Δημοκρατία ν. Γιαννάκη Μιχαήλ Ιωάννου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 844/03, 1ην Νοεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2005:1 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Χ. Πογιατζή, Α.Ε.Δ. Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 844/03 Δημοκρατία ν.
- Γιαννάκη Μιχαήλ Ιωάννου
- Σωτήρης Μιχαήλ Σωτηρίου Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 1ην Νοεμβρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Δημητρίου Για τον 1ον Κατηγορούμενο :κ. Γ. Κ. Γεωργίου 1ος Κατηγορούμενος: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που περιστρέφονται γύρω από τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων ουσιών Νόμο, Ν.29/77, όπως τροποποιήθηκε. Τα αδικήματα, σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή, έλαβαν χώρα μεταξύ 20 και 23.1.2003 σε περιοχή της Επαρχίας Λάρνακας. Στο στάδιο της μαρτυρίας του ΜΚ2, Λοχ. 4341 Α. Βρυώνη, εξεταστή της υπόθεσης, ηγέρθηκε ένσταση από την υπεράσπιση στην παρουσίαση της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου επικαλέστηκε πιέσεις και υποσχέσεις εκ μέρους του λοχία Βρυώνη και εις βάρος του 1ου κατηγορούμενου, αποτέλεσμα των οποίων ήταν να καταστεί η κατάθεση του ως μη προϊόν της ελεύθερης βούλησης του. Εξειδικεύοντας την ένσταση του ο κ. Γ. Γεωργίου ανέφερε ότι ο λοχίας Βρυώνης απείλησε τον κατηγορούμενο ότι θα χρησιμοποιήσει βία εναντίον του και μάλιστα μεγαλύτερης έκτασης από αυτήν που, κατά την υπεράσπιση, χρησιμοποιήθηκε εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Πρόσθεσε επίσης ο κύριος Γεωργίου ότι ο λοχίας Βρυώνης υποσχέθηκε στον 1ον κατηγορούμενο, προκειμένου να λάβει ομολογία του, ότι θα τον χρησιμοποιήσει ως μάρτυρα κατηγορίας εναντίον του 2ου κατηγορούμενου και θα τύχει έτσι ευνοϊκής μεταχείρισης. Το Δικαστήριο προχώρησε στη νενομισμένη διαδικασία και κήρυξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να αποφασιστεί η θεληματικότητα ή μη της κατάθεσης, σημειώνοντας την κατάθεση αυτή ως ΄Εγγραφο Ω για σκοπούς της υπό αναφορά διαδικασίας. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ως μάρτυρες στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής δύο μέλη της Αστυνομικής Δύναμης. Τον λοχία Βρυώνη και τον αστυνομικό 3006 Π. Πέτρου. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής προκύπτει ολοκληρωμένα μέσα από τη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων. Ο λοχίας Βρυώνης κατέθεσε ότι με τον 1ον κατηγορούμενο συνδέεται με προσωπική φιλία. Η φιλία αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη ακόμη και μετά τη σύλληψη του σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Πρόσθεσε ότι κατά το χρόνο σύλληψης του 1ου κατηγορούμενου παρών στη σκηνή ήταν ο ίδιος μαζί με τον αστυνομικό 265 Β. Βασιλείου. Πενήντα μέτρα πιο μακριά ενέδρευε ο αστυνομικός 3006 Π. Πέτρου. Μόλις αντιλήφθηκαν τον 2ον κατηγορούμενο να παραδίδει νάιλον τσάντα στον 1ον κατηγορούμενο προχώρησαν στη σύλληψη τους. Συγκεκριμένα ο 1ος κατηγορούμενος συνελήφθηκε από τον λοχία Βρυώνη, πάντα σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στο μέρος όπου έγινε το όλο επεισόδιο, ο δε 2ος κατηγορούμενος ακινητοποιήθηκε από τον αστυνομικό Πέτρου 50 μέτρα πιο μακριά και συνελήφθηκε στη συνέχεια, επίσης από