← Κύπρος

ΧΡΥΣΟΧΟΕΙΑ Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ ν. Αναστασίου Μακάριος Ανδρονίκου, Αρ. Υποθέσεως 10027/04, 12/01/05

ΧΡΥΣΟΧΟΕΙΑ Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ ν. Αναστασίου Μακάριος Ανδρονίκου, Αρ. Υποθέσεως 10027/04, 12/01/05 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B3 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως 10027/04 Μεταξύ: ΧΡΥΣΟΧΟΕΙΑ Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ, εκ Λάρνακος -και- Αναστασίου Μακάριος Ανδρονίκου, εξ Ορόκλινης Ημερομηνία: 12/01/05 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Μαθηκολώνης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Νικηφόρου Κατηγορούμενος : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 6 κατηγορίες που αφορούν την πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 186/86, Ν.166/87, Ν.36
(1)/97, Ν.37
(1)/99, Ν.129
(1)/99, Ν.25
(1)/03 και Ν.164
(1)/
  1. Πρόκειται για τις ακόλουθες επιταγές:
  2. Επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας με αρ. 049-02394845 για το ποσό των Λ.Κ.630 με ημερ. πληρωμής 30/03/04 (1η Κατηγορία).
  3. Επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας με αρ. 049-02394846 για το ποσό των Λ.Κ.500 με ημερ. πληρωμής 10/04/04 (2η Κατηγορία).
  4. Επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας με αρ. 049-02394847 για το ποσό των Λ.Κ.3.300 με ημερ. πληρωμής 25/05/04 (3η Κατηγορία).
  5. Επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας με αρ. 049-02394849 για το ποσό των Λ.Κ.3.000 με ημερ. πληρωμής 5/06/04 (4η Κατηγορία).
  6. Επιταγή της ΣΠΕ Βορόκληνης με αρ. 136-01094983 για το ποσό των Λ.Κ.1.600 με ημερ. πληρωμής 1/03/04 (5η Κατηγορία).
  7. Επιταγή της ΣΠΕ Βορόκληνης με αρ. 136-01094984για το ποσό των Λ.Κ.1.500 με ημερ. πληρωμής 1/04/04 (6η Κατηγορία). Αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε όλες τις πιο πάνω επιταγές (Τεκ. 12 μέχρι και 17, με την σειρά που αναφέρονται πιο πάνω) επ' ονόματι του Ανδρέα Χρίστου, ο οποίος τις οπισθογράφησε και τις παρέδωσε στον Γιαννάκη Ιωάννου, διευθυντή της κατηγόρου εταιρείας. Περαιτέρω αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα, σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Γεώργιου Γεωργίου, υπαλλήλου της ΣΠΕ Μακράσυκας ότι στις 9/02/04 ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτές οδηγίες (Τεκ. 1 και 2) προς την πιο πάνω Συνεργατική όπως μην πληρωθούν οι επιταγές της ΣΠΕ Μακράσυκας (Τεκ. 12 μέχρι 15). Επίσης κατέθεσε πιστοποιητικό (Τεκ. 3) σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος σταμάτησε μεταξύ άλλων και τις πιο πάνω επιταγές και περαιτέρω ότι ο λόγος που σταμάτησε την πληρωμή των εν λόγω επιταγών ήταν διότι ο κ. Ανδρέας Χρίστου είχε παραβεί την συμφωνία, ως τους έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος. Οι πιο