Π.Π. ν. A.X., Αρ. Αίτησης: 60/2019, 29/10/2025
Π.Π. ν. A.X., Αρ. Αίτησης: 60/2019, 29/10/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Χ. Πογιατζή Δ.Ο.Δ. Αρ. Αίτησης: 60/2019 Μεταξύ: Π.Π. από την Λεμεσό και τώρα στην Πάφο Αιτητής -και- Α.Χ. από την Λεμεσό Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 29/10/2025 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μύρια Δ. Σαββίδου Για Καθ' ης η Αίτηση: η ίδια προσωπικά ΑΠΟΦΑΣΗ (I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։ Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την έντονη αντιπαράθεση των διαδίκων σε σχέση με την άσκηση της γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου τους, ήτοι του Ν.Π. που γεννήθηκε στις 07/01/2013 και ο οποίος σήμερα είναι σχεδόν 12 ετών. Πρόκειται για μία διαμάχη που κατά την άποψη μου έχει αναμφίβολα κλονίσει τον ψυχοσυναισθηματικό κόσμο του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Στις 12/04/2019 ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται στον ίδιο η ανάθεση της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου αλλά και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Αιτητή εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω, ο Αιτητής αξιώνει όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να ανατίθεται αποκλειστικά στον ίδιο μέρος της άσκησης της γονικής μέριμνας του ανήλικου, όπως τις πτυχές που αφορούν την υγεία του, τα θέματα εκπαίδευσης του και τα προσωπικά και/ή ταξιδιωτικά του έγγραφα, λόγω έλλειψης συνεργασίας από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση. Επιπρόσθετα, αιτείται όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από την Κύπρο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή και να τοποθετηθεί το όνομα του στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από την Κύπρο απαγορεύεται, εκτός με την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή. Ταυτόχρονα, ο Αιτητής καταχώρησε μονομερή αίτηση χωρίς ειδοποίηση, όπου το Δικαστήριο στις 12/04/2019 εξέδωσε μονομερώς προσωρινό διάταγμα με το οποίο ανατέθηκε στον Αιτητή η φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ενώ καθορίστηκε ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής του Αιτητή στην επαρχία Πάφου. Επίσης, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναγνωρίστηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να αποφασίζει για θέματα που αφορούν την υγεία και μόρφωση του ανήλικου χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση της Καθ' ης η Αίτηση. Επιπρόσθετα, εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε η έξοδος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων από την Κύπρο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή η οποία να δίδεται ενώπιον του Πρωτοκολλητή ή πιστοποιούντος υπαλλήλου ή άδειας του Δικαστηρίου και διατάχθηκε η εγγραφή των ονομάτων του στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Κύπρο (stop-list) και η οποία θα επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχει γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή. Μετά την εκδίκαση της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο στις 11/10/2019 εξέδωσε απόφαση με την οποία οριστικοποίησε τα προαναφερόμενα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, μέχρι την αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ακολούθως, η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ανατίθεται σε αυτήν η φύλαξη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, καθώς και διάταγμα με το οποίο να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του, ο εκάστοτε τόπος διαμονής της, αλλά και να απαγορεύεται στον Αιτητή από το να απομακρύνει τον ανήλικο από την εκάστοτε κατοικία της χωρίς την συναίνεση της. Η παρούσα Αίτηση εκδικάστηκε με βάση τους περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 και τις τροποποιήσεις αυτών, αφού αφορά υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε το
- Η Αίτηση και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Κατά την ακροαματική διαδικασία, κατέθεσε ως μάρτυρας του Δικαστηρίου η λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας κα Μ.Α. (Μ.1). Για την πλευρά του Αιτητή πρόσφεραν μαρτυρία ο ίδιος ο Αιτητής κ. Π.Π. (Μ.Α.1) και η κα. Μ.Ν. εγγεγραμμένη σχολική εκπαιδευτική ψυχολόγος (Μ.Α.2). Για την Καθ' ης η Αίτηση κα Α.Χ. (Μ.Υ.1) κατέθεσε η ίδια προσωπικά χωρίς να καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες. Οι πιο πάνω μάρτυρες κατέθεσαν στα πλαίσια της προσφερθείσας μαρτυρίας τους συνολικά 36 τεκμήρια. Με το πέρας της ακρόασης της υπόθεσης, το Δικαστήριο στις 27/01/2025 διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Ν.Π., ούτως ώστε να λάβει τις απόψεις του, στα πλαίσια του σχετικού νόμου και της νομολογίας. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή αλλά και της ίδιας της Καθ' ης η Αίτηση. Μέσα από τις γραπτές τους αγορεύσεις, αυτοί ανέλυσαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή, λαμβάνοντας τις σοβαρά υπόψη μου. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα δικόγραφα που καταχώρησαν οι διάδικοι, το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί καθώς και την επιχειρηματολογία των μερών. Θεωρώ ότι τα πιο κάτω γεγονότα είναι παραδεκτά από τους διαδίκους στην βάση των έγγραφων προτάσεων τους ή έχουν καταστεί κοινό υπόβαθρο γεγονότων, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία։ α) Ο Αιτητής είναι κύπριος πολίτης και η Καθ' ης η Αίτηση κατάγεται από την Λευκορωσία. Ο Αιτητής κατοικεί από το 2019 με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Ν.Π. σε οικία στο χωριό Κανναβιού της επαρχίας Πάφου και η Καθ' ης η Αίτηση στην Κύπρο σε άγνωστη διεύθυνση. β) Ο γάμος των διαδίκων τελέστηκε στο δημαρχείο του Δήμου Αραδίππου στην Λάρνακα στις 16/12/2005 και μετά τον γάμο τους διέμεναν στην Λεμεσό. Στις 23/11/2016 ο γάμος των διαδίκων λύθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης με αρ. 481/
- Από τον γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί τον Ν.Π. ο οποίος γεννήθηκε στις 07/01/
- γ) Ο Αιτητής προώθησε με την αίτηση υπ' αριθμόν 198/15 ημερομηνίας 02/06/2015 υποχρεωτική εξέταση της Καθ' ης η Αίτηση από ψυχίατρο, όπου διαπιστώθηκε ότι δεν απαιτείται η νοσηλεία της σε ίδρυμα. δ) Κατά/ή περί το έτος 2015 καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον του Αιτητή για αδικήματα που αφορούσαν βία στην οικογένεια και στις οποίες η Καθ' ης η Αίτηση ήταν μάρτυρας κατηγορίας. ε) Στις 16/02/2016 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο του Ν.Π. από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. στ) Κατά/ή περί τις 20/04/2016 η Καθ' ης η Αίτηση ταξίδεψε στην Λευκορωσία μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων χωρίς να επιστρέψει στην Κύπρο και στις 04/05/2016 ο Αιτητής προέβη σε σχετική καταγγελία εναντίον της για απαγωγή του Ν.Π. με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της σε συνεργασία με την Ιντερπόλ. ζ) Κατά/ ή περί το 2018 ο Αιτητής μετέβη στην Λευκορωσία και επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με την Καθ' ης η Αίτηση και το ανήλικο τέκνο τους, όπου διέμεναν όλοι μαζί σε ενοικιαζόμενη οικία. η) Ακολούθως, ο Αιτητής προέβη κατά/ή περί τον Φεβρουάριο του 2019 σε καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για άσκηση σωματικής και ψυχολογικής βίας στο ανήλικο τέκνο τους και καταχωρήθηκε σχετική ποινική υπόθεση εναντίον της με αρ. 21107/19 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για τα αδικήματα της βίας στην οικογένεια, άσκησης ψυχολογικής βίας και κοινής επίθεσης εναντίον του ανήλικου. θ) Κατά/ή περί τον Φεβρουάριο του 2019, ο Αιτητής εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων και μετακόμισε στην επαρχία Πάφου, όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα με τον Ν.Π. και τέκνο του από προηγούμενο του γάμο. (II) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ։ · Η μαρτυρία της λειτουργού κας Μ.Α. (Μ.1)։ Ως πρώτος μάρτυρας του Δικαστηρίου (Μ.1) προσήλθε η λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας κα Μ.Α. η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο την έκθεση που ετοίμασε και της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο. Κατέθεσε την έκθεση ημερομηνίας 24/01/2024 ως Τεκμήριο Α' μαζί με συνοδευτικά έγγραφα προς υποστήριξη της με αρίθμηση Κ.1-Κ.16 και τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της στα πλαίσια διεξαγωγής των ερευνών της. Μέσα από την έκθεση της (βλ. Τεκμήριο αρ. Α') η λειτουργός περιγράφει μεταξύ άλλων το ατομικό ιστορικό των δύο γονέων, την οικονομική τους κατάσταση, το οικογενειακό ιστορικό αλλά και το ιστορικό του ανήλικου τέκνου τους. Καταληκτικά προβαίνει σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις, διαπιστώσεις, συμπεράσματα αλλά και εισηγήσεις. Αρχικά, περιγράφεται το ατομικό ιστορικό του Αιτητή, οι συνθήκες διαβίωσης του αλλά και η οικονομική του κατάσταση. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο Αιτητής διαμένει μαζί με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων σε ενοικιαζόμενη οικία στο χωριό Κανναβιού η οποία αποτελείται από τρία υπνοδωμάτια και το παιδί διαθέτει το δικό του υπνοδωμάτιο. Διαπιστώνεται ότι τόσο το υπνοδωμάτιο του ανήλικου τέκνου όσο και η υπόλοιπη οικία είναι πλήρως εξοπλισμένη και επιπλωμένη, ενώ το επίπεδο καθαριότητας είναι αρκετά ικανοποιητικό. Ο Αιτητής λαμβάνει εισοδήματα ύψους €204,00 μηνιαίως από μονογονεϊκό επίδομα και επίδομα τέκνου, αλλά και €276,54 μηνιαίως από Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, ενώ ως κινητή περιουσία δηλώθηκε ένα αυτοκίνητο τύπου saloon το οποίο εξυπηρετεί τις οικογενειακές ανάγκες. Δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε χρέη, ενώ περιγράφηκαν ως σταθερά έξοδα το ποσό των €290,00 για το ενοίκιο της κατοικίας που διαμένουν το οποίο καλύπτεται από το ΕΕΕ. Αναφορικά με το ιστορικό του πατέρα, αναφέρθηκε ότι γεννήθηκε στην Αμμόχωστο είναι ηλικίας 53 ετών και προέρχεται από πολυμελή, συγκροτημένη οικογένεια. Είναι απόφοιτος Τεχνικής Σχολής στον κλάδο συγκολλητών. Εργάστηκε στο παρελθόν ως συγκολλητής και στην συνέχεια ως οδηγός φορτηγών για πολλά έτη. Από το 2019 δηλώνει άνεργος και αναζητά εργασία μέσω της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης. Σήμερα είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Τέλεσε τον 1ο του γάμο σε ηλικία 19 ετών και απέκτησαν μία θυγατέρα που είναι άτομο με ειδικές ανάγκες, αλλά στην συνέχεια λόγω προβλημάτων χώρισαν. Ακολούθως, τέλεσε γάμο με γυναίκα από την Ουκρανία και απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας σήμερα 19 ετών, ενώ ο γάμος τους διαλύθηκε αφού σύμφωνα με τον ίδιο δεν ανταποκρινόταν στον γονικό της ρόλο, διότι αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού. Εξασφάλισε εκ συμφώνου διάταγμα φύλαξης του παιδιού και από το 2015 διαμένει μαζί του. Ακολούθως περιγράφεται το ιστορικό, η οικονομική κατάσταση και οι συνθήκες διαβίωσης της Καθ' ης η Αίτηση. Είναι ηλικίας 41 ετών ιδιωτική υπάλληλος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Λευκορωσία, ενώ είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας της. Οι γονείς της απεβίωσαν όταν αυτή βρισκόταν σε νεαρή ηλικία με αποτέλεσμα να μην έχει οικογενειακό περιβάλλον. Είναι απόφοιτη μέσης εκπαίδευσης και σύμφωνα με την ίδια σπούδασε οικονομικά σε πανεπιστήμιο της χώρας της. Το 2004 μετέβη στην Κύπρο για βιοποριστικούς λόγους και αρχικά διέμενε στην επαρχία Λεμεσού, όπου εργάστηκε ως σερβιτόρα και ιδιωτική υπάλληλος. Από το καλοκαίρι του 2019 μετακόμισε στην επαρχία Πάφου. Κατά την παραμονή της στην επαρχία Πάφου διατηρούσε δεσμό με άντρα από την Πάφο με τον οποίο απέκτησε ένα υιό ηλικίας τεσσάρων ετών σήμερα, ενώ το παιδί διαμένει μαζί της αφού ο πατέρας του απεβίωσε. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν ήταν συνεργάσιμη με το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Κατά τον Ιούλιο του 2023 προσκόμισε επιστολή στην Υπηρεσία μέσω της οποίας ζητούσε όπως της αποσταλούν γραπτώς τα προσωπικά της στοιχεία διότι πίστευε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο επικοινωνούσε μαζί τους και παρουσιαζόταν στην Υπηρεσία προσποιούμενο την ίδια. Στις 20/09/2023 η Μ.1 είχε συνάντηση με την Καθ' ης η Αίτηση όπου αυτή της ανέφερε ότι δεν έχει εμπιστοσύνη να συνεργαστεί μαζί τους, ότι αποκρύβουν στοιχεία που αφορούν το ανήλικο τέκνο της, ότι πιστεύει ότι το παιδί λαμβάνει τακτική βία από τον πατέρα του, ότι ο πατέρας του δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά και ότι ο ανήλικος δεν είναι Κύπριος. Στην εν λόγω συνάντηση δεν ζήτησε να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με το παιδί της. Επιπρόσθετα, κατά τον ίδιο μήνα προσκόμισε επιστολή στην Υπηρεσία στην οποία αναφερόταν σε επεισόδια βίας από τον πατέρα προς τον ανήλικο, τον Απρίλιο του 2016 και για τα οποία ζητούσε να πληροφορηθεί για την πορεία των ερευνών. Επίσης, ανέφερε ότι έχει σοβαρές υποψίες για πρόκληση έντονης και συνεχούς σωματικής βίας από τον Αιτητή προς τον ανήλικο. Της εξηγήθηκε ότι δεν ήταν δική της αρμοδιότητα να ερευνήσει περιστατικά βίας που έλαβαν χώρα το