το λοχία Βρυώνη. ΄Ηταν η θέση του μάρτυρα ότι αναγνώρισε αμέσως τον 1ον κατηγορούμενο και ότι δεν χρησιμοποιήθηκε καμία μορφή βίας σε οποιοδήποτε στάδιο, ούτε εναντίον του 1ου κατηγορούμενου ούτε εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Αμέσως μετά τις συλλήψεις μετέφερε ο ίδιος τον 1ον κατηγορούμενο στον αστυνομικό σταθμό και λίγα λεπτά μετά την μεταφορά του, και αφού εν τω μεταξύ σφράγισε τα Τεκμήρια στην παρουσία των κατηγορουμένων, έλαβε την υπό κρίση κατάθεση. ΄Ηταν σταθερή θέση του ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να δώσει την κατάθεση αυτή χωρίς να πιεστεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να απειληθεί και χωρίς να έχει πάρει οποιεσδήποτε υποσχέσεις. Την κατάθεση την κατέγραψε ο μάρτυρας μετά από επιθυμία του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος αφού του διαβάστηκε συμπλήρωσε με δικά του γράμματα την σχετική πιστοποίηση που ακολουθεί και ως αληθή την υπέγραψε. Την επόμενη ημέρα οδήγησε τους κατηγορούμενους στο Δικαστήριο και εκδόθηκε εναντίον τους διάταγμα εξαήμερης κράτησης. Σε κανένα στάδιο οι κατηγορούμενοι υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο σχετικά με κακοποίηση τους. Ο Μ2 στην παρούσα διαδικασία, αστυνομικός Πέτρου, κατέθεσε ότι ενώ βρισκόταν κρυμμένος στο ίδιο αυλάκι που ήταν ο λοχίας Βρυώνης αλλά σε κάποια απόσταση από αυτόν, αντιλήφθηκε ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο να εγκαταλείπει τη σκηνή όπου ανακόπηκε ο 1ος κατηγορούμενος και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Αμέσως ο μάρτυρας εισήλθε στην πορεία του διπλοκάμπινου και το ακινητοποίησε. Οδηγός ήταν ο 2ος κατηγορούμενος. ΄Οταν ο μάρτυρας πήγε δίπλα από το παράθυρο του οδηγού ο 2ος κατηγορούμενος προσπάθησε να ξεκινήσει και πάλι το αυτοκίνητο και να εγκαταλείψει τη σκηνή. Τότε ο μάρτυρας κτύπησε με το αριστερό του χέρι το παράθυρο του οδηγού, το θρυμμάτισε και πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ακινητοποιώντας το. ΄Ηταν η ουσία της θέσης του ότι δεν επιτέθηκε σε καμία περίπτωση, ούτε κτύπησε με οποιοδήποτε τρόπο τον 2ον κατηγορούμενο. ΄Ηταν επίσης σταθερή του θέση ότι ούτε ο λοχίας Βρυώνης, ο οποίος συνέλαβε τον 2ον κατηγορούμενο, αλλά ούτε και οποιοσδήποτε από τους αστυνομικούς που κατέφθασαν αμέσως μετά εξάσκησαν οποιαδήποτε βία εναντίον του. Στα γραφεία της ΥΔΙΝ Λάρνακας μετέφερε τον 2ον κατηγορούμενο ο μάρτυρας, επιβαίνοντας σε άλλο αυτοκίνητο από αυτό που μετέφερε τον 1ον κατηγορούμενο. Ο 1ος κατηγορούμενος, έδωσε τη δική του εκδοχή. Ανέφερε ότι μόλις ο λοχίας Βρυώνης εμφανίστηκε στη σκηνή εξάσκησε βία εναντίον του κτυπώντας τον με το χέρι. Αντιλήφθηκε στη συνέχεια τον Βρυώνη να πηγαίνει προς το μέρος όπου ανακόπηκε ο 2ος κατηγορούμενος, σε απόσταση 20 μέτρων, όπως είπε, από τη σκηνή που ακινητοποιήθηκε ο ίδιος και να κτυπά μαζί με άλλους αστυνομικούς τον 2ον κατηγορούμενο. ΄Ηταν η θέση του ότι ο ίδιος μπορούσε να παρακολουθεί τα γεγονότα που λάμβαναν χώρα καθότι ήταν σε μικρή απόσταση. Είδε τον αστυνομικό Πέτρου να τραβά και να βγάζει από το παράθυρο του διπλοκάμπινου τον 2ον κατηγορούμενο φωνάζοντας του «έννα με τσιλίσεις, έννα με τσιλίσεις;» και ακολούθως αντιλήφθηκε αριθμό αστυνομικών να κτυπά για 10 με 15 λεπτά τον 2ον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο έδαφος και έφερε χειροπέδες. ΄Ακουσε επίσης τον 2ον κατηγορούμενο να φωνάζει στους αστυνομικούς να σταματήσουν να τον κτυπούν. Στα γραφεία της ΥΔΙΝ τον μετέφερε ο Βρυώνης μαζί με ένα αξιωματικό και ακόμη ένα αστυνομικό. Μόλις τον πήραν τον ανέβασαν σε ένα γραφείο και του πήραν κατάθεση. Κατά την πορεία της κατάθεσης και μετά πάροδο 20 περίπου λεπτών από την άφιξη τους στο σταθμό αντιλήφθηκε να προσέρχεται στα γραφεία και ο 2ος κατηγορούμενος τον οποίο άκουσε να φωνάζει. Πρόσθεσε ότι προτού αρχίσει η καταγραφή της κατάθεσης του ο λοχίας Βρυώνης του ανέφερε ότι θα τη γράψει ο ίδιος με τον τρόπο που αυτός (ο Βρυώνης) θέλει και ότι θα φροντίσει να μην παρουσιαστεί ο 1ος κατηγορούμενος στο Δικαστήριο, αλλά να απαλλαγεί από οποιαδήποτε συνέπεια δίνοντας μαρτυρία εναντίον του 2ου κατηγορούμενου. Κατέθεσε ακόμη ότι ο Βρυώνης τον απείλησε λέγοντας του ότι εάν δε δώσει κατάθεση θα κτυπηθεί και μάλιστα χειρότερα από ότι κτυπήθηκε ο 2ος κατηγορούμενος. Επέμενε ότι δεν υπόγραψε την κατάθεση με τη θέληση του, αλλά μετά από απειλές και λόγω του φόβου που αισθάνθηκε από τον ξυλοδαρμό που είδε, πάντα κατά τη θέση του, να υφίσταται ο 2ος κατηγορούμενος. Δέχτηκε όμως ότι ο λοχίας ο Βρυώνης του διάβασε την κατάθεση προτού την υπογράψει. Δέχτηκε επίσης ότι τη σχετική πιστοποίηση την έγραψε ο ίδιος. Προτού επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης κατηγορουμένου στο Δικαστήριο ως στοιχείο μαρτυρίας, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι αυτή ήταν θεληματική. Με την έννοια βεβαίως ότι είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και ότι αυτή δεν φέρει το μίασμα του φόβου για δυσμενείς επιπτώσεις ή της ελπίδας για όφελος, που προκλήθηκε ή χορηγήθηκε από πρόσωπο εξουσίας. Ούτε ότι είναι αποτέλεσμα καταπίεσης, μεταχείρισης δηλαδή η οποία να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα να υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του κατηγορούμενου. Το τελευταίο βεβαίως περιλαμβάνει, κατά μείζονα λόγο, και την κακοποίηση. Πρέπει επίσης να καταδεικνύεται, στο ίδιο πάλιν βαθμό, ότι η κατάθεση λήφθηκε νομότυπα, σύμφωνα δηλαδή με τους δικαστικούς κανόνες. Αναφορικά με την τελευταία αυτή πτυχή το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται κατάθεση όπου υπήρξε κάποια τυπική ή επουσιώδης παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία δεν επέδρασε όμως επί της θεληματικότητας της κατάθεσης και δεν έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση (Imbrahim v. R. [1914] A.C.599, 609, Psaras a.o. v. R. [1987] 2 CLR 132). Στην υπόθεση Fournides ν. R.
(1986)2 ΑΑΔ, 73, 86-87, συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην πιο πάνω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας, ταυτόχρονα, τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανών ύποπτων συνθηκών λήψης μιας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ύποπτος στο στάδιο της ανάκρισης και κατάθεσης. Εκτός από τη θεληματικότητα εξετάζονται οι γενικότερες περιστάσεις που ενδεχόμενα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου (Petri ν. The Police [1968] 2 ΑΑΔ, 40). Ακόμα και αν μία κατάθεση είναι θεληματική το Δικαστήριο έχει πάντοτε τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μία ομολογία