πάνω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν την 5/07/04 στην ΣΠΕ Μακράσυκας για αποπληρωμή, επεστράφησαν απλήρωτες στις 8/07/04 λόγω των πιο πάνω οδηγιών του κατηγορουμένου. Ο κ. Αντώνης Αντωνίου υπάλληλος της ΣΠΕ Βορόκληνης ανέφερε ότι στις 2/02/04 ο κατηγορούμενος έδωσε γραπτή εντολή στην εν λόγω Συνεργατική (Τεκ. 4) όπως μη πληρώσει μεταξύ άλλων τις επιταγές της εν λόγω Συνεργατικής (Τεκ. 16 και 17). Όταν παρουσιάστηκε η επιταγή των Λ.Κ.1.600 (Τεκ. 16) στις 3/03/04 και η επιταγή των Λ.Κ.1.500 (Τεκ. 17) στις 6/04/04 δεν πληρώθηκαν λόγω των πιο πάνω οδηγιών του κατηγορουμένου. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος τους δήλωσε ότι ο κ. Α. Χρίστου παρέβηκε την μεταξύ τους συμφωνία και παρέδωσε σ' αυτούς τιμολόγια (Τεκ. 5). Κατέθεσε επίσης βεβαίωση της ΣΠΕ Βορόκληνης (Τεκ. 6) ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε μεταξύ άλλων και τις δύο πιο πάνω επιταγές και στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω δήλωση του κατηγορουμένου. Ο κ. Γιαννάκης Ιωάννου ανέφερε ότι είναι διευθυντής της κατηγόρου εταιρείας (Τεκ. 7), η οποία συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης την 27/07/88 και η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στο μητρώο εταιρειών (Τεκ. 9 και 10). Το δε εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στην Λάρνακα (Τεκ. 8). Ο κ. Γ. Ιωάννου είναι χρυσοχόος. Αρχές Δεκεμβρίου του 2003 τον επισκέφθηκε ο κ. Α. Χρίστου ο οποίος ήταν χρυσοχόος και του ζήτησε να αγοράσει εμπορεύματα επιδεικνύοντας του όλες τις πιο πάνω επιταγές (Τεκ. 12 -17) τις οποίες έκδωσε ο κατηγορούμενος. Ο Α. Χρίστου εκφράστηκε με τα καλύτερα λόγια για τον κατηγορούμενο. Στην συνέχεια ο κ. Γ. Ιωάννου έλαβε πληροφορίες αναφορικά με τον κατηγορούμενο και ειδικότερα ότι επρόκειτο για αξιόχρεο πρόσωπο. Ακολούθως στις 8/12/03 ο κ. Α. Χρίστου αγόρασε χρυσό και οπισθογράφησε στην παρουσία του όλες τις πιο πάνω επιταγές. Εξέδωσε και σχετικό τιμολόγιο (Τεκ. 11). Το ποσό του τιμολογίου ανέρχεται στις Λ.Κ.7.441,65 σεντ, ενώ όλες οι επιταγές συμποσούνται στο ποσό των Λ.Κ.10.
  8. Ακολούθως κατέθεσε τις επιταγές την τελευταία ημέρα της τελευταίας επιταγής δηλ. στις 5/06/04 και στην συνέχεια μετά από παρέλευση 20 με 25 ημερών τον ειδοποίησαν ότι σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών. Στην συνέχεια ζήτησε από τον Α. Χρίστου να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο πράγμα το οποίο έγινε. Στην συνάντηση που είχαν ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ο κ. Χρίστου είναι φίλος του κι είχε προβλήματα με την Τράπεζά του και έκδωσε τις επιταγές, ως επίσης του ανέφερε ότι σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών μέχρι να του φέρει το εμπόρευμα. Δήλωσε σ' αυτόν ότι θα έπαιρνε τα χρήματά του. Μετά από πάροδο μερικών ημερών ο κ. Χρίστου του κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.
  9. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο κ. Χρίστου του δήλωσε ότι θα δώσει τα χρυσαφικά στον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε ότι ο κ. Χρίστου του ανέφερε ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί η συναλλαγή μεταξύ Χρίστου και κατηγορουμένου και ακολούθως να καταθέσει τις επιταγές, ως επίσης αρνήθηκε ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ του και του Χρίστου. Με βάση την πιο πάνω μαρτυρία το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε σχέση με όλες τις κατηγορίες και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτός επέλεξε κι έδωσε μαρτυρία από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τον κ. Α. Χρίστου τον γνώριζε από τα μέσα του 2003 καθ' ότι ήταν πελάτης του εστιατορίου του, ως επίσης τον προμήθευε με εμπορεύματα ειδών υπεραγοράς και σουβενίρ στο κατάστημα που διατηρούσε. Κατέθεσε δέσμη αποτελούμενη από 3 τιμολόγια (Τεκ. 18) στα οποία περιγράφονται τα είδη που προμήθευε τον κατηγορούμενο στις συγκεκριμένες ημερομηνίες. Επειδή ήθελε να προβεί σε ανακαίνιση κτηρίου που διατηρούσε και ειδικότερα να προβεί στην αντικατάσταση ειδών υγιεινής, κεραμικών και πατωμάτων ο κατηγορούμενος του παρέδωσε κατάλογο για να επιλέξει και να παραγγείλει εμπορεύματα, με αποτέλεσμα να παραγγείλει εμπορεύματα αξίας πέραν των Λ.Κ.55.000. Η μεταξύ τους συμφωνία προνοούσε ότι τα εμπορεύματα θα παραδίδονταν τον Ιανουάριο του 2004 για να μπορέσει μέχρι τον Μάρτιο του 2004 να τα τοποθετήσει. Ο λόγος που προτίμησε τον κατηγορούμενο ήταν διότι θα του παρέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές. Επειδή δεν του παρέδωσε τα εμπορεύματα στην προθεσμία που αναφέρεται πιο πάνω επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του και ο κ. Χρίστου του ανέφερε ότι υπήρχε πρόβλημα με το εργοστάσιο. Ο κατηγορούμενος δήλωσε σ' αυτόν ότι θα σταματήσει την πληρωμή των επιταγών όταν θα έλθει η πρώτη ημερομηνία πληρωμής της επιταγής και περαιτέρω του ζήτησε να του παραδώσει τις επιταγές και παρά το γεγονός ότι του ανέφερε ότι θα το πράξει εντούτοις τελικά δεν έγινε. Ακολούθως στις 2/02/04 και στις 9/02/04 πήγε στην ΣΠΕ Βορόκληνης και Μακράσυκας αντίστοιχα και σταμάτησε την πληρωμή των επιταγών. Τον κ. Γ. Ιωάννου δεν τον γνώριζε, όταν έκδωσε τις επιταγές, τον συνάντησε για πρώτη φορά τον Φεβρουάριου του 2004 στο ξενοδοχείο ΤΟΦΙΑΣ, όπου σε ερώτηση του κ. Γ. Ιωάννου, κατά πόσον ο κ. Χρίστου του πώλησε χρυσαφικά, αυτός του απάντησε αρνητικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κάποιες από τις επιταγές τις εξέδωσε πριν τις 15/12/03 (ημερ. έκδοσης των τιμολογίων Τεκ. 5) και κάποιες κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Δήλωσε ότι θα εξοφλούσε το τιμολόγιο (Τεκ. 5) για το ποσό των Λ.Κ.55.706 σε έξι μήνες. Σε ερώτηση του συνηγόρου της κατηγόρου εταιρείας ότι όλες οι επιταγές που αναφέρονται στα Τεκμήρια 3 και 6 και τις οποίες σταμάτησε την πληρωμή τους ανέρχονται σε Λ.Κ.43.986, αυτός ανέφερε ότι θα συμπλήρωνε μετά το ποσό αυτό. Δήλωσε ότι κατασκευαστής των ειδών υγιεινής ήταν η ΕΚΑ και υπολόγισε ότι θα τα έπαιρνε από την εν λόγω εταιρεία. Μέχρι σήμερα δεν προέβη σε ανακαίνιση και κατά συνέπεια ούτε και παρήγγειλε τα είδη υγιεινής καθ' ότι οι δουλειές δεν πήγαν καλά. Τα συστατικά στοιχεία της κάθε κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τα οποία η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία είναι: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η οποιαδήποτε πράξη που έχει σαν αποτέλεσμα την μη εξόφληση επιταγής πριν ή κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα. Αναφορικά με τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος και σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την κατηγορούσα αρχή και ειδικότερα οι κ.κ. Γ. Γεωργίου και Α. Αντωνίου ανέφεραν ότι τις επίδικες επιταγές τις εξέδωσε ο κατηγορούμενος, γεγονός το οποίο παρέμεινε αδιαμφισβήτητο, ως επίσης στις 2/02/04 και στις 9/02/04 ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με την μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων σταμάτησε τις πιο πάνω επιταγές της ΣΠΕ Βορόκληνης και Μακράσυκας αντίστοιχα. Πέραν των πιο πάνω ήταν και η θέση του κατηγορουμένου ότι εξέδωσε τις επιταγές κι ότι σταμάτησε την πληρωμή τους κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Περαιτέρω παρά το γεγονός ότι δεν έγινε σχετική εισήγηση, με έχει απασχολήσει κατά πόσο πρόκειται για επιταγή στα πλαίσια της έννοιας του Νόμου και αναφέρω ότι σύμφωνα με την προσαχθείσα μαρτυρία τόσο από μέρος της Κατηγόρου όσο και από μέρους του κατηγορουμένου αυτές εκδόθηκαν μετά τη δημοσίευση του Νόμου 25
(1)03 και Ν. 164
(1)
  1. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον η υπεράσπιση έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός vs Αστυνομίας 1963 1 CLR 57, Ταραπουλούζης vs Έπαρχος Λευκωσίας 1962 CLR 91, Παπαδόπουλος vs Δημοκρατίας 1980 2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοϊζου vs Δημοκρατίας 1994 2 ΑΑΔ 108, GP Εrgatides Motors Ltd vs Αστυνομία και Γεώργιος Εργατιδης vs Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα ημερ. 19/06/97 και N. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105 ημερ. 11/12/01). Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω το άρθρο 305(Α)2 προσφέρει έγκυρη υπεράσπιση καθιερώνοντας την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Στην υπόθεση Ν.C. Diamonds το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε την φράση εύλογη αιτία. Στις σελ. 6 - 8 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Pitsillides, ανωτέρω, το Εφετείο ερμήνευσε τη φράση «εύλογη αιτία», η οποία απαντάται στο αρθρ. 22 των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων. Η παραγρ. (α) αυτού καθιστά αδίκημα την παράλειψη του υποχρέου να καταταγεί στην Εθνική Φρουρά χωρίς εύλογη αιτία. Η έννοια αυτή συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Κρίθηκε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι λόγοι συνείδησης των εσεφειόντων (ήταν μάρτυρες του Ιεχωβά) δεν συνιστούσαν εύλογη αιτία, αφού ο νόμος δεν τους απαλλάσσει των στρατιωτικών τους υποχρεώσεων εξαιτίας των θρησκευτικών δοξασιών τους. Το Δικαστήριο συγκρότησε ως εξής το συλλογισμό του: "That "reasonable" is a relative term and there must be bona fides; for the cause to be reasonable there must be good faith in it; it must be objectively fair; "cause" must be one that is not contrary to or incompatible with the Law of the land; that the religious beliefs and grounds of conscience of the appellants by themselves are not "reasonable cause"." Η ίδια φράση έχει συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία. Στην υπόθεση Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 639 έχει λεχθεί από τον Lord Hatherley L.C. στη σελ. 649: "There is a power in the Courts of Law ..to examine whether reasonable cause has been assigned; and ... by "reasonable" must be meant "juse cause." Θα μπορούσε να γίνει χρήσιμη αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly' (ειλικρινά) (βλ. Bramwell L.J. στην υπόθεση R. V. Hall, 7 Q.B.D. 575). Κατά τη Road Safety Act 1967 [(c.30, s.2
(1)] αστυνομικός έχει «εύλογη αιτία» να υποψιασθεί πως ο οδηγός οχήματος οδηγεί υπό την επήρεεια οινοπνευματωδών ποτών ανκαι η μόνη μαρτυρία που έχει είναι από μήνυμα που έλαβε μέσω ασυρμάτου ότι αυτός είναι μεθυσμένος (McNicol v. Peters
(1969)S.L.T. 261) , και παρόλο ότι δεν τον είδε να οδηγεί, αλλά κλήθηκε στη σκηνή από συναδέλφους του που δεν φορούσαν αστυνομική στολή (Copeland v. Mcpherson
(1970)S.L.T. 87). Βλ. τη φράση «reasonable cause" στο Stroud's Judicial Dictionary of Words and Phrases, 4η έκδοση σελ.
  1. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες κατηγορίας, όσο και τον κατηγορούμενο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους. (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Π.Ε. 9163, ημερ. 24.9.97 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη Π.Ε. 9041, ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Π.Ε. 9161, ημερ. 24.5.97). Οι μάρτυρες κατηγορίας Γεωργίου και Αντωνίου μου έκαναν ιδιαίτερα καλή εντύπωση, δεν περιέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία τους όπως την έχω αναφέρει πιο πάνω. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης δεν ήταν θετική. Δεν απαντούσε με αμεσότητα τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν γεγονός που δεν φαίνεται από τα στυγνά πρακτικά της δίκης. (β) Δεν έπειθε ο ισχυρισμός του ότι προέβηκε σε συμφωνία με τον Α. Χρίστου να τον προμηθεύσει με είδη υγιεινής αξίας £55.000 περίπου, πρόσωπο το οποίο τον προμήθευε με είδη υπεραγοράς και σουβενίρ και επίσης δεν έπειθε και ο ισχυρισμός του για τον τρόπο επιλογής του Χρίστου. (γ) Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι τις επιταγές στον Α. Χρίστου τις έδωσε τόσο πριν όσο και κατά την 15.12.
  2. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με το τιμολόγιο τεκ. 5 ημερ. 15.12.03 έκδωσε συνολικά 33 επιταγές που ανέρχονται στο ποσό των £55.
  3. Σταμάτησε την πληρωμή 27 επιταγών (βλ. τεκ. 1,2,3,4 και 6). Για ποιο λόγο δεν σταμάτησε και την πληρωμή των υπόλοιπων επιταγών αφού σύμφωνα με την εκδοχή του οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και ο Χρίστου παρέβηκε τη συμφωνία. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε επί αυτού και ειδικότερα σε σχέση με τις επιταγές της ΣΠΕ Μακράσυκας με αρ. 842,
  4. 304, 305 (αναγράφω τους τελευταίους τρεις αριθμούς) συνολικού ποσού £5.100 και άλλων 4 της ΣΠΕ Βορόκλινης με αρ. 966, 967, 968, 970 συνολικού ποσού £7.
  5. Αθροίζοντας όλες τις πιο πάνω επιταγές ανέρχονται στις £12.
  6. (δ) Δεν έπειθε ο ισχυρισμός του ότι έδωσε πριν τις 15.12.03 ημερ. έκδοσης του τιμολογίου (τεκ.5), επιταγές στον κατηγορούμενο καθ΄ ότι του είχε εμπιστοσύνη και ήθελε να τον βοηθήσει. (ε) Δεν γνώριζε πότε παρέδωσε τις επιταγές ούτε και θυμόταν την ακριβής ημερομηνία παρά αναφέρθηκε ότι αυτή έγινε το μήνα Δεκέμβρη του
  7. (στ) Σύμφωνα με το τιμολόγιο με αρ. 20552 (τεκ.18) ο κατηγορούμενος πλήρωσε με επιταγή της ΣΠΕ Μακράσυκας, με αρ.
  8. Το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε 26.10.
  9. Η εν λόγω επιταγή δεν μπορούσε να εκδοθεί πέραν της 26.10.
  10. Όλες οι επιταγές της ΣΠΕ Μακράσυκας (τεκμ.12-15) φέρουν αριθμούς προγενέστερους της επιταγής του τιμολογίου. (ζ) Σύμφωνα με το τιμολόγιο 20553 (τεκ. 18) αυτό πληρώθηκε με επιταγή της Συνεργατικής Ορόκλινης με αρ. 01095007 στις 14.11.
  11. Πως είναι δυνατό ο κατηγορούμενος να έκδωσε τις επιταγές (τεκ.12-17) στις 15.12.03 (βλ. τεκ.5) ή το Δεκέμβρη του 2003 ενώ η πιο πάνω επιταγή έπεται σε αριθμό των επίδικων επιταγών της ΣΠΕ Βορόκλινης (η) Το τιμολόγιο τεκ.5 ενώ αρχίζει με αριθμό 20603 μεταπηδά στην επόμενη σελίδα στον αριθμό
  12. (θ) Οι επιταγές που αναφέρονται στο τεκ.5 το οποίο εκδόθηκε στις 15.12.03 δεν είναι συνεχείς. (ι) Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο δεν ήταν πειστικές και η δε μαρτυρία του νεφελώδες. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω ξεχωριστά αλλά και αθροιστικά αποτυπούμενα δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος έχει αποτύχει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι η κατήγορος εταιρεία δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής των επιταγών καθ΄ ότι το τιμολόγιο που εξέδωσε για την αγορά χρυσού από μέρους του κ. Α. Χρίστου ανέρχεται στο ποσό των £7.441,65 ενώ όλες οι επιταγές ανέρχονται στο ποσό των £10.
  13. Είναι πράγματι γεγονός ότι υφίσταται η πιο πάνω διαφορά μεταξύ τιμολογίου και επιταγών. Για να θεμελιωθεί η ιδιότητα του νομιμοποιημένου κομιστή πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις όπως αυτές καθορίζονται από το άρθρο 29
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου. Το άρθρο 30
(2)του πιο πάνω Νόμου καθορίζει ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής και κατ΄ επέκταση επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι νομιμοποιημένος κομιστής εκτός εάν αποδειχθεί ότι η έκδοση ή διαπραγμάτευση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, οπόταν τεκμαίρεται ότι δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής. Μία επιταγή τεκμαίρεται ότι εκδίδεται έναντι αξιόλογης αντιπαροχής. Στην υπόθεση Diamond v. Graham
(1968)1 WLR 1061 η οποία υιοθετήθηκε στην Papaellina n. Etko (Cyprus) Ltd and Lions Products Ltd
(1969)1 CLR 525 αναφέρθηκε ότι το εδάφιο 2 του άρθρου 27 του περί Συναλλαγματικών Νόμου δεν απαιτεί όπως δοθεί αξία από τον κάτοχο της επιταγής αλλά αρκεί να δοθεί αξία σε αυτήν. Ακόμη και αν δεχθώ ότι η κατήγορος εταιρεία δεν έδωσε αξία στις επιταγές και ότι το εν λόγω τεκμήριο έχει ανατραπεί από την ίδια, δεν έχει όμως ανατραπεί το τεκμήριο της αξιόλογης αντιπαροχής από τον αρχικό δικαιούχο των επιταγών προς τον κατηγορούμενο αφού κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανιζόταν σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως όπως έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία (βλ. άρθρο 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου). Στη μαρτυρία του διευθυντή της κατηγόρου εταιρείας κ. Γιαννάκη Ιωάννου είναι γεγονός ότι πέραν των πιο πάνω υπάρχει και η εξής αντίφαση. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι κατέθεσε όλες τις επιταγές την τελευταία ημερομηνία της τελευταίας επιταγής. Δηλαδή στις 5.6.
  1. Τα πιο πάνω όμως δεν ισχύουν για τις δύο επιταγές της ΣΠΕ Ορόκλινης οι οποίες κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες στις 3.3.04 και στις 6.4.
  2. Και το πιο πάνω γεγονός δεν είναι ικανό από μόνο του να κλονίσει την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, αφού γενικά η όλη παρουσία του ήταν θετική. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία όλων των κατηγοριών ενώ ο κατηγορούμενος δεν έχει επιτύχει να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση που θέτει το άρθρο 305(Α) 2 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ......... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.