- Περαιτέρω, της αναφέρθηκε ότι δεν μπορεί λόγω των προσωπικών της υποψιών για βία, να υποβάλλεται ένα παιδί σε ιατρικές εξετάσεις και να θυματοποιείται, αλλά και ότι με βάση δύο αξιολογήσεις που έγιναν στον ανήλικο από ειδικούς ψυχικής υγείας αλλά και από την μέχρι τότε συνεργασία με την οικογένεια δεν είχε διαπιστωθεί κάτι τέτοιο. Ακολούθως, η λειτουργός αναφέρει πως σε μετέπειτα τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση, αυτή της ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να συνεργάζεται μαζί της γιατί δεν γνωρίζει τα προσόντα της, ενώ η ίδια σπουδάζει νομικά, ενώ επίσης γιατί δεν ενημερώθηκε για τα προσωπικά της στοιχεία αλλά και για την βία που έχει υποστεί το ανήλικο τέκνο της από τον πατέρα του. Και αυτή την φορά δεν της ζήτησε την διευθέτηση συνάντησης με τον ανήλικο. Αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης της Καθ' ης η Αίτηση, η λειτουργός αναφέρει στην έκθεση της ότι δεν τους επέτρεψε να επισκεφθούν την οικία της, αλλά ούτε και τους ενημέρωσε για την διεύθυνση διαμονής της. Επανέλαβε πως όταν της ζητήθηκε να τους ενημερώσει για την διεύθυνση διαμονής της με σκοπό την διενέργεια επίσκεψης, αυτή τους ανέφερε ότι έπρεπε να της αποστείλουν γραπτώς το αίτημα τους. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Καθ' ης η Αίτηση δεν αναφέρθηκε οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, εισοδήματα, σταθερά έξοδα ή χρέη. Σε σχέση με το οικογενειακό ιστορικό το οποίο περιγράφεται στην εν λόγω έκθεση, αναφέρεται ότι οι διάδικοι κατά την διάρκεια της έγγαμης τους συμβίωσης αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, με αποτέλεσμα περί τα τέλη του 2015 να επέλθει η διάσταση, ενώ τον Νοέμβριο του 2016 εκδόθηκε το διαζύγιο τους. Τον Φεβρουάριο του 2016, εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμιζόταν η επικοινωνία του Αιτητή με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων. Αναφέρεται ότι τον Απρίλιο του 2016 η Καθ' ης η Αίτηση αναχώρησε από την Κύπρο μαζί με τον ανήλικο για την Λευκορωσία και ακολούθως ο Αιτητής κατήγγειλε στην αστυνομία την αρπαγή/απαγωγή του παιδιού. Στις 04/05/2016 εξασφαλίστηκε εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση δικαστικό ένταλμα σύλληψης και τα στοιχεία της τοποθετήθηκαν στον κατάλογο στοπ-λιστ και καταζητείτο. Ενημερώθηκε η Ιντερπόλ η οποία εντόπισε την μητέρα και το παιδί στην Λευκορωσία. Το 2018 ο πατέρας μετέβη στην Λευκορωσία και κατά/ή περί τον Σεπτέμβριο του 2018 επέστρεψε στην Κύπρο μαζί με την μητέρα και τον ανήλικο με στόχο την επανασύνδεση τους, όμως τα προβλήματα στην σχέση του ζεύγους εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Επιπρόσθετα, περιγράφεται στην εν λόγω έκθεση ότι στις 06/02/2019 ο Αιτητής κατάγγειλε την Καθ' ης η Αίτηση στην αστυνομία για βία εναντίον του ανήλικου τέκνου τους και την επόμενη ημέρα μετέβη μαζί με τα δύο ανήλικα τέκνα του στην επαρχία Πάφου όπου φιλοξενήθηκε από συγγενή του. Αρχικά, ο Αιτητής δεν έδινε πληροφορίες για τον ακριβή τόπο διαμονής του με αποτέλεσμα η Καθ' ης η Αίτηση να προβαίνει σε καταγγελίες στην αστυνομία για παραβίαση του διατάγματος επικοινωνίας, το οποίο όμως δεν ήταν πλέον σε ισχύ. Περαιτέρω, κατά την πιο πάνω περίοδο σχηματίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Αιτητή για αδικαιολόγητη απουσία του ανήλικου τέκνου του από το σχολείο. Εν τούτοις, αναφέρεται ότι από τις 03/04/2019 εξασφαλίστηκε ειδική έγκριση φοίτησης του παιδιού στο Δημόσιο Νηπιαγωγείο Πολεμίου και έτσι το παιδί έκτοτε άρχισε να φοιτά κανονικά. Στις 12/04/2019 ο Αιτητής εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου μέσω του οποίου του ανατέθηκε η φύλαξη και φροντίδα του παιδιού, καθώς και το δικαίωμα να αποφασίζει για τα ζητήματα υγείας και παιδείας του ανήλικου. Ειδικότερα, η λειτουργός αναφέρει μέσα από την έκθεση της, ότι οι Υπηρεσίες καθοδηγούσαν και ενθάρρυναν επανειλημμένως την Καθ' ης η Αίτηση ώστε να αποταθεί στο Δικαστήριο για την έκδοση σχετικών διαταγμάτων γονικής μέριμνας, αλλά αυτή αρνείτο να το πράξει. Μέσα από την έκθεση (βλ. Τεκμήριο Α') περιγράφεται και το ιστορικό του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι το παιδί αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα τραυλισμού το οποίο γίνεται εντονότερο όταν ο ανήλικος είναι συναισθηματικά φορτισμένος και αγχωμένος. Παρακολουθεί μαθήματα λογοθεραπείας τόσο εντός όσο και εκτός του σχολείου. Αναφέρεται ότι το παιδί έπρεπε να παρακολουθείται από κλινικό ψυχολόγο πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Καταγράφεται επίσης, ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων αξιολογήθηκε δύο φορές από ψυχολόγους, ήτοι τον Σεπτέμβριο του 2019 από κυβερνητικό ψυχολόγο και τον Σεπτέμβριο του 2022 από ιδιώτη ψυχολόγο. Αφού ο Αιτητής εξασφάλισε το προσωρινό διάταγμα φύλαξης του ανήλικου τέκνου του, μετέφερε στις 12/04/2019 τον ανήλικο στον αστυνομικό σταθμό στην Λεμεσό, όπου το παιδί είχε επικοινωνία με την Καθ' ης η Αίτηση. Διευθετήθηκε 2η επικοινωνία του ανήλικου με την μητέρα του στις 17/04/2019 στο Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών Ζακακίου, αλλά και 3η επικοινωνία στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου. Μετά την τελευταία συνάντηση που έγινε, η Καθ' ης η Αίτηση παρουσιάστηκε στον αστυνομικό σταθμό Στρουμπίου όπου κατάγγειλε πιθανή κακοποίηση του ανήλικου από τον Αιτητή. Από τις ιατρικές εξετάσεις που προέκυψαν δεν διαπιστώθηκε οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση, ενώ αναφέρεται πως το παιδί μετά το πιο πάνω περιστατικό παλινδρόμησε. Περί το 2021, λειτουργός της Υπηρεσίας είχε συνεργασία με το ανήλικο τέκνο στο σχολείο. Η λειτουργός συζήτησε το ενδεχόμενο επικοινωνίας του με την μητέρα του και αφού το παιδί συμφώνησε, ενημερώθηκαν σχετικά οι γονείς και συμφωνήθηκε συγκεκριμένη ημερομηνία συνάντησης στην υπηρεσία τους. Η λειτουργός υποστηρίζει μέσα από την εν λόγω έκθεση, ότι ενώ η Καθ' ης η Αίτηση έδειχνε αρχικά ιδιαίτερα χαρούμενη για την εξέλιξη αυτή, εν τούτοις δύο ημέρες πριν την προγραμματισμένη συνάντηση επικοινώνησε τηλεφωνικά με την λειτουργό αναφέροντας της πως δεν θα παρευρεθεί διότι είναι σίγουρη πως ο Αιτητής έχει καταστρώσει κάποιο σχέδιο εναντίον της. Ακολούθως, η λειτουργός προσπάθησε να της εξηγήσει πόσο σημαντική ήταν αυτή η συνάντηση για τον ίδιο τον ανήλικο, αλλά η Καθ' ης ήταν ανένδοτη. Μετά το πιο πάνω περιστατικό, το ανήλικο τέκνο των διαδίκων βίωσε ακόμα περισσότερο την απογοήτευση και έκτοτε δεν έχει καμία επικοινωνία με την Καθ΄ ης η Αίτηση. Η λειτουργός αναφέρει ότι ενημερώθηκε από τον Αιτητή ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του κατά τις ημέρες των εορτών, αλλά το παιδί αρνείτο να της απαντήσει το τηλέφωνο. Μεταξύ των γονέων δεν υπάρχει καμία επικοινωνία. Στην έκθεση αναφέρεται ότι από την συνεργασία που είχαν με την οικογένεια, ο Αιτητής μεριμνά για την φροντίδα, ασφάλεια και ευημερία του παιδιού και αποτελεί ένα σταθερό πρόσωπο αναφοράς για το παιδί γεγονός που προσδίδει ασφάλεια. Συγχρόνως, διαπιστώθηκε ένας στενός συναισθηματικός δεσμός μεταξύ πατέρα και παιδιού. Συμπερασματικά, μέσα από την έκθεση της η Μ.1 αναφέρεται ότι η τελευταία φορά που είχε επικοινωνία ο ανήλικος με την Καθ' ης η Αίτηση ήταν στις 25/04/
- Από την συνεργασία με την οικογένεια διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής προσπαθεί να ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στην κάλυψη των αναγκών του ανήλικου και το επίπεδο φροντίδας και προστασίας που του παρέχεται είναι ικανοποιητικό. Θεωρεί ότι ο ανήλικος πρέπει να έχει επαφή και επικοινωνία και με τους δύο γονείς του για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη, όμως θα πρέπει η επαφή του με τον γονέα να είναι εποικοδομητική και όχι τραυματική. Αναφέρεται ότι μέσα από τις αξιολογήσεις των ειδικών ψυχικής υγείας, διαπιστώνεται ότι ο ανήλικος βιώνει μετατραυματικό στρές και διαταραχή άγχους. Η λειτουργός εισηγείται όπως ο ανήλικος ξεκινήσει άμεσα θεραπευτικές συνεδρίες με ψυχολόγο. Επιπρόσθετα, εισηγείται όπως οι γονείς αξιολογηθούν για τον γονικό τους ρόλο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, ενώ μέσω της βοήθειας των ειδικών να γίνουν προσπάθειες αποκατάστασης της επικοινωνίας της Καθ΄ ης η Αίτηση με τον ανήλικο, διασφαλίζοντας πρωτίστως το συμφέρον του παιδιού. Θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να παραμείνει στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει και θεωρεί δικαιολογημένα τα αιτήματα του Αιτητή τα οποία εξάλλου ασκεί από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και σήμερα. Εισηγείται επίσης όπως ρυθμιστεί ένα πρόγραμμα επικοινωνίας της Καθ' ης η Αίτηση με τον ανήλικο, εφόσον διασφαλιστεί η ασφάλεια του ανήλικου και εάν όλοι οι εμπλεκόμενοι συναινέσουν να αξιολογηθούν και συνεργαστούν με ειδικούς ψυχικής υγείας. Η λειτουργός (Μ.1) αντεξετάστηκε πρώτα από την συνήγορο του Αιτητή. Θα επικεντρωθώ στα πιο σημαντικά σημεία της αντεξέτασης της. Αρχικά, η λειτουργός ρωτήθηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που συναντήθηκε με την Καθ' ης η Αίτηση και αν της επέτρεψε να την επισκεφθεί στον χώρο διαμονής της. Η Μ.
- απάντησε ότι η τελευταία φορά που συναντήθηκαν ήταν στις 20/09/2023 και ότι παρόλο που της είχε ζητηθεί εν τούτοις δεν τους επέτρεψε να επισκεφθούν τον χώρο διαμονής της, αφού αρνείτο να τους δώσει την διεύθυνση όπου αυτή διαμένει και για αυτό δεν είναι σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο τις συνθήκες διαμονής και διαβίωσης της. Συμφώνησε με την θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι δεν είναι σε θέση να εισηγηθεί την οποιαδήποτε επικοινωνία του παιδιού στον χώρο της, καθότι δεν γνωρίζει την διεύθυνση διαμονής της και αν υπάρχουν κατάλληλες συνθήκες. Η λειτουργός ρωτήθηκε επίσης αν υπήρξε συνεργασία από την Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, με την Μ.1 να απαντά ότι δεν υπήρξε καθόλου συνεργασία, ενώ με τον Αιτητή ανέφερε ότι υπήρχε καλή συνεργασία. Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου, αν υπήρχε οποιαδήποτε φορά που το Γραφείο Ευημερίας αντιμετώπιζε κάποιο ζήτημα ή ενδοιασμό για την καταλληλότητα του πατέρα να έχει την φύλαξη και φροντίδα του μεγαλύτερου παιδιού του από προηγούμενο του γάμο, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και πως δεν διαπιστώθηκαν οποιαδήποτε θέματα σε σχέση με την φύλαξη του. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι έγιναν κάποιες αναφορές από το σχολείο που φοιτούσε το μεγαλύτερο παιδί του Αιτητή σε σχέση με την συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση, ότι δηλαδή φώναζε μέσα στο σπίτι, υπήρχε ένταση και το ανήλικο αποτεινόταν για βοήθεια στο σχολείο επειδή δεν άντεχε τις φωνές μέσα στο σπίτι. Η λειτουργός ρωτήθηκε ακόμα για τις συνθήκες διαβίωσης του Αιτητή με τα τέκνα του και αν ο χώρος έχει ελεγχθεί. Η Μ.1 απάντησε καταφατικά και ότι πραγματοποιήθηκαν επισκέψεις στο σπίτι του και πως έχουν διερευνηθεί οι συνθήκες διαβίωσης του πατέρα με τα παιδιά του. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε σε σχέση με τον νέο σύντροφο και την νέα οικογένεια της Καθ΄ ης η Αίτηση και αν ήταν υπό την επίβλεψη της. Η Μ.
- απάντησε ότι δεν τους είχε χειριστεί προσωπικά, αλλά γνωρίζει ότι υπήρχαν καταγγελίες εναντίον του νέου της συντρόφου για βία στην οικογένεια. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο νέος σύντροφος της Καθ' ης βρισκόταν σε συνάντηση στην Λεμεσό για θέματα βίας στην οικογένεια μετά από καταγγελία της ίδιας, κατά την ημέρα της αυτοχειρίας του. Ρωτήθηκε επίσης αν η Καθ' ης η Αίτηση έκανε και στο παρελθόν καταγγελίες για βία από τον Αιτητή και αν ζητούσε βοήθεια από το Γραφείο Ευημερίας. Η μάρτυρας απάντησε ότι η Καθ' ης η Αίτηση προέβαινε σε καταγγελίες στους κατά τόπους αστυνομικούς σταθμούς, αλλά δεν είχε συνεργασία με την Υπηρεσία. Στην συνέχεια η μάρτυρας ρωτήθηκε αν στην τελευταία συνάντηση που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση στις 20/09/2023, αυτή της ζήτησε να έχει επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο της. Απάντησε αρνητικά και ότι ζήτησε αν γίνεται να καταγράφονται ή να ηχογραφούνται οι συνομιλίες τους, ότι δεν μπορεί να τους εμπιστευτεί και ότι αποκρύπτουν στοιχεία. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε πότε έγινε η τελευταία συνάντηση της Καθ' ης η Αίτηση με τον ανήλικο και πως εξελίχθηκε. Η Μ.1 απάντησε ότι η συνάντηση έγινε στις 25/04/2019 στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Πάφου. Η Καθ' ης υποψιαζόταν ότι το παιδί δέχεται βία από τον Αιτητή και ανέφερε ότι είδε κάποια σημάδια στο πρόσωπο του, τα οποία η λειτουργός που ήταν παρούσα δεν τα έβλεπε. Ακολούθως, προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και το παιδί μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου εξετάστηκε και δεν διαπιστώθηκαν οποιοιδήποτε μώλωπες. Η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν το αποδέχθηκε και ζήτησε ιατροδικαστική εξέταση, που έγινε από ιατροδικαστή που εξέτασε ξανά το παιδί και πάλι δεν διαπιστώθηκε ότι υπήρξε βία, αλλά η μητέρα επέμενε. Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου αν έγιναν από τότε οποιεσδήποτε προσπάθειες για να γίνει ξανά συνάντηση με τον ανήλικο, η Μ.1 απάντησε καταφατικά αναφέροντας ότι η προηγούμενη λειτουργός που χειριζόταν την υπόθεση, επισκέφθηκε το παιδί στο σχολείο μιλώντας του θετικά για την μητέρα του, ώστε να ξαναρχίσει η επικοινωνία, όπου στο τέλος αποδέχθηκε να γνωρίσει και τον μικρό του αδελφό στην παρουσία της λειτουργού. Έτσι διεξήχθησαν δύο επαφές στην Λεμεσό μεταξύ μητέρας-ανήλικου και η τρίτη στις 25/04/2019 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με επιθυμία για να συνεχίσουν οι εν λόγω επικοινωνίες. Η Μ.1 ρωτήθηκε ποιος ήταν ο λόγος που δεν συνεχίστηκαν οι επικοινωνίες, με την μάρτυρα να αναφέρει ότι μετά την τελευταία καταγγελία της Καθ' ης η Αίτηση για πρόκληση βίας και μετά την εξέταση της γιατρού, το παιδί είχε υποτροπιάσει, διότι τέθηκε δε μία κατάσταση που ήταν για το ίδιο αρκετά ψυχολογικά κακοποιητική, δηλαδή να του αφαιρούν τα ρούχα του και να τον κοιτάζουν δύο φορές χωρίς να έχει υποστεί οποιασδήποτε μορφής βία. Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στην παραπομπή του ανήλικου, σε ψυχολόγους, η πρώτη στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού μετά από την καταγγελία για βία στην οικογένεια και η δεύτερη σε ιδιώτη ψυχολόγο μετά από δική της παρότρυνση, όπου υπήρξε συνεργασία του Αιτητή. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η Μ.1 επιβεβαίωσε την θέση της ότι τα αιτήματα του Αιτητή για ανάθεση σε αυτόν της επιμέλειας, φύλαξης και φροντίδας του ανήλικου είναι δικαιολογημένα, ενώ ανέφερε ότι για τις βασικές πτυχές της άσκησης της γονικής μέριμνας, όπως τα θέματα υγείας και εκπαίδευσης θα πρέπει να αποφασίζει ο πατέρας χωρίς να λαμβάνει την συγκατάθεση της Καθ' ης η Αίτηση. Εξέφρασε την θέση ότι θα πρέπει να συνεργαστούν οι γονείς με ειδικούς και το παιδί, ώστε να μπορέσει ο ανήλικος να ισορροπήσει πιο καλά ψυχολογικά. Ακολούθησε η αντεξέταση της Μ.1 από την ίδια την Καθ' ης η Αίτηση. Θα επικεντρωθώ στα κυριότερα σημεία της αντεξέτασης της λειτουργού. Η μάρτυρας αρχικά ρωτήθηκε αν γνωρίζει για τα περιστατικά βίας προς την ίδια και το ανήλικο τέκνο της. Η Μ.
- απάντησε ότι γνωρίζει από την μελέτη των φακέλων αλλά και από τα κυανούν που κατέθεσε στο Δικαστήριο από την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, ότι ποτέ δεν έχουν χειριστεί βία από τον πατέρα προς το παιδί, ούτε υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή καταγγελία για αυτό το ζήτημα. Αναφορικά με τις καταγγελίες για βία εναντίον της Καθ' ης ανέφερε ότι τις έχει ήδη παρουσιάσει, αλλά και ακόμα δέκα καταγγελίες για βία από την ίδια προς τον Αιτητή, αλλά και πως σε σχέση με βία προς τον ανήλικο από τον πατέρα του δεν έχουν εξετάσει οποιαδήποτε καταγγελία. Στην μάρτυρα υποβλήθηκε ότι ψεύδεται, αφού στην έκθεση της κάνει αναφορά σε επίσημη βεβαίωση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού στην οποία την παρέπεμψε. Η Μ.
- απάντησε ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί την απάντηση της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού προς την Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με το αναφερόμενο περιστατικό, η οποία δεν αποτελεί καταγγελία στην αστυνομία αλλά αναφορά, παραπέμποντας στο Κυανούν 2 που επισύναψε στην έκθεση της. Ανέφερε ότι η Καθ' ης η Αίτηση δεν ήθελε να κάνει γραπτή καταγγελία και να διερευνηθεί το περιστατικό για την βία και ο αστυνομικός σταθμός της απάντησε ότι το παράπονο της καταχωρήθηκε για πιθανή μελλοντική αναφορά. Περαιτέρω, η λειτουργός εξέφρασε την θέση, ότι μία μητέρα που πιστεύει ότι το παιδί της έχει υποστεί βία και το βρίσκει κακοποιημένο, δεν προβαίνει σε μία απλή αναφορά στην αστυνομία για μελλοντική χρήση, αλλά προχωρά σε ουσιαστική καταγγελία για άμεση διερεύνηση του περιστατικού. Στην συνέχεια, η Καθ' ης η Αίτηση ρώτησε την λειτουργό αν γνωρίζει πως ο ανήλικος νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν έχει διαβάσει από τους φακέλους που της έχουν παραπέμψει από το Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού ότι το παιδί έχει νοσηλευτεί. Επιπρόσθετα, ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι ο ανήλικος έπαθε τραυλισμό μετά από την σωματική βία που υπέστη από τον Αιτητή και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Η Μ.
- απάντησε ότι δεν γνωρίζει για οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, αλλά γνωρίζει για το θέμα τραυλισμού του παιδιού, όπως διαφαίνεται μέσα από την έκθεση ψυχολόγων που κατέθεσε, όπου αναφέρεται ότι το ανήλικο τέκνο παρουσίαζε τραυλισμό όταν αναφερόταν στην μητέρα του και στην κακοποιητική της συμπεριφορά. Περαιτέρω, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει για την διαμονή της Καθ΄ ης η Αίτηση μαζί με τον ανήλικο στο ΣΠΑΒΟ και αυτή απάντησε αρνητικά αφού δεν διάβασε κάτι τέτοιο στον φάκελο που της έχει σταλεί από την Λεμεσό. Επίσης, ρωτήθηκε αν γνωρίζει πως ο ανήλικος λαμβάνει καθημερινά απειλητικά μηνύματα από τον πατέρα του για να παραμείνει μαζί του ή ότι δεν θα τον ξαναδεί, αφού θα χάσει το επίδομα Ε.Ε.Ε. από το κράτος. Η μάρτυρας απάντησε ότι είδε μόνο του το παιδί χωρίς την παρουσία του πατέρα του και ουδέποτε της ανέφερε κάτι τέτοιο. Επιπρόσθετα, η Μ.
- ρωτήθηκε αν γνωρίζει πως σήμερα ο ανήλικος φοβάται και ότι παρακάλεσε την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας Λεμεσού ενώπιον της αστυνομίας Λεμεσού για να τον αφήσουν να φύγει με την μητέρα του, με την μάρτυρα να απαντά ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο αφού δεν ήταν παρούσα. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση αποτάθηκε στις τηλεοράσεις και στο Γραφείο Ευημερίας για να εντοπίσει τον υιό της μετά την αρπαγή του από τον πατέρα του, χωρίς να ξέρει που διαμένουν και αυτή απάντησε καταφατικά ότι είδε τους φακέλους και τα δημοσιεύματα από τις εφημερίδες. Πρόσθεσε ότι από την πρώτη στιγμή οι υπηρεσίες τους καθοδήγησαν την Καθ' ης η Αίτηση για να αποταθεί στο Δικαστήριο προς έκδοση διατάγματος φύλαξης-επικοινωνίας του παιδιού της και αυτή αρνείτο πεισματικά αναφέροντας τους։ «δεν θα μου πείτε εσείς τι να κάμω εγώ και ποιες διαδικασίες να ακολουθήσω». Ανάφερε επίσης ότι της έλεγαν την σωστή διαδικασία για να ακολουθήσει για να βλέπει το παιδί της και αρνείτο, δεν άκουγε και όταν το παιδί ήρθε στην Πάφο και υπόβαλε αίτηση ο πατέρας, μετά ήρθε η ίδια και καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση, εκφράζοντας την θέση, πως αν δεν υπόβαλλε αίτημα ο Αιτητής, ούτε η ίδια θα το έπραττε. Η μάρτυρας ρωτήθηκε αν το ανήλικο τέκνο των διαδίκων διέμενε στην Λευκορωσία και ήταν κάτοικος Λευκορωσίας, με την λειτουργό να απαντά ότι γνωρίζει ότι πήρε το παιδί τον Απρίλιο του 2016 και αναχώρησε από την Κύπρο. Ερωτήθηκε επίσης αν γνωρίζει ότι το παιδί μιλούσε την ρωσική γλώσσα μέχρι σήμερα και αν την καταλαβαίνει όταν μιλά στα ελληνικά, με την μάρτυρα να απαντά ότι όταν γνώρισε τον ανήλικο μετά τον τρίτο του 2023, επικοινωνούσε μαζί του στα ελληνικά. Επίσης, η λειτουργός ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι ο ανήλικος φοβάται τον πατέρα του διότι τον δέρνει και η λειτουργός απάντησε ότι δεν το γνωρίζει και δεν της έχει αναφέρει κάτι τέτοιο. Η Καθ' ης η Αίτηση υπέβαλε στην λειτουργό αν γνωρίζει ότι ο ιατροδικαστής εξέτασε το ανήλικο τέκνο της δύο εβδομάδες μετά που υπέστη το περιστατικό βίας που υπέστη. Η Μ.
- παρέπεμψε στο Κυανούν 13 που επισύναψε στην έκθεση της, αναφέροντας ότι την συγκεκριμένη ημέρα, την ίδια στιγμή παραπέμφθηκε ο ανήλικος και εξετάστηκε στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, με αναφορά στην γιατρό που τον εξέτασε και ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε βία. Η Καθ' ης η Αίτηση ολοκλήρωσε την αντεξέταση της με υποβολές προς την μάρτυρα ότι η έκθεση της είναι ψευδορκία που δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ότι επιδεικνύει επαγγελματική αμέλεια και ότι η ίδια προκαλεί κίνδυνο για τις ανθρώπινες ζωές και κυρίως στα ανήλικα τέκνα. Η Μ.
- απάντησε ότι την προσβάλλει και δεν αποδέχεται την θέση της ότι αποτελεί κίνδυνο ή ότι ψεύδεται. Στα πλαίσια του διερευνητικού χαρακτήρα της διαδικασίας, το Δικαστήριο υπέβαλε μερικές ερωτήσεις προς την Μ.
- Ειδικότερα, η μάρτυρας ρωτήθηκε πόσες φορές επισκέφθηκε τον ανήλικο για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης και αυτή απάντησε προσωπικά στις 23/03/2024 και στις 03/05/
- Ρωτήθηκε αν μετά την ετοιμασία της έκθεσης, είχε οποιαδήποτε επαφή με τους διάδικους, απαντώντας ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα και όχι με την μητέρα γιατί ποτέ δεν συνεργαζόταν. Της έλεγε «χάνω τον χρόνο μαζί σας» ότι δεν έχουν κάτι να της προσφέρουν και ότι πάντα η Καθ' ης επέμενε στις δικές της απόψεις και δεν τους άκουγε καθόλου. Σε σχετική ερώτηση για το πόσες συναντήσεις έγιναν με την Καθ' ης η Αίτηση για σκοπούς ετοιμασίας της έκθεσης, η λειτουργός απάντησε ότι έγινε μία στις 20/09/2023 στο γραφείο Ευημερίας διότι οι συνεργασίες έπρεπε να γίνονται και στο σπίτι και πως αυτή δεν τους ενημέρωνε για την διεύθυνση της. Με τον πατέρα, ανέφερε ότι έγιναν σίγουρα δύο συναντήσεις-επισκέψεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο σπίτι του. Η Μ.
- ρωτήθηκε τι την προβλημάτισε και εισηγήθηκε όπως αξιολογηθούν οι διάδικοι σε σχέση με τον γονικό τους ρόλο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Η μάρτυρας απάντησε ότι στόχος τους είναι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και αυτό να έχει επαφές και με τους δύο γονείς του και για αυτό πιστεύει πως οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας μπορούν να βοηθήσουν τους γονείς ώστε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Διευκρίνισε ότι δεν έγινε τέτοια αξιολόγηση στο παρελθόν και ούτε ενημέρωσε τους γονείς για κάτι τέτοιο. Στην συνέχεια, η Μ.