προς το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης, αν είναι της γνώμης ότι αυτή έχει ληφθεί υπό περιστάσεις ύποπτες ή τέτοιες που αφήνουν πολλά ερωτηματικά σε σχέση με την όλη διαδικασία (Ioannides ν. R. [1968] 2 ΑΑΔ 169, 185). Καταλήγοντας ως προς τη νομική πλευρά, αναφέρουμε, την επίσης γενική αρχή, ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της δίκης εντός δίκης πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικό θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα αυτής του κατηγορούμενου. Η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται βέβαια τη διατύπωση ευρήματος ή, συχνότερα, αριθμού ευρημάτων. Είναι όμως επιτακτική ανάγκη να περιορίζεται η αξιολόγηση της μαρτυρίας σε όσο το δυνατό στενότερα όρια, δεδομένου πάντοτε ότι καλύπτονται οι ανάγκες των επιδίκων θεμάτων που τέθησαν στη δίκη εντός δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία και έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορούμενου. Θα διατυπώσουμε μόνο τα άκρως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν την παρούσα διαδικασία. Η ανάγκη αυτή, για περιορισμό δηλαδή όσο είναι δυνατόν των ευρημάτων μας, καθίσταται επιτακτικότερη δεδομένης της εμπλοκής μαρτυρίας που δυνατόν να επηρεάσει σε μεταγενέστερο στάδιο τις θέσεις και την υπεράσπιση του 2ου κατηγορούμενου. Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής προέρχεται από αστυνομικά όργανα. Εξετάσαμε αυτήν τη μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή προκειμένου να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ο όποιος ζήλος τους να παραποίησε την πραγματικότητα ή, έστω, να την επηρέασε σε βαθμό απαράδεκτο. Τα πλαίσια που τέθηκαν αρχικά για τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης κάλυπταν, ουσιαστικά, ισχυριζόμενη από την υπεράσπιση μεμπτή συμπεριφορά του λοχία Βρυώνη. Συμπεριφορά που, κατ΄ ισχυρισμό πάντα της υπεράσπισης, ενείχε τα στοιχεία της απειλής κακοποίησης του 1ου κατηγορούμενου και της παροχής υποσχέσεων για ευνοϊκή μεταχείριση. Στην πορεία της δίκης εντός δίκης παρεμβλήθηκαν ακόμη δύο στοιχεία ικανά να προσβάλουν τη θεληματικότητα της υπό κρίση κατάθεσης: ισχυριζόμενο κτύπημα, «πατσαρκά» όπως χαρακτηρίστηκε από τον 1ο κατηγορούμενο και δημιουργηθείς τέτοιας έκτασης φόβος στον 1ον κατηγορούμενο από το γεγονός και μόνο ότι αντιλήφθηκε, κατά τον ισχυρισμό του, ξυλοδαρμό του 2ου κατηγορούμενου, ώστε να καμφθεί η ελεύθερη βούληση του και να καταστεί έτσι έρμαιο στα χέρια του Βρυώνη κατά την πορεία ανάκρισης. Θα εξετάσουμε το σύνολο των πιο πάνω λόγων υπό το φως των αρχών που ήδη καταγράψαμε. ΄Εχουμε με μεγάλη προσοχή διεξέλθει το σύνολο της ενώπιον μας μαρτυρίας. Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι η κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου δόθηκε κάτω από τις περιστάσεις που περιέγραψε ο λοχίας Βρυώνης. Είναι εύρημα μας ότι κανένας εκφοβισμός ή απειλή, υπόσχεση ή κακοποίηση εμφιλοχώρησαν σε κανένα στάδιο πριν τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης. Οι όλες συνθήκες που οδήγησαν στη λήψη της ήταν τέτοιες που δεν επηρέασαν σε οποιοδήποτε βαθμό τη θεληματικότητα της. Τα όσα αναφέρονται σ΄ αυτήν δεν είναι οτιδήποτε άλλο παρά το προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του 