση προτεραιότητας στην εκδίκαση της αίτησης, με το αιτιολογικό ότι πρόκειται για διαδικασία προστασίας του δικαστικού μηχανισμού από καταχρηστική χρήση, στερείται οποιασδήποτε ουσιαστικής τεκμηρίωσης. Αναφέρει πως το ότι η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας προηγήθηκε της καταχώρισης, δεν την καθιστά αυτομάτως άκυρη, αλλά αποτελεί πρακτική εντός του πλαισίου της λειτουργίας της πλατφόρμας i-Justice και του Κανόνα 32.15
(3)των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  1. Καταληκτικά, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η θέση της δικηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση, ότι θα αποφευχθεί η ακρόαση της μονομερούς αίτησης και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση πριν καν εξετάσει την ουσία της, με μόνο λόγο την ημερομηνία όρκισης της ένορκης δήλωσης, υποδηλώνει μια υπέρμετρα τυπολατρική προσέγγιση που αντιβαίνει τόσο στο πνεύμα όσο και στο γράμμα της ισχύουσας νομοθεσίας. Είναι η θέση της, ότι η διαδικαστική οικονομία δεν δύναται να λειτουργήσει εις βάρος της δίκαιης και πλήρους εξέτασης του αιτήματος της Αιτήτριας και αιτείται την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης. (IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
  2. Η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται κυρίως στον Κ.3.
  3. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, όπου παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή δικογράφου ή μέρος αυτού, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω Κανονισμός προνοεί τα ακόλουθα։ « 3.
  4. Εξουσία διαγραφής δικογράφου
(1)Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2)Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι: (α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης· (β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή (γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3)Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
(4)Όταν: (α) το δικαστήριο έχει διαγράψει δικόγραφο του ενάγοντα· (β) ο ενάγων έχει διαταχθεί να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο· και (γ) προτού ο ενάγων καταβάλει αυτά τα έξοδα, καταχωρίζει νέα απαίτηση εναντίον του ίδιου εναγόμενου, η οποία προκύπτει από γεγονότα τα οποία είναι ταυτόσημα ή ουσιωδώς ταυτόσημα με εκείνα τα οποία σχετίζονται με την απαίτηση στην οποία διαγράφηκε το δικόγραφο, το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση τού εναγόμενου, να αναστείλει τη νέα αυτή απαίτηση μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης απαίτησης.
(5)Η παράγραφος
(2)δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού.
(6)Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει του Μέρους 24 μπορεί να καταχωριστεί και εκδικαστεί ταυτόχρονα με αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού». 27. Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων και επί του Κ.32.15 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ο οποίος καθορίζει τον τύπο των ενόρκων δηλώσεων, από όπου παραθέτω τις πιο σχετικές με την παρούσα υπόθεση διατάξεις, ήτοι τις 32.15
(3)αλλά και την 32.15
(15)πιο κάτω։ «
(3)Κάθε ένορκη δήλωση τιτλοφορείται με την αιτία ή το θέμα για το οποίο γίνεται· αλλά σε κάθε περίπτωση στην οποία υπάρχουν περισσότεροι του ενός ενάγοντα ή εναγόμενου, είναι αρκετό να αναφέρει το πλήρες όνομα του πρώτου ενάγοντα ή εναγόμενου και ότι υπάρχουν άλλοι ενάγοντες ή εναγόμενοι, κατά περίπτωση». «
(15)Το δικαστήριο δύναται να δεχθεί οποιαδήποτε ένορκη δήλωση η οποία γίνεται προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε αιτία ή θέμα, παρά την ύπαρξη οποιουδήποτε ελαττώματος λόγω εσφαλμένης περιγραφής των διαδίκων ή διαφορετικά στον τίτλο ή τη βεβαίωση (jurat), ή οποιασδήποτε άλλης παρατυπίας στον τύπο αυτής, και δύναται να δώσει οδηγίες για τη σύνταξη μνημονίου επί του εγγράφου ότι αυτό έχει γίνει δεκτό κατά τον τρόπο αυτό».
  1. Σύμφωνα με τον ερμηνευτικό Κ.2.
  2. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δικόγραφο «σημαίνει οποιοδήποτε έγγραφο περιλαμβανομένων εντύπου απαίτησης, έκθεσης απαίτησης, όταν αυτή δεν περιλαμβάνεται σε έντυπο απαίτησης, υπεράσπισης, απαίτησης και ένστασης δυνάμει του Μέρους 8, απάντησης στην υπεράσπιση και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο χρησιμοποιείται στην απαίτηση ή οποιοδήποτε έγγραφο τέτοιας φύσης.....».
  3. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μία ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει μία αίτηση δεν δύναται να καταχωρείται σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης. Επειδή όμως, οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας τέθηκαν σε εφαρμογή την 01/09/2023, δεν έχω εντοπίσει σχετική καθοδηγητική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την ακριβή ερμηνεία των προαναφερόμενων διατάξεων. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο Κανονισμός 32.15
(3)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, έχει ανάλογο ή παρόμοιο περιεχόμενο με την Δ.39 Θ.3 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία στις 24/03/2022 τροποποιήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Τροποποιητικό Αρ. 3 Διαδικαστικό Κανονισμό του 2022 και η οποία προνοούσε τα ακόλουθα։ «Ο Κανονισμός 3 της Διαταγής 39 τροποποιείται δια της διαγραφής της φράσης «every affidavit shall be intituled in the cause or matter in which it is sworn» και την αντικατάσταση της με την φράση։« κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με αναφορά στην αιτία ή στο ζήτημα που αυτή αφορά, ανεξαρτήτως του χρόνου όρκισης». (V) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։
  1. Στη βάση όσων έχουν διατυπωθεί στην αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση αλλά και στην ένσταση της Αιτήτριας, αλλά και με βάση τις ξεκάθαρες θέσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους, όπως αυτές έχουν καταγραφεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και στα πλαίσια των γραπτών τους αγορεύσεων, συνάγεται ότι οι διάδικοι επιθυμούν και συναινούν στο να υπεισέλθει το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας της προδικαστικής ένστασης που αφορά το ζήτημα που έχει εγερθεί και να μην περιοριστεί απλά στο κατά πόσο θα επιτρέψει την εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης και μόνον, παρέχοντας σχετικές οδηγίες εκδίκασης της. Με βάση αυτήν τη διαπίστωση, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας του προδικαστικού ζητήματος, όπως αυτό ηγέρθηκε.
  2. Αρχικά, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι είναι παραδεκτό από τις δύο πλευρές ότι η Αιτήτρια υπέγραψε την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την μονομερή αίτηση της και κατ' επέκταση ορκίστηκε στις 18/06/2024, δηλαδή τέσσερις ημέρες πριν από την καταχώρηση όχι μόνο της μονομερούς αίτησης αλλά και της κυρίως αίτησης στις 21/06/
  3. Το γεγονός αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από τους διαδίκους.
  4. Το κρίσιμο ερώτημα εν προκειμένω, έγκειται στο αν η πιο πάνω «παρατυπία» ή «σφάλμα» δύναται να θεραπευθεί ή αν αποβαίνει σοβαρή και ουσιώδης, οδηγώντας στην διαγραφή ή ακύρωση της εν λόγω ένορκης δήλωσης και κατ' επέκταση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/06/
  5. Στις περιπτώσεις που διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει απαλλαγή από οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση μετά από αίτηση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως ρητά προνοεί ο Κ.3.
  6. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα։ «3.
  7. Απαλλαγή από κυρώσεις
(1)Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.
(2)Σε αίτηση για απαλλαγή από οποιαδήποτε επιβληθείσα κύρωση, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με οποιαδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να χειριστεί με δίκαιο τρόπο, την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης: (α) διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος· και (β) επιβολής συμμόρφωσης με κανονισμούς και δικαστικά διατάγματα.
(3)Αίτηση για απαλλαγή υποστηρίζεται από μαρτυρία».
  1. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο έχει γενική εξουσία να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης διαδικαστικού σφάλματος στην βάση του Κ.3.
  2. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος προβλέπει ρητά τα ακόλουθα։ «3.
  3. Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα
(1)Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό: (α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και (β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2)Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι: (α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και (β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό». 35. Σε σχέση με το τι συνιστά διαδικαστικό σφάλμα, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 05/04/2024, Ελευθέριος Θεοδώρου ν. Κωνσταντίνος Μαλλούπα κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 62/2018: «Το Μέρος 3.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, παρέχει γενική εξουσία στο Δικαστήριο για διόρθωση θεμάτων όταν διαπιστωθεί διαδικαστικό σφάλμα. Καθορίζεται στο Μέρος 3.8
(1)ότι η ύπαρξη διαδικαστικού σφάλματος δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν διαταχθεί κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος. Επιπλέον, όπως προβλέπεται στο Μέρος 3.8
(2), το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας εκτός αν ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό και ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος ακύρωσης, είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών του 2023». 36. Επιπρόσθετα, στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Εφ. αρ. Ε5/2018, ημερομηνίας 16/01/2024, γίνεται παραπομπή στις πρόνοιες του Μέρους 3.8 των Κανονισμών, όπου μεταξύ άλλων επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες και παρά την διαπίστωση μας ότι η επιλογή του εφεσίβλητου να προωθήσει το αίτημα του με τον τύπο των παλαιών Θεσμών δεν ήταν η ενδεδειγμένη, κρίνουμε ότι η ως άνω λανθασμένη δικονομική διαδικασία δεν οδηγεί χωρίς άλλο στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και εξέταση της στοιχεία, χωρίς παράλληλα να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου. Η διάσωση του διαβήματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνάδει κατά την κρίση μας με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8
(1)όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος. Επιπλέον δυνάμει των διατάξεων του Μέρους 3.8.
(2)δεν ακυρώνεται η διαδικασία εκτός αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όπως το ότι αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την εξέταση της στοιχεία, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, κρίνουμε ότι το σφάλμα δεν είναι σοβαρό και η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία, παρά τον λανθασμένο έντυπο αίτησης με το οποίο προωθείται».
  1. Υπεισερχόμενος τώρα στο υπό κρίση ζήτημα, είναι η θέση μου ότι στην υπό εξέταση αίτηση ο κύριος γνώμονας του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι η εξυπηρέτηση του πρωταρχικού σκοπού, μέσω της διασφάλισης της γρήγορης, δίκαιης και αποτελεσματικής εκδίκασης της υπόθεσης. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την διάσωση της διαδικασίας και την παροχή της δυνατότητας και στους δύο διάδικους να ακουστούν επί ίσοις όροις και χωρίς την υιοθέτηση δογματικών ή τυπολατρικών προσεγγίσεων εξ' αιτίας της ύπαρξης μίας παρατυπίας ή σφάλματος το οποίο δεν επηρεάζει ουσιωδώς και δυσμενώς τα δικαιώματα της άλλης πλευράς.
  2. Είναι η θέση μου, ότι η φύση της εν λόγω «παρατυπίας», με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο δεδομένων και λόγω του ότι η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε τέσσερις ημέρες πριν την καταχώρηση της ενδιάμεσης και της εναρκτήριας αίτησης, αποτελεί ένα είδος διαδικαστικού τυπικού σφάλματος και μία επουσιώδης τεχνική παράβαση για την οποία κατά την άποψη μου δικαιολογείται η απαλλαγή από οποιαδήποτε κύρωση και η οποία δύναται να θεραπευθεί. Κατέληξα σε αυτή την διαπίστωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχω διακρίνει να προκαλείται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός ή αδικία στην πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση και ο οποίος σε κάθε περίπτωση προώθησε και ανέλυσε δεόντως τις θέσεις του μέσα από την συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 27/02/2025, όπου απάντησε και στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την Αιτήτρια.
  3. Επιπρόσθετα, δεν έχω διαπιστώσει εν προκειμένω, να αναδεικνύεται οποιαδήποτε κακοπιστία ή προσπάθεια υπονόμευσης της διαδικασίας ή κατάχρησης της από την πλευρά της Αιτήτριας (βλ. απόφαση Georgios Kounis, άλλως Thomas Wells, άλλως George Kounis, άλλως Georgios Nikola Kounis ν. Δρ. Κατερίνα Αλεξάνδρου Θεοδότου κ.α. Πολ. Εφ. αρ. Ε22/2019 ημερομηνίας 11/02/2025), όπως ουσιαστικά υποστήριξε η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση. Απεναντίας, τυχόν παράβλεψη ή διαγραφή της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 18/06/2024, ουσιαστικά θα ισοδυναμούσε με πλήρη αποστέρηση του συνταγματικού δικαιώματος της να ακουστεί σε μία τόσο σοβαρή υπόθεση, ενώ το Δικαστήριο δεν θα είχε ενώπιον του τις ολοκληρωμένες θέσεις και των δύο διαδίκων, ούτως ώστε να μπορέσει να καταλήξει στην απόφαση του, έστω και στον προκαταρτικό βαθμό που απαιτείται στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/06/
  4. Εάν ανατρέξουμε στην τροποποιημένη Δ.39 Θ.3 των προϊσχύσαντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με ευκολία μπορεί να συναχθεί ότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποσυνδεθεί με ρητό τρόπο η εγκυρότητα της ένορκης δήλωσης από τον χρόνο όρκισης της, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση θα εμπεριέχει σαφήνεια και συνάφεια με το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Να τονίσω εν προκειμένω, ότι συμφωνώ με την θέση που έχει προβληθεί από την πλευρά της Αιτήτριας, πως ο σκοπός της πιο πάνω τροποποίησης ήταν σαφώς λειτουργικός ή πρακτικός, στο πλαίσιο της εφαρμογής της ηλεκτρονικής πλατφόρμας i-justice, αφού το εν λόγω ηλεκτρονικό σύστημα πρακτικά δεν επιτρέπει την ταυτόχρονη εκτέλεση όλων των επιμέρους σταδίων της διαδικασίας, ήτοι της προετοιμασίας, όρκισης και ηλεκτρονικής υποβολής της ένορκης δήλωσης και της αντίστοιχης αίτησης, γεγονός που σε μερικές περιπτώσεις καθιστά αναγκαία την όρκιση των ένορκων δηλώσεων σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρισης.
  5. Περαιτέρω, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως το ίδιο ισχύει και με την ανάλογη σχετική πρόνοια (Κ.32.15
(3)) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Η διαπίστωση ότι ο προαναφερόμενος κανόνας δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε ρητή αναφορά στον χρόνο όρκισης της ένορκης δήλωσης, τούτο δεν εξυπακούει ότι τυχόν ύπαρξη χρονικής ανακολουθίας της με την καταχώρηση μίας αίτησης, καταλήγει και στην ακυρότητα της. Αυτό θα ήταν το απότοκο μίας εσφαλμένης και αυθαίρετης ερμηνείας, αφού εξάλλου ο Κ.32.15
(3)επικεντρώνεται κυρίως στο περιεχόμενο και στην επαρκή τιτλοφόρηση της ένορκης δήλωσης, σε συνάρτηση με την αιτία ή το θέμα που αυτή αφορά. Ούτε βέβαια θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ο σκοπός του νομοθέτη στην βάση της τροποποιημένης Δ.39 Θ.3 των προϊσχύσαντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πως «κάθε ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με αναφορά στην αιτία ή στο ζήτημα που αυτή αφορά, ανεξαρτήτως του χρόνου όρκισης». 42. Εξάλλου, θα συμφωνήσω με την θέση της πλευράς της Αιτήτριας, πως ακόμη και αν υπήρξε αμελητέα τυπική απόκλιση με την προγενέστερη χρονικά καταχώρηση της εν λόγω ένορκης δήλωσης, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανατρέπει το κύρος της διαδικασίας ή δύναται να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, κάτι που επιβεβαιώνει και ο Κ.32.15
(15)των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ο οποίος προβλέπει ρητά ότι το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί ένορκη δήλωση παρά την ύπαρξη οποιουδήποτε ελαττώματος στον τίτλο, στη βεβαίωση (jurat), στην περιγραφή των διαδίκων ή άλλης παρατυπίας στον τύπο. Θεωρώ ότι η ερμηνεία αυτή που αποδίδεται από το Δικαστήριο, αποτελεί υπό τις περιστάσεις της υπό εξέταση περίπτωσης, μία εύλογη φιλελεύθερη προσέγγιση που συνάδει και με τον «πρωταρχικό σκοπό».
  1. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι λόγοι ένστασης της Αιτήτριας με αρ. 5, 6, 9, 10, 11 και 14 οι οποίοι σχετίζονται με το ως άνω ζήτημα, είναι βάσιμοι και επιτυγχάνουν, αφού κρίνω μεταξύ άλλων ότι η προδικαστική ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση περί «θνησιγένειας» της μονομερούς αίτησης λόγω της χρονικά προγενέστερης όρκισης της ένορκης δήλωσης, δεν μπορεί να αποτελέσει ουσιώδη λόγο διαγραφής της ένορκης δήλωσης ή της αίτησης της Αιτήτριας ή ότι αυτή δύναται να θεωρηθεί ως μη συμβατή με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του
  2. Φρονώ δηλαδή, ότι η εν λόγω προβληθείσα «παρατυπία» δεν αποτελεί ικανοποιητικό, επαρκή και ουσιαστικό λόγο ακύρωσης ή παραμερισμού της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, αλλά συνιστά ένα διαδικαστικό τυπικό σφάλμα το οποίο δύναται να θεραπευθεί, στα πλαίσια των δεδομένων της υπό κρίση υπόθεσης.
  3. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση με έκδηλη και αδικαιολόγητη χρονική καθυστέρηση, ήτοι σχεδόν 9 μήνες μετά την καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/06/
  4. Και τούτο διότι, στις 22/11/2024 ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στην μονομερή αίτηση της Αιτήτριας, ενώ στην βάση χρονοδιαγράμματος και σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου στα πλαίσια των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 13/12/2024 και το ίδιο έπραξε και ο Καθ' ου η Αίτηση στις 27/02/
  5. Από τότε, ο Καθ' ου η Αίτηση φρόντισε να προωθήσει την υπό εξέταση αίτηση του μόλις στις 06/03/2024 και ενώ είχαν ήδη δοθεί από το Δικαστήριο μετά από αίτημα της πλευράς του, αρκετές τροποποιήσεις-παρατάσεις του χρονοδιαγράμματος εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης. Και όλα αυτά, ενώ ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση κατά τον μήνα Μάρτιο του 2024 η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 21/06/
  6. Η εν λόγω σημαντική καθυστέρηση από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, θεωρώ ότι αποβαίνει καταλυτική εν προκειμένω σε σχέση με την έγκριση ή μη του αιτήματος του, στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης.
  7. Δεν παραβλέπω το γεγονός, ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, οφείλει από την μία να λάβει υπόψη το δικαίωμα κάθε διαδίκου για να ακουστεί κατά δίκαιο και αναλογικό τρόπο και από την άλλη να διασφαλίσει τον σεβασμό στους δικονομικούς κανόνες της δικαστικής διαδικασίας, οι οποίοι θα πρέπει να τηρούνται ούτως ώστε να εξυπηρετείται δεόντως η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπό εξέταση αίτηση όμως, θεωρώ ότι δεν θα επέλθει οποιαδήποτε ουσιώδης ζημία ή έστω οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση, σε περίπτωση μη διαγραφής της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι η χρονικά προγενέστερη όρκιση της ένορκης δήλωσης, η οποία δεν εμπεριείχε οποιαδήποτε άλλη ουσιώδη ή τυπική παρατυπία στο περιεχόμενο της, δεν μπορεί να καταστήσει άκυρη την μονομερή αίτηση ή την διαδικασία και ούτε καθίσταται επιβεβλημένη για την προστασία του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Είναι η θέση μου, ότι υπερέχει εν προκειμένω η διασφάλιση του δικαιώματος της Αιτήτριας για αποτελεσματική πρόσβαση στο Δικαστήριο και η ερμηνεία των σχετικών Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών σε σχέση με διαδικαστικά ζητήματα, πάντοτε με γνώμονα την προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού.
  8. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ισοζυγίζοντας τα πιο πάνω δεδομένα και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά και τον πρωταρχικό σκοπό, στην βάση των Κ.3.
  9. και Κ.3.
  10. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ασκώντας περαιτέρω την διακριτική του εξουσία, εκδίδει διάταγμα με το οποίο αίρεται η παρατυπία ή το σφάλμα στον χρόνο καταχώρησης της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ημερομηνίας 18/06/2024 και η οποία πλέον θα θεωρείται ως εμπροθέσμως ή δεόντως καταχωρηθείσα και που θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη για σκοπούς εξέτασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 21/06/
  11. (VI) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
  12. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και ευρημάτων μου, καθώς και για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, οι αιτούμενες θεραπείες υπό (Α) και (Β) της υπό εξέτασης αίτησης, απορρίπτονται ως αβάσιμες.
  13. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν με το πέρας εκδίκασης της εναρκτήριας Αίτησης. Υπ. ................ Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.