- ρωτήθηκε αν η Καθ' ης η Αίτηση επικοινώνησε ποτέ μαζί της με σκοπό να επικοινωνήσει με το παιδί της, με την λειτουργό να απαντά αρνητικά και ότι από τον Μάρτιο του 2023 που ανέλαβε την υπόθεση, δεν το είχε ζητήσει οποιαδήποτε φορά. Διευκρίνισε ότι η τελευταία προσπάθεια που έγινε από την Υπηρεσία για την διεξαγωγή επικοινωνίας ήταν το 2021 όταν την είχαν καλέσει και δύο μέρες πριν τη συνάντηση αρνήθηκε να επισκεφθεί το γραφείο για να δει το παιδί της. Περαιτέρω, η Μ.
- ρωτήθηκε γιατί ακριβώς θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων να παραμείνει στο περιβάλλον που μεγαλώνει και γιατί πιστεύει πως είναι αιτιολογημένα τα αιτήματα του Αιτητή. Η μάρτυρας απάντησε ότι από την συνεργασία με τον ανήλικο φάνηκε ότι υπάρχει μία πολύ στενή συναισθηματική σχέση με τον πατέρα του και αυτός από τον Απρίλιο του 2019 μέχρι και σήμερα, ήτοι για πέντε έτη διαμένει μόνο μαζί με τον Αιτητή. Επίσης, η λειτουργός ανέφερε ότι όσες φορές προσπάθησε να μιλήσει στον ανήλικο για την μητέρα του, το πρόβλημα του τραυλισμού του γινόταν πιο έντονο, αντιδρούσε και της έλεγε πόσο αγαπά τον πατέρα του και πόσο καλά νοιώθει και περνά με αυτόν και με τον αδελφό του. Ακολούθως, η Μ.
- ρωτήθηκε αν η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση και μπορεί να ασκεί με επιτυχία τα γονικά της καθήκοντα. Η λειτουργός απάντησε ότι διατηρεί πολλούς προβληματισμούς, κυρίως διότι επέμενε να υποβάλει τον ανήλικο σε ιατρικές εξετάσεις ισχυριζόμενη ότι το παιδί είχε κακοποιηθεί και η λειτουργός, η ιατρός των πρώτων βοηθειών και η ιατροδικαστής δεν έβλεπαν οτιδήποτε και αυτή επέμενε χωρίς να αντιλαμβάνεται. Σε κάθε περίπτωση, διευκρίνισε ότι αν δεν δει τον ανήλικο μαζί με την Καθ' ης η Αίτηση σε επικοινωνία, δεν είναι σε θέση να απαντήσει αν αυτή είναι κατάλληλη. Επιπρόσθετα, η Μ.
- ρωτήθηκε για την εισήγηση της για ρύθμιση ενός προγράμματος επικοινωνίας της Καθ' ης η Αίτηση με τον ανήλικο στο μέλλον, εφόσον διασφαλιστεί η ασφάλεια του παιδιού. Η μάρτυρας απάντησε ότι εννοούσε για διεξαγωγή επικοινωνίας, εφόσον διασφαλιστεί πως το παιδί δεν θα υποβληθεί σε διαδικασίες που δεν είναι προς το συμφέρον του και θα τον ταλαιπωρήσουν, όπως την συνέχιση των καταγγελιών από την μητέρα του ότι ο ανήλικος έχει κακοποιηθεί και αυτό να παραπέμπεται και να ξεγυμνώνεται, χωρίς να υπάρχουν σημάδια πάνω στο σώμα του. Διευκρίνισε ότι συνήθως ξεκινούν με επικοινωνίες στο γραφείο Ευημερίας στην παρουσία της λειτουργού και σιγά-σιγά διεξάγονται ελεύθερες επικοινωνίες αν όλα πάνε καλά και μετά βλέπουν αναλόγως της πορείας τους. · Η μαρτυρία του Αιτητή (Μ.Α.1)։ Ως ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Αιτητή προσήλθε ο κ. Π.Π. (Μ.Α.1), ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο Β' γραπτή δήλωση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ενώ κατέθεσε ως τεκμήρια συνολικά οκτώ έγγραφα. Θα προβώ ακολούθως σε αναφορά επί των κυριότερων σημείων της γραπτής δήλωσης του Μ.Α.
- Αρχικά, ο Αιτητής ανέφερε μεταξύ άλλων ότι πέραν του ανήλικου Ν.Π. είναι και πατέρας δύο παιδιών από προηγούμενους του γάμους ηλικίας 34 και 21 ετών αντίστοιχα. Για τον υιό του που είναι σήμερα 21 ετών είχε την φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια του με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου από το έτος 2015, ενώ αυτός διέμενε μαζί του μόνιμα από το
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι σχέσεις του με την Καθ' ης η Αίτηση ήταν διαταραγμένες από την αρχή του έγγαμου τους βίου, αφού η ίδια τον ζήλευε υπερβολικά και συνεχώς δημιουργούσε προβλήματα και προστριβές. Τα προβλήματα εντάθηκαν ιδιαίτερα μετά την απόκτηση του υιού τους, αφού η Καθ' ης η Αίτηση ξεκίνησε να έχει βίαια ξεσπάσματα τόσο απέναντι του όσο και απέναντι στου υιό τους και δεν ήταν ικανή να εκτελεί τα καθήκοντα της ως μητέρα και ως σύζυγος. Αναγκάστηκε να προβεί σε σχετικά διαβήματα για την εξέταση της Καθ' ης η Αίτηση από ψυχίατρο, αφού στο παρελθόν σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ο Αιτητής αναφέρει ότι αφού δεν άντεξε άλλο την απαράδεκτη συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση κατά το έτος 2015 προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, όπου στις 23/11/2016 λύθηκε ο γάμος του με αυτήν. Υποστηρίζει ότι το 2016 η Καθ' ης η Αίτηση χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του, εγκατέλειψε την Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με τον ανήλικο και μετέβη στην Λευκορωσία, αφού προηγουμένως εξασφάλισε πάσο από τον προξενείο της Λευκορωσίας στην Κύπρο με το οποίο θα μπορούσε να ταξιδέψει με τον ανήλικο χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του. Ισχυρίζεται ότι παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του για να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο τους στην Κύπρο, η Καθ' ης η Αίτηση αρνείτο πεισματικά να το πράξει και έτσι προέβη στις 04/05/2016 σε σχετική καταγγελία εναντίον της για απαγωγή του παιδιού τους, με αποτέλεσμα να εκδοθεί σχετικό ένταλμα σύλληψης εναντίον της. Ο Αιτητής αναφέρει μέσα από την γραπτή του δήλωση, ότι το 2018 και αφού όλες οι προσπάθειες του για επιστροφή του ανήλικου τέκνου του έπεσαν στο κενό, πούλησε το σπίτι του για το ποσό των €105,000 ξόφλησε τα χρέη του και με το ποσό των €7,000 που του απέμεινε από την πώληση της οικίας, μετέβη στην Λευκορωσία με σκοπό να φέρει πίσω το παιδί τους. Ακολούθως, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι κατά/ή περί τον Σεπτέμβριο του 2018 επέστρεψαν από την Λευκορωσία και διέμεναν όλοι μαζί σε υποστατικό το οποίο μετέτρεψε σε κατοικήσιμο σπίτι και του οποίου πλήρωνε αποκλειστικά το ενοίκιο, ενώ κατά/ή περί τον Δεκέμβριο του 2018 μετακόμισαν σε άλλη ενοικιαζόμενη οικία. Μετά την επιστροφή τους στην Κύπρο, ο Αιτητής ισχυρίζεται πως διαπίστωσε ότι η Καθ' ης η Αίτηση σχεδόν καθημερινά κτυπούσε βάναυσα τον ανήλικο εξασκώντας του παράλληλα και ψυχολογική βία. Υποστηρίζει ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι άτομο ανισόρροπο, κυκλοθυμικό και ψυχικά διαταραγμένο, αδυνατούσε να φροντίσει τον ανήλικο και να του προσφέρει ασφάλεια, ενώ με την βάναυση και αυταρχική συμπεριφορά της εξέθετε συνεχώς τον ανήλικο σε διάφορους κινδύνους. Υποστηρίζει ακόμα, ότι κατά το παρελθόν είχε προβεί σε καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση για σωματική και ψυχολογική βία στην οικογένεια και εναντίον της είχε καταχωρηθεί σχετική ποινική υπόθεση. Επιπρόσθετα, σχετικά με την βάναυση συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση, είχε ενημερώσει κατά το παρελθόν και το Γραφείο Ευημερίας, ενώ ετοιμάστηκε μετά από εντολή της αστυνομίας, σχετική έκθεση από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων Λεμεσού, καταθέτοντας σχετικά τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής υποστηρίζει, ότι μετά τις πιο πάνω εξελίξεις και αφού διαπίστωσε ότι η κατάσταση για το ανήλικο τέκνο είχε καταστεί αφόρητη, τον Φεβρουάριο του 2019 με σκοπό προστασίας της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του υιού τους, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει μαζί με το παιδί τους την κατοικία που διέμεναν στην Λεμεσό και να μεταβούν στο χωριό Λάσα της επαρχίας Πάφου, όπου και φιλοξενούνταν στην οικία της αδελφής του. Ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε μετά από συμβουλή και παρότρυνση του γραφείου ευημερίας και αφού είχε ενημερώσει την αστυνομία ότι θα φύγει από το σπίτι μαζί με τον ανήλικο. Στην συνέχεια, ο Αιτητής αναφέρει ότι προχώρησε σε ενοικίαση κατοικίας στο χωριό Κανναβιού της επαρχίας Πάφου όπου και διαμένει μέχρι και σήμερα με τον ανήλικο υιό τους και τον υιό του από προηγούμενο γάμο, η οποία ισχυρίζεται ότι επιθεωρήθηκε από το Γραφείο Ευημερίας και κρίθηκε κατάλληλη για την διαβίωση τους. Ο Αιτητής θεωρεί ότι επειδή η Καθ' ης η Αίτηση από το 2016-2018 εγκατέλειψε την Κύπρο μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του, υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να εκδηλώσει παρόμοια συμπεριφορά, δεδομένης και της επιθυμίας της ίδιας να μεταβεί στην Λευκορωσία. Σε τέτοια περίπτωση, θα είναι αδύνατο για τον ίδιο να ασκήσει την γονική μέριμνα και να έχει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου, ενώ ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα θέσει τον ανήλικο σε μεγάλο κίνδυνο, λόγω της συμπεριφοράς και της αντιμετώπισης που θα τυγχάνει από την Καθ' ης η Αίτηση. Ισχυρίζεται ότι από το 2019 μέχρι και σήμερα, το ανήλικο τέκνο του ζει σε ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον και ότι η οποιαδήποτε επαφή με την Καθ' ης η Αίτηση μόνο δυσμενείς επιπτώσεις θα έχει για την ψυχοσωματική του υγεία. Υποστηρίζει επίσης, ότι το ίδιο το ανήλικο τέκνο αντιδρά αρνητικά στο ενδεχόμενο επαφής και επικοινωνίας με την Καθ΄ ης η Αίτηση και στην ηλικία των 11 ετών έχει σχηματίσει την δική του άποψη και γνώμη. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι η Καθ' ης η Αίτηση είναι άκρως επικίνδυνη για την σωματική του ακεραιότητα αλλά και την μετέπειτα ψυχοσωματική εξέλιξη του ανήλικου τέκνου τους. Ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η χορήγηση στον ίδιο διατάγματος με το οποίο να έχει υπό την φύλαξη του τον ανήλικο αλλά και με το οποίο να ασκεί αποκλειστικά κάποιες πτυχές της γονικής του μέριμνας, όπως της υγείας του, τα προσωπικά και ταξιδιωτικά του έγγραφα και ότι αφορά την μόρφωση και εκπαίδευση του, θα βοηθήσει στην ομαλή και απρόσκοπτη εξέλιξη του ανήλικου χωρίς την δημιουργία προβλημάτων, αφού η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν δείχνει κανένα ουσιαστικό ενδιαφέρον για το παιδί και ούτε είναι σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντα της ως μητέρα. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι είναι το μόνο κατάλληλο άτομο που μπορεί να αναλάβει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου με τρόπο ωφέλιμο και εποικοδομητικό και καθίσταται αναγκαίο όπως αυτός συνεχίσει να διαμένει μαζί του. Θεωρεί ότι τυχόν μετακίνηση του ανήλικου από τον ίδιο, θα προκαλέσει αχρείαστη αναστάτωση και ανασφάλεια σε αυτή την τόσο κρίσιμη ηλικία που διάγει. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υποβλήθηκαν στον μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με διάφορα περιστατικά που βίωσε σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Ειδικότερα, μετά από σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν έχει πρόβλημα να επισκεφθεί κάποιο ιατρό/ειδικό ψυχικής υγείας στην βάση της εισήγησης του Γραφείου Ευημερίας για συνεργασία όλων των μερών με ειδικούς. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε να περιγράψει στο Δικαστήριο από προσωπική του γνώση ή τα οποία του μεταφέρθηκαν από το ανήλικο τέκνο, διάφορα περιστατικά με τις μορφές βίας της Καθ' ης η Αίτηση προς τον ανήλικο. Ο Αιτητής ανέφερε ότι όταν ζούσαν όλοι μαζί, είχαν έναν συνεχόμενο πόλεμο. Αρχικά, ο μάρτυρας είπε ότι το παιδί του έλεγε ότι η Καθ' ης η Αίτηση τον κτυπούσε στο στήθος ή στο πρόσωπο. Όταν το έλεγε στην Καθ' ης η Αίτηση, η ίδια επικαλείτο ότι είναι ψέματα. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το παιδί του έλεγε ότι η μητέρα του τον απειλούσε πως αν δεν μείνει φρόνιμος, τότε θα τον στείλει ψυχίατρο και θα τον βάλουν μαζί με τους «πελλούς». Επίσης, ότι αν τα έλεγε του πατέρα του, τότε θα έστελνε τον ανήλικο σε άλλη οικογένεια, για να τον μεγαλώσουν ξένοι και ότι δεν θα ξαναδεί τους γονείς του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν αναφέρθηκε σε διάφορες τιμωρίες που υπόβαλλε η Καθ' ης η Αίτηση τον ανήλικο για ασήμαντους λόγους. Αρχικά, αναφέρθηκε σε μία περίπτωση όπου η μητέρα του έκλεισε το παιδί έξω από το σπίτι τον χειμώνα και ενώ έβρεχε κατά ή περί τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του
- Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση έβαζε τον ανήλικο τιμωρία σε μία γωνιά ανάμεσα στους τοίχους. Όταν έφυγαν από το σπίτι, ανέφερε ότι πέρασαν πολλές εβδομάδες για να φύγει από το μυαλό του αυτή η τιμωρία, αφού όταν ο ίδιος έλεγε στον Ν.Π. ότι δεν ήταν σωστό κάτι που έκανε, αυτός από μόνος του πήγαινε σε μία γωνία και έκλαιγε γιατί έτσι ήταν συνηθισμένος. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, ο Αιτητής περιγράφει το περιστατικό με την καταγγελία που έκανε η Καθ' ης η Αίτηση για βία προς τον ανήλικο και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά από παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας πήρε τον ανήλικο στο γραφείο για να δει η μητέρα το παιδί. Όταν ολοκληρώθηκε η επικοινωνία και πριν φτάσουν στο σπίτι με το παιδί, του τηλεφώνησε η αστυνομία ότι έγινε καταγγελία πως ο Ν.Π. ήταν κτυπημένος και έπρεπε να τον πάρει στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Εκεί έλεγξαν τον ανήλικο ένας παθολόγος και ένας παιδίατρος και το μόνο που βρήκαν ήταν δύο τσιμπήματα από κουνούπι στο μάγουλο του. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αποδέχθηκε την απόφαση των ιατρών και ζήτησε ιατροδικαστική εξέταση. Μετά από λίγες ημέρες ήρθε η ιατροδικαστής κα Ε.Α. από την Λευκωσία για την εξέταση, όπου γύμνωσαν το παιδί που στεκόταν πάνω σε ένα κρεβάτι και το έβγαζαν φωτογραφίες. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι από εκείνη την ημέρα και μετά, ο ανήλικος δεν θέλει ούτε έξω από το νοσοκομείο να ξαναπεράσει. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι επί το πλείστο η Καθ' ης η Αίτηση τσακωνόταν με τον ανήλικο και φώναζε, ενώ τους άκουγε όλη η γειτονιά από τις 9.30 το βράδυ που η ίδια επέστρεφε από την εργασία της και εντεύθεν. Κατά την περίοδο που η Καθ' ης η Αίτηση επέστρεψε από την Λευκορωσία, οι καβγάδες τους ήταν καθημερινοί. Ο μάρτυρας περιέγραψε ένα περιστατικό όπου η Καθ' ης η Αίτηση έβριζε και φώναζε και το παιδί της είπε ότι είναι κακιά μάμα και αυτή τον κτύπησε στο πρόσωπο, προκαλώντας την παρέμβαση του Αιτητή. Σε μία άλλη περίπτωση, όταν ο ανήλικος επέμενε να μην βάλει το σακάκι του για να πάει στο σχολείο, η Καθ' ης η Αίτηση εκνευρίστηκε και τον κτύπησε με το σακάκι στο κεφάλι με όλη της την δύναμη και με το φερμουάρ παρολίγο να του βγάλει το μάτι του. Αναφέρει ότι αμέσως πήγε στο Γραφείο Ευημερίας και κατάγγειλε όλα τα περιστατικά ανεξαιρέτως. Σε σχετικές ερωτήσεις προς τον Αιτητή, αν υπάρχει κάτι άλλο που μπορεί να πράξει, ώστε να πείσει τον ανήλικο για να έχει επικοινωνία με την μητέρα του, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο το παιδί συγχύζεται τόσο, που δεν επιθυμεί πλέον να μιλά στην μητέρα του και ούτε να την βλέπει. Ανάφερε ότι ένας κύριος λόγος που έπιασε το μωρό και έφυγε ήταν γιατί αυτή του έκανε ψυχολογικό πόλεμο και ότι δεν πρέπει να του ξανακάνει ο ίδιος ψυχολογικό πόλεμο ώστε να δεχθεί να βλέπει την μητέρα του. Υποστήριξε ότι είναι μεγάλος, είναι 11 ετών και όταν τον ρωτά αν θέλει να μιλήσει με την μητέρα του στο τηλέφωνο, αυτός απαντά αρνητικά και κλείνει εκεί το θέμα. Ακολούθησε η αντεξέταση του Αιτητή από την ίδια την Καθ' ης η Αίτηση, από οπού θα επικεντρωθώ στα κυριότερα και πιο ουσιαστικά σημεία της, που σχετίζονται με τα επίδικα γεγονότα και θέματα. Αρχικά, ο μάρτυρας ρωτήθηκε για το ζήτημα της μεταφοράς του ανήλικου στην Λευκορωσία από την μητέρα του και του υποδείχθηκε ότι είχε εκδοθεί κανονικά πάσο για να μπορεί να ταξιδέψει στο εξωτερικό, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του. Ο Αιτητής ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω πάσο ήταν μόνο για την έξοδο από την Κύπρο και όχι για είσοδο και ότι η Καθ' ης απήγαγε τον ανήλικο και έφυγε, όπως του ανέφερε μία κυρία που ήταν στο προξενείο. Στον μάρτυρα παρουσιάστηκαν εισητήρια επιστροφής στην Κύπρο μαζί με το ανήλικο στις 07/05/2016, τα οποία όπως η ίδια ανέφερε ακυρώθηκαν λόγω του διατάγματος της Interpol. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε σημασία αν είχε εισητήρια επιστροφής, αφού η Καθ' ης έπιασε το παιδί του και έφυγε χωρίς την έγκριση του. Η Καθ' ης η Αίτηση ρώτησε τον μάρτυρα για το διάταγμα επικοινωνίας του Αιτητή με τον ανήλικο που είχε εκδοθεί το 2016 και αν βρίσκεται ακόμα σε ισχύ. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι πλέον σε ισχύ εκείνο το διάταγμα και πως από την στιγμή που η ίδια έπιασε το παιδί και έφυγε από την Κύπρο, εκείνα τέλειωσαν και δεν ισχύουν πλέον. Όταν ξαναρωτήθηκε αν βρίσκεται σε ισχύ το εν λόγω διάταγμα, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν ισχύει και ότι δεν είναι δικηγόρος για να ξέρει. Περαιτέρω, στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το 2019 απήγαγε το παιδί τους στην Λεμεσό και ζει πλέον χωρίς κανένα λόγο με τον ανήλικο, ενώ παραβίασε το διάταγμα επικοινωνίας. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν το εν λόγω διάταγμα είναι σε ισχύ, αλλά και ότι δεν προέβη σε αρπαγή του ανήλικου, απλά το γλύτωσε από τα βασανιστήρια που του έκαμνε η μητέρα του. Η Καθ' ης η Αίτηση υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις προς τον μάρτυρα σε σχέση με το αν αυτός εργάζεται και για την οικονομική του κατάσταση. Ο Αιτητής απάντησε μεταξύ άλλων, ότι δεν εργάζεται από το 2018 για να προσέχει τα παιδιά του. Διευκρίνισε ότι το 2018 δεν μπορούσε να εργαστεί διότι είχε πουλήσει τα φορτηγά του και την εταιρεία του για να μεταβεί στην Λευκορωσία με σκοπό να την εντοπίσει, αφού δεν την εντόπιζε η Interpol. Ο μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι ζήτησε οικονομική βοήθεια από το κράτος, μετά άνοιξαν οι δουλειές και ότι παίρνει ξανά βοήθημα από το κράτος από το
- Ακολούθως, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν το 2015 είχε δικαστικές υποθέσεις στην αστυνομία σε σχέση με την ίδια και τον ανήλικο, με τον Αιτητή να απαντά θετικά για τον ίδιο αλλά αρνητικά για τον ανήλικο. Προσδιόρισε ότι υπάρχουν ανοικτές δύο ποινικές υποθέσεις που ακόμα εξετάζονται και στις οποίες δηλώνει αθώος. Επίσης, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει σχετικά με την διαμονή της Καθ' ης η Αίτηση στο ΣΠΑΒΟ το
- Ο Αιτητής ανέφερε ότι γνωρίζει την υπόθεση, λέγοντας ότι η Καθ' ης η Αίτηση έλειπε μόνο τρείς ημέρες από το σπίτι και όχι ένα μήνα και πως ότι η ίδια υποστηρίζει είναι ψέμα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε και για την παραπομπή της Καθ' ης η Αίτηση το 2019 για ψυχιατρική εξέταση μετά από δική του αίτηση, όπου αυτός απάντησε ότι ζήτησε από το Δικαστήριο να την πάρει σε ψυχίατρο, αλλά δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα γιατί δεν του είπε κάποιος. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε για το ποια ήταν η σχέση της Καθ' ης η Αίτηση με το άλλο παιδί του του τον Γ.Π. Ο Αιτητής απάντησε ότι αρχικά η σχέση τους ήταν καλή όταν ήταν μωρό, αλλά όταν άρχισε να μεγαλώνει κατάλαβε ότι είχαν τα ίδια προβλήματα που είχαν αργότερα με τον Ν.Π. ήτοι καβγάδες, τιμωρίες και τσακωμούς του Αιτητή μαζί της, γιατί τον έβαζε συνέχεια τιμωρίες. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ουσιαστικά ότι υπήρχε ένα διάταγμα επικοινωνίας με τον Γ.Π. στις 13/09/2014 το οποίο ο ίδιος είχε παραβιάσει. Ο Αιτητής απάντησε ότι το εν λόγω διάταγμα δεν τηρείτο, διότι τις περισσότερες ημέρες το παιδί ήταν μαζί του, γιατί η μητέρα του είχε σοβαρό πρόβλημα αλκοολισμού, κοιμόταν, ήταν μεθυσμένη και δεν την ενδιέφερε καν για τον ανήλικο. Δεν παρουσίασε κάποια ιατρική εξέταση, έκθεση ή μαρτυρία για τα όσα ανέφερε, όταν ρωτήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση. Διευκρίνισε εκ νέου, ότι ουσιαστικά παραβίασε το διάταγμα επικοινωνίας με τον Γ.Π. και δεν επέστρεψε τον ανήλικο στην μητέρα του διότι αυτή αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού. Ακολούθως, η Καθ' ης η Αίτηση ρώτησε τον μάρτυρα γιατί δεν μπορούσε το 2016 να επιστρέψει από την Λευκορωσία μαζί με τον ανήλικο Ν.Π. με τον Αιτητή να απαντά ότι δεν ήθελε να επιστρέψει και πως υπήρχε σχετική καταγγελία/ένταλμα από την Interpol που ακυρώθηκε από τον ίδιο το
- Ισχυρίστηκε ότι δεν ακυρώθηκε πιο νωρίς διότι πίστευε ότι η Καθ' ης η Αίτηση θα φύγει εκτός Λευκορωσίας σε άλλη χώρα και δεν θα μπορούσαν να την εντοπίσουν πλέον. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης αν έχει κάποια υπόθεση σε Δικαστήριο στην Λευκορωσία, με τον Αιτητή να απαντά καταφατικά και ότι δίχως ντροπή αυτή του ζήτησε διατροφή για τον ανήλικο, πέραν του γεγονότος ότι τον απήγαγε. Στον μάρτυρα υποβλήθηκε ότι προέβη σε έξωση της Καθ' ης η Αίτηση από την οικογενειακή στέγη που διέμεναν μέσω δικαστικού διατάγματος το 2016, ενώ αυτή απουσίαζε από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω του εντάλματος της Interpol. Ο Αιτητής το παραδέχθηκε, αναφέροντας πως της έκανε έξωση διότι όταν ήταν σε διάσταση έμενε στο συγκεκριμένο σπίτι, όμως όταν αποχώρησε δεν μπορούσε να κατοικήσει μέσα στο δικό του σπίτι και έπρεπε να καταχωρήσει σχετική αίτηση έξωσης. Στην συνέχεια της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν γνωρίζει ότι στις 19/04/2016 το ανήλικο τέκνο τους νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για χειρουργική επέμβαση για ράψιμο φρυδιών, με τον Αιτητή να απαντά ότι αυτό είναι αστείο, ουδέποτε έγινε ράψιμο και ότι το παιδί χτύπησε πάνω στον τοίχο και για να ανοίξει υπόθεση τον πήρε στο νοσοκομείο. Στον Αιτητή υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με το πρόβλημα τραυλισμού που αντιμετωπίζει ο ανήλικος, ήτοι για πόσο διάστημα τραυλίζει και από πότε. Ο Μ.Α.1 απάντησε ότι ο ανήλικος τραυλίζει εδώ και πέντε έτη και ότι με την επιστροφή του στην Κύπρο τραύλιζε λίγο και μετά χειροτέρεψε αποδίδοντας το στην Καθ΄ ης η Αίτηση που τον τιμωρούσε και τον έδερνε. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης αν ο ανήλικος ζητούσε συνάντηση με την μητέρα του, αλλά και ότι ο ίδιος στις 12/04/2019 παρακάλεσε τους αστυνομικούς να τον αφήσουν να φύγει με την μητέρα του. Ο Αιτητής απάντησε ότι δεν ζήτησε ποτέ να συναντήσει την μητέρα του και ότι η Καθ' ης προσπαθεί να δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση, ισχυριζόμενος ότι του τηλεφώνησαν από την αστυνομία και του ζήτησαν ως χάρη να πάρει το παιδί στην Κεντρική Αστυνομία για να δει την μητέρα του, την ημέρα που εκδόθηκε το διάταγμα από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου. Όταν ολοκληρώθηκε εκεί η συνάντηση τους και το παιδί εξέφρασε την θέση ότι θέλει να πάει με την μητέρα του, επενέβη η αστυνομία και ανέφερε ότι ο ανήλικος θα αποχωρήσει με αυτόν που προνοεί το διάταγμα. Όταν έφυγαν από εκεί, ο Αιτητής ρώτησε τον ανήλικο τι έγινε και αν επιθυμούσε να πάει με την μητέρα του, αυτός του απάντησε ότι η Καθ' ης η Αίτηση του υποσχέθηκε να τον πάρει στο λούνα παρκ και μετά να του αγοράσει Mcdonalds και πως θα τον επέστρεφε πίσω. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση ρώτησε τον μάρτυρα για το πόσες φορές η ίδια χτύπησε τον ανήλικο και αν μπορεί να το αποδείξει παρέχοντας περισσότερες λεπτομέρειες. Ο Αιτητής απάντησε ότι τον χτύπησε αρκετές φορές, σχεδόν κάθε μέρα και πως τα περιστατικά βίας υπάρχουν καταχωρημένα στην αστυνομία Λεμεσού μαζί με τους ψυχολόγους που είδαν τον ανήλικο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η Καθ' ης απειλούσε τον ανήλικο ότι θα τον δώσει σε άλλη οικογένεια, ότι θα τον στείλει σε ψυχίατρο, ενώ τον χτυπούσε στο στήθος καθημερινώς, τονίζοντας ότι του τα έχει πει το ίδιο το παιδί. Καταληκτικά, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν το ανήλικο τέκνο τους διέκοψε να βλέπει παιδοψυχολόγο, με τον Αιτητή να απαντά ότι τελείωσε την θεραπεία και πως πρέπει να συνεχίσει λογοθεραπεία. Ανέφερε ένα περιστατικό ότι πριν το 2020 όταν πήρε τον ανήλικο στο Νοσοκομείο Πάφου για να ξεκινήσει με τον παιδοψυχολόγο, ζητήθηκε η υπογραφή της μητέρας του και αυτή δεν υπόγραφε. Ισχυρίστηκε ότι την πήρε τηλέφωνο και το Γραφείο Ευημερίας για να υπογράψει αλλά αυτή αρνήθηκε. · Η μαρτυρία της κας Μ.Ν. (Μ.Α.2)։ Ο δεύτερος μάρτυρας που πρόσφερε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση για την πλευρά του Αιτητή ήταν η κ. Μ.Ν. εγγεγραμμένη σχολική εκπαιδευτική ψυχολόγος. Παρουσίασε στο Δικαστήριο σχετικό σημείωμα που ετοίμασε, το οποίο είχε ήδη κατατεθεί στα πλαίσια κατάθεσης της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας ως Τεκμήριο Α' Κ.
- Η μάρτυρας ανέφερε ότι πρόκειται για ένα σημείωμα ψυχολόγου το οποίο ετοίμασε η ίδια μετά από ατομικές συνεδρίες που είχε μαζί με τον ανήλικο Ν.Π. και της οποίας υιοθέτησε το περιεχόμενο. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν σε σχέση με την ετοιμασία του εν λόγω σημειώματος, η μάρτυρας ανέφερε ότι το παιδί ήρθε κοντά της μετά από πρωτοβουλία του πατέρα λόγω της χαμηλής του αυτοπεποίθησης, συναισθηματικών δυσκολιών και έντονου τραυλισμού. Ανέφερε ακόμα ότι μέσα από τις συναντήσεις που είχαν με το παιδί διαφάνηκε ότι ο τραυλισμός ήταν αποτέλεσμα έντονου άγχους μετά από συναισθηματική κακοποίηση που έλαβε από την μητέρα του, όπως το ίδιο το παιδί της ανέφερε. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης, ότι τα σχέδια τα οποία είναι συνημμένα στο σημείωμα της, ζητήθηκε να ετοιμαστούν από τον ανήλικο στα πλαίσια της διαδικασίας συναισθηματικής αξιολόγησης του παιδιού όπου αυτό κλήθηκε να προβεί σε ένα σχέδιο της οικογένειας του. Ειδικότερα, η μάρτυρας ανέφερε ότι ζήτησε στα πλαίσια αξιολόγησης του παιδιού να της ζωγραφίσει ένα σχέδιο της οικογένειας του, το οποίο αποτελείται από τον ίδιο, τον πατέρα και τον αδελφό του, ενώ το παιδί αρνείτο να ζωγραφίσει την μητέρα του. Ακολούθως, περιέγραψε το πρώτο σχέδιο όπου το παιδί ζωγράφισε τον πατέρα, το σπίτι τους στην επαρχία Λεμεσού, τον ίδιο και τον αδελφό του αρνούμενος πεισματικά να ζωγραφίσει την μητέρα του αναφέροντας της ότι δεν ανήκει στην οικογένεια του. Στην συνέχεια η Μ.Α.2 ζήτησε από το παιδί να της ζωγραφίσει την μητέρα και τον πατέρα του και ο ίδιος επιθυμούσε να τους ζωγραφίσει σε δύο ξεχωριστά φύλλα χαρτιού. Ζωγράφισε πρώτα τον πατέρα, καταγράφοντας διάφορα χαρακτηριστικά, ότι είναι καλός, ότι τον αγαπά και γενικότερα πολύ όμορφα λόγια για αυτόν. Ζωγράφισε τον εαυτό του στην ίδια ζωγραφιά και έγραψε ότι ήταν χαρούμενος, ότι ο πατέρας του δίνει σημασία και ότι περνούν χρόνο μαζί. Στην επόμενη ζωγραφιά που παρουσίασε η μάρτυρας στο Δικαστήριο, το παιδί ζωγράφισε τον εαυτό του μαζί με την μητέρα του, αλλά και το σκυλάκι το οποίο είχε. Στην εν λόγω ζωγραφιά, ο ανήλικος είπε στην Μ.Α.2 ότι κακοποιήθηκε συναισθηματικά από την μητέρα του, ότι του πώλησε το σκυλάκι του αλλά και ότι του έλεγε ψέματα ότι δεν είχε πατέρα. Αναφερόταν ότι είναι κακιά και γενικότερα έλεγε αρνητικά σχόλια για την μητέρα του. Εξέφραζε επίσης την επιθυμία του ότι δεν θέλει να βλέπει την μητέρα του, μετά από διερευνητικές ερωτήσεις που του έγιναν. Ακολούθως, περιέγραψε ακόμη ένα σχέδιο το οποίο ο ανήλικος το μοίρασε στην μέση. Στην μία πλευρά με πράσινο χρώμα, είναι ο πατέρας μαζί με τον ίδιο στο σπίτι που διαμένει. Έγραψε πάνω στο εν λόγω σχέδιο τις λέξεις χαρά, αγάπη, ευτυχία, δηλαδή αυτά που λαμβάνει από τον πατέρα του, όπως το ίδιο το παιδί της ανέφερε. Από την άλλη πλευρά, σχεδίασε με κόκκινο χρώμα την μητέρα του και τον ίδιο να ζητά βοήθεια. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι έγραψε στο μπάνιο τον κακό γιατί όπως είχε αναφέρει το παιδί τότε, τον είχε βάλει τιμωρία στο μπάνιο και γενικότερα της είπε ότι։ «οι μόνοι μου φίλοι είναι οι αράχνες πίσω από το ερμάρι». Ζωγράφισε τον εαυτό του μέσα σε ένα κουτί με την λέξη τρία λεπτά, που ήταν το σύνολο της τιμωρίας του. Σε ερώτηση της συνηγόρου του Αιτητή, αν έγινε οποιαδήποτε συνεδρία με τον πατέρα ή την μητέρα του παιδιού, η μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρξε συνεργασία μόνο με την πλευρά του πατέρα που έφερε και τον ανήλικο για να ξεκινήσουν συνεδρίες, ενώ με την μητέρα δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία. Δεν της είχαν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία επικοινωνίας της μητέρας, ήτοι τηλέφωνο, χώρος διαμονής ή διεύθυνση της. Διευκρίνισε ότι δεν το ζήτησε, διότι ο Αιτητής της προσκόμισε ένα έντυπο όπου καταγραφόταν πως ο ίδιος είχε την φύλαξη, φροντίδα και μέριμνα του ανήλικου, οπόταν και οι συγκαταθέσεις που ζήτησε για να μπορέσει να δει τον ανήλικο, ήταν μόνο από τον πατέρα του. Σε σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε στην μάρτυρα αν πέραν του τραυλισμού και των συμπτωμάτων άγχους του ανήλικου, προέκυψαν οποιαδήποτε άλλα θέματα, αυτή απάντησε ότι είχε διαφανεί ότι το παιδί είχε υποστεί μία μορφή κακοποίησης από την πλευρά της μητέρας, σύμφωνα με τα όσα της ανέφερε ο ίδιος ο ανήλικος. Ειδικότερα, ο ανήλικος της ανέφερε ότι η μητέρα του τον είχε μεταφέρει εκτός Κύπρου και τον άφηνε σε ένα διαμέρισμα που διέμεναν για να κατεβεί να συναντήσει ένα άλλο άτομο. Μιλούσε στον ανήλικο με άσχημο τρόπο για τον πατέρα του και ότι δεν έχει πατέρα. Της είπε ότι η μητέρα του δεν του συμπεριφερόταν με ωραίο τρόπο, αφού τον έβαζε στην γωνία τιμωρία και οι μόνοι φίλοι του ήταν οι αράχνες πίσω από το ερμάρι. Ακολούθησε η αντεξέταση της Μ.Α.2 από την πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση. Αρχικά, υποβλήθηκαν στην μάρτυρα διάφορες ερωτήσεις σχετικά με το αν μίλησε με την μητέρα του ανήλικου και αν λήφθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία από αυτήν. Η μάρτυρας ανέφερε ότι από την στιγμή που ο πατέρας της παρουσίασε το έντυπο που ανέγραφε ότι αυτός έχει την πλήρη φροντίδα και επιμέλεια του παιδιού, η ίδια προχώρησε με την συγκατάθεση του πατέρα. Διευκρίνισε ότι αν ο Αιτητής της προσκόμιζε οποιοδήποτε διάταγμα ότι και η μητέρα έχει από κοινού την φροντίδα και γονική μέριμνα του παιδιού, εννοείται θα καλούσε και τις δύο πλευρές. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε αντεξεταζόμενη αν το παιδί φαινόταν στις συναντήσεις αγχωμένο ή στεναχωρημένο, με την Μ.Α.2 να απαντά ότι όταν το παιδί ερχόταν μαζί με τον πατέρα του ήταν πάντα χαρούμενο και ομιλητικό, σε καλή κατάσταση και πάντα περιποιημένο. Διευκρίνισε ότι στην πρώτη συνάντηση τους ήταν πιο μαζεμένος και αγχωμένος και αυτό είναι φυσιολογικό σε ένα άγνωστο περιβάλλον. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο μόνος λόγος που αναστατωνόταν ο ανήλικος κατά την διάρκεια των συναντήσεων, ήταν όταν αναφερόταν στο πρόσωπο της μητέρας του και παρουσίαζε τραυλισμό. Στην συνέχεια, η μάρτυρας ρωτήθηκε κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της αν ο ανήλικος της είχε αναφέρει ότι υπέστη ο ίδιος και η μητέρα του οποιοδήποτε περιστατικό βίας. Η Μ.Α.2 απάντησε ότι δεν θυμάται κάποια πληροφορία για πρόκληση βίας προς την ίδια ή τον ανήλικο, από όσα της ανέφερε το ίδιο το παιδί και οτιδήποτε έχει να αναφέρει το παρέθεσε μέσα από το σημείωμα ψυχολόγου στην βάσει των κλινικών παρατηρήσεων της. Επίσης, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν την είχε ενημερώσει ο Αιτητής ότι ο ανήλικος νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο μετά από σωματική βία που υπέστη, με αυτήν να απαντά ότι όλες οι πληροφορίες που ήταν σε γνώση της, συμπεριλήφθηκαν στο έντυπο το οποίο έχει παραθέσει και πως το παιδί δεν είχε αναφέρει οποιαδήποτε κακοποιητική συμπεριφορά από την πλευρά του Αιτητή, αλλά αντιθέτως αναφερόταν με πολύ όμορφα λόγια για την σχέση του με τον πατέρα του. Ακολούθως, όταν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι όλες οι πληροφορίες που η ίδια έλαβε, λήφθηκαν μόνο από την πλευρά του Αιτητή, η Μ.Α.2 απάντησε ότι τις αρχικές πληροφορίες τις είχε λάβει από τον πατέρα του ανήλικου, αλλά όλα τα στοιχεία τα οποία κατέγραψε στο σημείωμα της, είναι αποτέλεσμα της δουλείας που είχε μαζί με το παιδί και όχι με τον πατέρα του. Ανέφερε ακόμα, ότι όλες οι πληροφορίες που αναγράφει είναι λεγόμενα του παιδιού, αλλά και τα σχέδια που έκανε, και μέσα από τις διερευνητικές ερωτήσεις, έγινε συζήτηση και έφτασε στο αποτέλεσμα να συντάξει το συγκεκριμένο σημείωμα. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην λειτουργό αν έχει συνεργαστεί με την αρμόδια λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και αν της αναφέρθηκαν οι καταγγελίες στις οποίες είχε προβεί για βία εναντίον της αλλά και προς τον ανήλικο ή για την διαμονή τους στο ΣΠΑΒΟ, η Μ.Α.2 απάντησε ότι είχε επικοινωνήσει με την λειτουργό για να αναφέρει το περιστατικό που εξέταζε, αλλά δεν θυμόταν το όνομα της λειτουργού και ούτε γνώριζε για αυτά που ρωτήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση, διευκρινίζοντας ότι τα όσα γνωρίζει είναι εκείνα που έχει καταθέσει. Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν της είχε αναφέρει ο ανήλικος ότι παρακάλεσε την λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και τους αστυνομικούς να αποχωρήσει μαζί με την μητέρα του μετά από την συνάντηση του μαζί του στον αστυνομικό σταθμό. Η Μ.Α.2 απάντησε ότι γνώριζε ακριβώς το αντίθετο, ήτοι ότι ο ανήλικος της είχε αναφέρει ότι δεν ήθελε να δει την μητέρα του, ακόμη και όταν τον καλούσαν να πάει με τον πατέρα του στο Γραφείο Ευημερίας. Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν ο ανήλικος της ανέφερε ή έδειξε κάποια συμπεριφορά ότι φοβόταν και βρισκόταν σε κίνδυνο, επειδή πάντα ερχόταν μαζί με τον πατέρα του. Η Μ.Α.2 ανέφερε ότι αν εξαιρέσει την πρώτη συνάντηση που το παιδί ήταν αμήχανο σε ένα άγνωστο περιβάλλον γιατί δεν την ήξερε, στις υπόλοιπες συναντήσεις ερχόταν χαρούμενος και έδινε μία πολύ ζεστή εικόνα για τον πατέρα του, η οποία σε καμία περίπτωση δεν της έδωσε την εικόνα από την στάση ή τα λεγόμενα του, ότι κακοποιείται ή περνά άσχημα μαζί με τον Αιτητή. Διευκρίνισε ότι βάσει της εμπειρίας της αλλά και των σπουδών της, είναι σε θέση να κάνει ορθές κλινικές παρατηρήσεις, επαναλαμβάνοντας ότι για τον πατέρα του ο ανήλικος μιλούσε με τον καλύτερο τρόπο, ενώ όταν αναφερόταν στην μητέρα του τραύλιζε έντονα και με τα σχέδια του που έγιναν στην παρουσία της, υπήρχαν αρνητικά σχόλια. Καταληκτικά, η Καθ' ης η Αίτηση ρώτησε την Μ.Α.2 αν έχει βίντεο που να αποδεικνύει ότι το εν λόγω σχέδιο έγινε πράγματι από τον ανήλικο και ότι θα έκανε έρευνα για τον γραφικό του χαρακτήρα. Η μάρτυρας απάντησε ότι δεν υπάρχει συγκατάθεση για οπτικοακουστικό υλικό, οπόταν δεν είχε βίντεο, τονίζοντας ότι το σχέδιο έγινε στην παρουσία της. · Η μαρτυρία της κας Α.Χ.- Καθ' ης η Αίτηση (Μ.Υ.1)։ Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των μαρτύρων της πλευράς του Αιτητή, ήταν η σειρά της Καθ' ης η Αίτηση να καταθέσει. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Γ' γραπτή δήλωση της, ενώ υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια συνολικά 24 έγγραφα. Θα επικεντρωθώ στην παράθεση των κυριότερων σημείων της γραπτής δήλωσης της Καθ' ης η Αίτηση. Αρχικά, στα πλαίσια της γραπτής της κατάθεσης, η Μ.Υ. 1 αναφέρει ότι από το έτος 2007 διέμενε μαζί με τον Αιτητή και την ίδια, ο υιός του από προηγούμενο του γάμο, ο Γ.Π. τον οποίο μεγάλωσε αυτή και ο οποίος την φώναζε «μαμά». Αναφέρει ότι κατά το έτος 2015 εκδόθηκε διάταγμα γονικής μέριμνας για τον ανήλικο Γ.Π. για να διαμένει μόνιμα μαζί τους. Η Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε ότι στις 03/03/2012 η προσπάθεια της να αποκτήσει παιδί με τον Αιτητή με την διαδικασία εξωσωματικής επέμβασης απέτυχε λόγω προβλήματος υγείας του ίδιου, παρουσιάζοντας σχετικό δικαιολογητικό, ενώ στις 07/01/2012 γεννήθηκε ο ανήλικος Ν.Π. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής δημιουργούσε προβλήματα στον γάμο τους, ξενυχτούσε συχνά σε νυκτερινά κέντρα, κατανάλωνε ποσότητες αλκοόλ και γινόταν βίαιος ξεσπώντας στην ίδια και στα παιδιά τους. Ανέφερε ότι κατά το έτος 2015 καταχωρήθηκαν ποινικές υποθέσεις εναντίον του Αιτητή για αδικήματα βίας στην οικογένεια στις οποίες ήταν μάρτυρας κατηγορίας. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι μεταξύ Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2015 μετά από παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας και της αστυνομίας, μεταφέρθηκε μαζί με το ανήλικο τέκνο της Ν.Π. στο καταφύγιο ΣΠΑΒΟ στην Πάφο για να προστατευθούν από τις βίαιες πράξεις του Αιτητή, προσκομίζοντας και σχετική βεβαίωση διαμονής της στον εν λόγω χώρο (βλ. Τεκμήριο 16). Μέσα από την γραπτή της δήλωση, η Καθ΄ ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι στις 19/04/2016 ο Αιτητής άσκησε βία στον ανήλικο και τον παράτησε έξω από το σπίτι της με αίματα στο κεφάλι. Όταν ρώτησε τον υιό της τι του είχε συμβεί, της ανέφερε ότι τα κτυπήματα προκλήθηκαν από τον πατέρα του, ο οποίος άσκησε βία εναντίον του και τον έριξε στον τοίχο. Αμέσως μετέβη στο νοσοκομείο για σκοπούς ιατρικής περίθαλψής του ανήλικου και προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του Αιτητή. Προσκόμισε ως Τεκμήριο σχετική βεβαίωση από την αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού. Η Καθ' ης η Αίτηση τονίζει ότι ο ανήλικος Ν.Π. κατέχει την υπηκοότητα της Λευκορωσίας και στις 30/04/2016 ταξίδεψε στην Λευκορωσία μαζί της για επτά ημέρες με εισητήρια επιστροφής, με σκοπό την υποχρεωτική τακτοποίηση και έκδοση προσωπικών εγγράφων του παιδιού. Ταυτόχρονα, αναφέρει ότι ήταν και μια ευκαιρία, μετά από συμβουλή του παιδοψυχολόγου, για αλλαγή περιβάλλοντος, προς το συμφέρον του ανήλικου και για να διευθετήσει τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας του πατρικού της σπιτιού, μετά τον θάνατο της μητέρας της που επήλθε στις 25/07/
- Ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής απέκρυψε από τις αρμόδιες αρχές, παραποιώντας τα αληθινά γεγονότα, επικαλούμενος ότι δήθεν απήγαγε τον ανήλικο πετυχαίνοντας έτσι τους στόχους του για αναστολή των ποινικών διώξεων εναντίον του. Υποστηρίζει ότι στις 06/02/2019 ο Αιτητής προέβη σε καταγγελία εναντίον της για κοινή επίθεση, άσκηση βίας και απειλής προς το παιδί της. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το ανήλικο τέκνο φοιτούσε σε δημοτικό σχολείο της Λεμεσού, αλλά από τις 08/02/2019 ημερομηνία αρπαγής του από τον Αιτητή, ο Ν.Π. απουσίασε αδικαιολόγητα από το σχολείο του και εναντίον του σχηματίστηκε ποινικός φάκελος. Από τις 08/02/2019 που ο Αιτητής άρπαξε τον ανήλικο και έφυγε, η Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζει ότι πήγαινε καθημερινά στην αστυνομία και στο Γραφείο Ευημερίας καταγγέλλοντας το γεγονός και επειδή η αστυνομία δεν προχωρούσε στα δέοντα μέτρα, αποτάθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή Ισχυρισμών και Παραπόνων της Αστυνομίας, στην Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού και στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Παρουσίασε σχετικά Τεκμήρια με τις προαναφερόμενες ενέργειες της. Υποστηρίζει ακόμα ότι στις 28/03/2019 η Ανεξάρτητη Αρχή Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, προχώρησε με πόρισμα πειθαρχικών υποθέσεων εναντίον των εμπλεκόμενων μελών της αστυνομίας. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι καθημερινά ρωτούσε το Γραφείο Ευημερίας και την αστυνομία που είναι το παιδί της και δεν της έλεγαν, ενώ απευθύνθηκε και σε διαδικτυακό μέσο μαζικής ενημέρωσης. Ισχυρίζεται επίσης, ότι για το ίδιο γεγονός της αρπαγής του άλλου ανήλικου τέκνου του από προηγούμενο του γάμο, καταγγέλθηκε από την πρώην σύζυγο του κα Ο.Μ. Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι στο παρελθόν ο Αιτητής παράνομα και ψευδώς προχώρησε σε σχετικά διαβήματα για υποχρεωτική εξέταση της από ψυχίατρο όπου αυτός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται ιατρική φροντίδα και νοσηλεία και ως αποτέλεσμα αυτός αποχώρησε από την οικογενειακή τους στέγη. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται μέσα από την γραπτή της δήλωση, ότι ο Αιτητής απέκρυψε από τις αρμόδιες αρχές την ύπαρξη του διατάγματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο τέκνο του Ν.Π. το οποίο κατέστη απόλυτο στις 22/03/2016 και το οποίο ίσχυε μέχρι και σήμερα. Υποστηρίζει ότι η αίτηση του Αιτητή είναι σε βάρος των συμφερόντων του ανήλικου τέκνου, διότι θεωρεί ότι το παιδί διατρέχει καθημερινά κίνδυνο στο περιβάλλον που ζει με τον πατέρα του κυρίως λόγω της ψυχικής διαταραχής του Αιτητή, ενώ στερείται την μητρική στοργή, αγάπη και παρουσία της, που τόσο έχει ανάγκη. Παράλληλα, αναφέρει ότι οι οποιεσδήποτε ασάφειες προέκυψαν λόγω της επαγγελματικής αμέλειας της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας και των μελών της αστυνομίας, δεν διαφοροποιούν το γεγονός και το υλικό της οικογενειακής και σωματικής βίας που προκλήθηκε από τον Αιτητή προς τον ανήλικο. Είναι η θέση της, ότι με την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος θα μπορεί να έχει την καθημερινή φροντίδα και φύλαξη του ανήλικου τέκνου, έτσι ώστε να μπορεί να του προσφέρει ένα ήρεμο, ασφαλές και γεμάτο αγάπη περιβάλλον όπου θα λαμβάνει την απαραίτητη θαλπωρή που ο Αιτητής δεν είναι σε θέση να του προσφέρει. Θεωρεί ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν το συντομότερο δυνατό τα αιτούμενα διατάγματα, η ζωή του ανήλικου θα βρίσκεται σε συνεχή αναστάτωση και θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εφόσον είναι απόλυτα συνδεδεμένος μαζί της και αποτελεί το μόνο σταθερό πρόσωπο στην ζωή της. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η Καθ' ης η Αίτηση προέβη σε μία μακροσκελή δήλωση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι λάμβανε σωματική βία από τον Αιτητή και βρισιές ενώπιον και του ανήλικου υιού της Γ.Π.. όπως τον αποκάλεσε. Υποστήριξε ότι συντηρούσε καθημερινά όλη την οικογένεια και τις οικονομικές τους ανάγκες, ενώ ο Αιτητής αρνείται να εργάζεται και είναι τεμπέλης την ίδια ώρα που δεχόταν σωματική βία από αυτόν αν δεν του έδινε χρήματα για να διασκεδάζει τις νύκτες με τους φίλους του. Υποστήριξε ότι οι γείτονες την είδαν αρκετές φορές κτυπημένη και πως ο Αιτητής της είχε κρύψει το διαβατήριο της και της έκλεβε χρήματα από την τσάντα της. Υποστήριξε ότι μία φορά όταν επέστρεψε από την εργασία της και λόγω του ότι δεν είχε χρήματα να του δώσει, ο Αιτητής τους έβγαλε έξω από το σπίτι και αναγκαστικά έμειναν όλη την νύκτα στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι, ο μοναδικός σκοπός που έχει τον ανήλικο είναι για να εξασφαλίζει εισόδημα από το κράτος, επιδόματα ΕΕΕ και επίδομα μονογονιού και τέκνου, έτσι ώστε να μπορεί να διατηρεί την ζωή του τεμπέλη. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι όσο και να προσπάθησε, λάμβανε άσχημη συμπεριφορά από την αστυνομία και την έσερναν έξω από τον αστυνομικό σταθμό. Υποστήριξε ότι παρουσιάστηκε αιμόφυρτη μπροστά στον ανήλικο και αυτοί δεν έκαναν τίποτε. Ανέφερε ακόμα ότι παρά τα πολλά διαβήματα της με επιστολές, συναντήσεις και τηλεφωνήματα προς το Γραφείο Ευημερίας, αυτοί επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια και ταξικό «bulling». Υποστήριξε ότι το ανήλικο τέκνο της ξεκίνησε να τραυλίζει μετά το πρώτο περιστατικό βίας που δέχθηκε από τον πατέρα του και την αρπαγή του, ενώ στην Λευκορωσία η ομιλία του ήταν ξεκάθαρη. Από την ημερομηνία που τον άρπαξε o Αιτητής ο τραυλισμός του χειροτερεύει, γεγονός που αποδεικνύει ότι το παιδί ζει σε φόβο και κίνδυνο. Ακολούθησε η αντεξέταση της Μ.Υ.1 από την συνήγορο του Αιτητή, από όπου θα επικεντρωθώ στα πιο ουσιαστικά σημεία της. Αρχικά, ρωτήθηκε αν ο Γ.Π. είναι δικό της παιδί που απέκτησε με τον Αιτητή. Η μάρτυρας απάντησε ότι είναι υιοθετημένο παιδί της το οποίο μεγάλωσε η ίδια από το 2017 λόγω της δύσκολης οικογενειακής της κατάστασης με τον προηγούμενο γάμο του Αιτητή. Όταν της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε υιοθέτησε τον Γ.Π. δια νόμου ή ότι υπήρξε η βιολογική του μητέρα, η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι δεν ανέφερε ποτέ ότι τον υιοθέτησε νόμιμα, αλλά ότι τον μεγάλωσε και την έλεγε «μαμά» και ότι τον προστάτευσε αρκετές φορές από την επιθετική βία του Αίτητη, όπως έπραξε και για τον ανήλικο Ν.Π. Αντεξεταζόμενη, η Καθ' ης η Αίτηση ρωτήθηκε αν έχει απόδειξη για την βίαιη συμπεριφορά που επικαλέστηκε ότι αντιμετώπισε από την πλευρά του Αιτητή. Η μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει η μαρτυρία του υιού του Γ.Π. και ότι η μισή Λεμεσός γνωρίζει τον Αιτητή πολύ καλά, ότι έχει ψυχική διαταραχή, φωνάζει και ασκεί σωματική βλάβη προς το κοινό και την οικογένεια του. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν καταχωρημένα τεκμήρια για την νοσηλεία στο νοσοκομείο τόσο της ίδιας όσο και του παιδιού της, αναφορές και εξετάσεις από αστυνομικούς, μπλεγμένος αστυφύλακας σε υπόθεση βίας που ανακαλύφθηκε μετά από διερεύνηση ανεξάρτητης αρχής, ενώ αρκετά στοιχεία για την σωματική βία εκκρεμούν για κάποιο παράξενο λόγο στον αστυνομικό σταθμό Λεμεσού. Ακολούθως, στην μάρτυρα υποβλήθηκε ότι το διάταγμα γονικής μέριμνας που είχε αρχικά εκδοθεί για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο και το οποίο της υποδείχθηκε, έπαυσε να ισχύει αφού ο Αιτητής είχε αποσύρει την κυρίως αίτηση και αυτή είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο. Η Καθ' ης η Αίτηση διαφώνησε ότι δεν ήταν σε ισχύ, επιμένοντας ότι το διάταγμα είχε γίνει απόλυτο το 2017 και ότι μάλιστα εστάλη σφραγισμένο στο Δικαστήριο Λευκορωσίας μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της χώρας. Όταν υποδείχθηκε στην μάρτυρα, ότι και η ίδια αναγνωρίζει ότι το εν λόγω διάταγμα δεν ήταν σε ισχύ, αφού η ίδια επικαλέστηκε με υποβολή της κατά την διάρκεια της αντεξέτασης της, πως ο Αιτητής ξεγέλασε με αυτό τις αρχές παρουσιάζοντας το, αυτή επέμενε ότι ισχύει. Η μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης γιατί πήγε στο ΣΠΑΒΟ και τι έγινε εκείνη την ημέρα. Η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι υπήρχε η ποινική υπόθεση με αρ. 17340/15 η οποία λόγω της Ιντερπόλ αναβλήθηκε η ποινή του Αιτητή αφού η ίδια δεν μπορούσε να παρουσιαστεί όπως και άλλες δύο υποθέσεις που αναβλήθηκαν. Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε αν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση σε κάποια από τις τρείς ποινικές υποθέσεις που ανέφερε και αν ο Αιτητής έχει κριθεί ένοχος σε αυτές από το Δικαστήριο, η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι η ποινή του είναι ξεκάθαρη για το Δικαστήριο, αλλά και ότι υπάρχει μαρτυρία και ολοκληρωμένο υλικό. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε σε σχέση με το ταξίδι που έφυγε στην Λευκορωσία μαζί με το ανήλικο τέκνο και αν ενημέρωσε τον Αιτητή πως εξέδωσε εισιτήρια για να φύγει στις 30 Απριλίου και να επιστρέψει τις 7 Μαϊου. Η Καθ' ης ανέφερε ότι ενημέρωσε τον Αιτητή μέσω μηνύματος στο κινητό του και ότι μπορούν να ζητήσουν έγγραφο από την Cyta για να επιβεβαιωθεί ότι το έλαβε, αλλά εκείνος επειδή είχε ανοικτές ποινικές υποθέσεις, μαζί με τον δικηγόρο του έκανε συμφωνία για να τους βάλει στην Ιντερπόλ για να μην παρουσιαστούν. Όταν της υποδείχθηκε γιατί δεν παρουσίασε κάπου αυτό το μήνυμα, αφού εκκρεμούσε το ένταλμα της Ιντερπόλ και την έψαχναν, η μάρτυρας απάντησε ότι τα εισιτήρια παρουσιάστηκαν στο αεροδρόμιο και η αστυνομία ήταν ενήμερη για την ημερομηνία επιστροφής τους. Ανέφερε ακόμα ότι, όταν οι αρχές της Λευκορωσίας έμαθαν για τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούσαν και τα περιστατικά βίας, δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν στην Κύπρο, πριν να διερευνηθούν οι εν λόγω υποθέσεις. Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί δεν επέστρεψε στην Κύπρο στις 7 του Μάη, αυτή απάντησε λόγω του ότι εκδόθηκε το ένταλμα της Ιντερπόλ από τις 5 του μήνα και πως το πληροφορήθηκε από τις αρχές της Λευκορωσίας στο αεροδρόμιο. Όταν ρωτήθηκε εκ νέου τι είχε να φοβηθεί και δεν επέστρεψε τελικά στην Κύπρο, η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι αυτή και το παιδί της είναι λευκορώσοι υπήκοοι και στην Κυπριακή Δημοκρατία παρουσίασαν ένταλμα Ιντερπόλ για αρπαγή Λευκορώσου, συνεπώς δεν είχε κάτι να φοβηθεί, ούτε τον Αιτητή. Εξήγησε ότι δεν τους επέτρεπαν οι αρχές της Λευκορωσίας να φύγουν από την χώρα μέχρι να ξεκαθαρίσει η ποινική υπόθεση στην Κύπρο και διερωτήθηκε πως γίνεται να γίνει αρπαγή του υιού της ως λευκορώσου υπηκόου που ήδη βρισκόταν στην Λευκορωσία. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης της μάρτυρος σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, όταν ρωτήθηκε αν τελικά πήγε στο αεροδρόμιο στις 7 του Μάη για να επιστρέψει στην Κύπρο, η Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε ότι χωρίς να έχει το διαβατήριο του ανήλικου κανένας δεν μπορούσε να πετάξει, αφού αυτό δεν εκδόθηκε και δεν παραλήφθηκε. Σε σχετική ερώτηση της συνηγόρου αν ο ανήλικος από την ημέρα της γέννησης του μέχρι και την αρπαγή του από την Καθ' ης η Αίτηση ήταν μόνιμος κάτοικος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά και πως απέκτησε δύο υπηκοότητες την λευκορωσική της μητέρας του και την κυπριακή του πατέρα του. Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν έχει καταδείξει τις συνθήκες στις οποίες διαμένει σήμερα και αν επέτρεψε στις αρμόδιες αρχές να επιθεωρήσουν τον χώρο διαμονής της, έτσι ώστε να μπορεί να έχει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου. Η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι δεν της το ζήτησε κάποιος και ότι υπάρχει νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Επισήμανε ακόμα, ότι η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει και διερωτήθηκε αν αμφιβάλλουν για την ικανότητα της να μεγαλώνει τα παιδιά της, τα οποία προηγουμένως συντηρούσε και μεγάλωνε. Αντεξεταζόμενη, όταν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι η λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ανέφερε ότι δεν συνεργαζόταν μαζί τους και δεν τους επέτρεπε να εισέλθουν στον χώρο όπου αυτή διαμένει, η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι δεν έχουν αποδείξεις και ούτε μπορούν να αποδείξουν γραπτώς ότι της υποβλήθηκε ένα τέτοιο αίτημα. Υποστήριξε ότι επιθυμούσε να λάβει απάντηση στην επιστολή που η ίδια απέστειλε στο Γραφείο Ευημερίας και δεν την έλαβε μέχρι και σήμερα. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ανέφερε ότι για να τους επιτρέψει να επισκεφθούν το σπίτι, έπρεπε να της πουν ποιο σπίτι έχουν καταχωρημένο και ποια διεύθυνση, υποστηρίζοντας ότι η διεύθυνση του ανήλικου Ν.Π. εξαφανίστηκε από τον φάκελο. Περαιτέρω, η μάρτυρας ερωτήθηκε και για την αναφορά της λειτουργού Μ.Α. μέσα από την έκθεση της (βλ. Τεκμήριο Α') αλλά και την μαρτυρία της, ότι η Καθ' ης η Αίτηση της είχε αναφέρει ότι δεν της είχε εμπιστοσύνη για να συνεργαστεί μαζί της και ότι της αποκρύβουν στοιχεία. Η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι κατάγγειλε την λειτουργό στον επίτροπο προστασίας δικαιωμάτων του παιδιού και στην προϊστάμενη του Γραφείου Ευημερίας Πάφου και ως τώρα ζητά συνάντηση. Επίσης, υποστήριξε ότι η λειτουργός κα Μ.Α. δεν γνωρίζει για όλα τα περιστατικά και το ιστορικό της οικογένειας. Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε αν στις 20/09/2023 που συνάντησε την λειτουργό, ζήτησε να έχει επικοινωνία με το παιδί της. Η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι πάντα ζητούσε επικοινωνία με τον ανήλικο, αλλά ζήτησε να καταγραφεί η συνάντηση με το παιδί της, να ηχογραφείται ή να διεξαχθεί στην παρουσία οποιουδήποτε τρίτου ανεξάρτητου ατόμου και η λειτουργός αρνήθηκε. Όταν η Καθ' ης η Αίτηση ρωτήθηκε με ποιο τρόπο προσπαθεί να έχει επικοινωνία με το παιδί της, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας είναι η τηλεφωνική γραμμή του Αιτητή που ουδέποτε απαντά τον τελευταίο καιρό. Ανέφερε ότι επειδή ο Αιτητής δεν δέχεται οποιαδήποτε συνάντηση της με τον ανήλικο, τα Χριστούγεννα πριν δύο έτη, του αγόρασε δώρα και τα άφησε σε ένα περίπτερο για να περάσει ο πατέρας του να τα πιάσει. Ισχυρίστηκε επίσης, πως όταν προσπαθεί να τηλεφωνήσει του Αιτητή, αυτός της λέει ότι ο ανήλικος δεν θέλει να μιλήσει μαζί της και ότι δεν την θέλει. Θεωρεί ότι το παιδί της είναι συνεχώς φοβισμένο γιατί είδε και γνωρίζει πως συμπεριφέρεται ο Αιτητής. Αντεξεταζόμενη και μετά από σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η μάρτυρας αναφέρθηκε και στην τελευταία συνάντηση που είχε με τον ανήλικο στο Γραφείο Ευημερίας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πρόσεξε κάποια σημάδια στο πρόσωπο, τα μάτια και το αυτί του. Ο ανήλικος ανησυχούσε και ήταν κλειστός, έτσι τον ρώτησε τί είχε γίνει. Αυτός απάντησε։ «μάμα, ο παπάς». Ακολούθως, υποστήριξε ότι έβγαλε φωτογραφίες και φώναξε στην λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας ρωτώντας την αν θεωρούν εντάξει τα σημάδια και αυτή της απάντησε։ «εν έχει πρόβλημα, εντάξει κτυπήθηκε το μωρό». Επισκέφθηκε την αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό και μετά από πολλές προσπάθειες δόθηκε εντολή για να εξεταστεί ο ανήλικος στο νοσοκομείο. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι ο ιατρός που εξέτασε τον ανήλικο παραδέχθηκε ότι δεν έγραψε όλες τις αναφορές και έγραψε μόνο ότι του είπαν οι αστυνομικοί μετά από εντολές του κ. Σ. από την Λεμεσό και μετά από δική της πίεση μετά από δύο εβδομάδες κάλεσαν ιατροδικαστή από την Λευκωσία για να εξετάσει το παιδί. Εξέφρασε την απορία πως γίνεται μετά από δύο βδομάδες να εντοπίσει τα σημάδια ο ιατροδικαστής. Έστειλε τις φωτογραφίες που έβγαλε στην αστυνομία και στον Επίτροπο Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού και ως τώρα περιμένει απάντηση. Ακολούθως, η μάρτυρας ρωτήθηκε να εξηγήσει το γεγονός γιατί μέχρι σήμερα ο ανήλικος δεν ανέφερε πουθενά για οποιοδήποτε περιστατικό βίας από τον πατέρα του, ενώ για την ίδια έχει αναφέρει. Η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι το παιδί είναι φοβισμένο από την στιγμή που έλαβε σωματική βία από τον πατέρα του που τον φοβίζει και τον εξαναγκάζει, διότι ο Αιτητής είναι αντιμέτωπος με τρείς ποινικές υποθέσεις εναντίον του. Διερωτήθηκε τι θα μπορούσε να πει ο ανήλικος και να επιστρέψει σπίτι λαμβάνοντας συνεχή βία. Υποστηρίζει ότι ούτε η αστυνομία, ούτε και το Γραφείο Ευημερίας έλαβαν υπόψη το περιστατικό βίας εναντίον του ανήλικου, ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής προέβη σε πλύση εγκεφάλου του παιδιού για να προστατεύσει τον εαυτό του. Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε αν είναι σε θέση σήμερα να παραθέσει τις συνθήκες που διαβιώνει και την διεύθυνση της στο Δικαστήριο, ώστε να διαταχθεί επίσκεψη από το Γραφείο Ευημερίας, η Καθ' ης η Αίτηση αρνήθηκε αυτό να γίνει από το Γραφείο Ευημερίας, αλλά μέσω ανεξάρτητης διερεύνησης από τις αρμόδιες αρχές. Και τούτο, λόγω της δολοφονίας του πατέρα του μικρότερου της παιδιού, τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν αλλά και τους φακέλους που κλείνουν για κάποιους λόγους, υποστηρίζοντας ότι θα ζητήσει την διερεύνηση της κατοικίας της από επίτροπο, εισαγγελέα και τρίτη ανεξάρτητη αρχή μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και για τα δύο παιδιά της. Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε αν στα τεκμήρια που έχει καταθέσει στο Δικαστήριο έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ευθύνη ή αμέλεια κάποιου αστυνομικού και ότι έχει κινηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον του, αυτή απάντησε ότι στο Τεκμήριο 28 ημερομηνίας 25/09/2019 η ανεξάρτητη αρχή ενημερώνει για την διερεύνηση που έγινε και ότι αναμένει τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα και πως υπάρχουν κάποιοι κλειστοί φάκελοι στους οποίους δεν έχουν πρόσβαση. Στην συνέχεια της αντεξέτασης της, η μάρτυρας ρωτήθηκε πως θεωρεί όπως αναφέρει στην γραπτή της δήλωση, ότι ο ανήλικος είναι στενά συνδεδεμένος μαζί της, είναι το μόνο σταθερό πρόσωπο στην ζωή του, και ότι θα πρέπει να της παραχωρηθεί η φύλαξη και φροντίδα τού, από την στιγμή που δεν έχει επικοινωνήσει με αυτόν εδώ και πέντε χρόνια. Η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε μεταξύ άλλων, ότι ήταν συνεχώς στο πλευρό του ανήλικου από τότε που γεννήθηκε και πως είναι πιο κατάλληλο άτομο για να τον μεγαλώσει παρά ο πατέρας του, επαναλαμβάνοντας τα διάφορα περιστατικά οικογενειακής βίας που ισχυρίστηκε ότι βίωσε από τον Αιτητή. Όταν η μάρτυρας ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε η ίδια σε αίτηση στο Δικαστήριο για να διεκδικήσει το παιδί της, μετά τον ισχυρισμό για αρπαγή του, αφού το ήθελε τόσο πολύ, όπως της εισηγήθηκε και το Γραφείο Ευημερίας, η Καθ' ης η Αίτηση απάντησε ότι οι αιτήσεις είναι καταχωρημένες στο Δικαστήριο της Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι έψαχνε σε ποια επαρχία είναι ο ανήλικος, όπως φαίνεται στην επιστολή του πρώην δικηγόρου της κ. Ν. ενώ ούτε η αστυνομία ούτε το Γραφείο Ευημερίας της έδιναν πλήρη ενημέρωση. Έψαχνε παγκύπρια, στις εφημερίδες, στις τηλεοράσεις και ο Αιτητής κρυβόταν. Όταν ανακάλυψαν ότι το παιδί βρισκόταν στην επαρχία Πάφου, ήδη πρόλαβε ο Αιτητής και καταχώρησε μονομερή αίτηση και εξέδωσε διάταγμα. Της υποβλήθηκε στην συνέχεια ότι ψεύδεται πως δεν γνώριζε που βρισκόταν ο Αιτητής, αφού ο ίδιος της είχε ζητήσει μέσω του Υπουργείου Παιδείας να υπογράψει για την μεταγραφή του ανήλικου σε σχολείο στην Πάφο και αυτή αρνήθηκε. Η Καθ' ης η Αίτηση ανέφερε ότι όταν ο Αιτητής επισκέφθηκε τους λειτουργούς του Υπουργείου Παιδείας, τους ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που είναι η μητέρα, επειδή ο ανήλικος έπρεπε να γραφτεί υποχρεωτικά. Ανέφερε ακόμα ότι το Υπουργείο Παιδείας κίνησε αγωγή στον Αιτητή διότι ο ανήλικος ήταν εγγεγραμμένος σε σχολείο στην Λεμεσό και μετά εξαφανίστηκε. (III) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։ Σύμφωνα με το άρθρο 5