1ου κατηγορούμενου και αποτέλεσμα των διεργασιών της δικής του συνείδησης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τον κρίσιμο χρόνο μεταξύ της σύλληψης του και της αποτύπωσης τους στη γραπτή κατάθεση του. Πιο συγκεκριμένα στην κατάληξη αυτή οδηγήθηκε το Δικαστήριο αναλογιζόμενο και κάνοντας αποδεκτή τη σταθερή μαρτυρία του λοχία Βρυώνη γύρω από τις συνθήκες σύλληψης του 1ου κατηγορούμενου, μεταφοράς του στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας και της πορείας λήψης της κατάθεσης του. Οι θέσεις του μάρτυρα αυτού επιβεβαιώνονται από ένα γεγονός που παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Ο λοχίας Βρυώνης κατέθεσε ότι με τον 1ον κατηγορούμενο συνδέεται με φιλία πολλών χρόνων. Η σχέση τους αυτή ξεκινά πριν από τη σύλληψη του 1ου κατηγορούμενου και εκτείνεται μέχρι και σήμερα. Δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου αυτού. Αντίθετα και ο ίδιος ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Με δοσμένες λοιπόν αυτές τις περιστάσεις είναι παράδοξο και αποσυναρτημένο με τη λογική να ισχυρίζεται ο 1ος κατηγορούμενος ότι κτυπήθηκε από τον φίλο του Βρυώνη, ότι απειλήθηκε και ότι εξαπατήθηκε στις υποσχέσεις που του έδωσε και παρά ταύτα να εξακολουθεί να συνδέεται φιλικά με αυτόν. ΄Αφησε να αιωρείται ο 1ος κατηγορούμενος ότι ο εξεταστής - Βρυώνης, έγραφε ό,τι ήθελε στην κατάθεση, χωρίς ο ίδιος (ο 1ος κατηγορούμενος) να έχει καμία συμμετοχή στη διαμόρφωση του περιεχομένου της, αφού, όπως είπε, «εγώ δεν μίλησα τίποτε». ΄Ηταν η θέση του ότι ο Βρυώνης κατέγραψε ό,τι χρειαζόταν για να είναι δυνατή η πλήρης θεμελίωση και εξιχνίαση της υπόθεσης. Δέχθηκε όμως αντεξεταζόμενος ότι αριθμός κινητού τηλεφώνου που φαίνεται στην κατάθεση ανήκει στον 2ον κατηγορούμενο, με τον οποίο είναι φίλοι και συγχωριανοί. Δέχθηκε επίσης ότι ο Βρυώνης του διάβασε την κατάθεση πριν την υπογράψει. ΄Ετσι εχόντων των πραγμάτων εκθεμελιώνεται με τη δική του και μόνο μαρτυρία το υπόβαθρο των ισχυρισμών του. Δεν δόθηκε εξήγηση πως μπορούσε να γνωρίζει το τηλέφωνο του 2ου κατηγορούμενου ο εξεταστής αν δεν το ανέφερε ο ίδιος ο 1ος κατηγορούμενος. Αφετέρου, και πιο σημαντικό, θα ήταν χωρίς νόημα η ενέργεια του εξεταστή να διαβάσει την κατάθεση στον κατηγορούμενο και να πάρει την έγκριση του για την ορθότητα του περιεχομένου της, αν, όπως ήθελε να θέσει ο 1ος κατηγορούμενος, ούτως ή άλλως ο εξεταστής έγραψε ό,τι αυτός ήθελε προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή διαλεύκανση της υπόθεσης. Δεν έχουμε ίχνος αμφιβολίας ότι τα όσα σχετικά κατέθεσε ο 1ος κατηγορούμενος δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Παρά το γεγονός ότι η υπεράσπιση δεν έθεσε ξεκάθαρα κατά το χρόνο της ένστασης τη θέση ότι η ελεύθερη βούληση του 1ου κατηγορούμενου υπονομεύθηκε κατά τον κρίσιμο χρόνο από έντονο φόβο που ένιωσε ως συνέπεια του, κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης, ξυλοδαρμού του 2ου κατηγορούμενου, εντούτοις αυτή η προσέγγιση διαχέει το σύνολο της μαρτυρίας του 1ου κατηγορούμενου. Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι οι αναφορές αυτές του 1ου κατηγορούμενου είναι εκ των υστέρων σκέψεις και δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Στο σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του μέχρι και το τέλος της κατάθεσης του ο 1ος κατηγορούμενος βρισκόταν συνεχώς υπό τη φύλαξη και ευθύνη του φίλου του, λοχία Βρυώνη. Κανένας άλλος αστυνομικός παρενέβη και τίποτα δεν δικαιολογούσε δημιουργία φόβου στον 1ον κατηγορούμενο για κακοποίηση του. Υπάρχει όμως και περαιτέρω λόγος που οδηγεί στην απόρριψη του πιο πάνω ισχυρισμού της υπεράσπισης. Η θέση ότι ο φόβος που ένιωσε ο 1ος κατηγορούμενος τον οδήγησε στην ομολογία προϋποθέτει αποδοχή της μαρτυρίας του ότι αντιλήφθηκε τα γεγονότα που του δημιούργησαν τη φοβία αυτή˙ τον ισχυριζόμενο δηλαδή άγριο ξυλοδαρμό του 2ου κατηγορούμενου. Διαφορετικά ελλείπει το υπόβαθρο που θα του δημιουργούσε την οποιαδήποτε φοβία. Ισχυρίστηκε, λοιπόν, ο 1ος κατηγορούμενος ότι ενώ είχε συλληφθεί στη σκηνή και ενώ οι αστυνομικοί τον εμπόδιζαν να βλέπει προς το μέρος όπου συνελήφθηκε και ο 2ος κατηγορούμενος, στρέφοντας του το κεφάλι προς την αντίθετη πλευρά, αυτός μπορούσε και παρακολουθούσε τα όσα λάμβαναν χώρα. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τα γεγονότα. Είπε ότι είδε τον αστυνομικό Πέτρου να τραβά από το παράθυρο του οδηγού τον 2ον κατηγορούμενο, να τον βγάζει έξω και να τον κτυπά. Ακολούθως είδε τον 2ον κατηγορούμενο να σύρεται από τους αστυνομικούς προς το πίσω μέρος του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου, να του βάζουν το κεφάλι κάτω από τον πίσω τροχό και ταυτόχρονα να τον κτυπούν με χέρια και πόδια. Πρόσεξε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος φορούσε και χειροπέδες. Την μεταξύ τους απόσταση την καθόρισε στα 20 μέτρα. Ως προς την απόσταση αυτή ο λοχίας Βρυώνης κατέθεσε και δεν αντεξετάστηκε ότι ήταν γύρω στα 50 μέτρα. Η θέση αυτή γίνεται αποδεκτή. Πέραν του ότι δεν αντεξετάστηκε σχετικά ο μάρτυρας, ήταν απόλυτα λογικό να υπήρχε απόσταση μεγαλύτερη των 20 μέτρων μεταξύ των αστυνομικών. Θα ήταν παράλογο να κάλυπτε η αστυνομία μια περιοχή για σκοπούς παρακολούθησης και να ήταν μόλις 20 μέτρα η μεταξύ των ανδρών απόσταση. Αυτό δεν θα εξυπηρετούσε σε τίποτα δεδομένης της ερημικής περιοχής που λάμβαναν χώρα τα γεγονότα. ΄Ηταν απόλυτα φυσιολογικό να υπήρχε μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των αστυνομικών για να ελέγχεται έτσι και μεγαλύτερης εμβέλειας περιοχή. Το ζήτημα της απόστασης είναι σημαντικό δεδομένου ότι, όπως παραμένει αδιαμφισβήτητο, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νύχτα και φωτισμός δεν υπήρχε από την πλευρά που έλαβε χώρα η ανακοπή του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου. Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω συνθηκών ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να μπορούσε ο 1ος κατηγορούμενος να παρακολουθεί και να αντιλαμβάνεται με τη λεπτομέρεια που κατέθεσε τα οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία πιθανόν να λάμβαναν χώρα στο σημείο ανακοπής και σύλληψης του 2ου κατηγορούμενου. ΄Ηταν περαιτέρω θέση του 1ου κατηγορούμενου ότι είδε τον 2ον κατηγορούμενο κτυπημένο και σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση όταν οι δύο τους ήρθαν σε επαφή στη σκηνή των γεγονότων και προτού μεταφερθούν στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Ούτε αυτή η θέση του γίνεται αποδεχτή. Παρέμεινε αναντίλεκτο ότι οι δύο τους μεταφέρθηκαν με διαφορετικά αυτοκίνητα. Ο λοχίας Βρυώνης κατέθεσε, και επίσης δεν αντεξετάστηκε, ότι οι κατηγορούμενοι δεν ήρθαν σε επαφή σε καμία περίπτωση από της σύλληψης τους μέχρι της στιγμής που οδηγήθηκαν, με διαφορετικά αυτοκίνητα, στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Είπε μάλιστα ότι όταν ο 1ος κατηγορούμενος εισήλθε στο αυτοκίνητο ο 2ος κατηγορούμενος εξακολουθούσε να βρίσκεται στο σημείο που ανακόπηκε, 50 περίπου μέτρα πιο μακριά. Οι πιο πάνω θέσεις του λοχία Βρυώνη γίνονται αποδεκτές και οδηγούν στην απόρριψη της αντίστοιχης θέσης του 1ου κατηγορούμενου. Τέλος, όπως ήταν η σταθερή θέση του 1ου κατηγορούμενου, ο ίδιος δεν συνάντησε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας τον 2ον κατηγορούμενο παρά μόνο μετά το πέρας της υπό κρίση κατάθεσης. Παρενθετικά προσθέτουμε ότι είναι χωρίς σημασία για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής απόφασης αν ο 1ος κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ή αντιλήφθηκε ο,τιδήποτε σχετικά με ξυλοδαρμό του 2ου κατηγορούμενου μετά τη λήψη της κατάθεσης του. Με βάση τα πιο πάνω, και χωρίς να εξετάζουμε αν έλαβε ή όχι χώρα ξυλοδαρμός του 2ου κατηγορούμενου, είναι κατάληξη μας ότι η θέση του 1ου κατηγορούμενου ότι αντιλήφθηκε ο,τιδήποτε σε σχέση με κακοποίηση του 2ου κατηγορούμενου προτού δώσει την υπό κρίση κατάθεση, με αποτέλεσμα να του προκληθεί φοβία ικανή να επιβουλεύσει την ελεύθερη βούληση του, απορρίπτεται. Είναι τελικό μας συμπέρασμα ότι αυτός ήταν ελεύθερος από κάθε φοβία όταν έδινε την ομολογία του. Αποφύγαμε, αφήνοντας ανοιχτό το όλο ζήτημα, να αξιολογήσουμε το μέρος της μαρτυρίας του λοχία Βρυώνη που περιστρέφεται γύρω από το αμφισβητούμενο γεγονός του ξυλοδαρμού ή όχι του 2ου κατηγορούμενου. Περιοριστήκαμε στην εξέταση της σε σχέση και σε αναφορά με τους λόγους και μόνο που αποτέλεσαν αντικείμενο κατάληξης μας στα συγκεκριμένα σημεία που αναφέρονται στην απόφαση μας. Αποφύγαμε επίσης να αξιολογήσουμε την σχετική με το ξυλοδαρμό μαρτυρία του αστυνομικού Πέτρου. Η αποφυγή ενασχόλησης μας με θέμα ξυλοδαρμού του 2ου κατηγορούμενου ήταν συνειδητή. Προϊόν επίγνωσης, σαφούς και επεξεργασμένης επιλογής του Δικαστηρίου. Η κατάληξη μας σε εύρημα ξυλοδαρμού ή μη του 2ου κατηγορούμενου θα ήταν αφενός αχρείαστη για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής απόφασης και αφετέρου θα επηρέαζε άμεσα και καταλυτικά τις θέσεις της υπεράσπισης του κατηγορούμενου αυτού, χωρίς να είχε ακουστεί η πλευρά του στο παρόν στάδιο. ΄Εχοντας υπόψη μας το σύνολο των πιο πάνω δεν διατηρούμε καμιά αμφιβολία ότι δεν υπήρξαν συνθήκες καταπίεσης ή εκφοβισμού ή ύποπτες συνθήκες ή περιστάσεις στη λήψη της κατάθεσης του 1ου κατηγορούμενου. Η κατηγορούσα αρχή έχει αποσείσει το βάρος με το οποίο βαρύνεται, να αποδείξει δηλαδή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική και λήφθηκε νομότυπα. Ως εκ τούτου η επίδικη κατάθεση μπορεί να παρουσιαστεί ως μαρτυρία και η σχετική ένσταση για τη δεκτότητα της απορρίπτεται. (Υπ.) .................................... Α. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................................. Χ. Πογιατζής, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............................... Στ. Χατζηγιάννη, Ε.Δ. /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο