ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. Σωτήρης Κλεοβούλου, Αρ. Υπόθεσης: 5641/03, 14.1.2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5641/03 ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v.
- Σωτήρης Κλεοβούλου ____________ Ημερομηνία: 14.1.2005 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ζαχαριάδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Ανδρέου (για ν΄ ακούσει την απόφαση η κα Μικελλίδου). Κατηγορούμενος 1: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες που αφορούν άσεμνη επίθεση κατά της κόρης του, Νίκης Ζένιου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ 1.9.82 και 31.12.84, κατηγορία 1, 17.6.94 και 22.1.1995, κατηγορίες 2 και 3, και 1.1.1989 και 31.12.1990 επιτέθηκε παράνομα και άσεμνα κατά της κόρης του, Νίκης Ζένιου, χαϊδεύοντας την σε διάφορα μέρη του σώματός της. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε 28.5.
- Η κατηγορούσα αρχή κάλεσε αριθμό μαρτύρων κατηγορίας, ήτοι την παραπονούμενη, Νίκη Ζένιου, το σύζυγό της, Ανδρέα Ζένιου, τη ψυχολόγο Αντρούλλα Χριστοφή, το λοχία Νίκο Χρίστου και το λοχία Χαράλαμπο Ευδοκίμου. Ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης, τις θυγατέρες του Δώρα και Αντιγόνη Κλεοβούλου. Συνοψίζω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Νίκη Ζένιου είναι η παραπονούμενη και είναι και η βασική μάρτυρας κατηγορίας. Η μάρτυρας γεννήθηκε τη 10.12.1972 και είναι θυγατέρα του κατηγορουμένου, έχει δε ακόμη πέντε αδέλφια, τη Δώρα, τον Πέτρο, τον Κλεάνθη, την Αντωνία και την Αντιγόνη. Σε ηλικία 17 - 18 ετών βαπτίστηκε μάρτυρας του Ιεχωβά, μάρτυρες του Ιεχωβά είναι, επίσης, η μητέρα της και ο σύζυγός της. Την 22.1.1995 νυμφεύθηκε με τον Ανδρέα Ζένιου και έκτοτε ζουν μαζί στην Αγία Νάπα, προηγουμένως ζούσε με την οικογένειά της στο Καλό Χωριό Λάρνακας. Η μάρτυρας κατάθεσε στο Δικαστήριο ότι για σειρά ετών παρενοχλείτο σεξουαλικά από τον πατέρα της, η παρενόχληση άρχισε όταν αυτή ήταν έξι - επτά ετών. Ο κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με την παραπονούμενη, της έλεγε ότι την αγαπούσε περισσότερο από τα άλλα αδέλφια της, της ζητούσε να μην τον πληγώσει ποτέ και να μην πει σε κανένα ότι γινόταν μεταξύ τους γιατί "ο παπάς θα πήγαινε φυλακή". Λίγο χρόνο αργότερα ξεκίνησαν τα χάδια, την χάιδευε ανάμεσα στα πόδια και μετά την έσπρωχνε κάτω και ασελγούσε ενώ άλλες φορές την έσπρωχνε πάνω σε ένα τοίχο και "τριβόταν πάνω της", όπως είπε χαρακτηριστικά η μάρτυρας. Η ίδια, την εποχή εκείνη ήταν "μωρό" και δεν γνώριζε ακριβώς τι γινόταν, θυμόταν όμως έντονα ότι φοβόταν. Η παρενόχληση γινόταν "στα βοηθητικά" όπου έμεναν ο παππούς και η γιαγιά, τις περισσότερες φορές όμως στην μάντρα. Η παραπονούμενη είπε επίσης ό,τι όταν ήταν στο δημοτικό ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε μια φορά την εβδομάδα, στο γυμνάσιο όμως η παρενόχληση ήταν πιο έντονη, ενώ όσο μεγάλωνε χειροτέρευε. Όταν η παραπονούμενη "έκανε στήθος" ο κατηγορούμενος της άρπαζε το στήθος, το αιδοίο και της έδινε φιλιά στο στόμα. Όταν άρχισε η παραπονούμενη ν΄ αντιλαμβάνεται ότι αυτό που εγίνετο δεν ήταν σωστό μάλωναν και του έλεγε με έντονο ύφος "να σταματήσει". Η μάρτυρας αναφέρθηκε και σε συγκεκριμένα επεισόδια που αποτελούν αντικείμενο του κατηγορητηρίου. Σε κάποιο επεισόδιο, όταν η μάρτυρας ήταν στην πέμπτη ή έκτη τάξη του δημοτικού και 'άρχισε να κάνει στήθος', ενώ βρισκόταν στη μάντρα μαζί με τον κατηγορούμενο και φρόντιζαν τα ζώα, ο κατηγορούμενος την άρπαξε και την έβαλε πάνω σε ένα "τοιχούδι", αυτή του ζήτησε να σταματήσει, αυτός όμως τριβόταν πάνω της για κάποια δευτερόλεπτα και στη συνέχεια σταμάτησε και τον άκουσε να ανασαίνει βαριά. Ένα άλλο περιστατικό συνέβηκε όταν η παραπονούμενη ήταν 16 - 17 ετών είχαν πάει με το αυτοκίνητο στις ελιές τους και ο κατηγορούμενος είχε την απαίτηση να βγάλει το εσώρουχό της για να δει ότι ήταν παρθένα. Η μάρτυρας του εξήγησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην ήταν, αυτός όμως επέμενε να το κάνει και άρχισε ο ίδιος να ψηλώνει τη φούστα της, του είπε τότε εκείνη πώς θα ήταν σε θέση να καταλάβει και του είπε αν ήθελε να εξακριβώσει κατά πόσο ήταν παρθένα έπρεπε να την πάρει στο γιατρό. Η παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα και τότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε και την πήρε σπίτι. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας είπε ότι στην ηλικία των 16 - 17 ετών είχε χάσει τα μαλλιά της και αυτό για εκείνη ήταν τραυματικό, ο λόγος που είχε χάσει τα μαλλιά της ήταν γιατί είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει με τη χρήση ποντικοφάρμακου, γεγονός το οποίο δεν είχε αναφέρει σε οποιονδήποτε και δεν επισκέφθηκε το Νοσοκομείο. Η παραπονούμενη αντιμετώπιζε επίσης πρόβλημα βάρους, είχε βάλει πολλά κιλά την εποχή εκείνη, τα οποία έχασε για κάποιο διάστημα πριν αρραβωνιαστεί, ξανάβαλε όμως βάρος μετά το γάμο της. Η παραπονούμενη είναι σήμερα πολύ εύσωμη, γεγονός το οποίο της δημιούργησε προβλήματα στην εργασία της, εργαζόταν προηγουμένως σαν κομμώτρια, σήμερα όμως παραμένει στο σπίτι. Παρόμοιας φύσης περιστατικό συνέβηκε όταν η παραπονούμενη ήταν 22 ετών. Ο κατηγορούμενος πίστευε ότι αυτή διατηρούσε δεσμό με παντρεμένο και της ζήτησε να μπουν στο αυτοκίνητο για να μιλήσουν. Πήγαν μαζί στην περιοχή Κλαυδκιά, στάθμευσαν σε ένα "γεφυρούδι" και εκεί ο κατηγορούμενος είχε πάλι απαίτηση από την παραπονούμενη να βγάλει τα ρούχα της για να δει αν είναι παρθένα. Η παραπονούμενη αρνήθηκε και του ζήτησε να την πάρει σπίτι αλλιώς θα το έλεγε στη μητέρα της, ενώ όμως μιλούσαν ο κατηγορούμενος την κρατούσε ανάμεσα στα πόδια, στη συνέχεια η παραπονούμενη είπε ότι "κάτι είχε γίνει με την μπλούζα', δεν θυμόταν όμως αν την ψήλωσε ή αν την τραβούσε. Η παραπονούμενη δεν ανέφερε το συμβάν σε κανένα, μετά από κάποιο χρόνο όμως, σύμφωνα πάντα με την ίδια, έπεσε άρρωστη και μίλησε τότε στη μητέρα της, όχι απευθείας, αλλά μέσω κάποιου οικογενειακού φίλου, για τη παρενόχληση που δεχόταν από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη για το συμβάν αυτό, η παραπονούμενη είπε ότι όταν μίλησε με τη μητέρα της, η τελευταία της είπε ότι "για να μην μιλά τόσο καιρό τα ήθελε και η ίδια γι΄ αυτό έστελλε τη μητέρα στην Αγγλία για να τον έχει για λλόου της". Σε κάποιο άλλο μέρος της κατάθεσής της η παραπονούμενη είπε ότι ο οικογενειακός φίλος, στον οποίο είχε μιλήσει, ήταν κάποιος Βαρνάβας Βαρνάβα και ήταν σ΄ αυτόν που είχε μιλήσει πρώτα. Το πιο πάνω πρόσωπο μίλησε στη μητέρα της και η μητέρα της την επόμενη μέρα, την είχε βρίσει. Η μητέρα επέμενε να μάθει λεπτομέρειες, ήταν όμως δύσκολο για την παραπονούμενη να μιλήσει. Ο κατηγορούμενος δε, στην παρουσία της μητέρας της, της είπε "τι πελλάρες λες της μάμας σου". Η παραπονούμενη στην κατάθεση της που έδωσε στην Αστυνομία δεν αναφέρθηκε σε μπλούζα περιορίσθηκε να πει ότι ο κατηγορούμενος της είχε πιάσει το ένα πόδι και της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της για δυο λεπτά για να δει αν είναι παρθένα. Παραθέτω αυτούσιο το μέρος της κατάθεσης της: "Ε. Στην κατάθεση σου στα 22 σου χρόνια ανέφερες το εξής: "Είμαι σίγουρος ότι έχεις σεξουαλικές σχέσεις μαζί του. Εγώ φυσικά αρνήθηκα επειδή κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε και μου είπε για να πεισθώ πρέπει να δει αν ήμουν παρθένα. Τον ρώτησα πώς θα βεβαιωθείς και μου είπε να βγάλω τα ρούχα μου και να δει. Μετά αρνήθηκα και του είπα αν θέλει τώρα αμέσως να με πάρει σ΄ ένα γυναικολόγο και να με εξετάσει και να τον βεβαιώσει ότι ήμουν παρθένα. Μου είπε ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στον γυναικολόγο, μου έπιασε το ένα μου πόδι και μου είπε να βγάλω τα ρούχα μου να δει για δύο λεπτά και θα καταλάβει. Όταν τον απείλησα ότι θα μιλήσω στη μάμα αυτός φοβήθηκε, ξεκίνησε το αυτοκίνητο και επιστρέψαμε στο σπίτι". Αυτά τα είπες στην κατάθεσή σου που διάβασες; Α. Ναι, ναι." Σε κάποιο άλλο μέρος της κατάθεσης της περιγράφοντας την σκηνή είπε: Α. Όπως κάθεσαι επειδή φορούσα παντελόνι, έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια όπως εν τα πόδια έτσι έβαλε το χέρι του τελείως εδώ". Στην αντεξέταση της είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος κατά το συγκεκριμένο επεισόδιο της είχε πιάσει το στήθος, όταν δε της ζητήθηκε να περιγράψει τι της είχε κάνει στο στήθος, αυτή έδωσε την πιο κάτω απάντηση: "Α. Ενι μπορώ να πω ακριβώς εάν που μου έλεγε εσύ βκάρτα να καταλάβω εγώ εν έχω εμπιστοσύνη σε κανένα είπε μου την ώρα που προσπάθε να μου, που ΄τζιησε ανάμεσα στα πόδια μετά το χέρι έφερε το πάνω από το στήθος. Ε. Έβαλε το χέρι του μέσα στα στήθη σου και πιανε τα βυζιά σου; Α. Όλο μέσα όχι." Η παραπονούμενη είπε, επίσης, ότι είχε δει την αδελφή της Δώρα να κάμνει στοματικό έρωτα στον κατηγορούμενο, η Δώρα της είχε πει ότι την ίδια, ήτοι τη Δώρα, ήταν ο πατέρας τους που την είχε 'καταστρέψει'. Από τον Ιούλιο του 1994 μέχρι τον Ιανουάριο του 1995 η παραπονούμενη παρενοχλείτο καθημερινά από τον πατέρα της, την άγγιζε στο στήθος ή απαιτούσε φιλί όταν τύχαινε να συναντηθούν στο διάδρομο του σπιτιού τους. Μετά το γάμο της, που έγινε το 1995, ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της στην Ξυλοφάγου και επέμενε να την φιλήσει στο στόμα, η ίδια του είπε στο μάγουλο, αυτός αρνήθηκε και έφυγε. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με την ίδια, την πείραξε πολύ, όταν ήταν σπίτι έκλαιγε και για τον λόγο αυτό άρχισε να παρακολουθείται από τον ψυχίατρο Γιάγκο Μικελλίδη, στον τελευταίο όμως η παραπονούμενη ουδέποτε ανέφερε ότι είχε υποστεί σεξουαλική παρενόχληση από τον πατέρα της, ούτε ότι είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Η παραπονούμενη πήγε στην Αστυνομία τον Φεβρουάριο του 2002, ο λόγος που πήγε στην Αστυνομία, σύμφωνα με την ίδια, ήταν για να ζητήσει προστασία για να του μιλήσει. Η ίδια υπόφερε από κατάθλιψη και ήθελε να δει αν ο κατηγορούμενος ήταν μετανιωμένος. Ο κατηγορούμενος δεν της φάνηκε μετανιωμένος και έτσι αυτή προχώρησε με την καταγγελία. Σε αργότερο στάδιο η παραπονούμενη είπε ότι μετά την καταγγελία πήγε με την Δώρα, την αδελφή της και του μίλησαν. Τους είπε ότι μετάνιωσε πολύ και ότι θα αυτοκτονούσε και εφόσον έδειχνε μετανιωμένος η παραπονούμενη πήγε και απέσυρε την κατάθεση που έδωσε. Μετά την απόσυρση η παραπονούμενη περίμενε να δει εάν η μετάνοια του κατηγορουμένου ήταν ειλικρινής. Εννέα μήνες αργότερα η παραπονούμενη αρρώστησε, όταν δε είπε στον άντρα της ότι ο πατέρας της δεν ήταν μετανιωμένος, ο σύζυγός της κάλεσε τους γονείς της να μιλήσουν. Η συνάντηση του συζύγου με τους γονείς της έγινε στην απουσία της και εκεί ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με όσα πληροφορήθηκε αργότερα, αρνήθηκε ότι είχε κάνει οτιδήποτε στην παραπονούμενη, ισχυριζόταν δε ότι η παραπονούμενη είχε "πελλάνει" και τότε επαληθεύτηκε ο φόβος της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε μετανιώσει και ως εκ τούτου επέστρεψε στην Αστυνομία και κατάγγειλε για δεύτερη φορά. Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο σύζυγος της παραπονούμενης, Ανδρέας Ζένιου που εργάζεται στον Δήμο Αγίας Νάπας και ασχολείται με τη συλλογή σκυβάλων. Από το 1994 ο μάρτυρας γνώριζε ότι η σύζυγός του είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της, συγκεκριμένα από το 1994 άρχισε η παραπονούμενη να του "ξετυλίγει το νήμα", όπως είπε χαρακτηριστικά. Ο ίδιος δεν κατάγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία καθότι η ίδια η σύζυγός του του ζήτησε να μην πει οτιδήποτε και αυτός δεν το έπραξε σεβόμενος την παραπονούμενη. Ο μάρτυρας κρατούσε σημειώσεις και έγραφε βιβλίο σε σχέση με όσα του έλεγε η παραπονούμενη. Ο μάρτυρας είπε, επίσης, ότι η σύζυγός του αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, το 1995 είχε αποπειραθεί ν΄ αυτοκτονήσει, η ίδια του ανέφερε ότι είχε κάμει και άλλες απόπειρες στο παρελθόν να πνιγεί στη θάλασσα, αλλά τα νερά ήταν ξέβαθα. Για κάποιο διάστημα παρακολουθείτο από τον ψυχίατρο Γιάγκο Μικελλίδη, επισκέφθηκε επίσης κατά την περίοδο 2001 - 2002 ένα δύο ψυχολόγους και συγκεκριμένα τον Στέλιο Γεωργιάδη και Καλακούτα στους οποίους είχαν εξιστορήσει την σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί, σήμερα παρακολουθείται από τη ψυχολόγο Άντρη Χριστοφή. Η παραπονούμενη είχε πει στον σύζυγό της ότι είχε υποστεί σεξουαλική επίθεση από τον κατηγορούμενο με την απειλή μαχαιριού. Ο κατηγορούμενος την είχε ρίξει στο κρεβάτι και προσπάθησε να της βγάλει τα ρούχα της, έτρεξε δε στην κουζίνα και πήρε μαχαίρι, το οποίο της το έβαλε κάτω από το πηγούνι της. Η παραπονούμενη του είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος την χάιδευε στο στήθος. Ο μάρτυρας ουδέποτε συζήτησε το θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης με τον πεθερό του, ήτοι τον κατηγορούμενο, καθότι, όπως είπε χαρακτηριστικά, "ο βίαιος χαρακτήρας του απότρεπε κάτι τέτοιο". Αντεξεταζόμενος δε για τον βίαιο χαρακτήρα του κατηγορούμενου ο μάρτυρας είπε ότι ο τελευταίος άσκησε βία ενώ ήταν αρραβωνιασμένος ενώ μετά τον γάμο σε μια περίπτωση είχε πει άσχημα λόγια στην παραπονούμενη και αυτό ισοδυναμεί, σύμφωνα με τον ίδιο, με βία. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης και στο περιστατικό με το φιλί όταν μετά τον γάμο ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να την φιλήσει στο στόμα. Μετά το πιο πάνω περιστατικό η υγεία της παραπονούμενης είχε επιδεινωθεί, άρχισαν οι επισκέψεις στον ψυχίατρο Μικελλίδη και εκείνη την περίοδο είχε γίνει από την παραπονούμενη η απόπειρα αυτοκτονίας. Τη 10.2.2002 μαζεύτηκαν στο σπίτι του μάρτυρα και της παραπονούμενης, τα αδέλφια της τελευταίας και εκεί τους βρήκε ο μάρτυρας να κλαίνε και να συνομιλούν για διάφορα περιστατικά που είχαν σχέση με τον κατηγορούμενο. Λίγες μέρες αργότερα, 18.2.2002, ο μάρτυρας πήγε με τη σύζυγό του και την κοινωνική λειτουργό, κα Πάντζιαρου, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και κατάγγειλαν τον κατηγορούμενο. Τη 25.2.2002 συναντήθηκαν στο σπίτι του μάρτυρα και της παραπονούμενης η μητέρα της τελευταίας, τα αδέλφια της, Πέτρος και Δώρα, και ο μάρτυρας για να συζητήσουν τι είχε συμβεί με τον κατηγορούμενο. Αφού συζήτησαν για αρκετά επεισόδια 'αισχρού περιεχομένου' και ενώ η συζήτηση γινόταν μέσα σε "λυγμούς και κλάματα" η μητέρα της παραπονούμενης αναφώνησε "κατάστρεψέ μου τα παιδιά", εννοώντας βέβαια τον κατηγορούμενο. Το ίδιο απόγευμα πήγαν στο σπίτι του κατηγορούμενου, η παραπονούμενη και η αδελφή της Δώρα και οι τρεις τους συνομίλησαν μέσα σ΄ ένα υπνοδωμάτιο. Ο μάρτυρας άκουγε τις συνομιλίες και τα κλάματα και σε μια στιγμή όταν κόντεψε στην κλειδαρότρυπα άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει "ποιοι το ξέρουν; εν τζιείνη τη μάνα σας που λυπούμαι, εν θα αντέξει, εν ν΄ αυτοκτονήσει". Σε κάποιο άλλο στάδιο της κατάθεσής του ο μάρτυρας είπε ότι η παραπονούμενη είχε γίνει "άλλος άνθρωπος" όταν έμαθε για την σεξουαλική κακοποίηση που είχαν υποστεί τα αδέλφια της, η Δώρα και ο Πέτρος, φοβήθηκε δε ότι ο κατηγορούμενος θα πείραζε και την μικρή της αδελφή και τις εγγονούλες του. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας "της μπήκε η ιδέα να καταγγείλει όταν έμαθε για την Δώρα και τον Πέτρο". Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι το σπίτι τους το είχε κτίσει ο κατηγορούμενος, έναντι όμως αμοιβής. Ο μάρτυρας και η παραπονούμενη ανέθεσαν στον κατηγορούμενο να τους κτίσει το σπίτι για "χατίρι των δύο ανηλίκων αδελφών της παραπονούμενης", σκέφτηκαν ότι θα ήταν κρίμα τα χρήματα που θα πλήρωναν να πήγαιναν σε ξένους. Όταν ρωτήθηκε αν δεν φοβόταν να πειράξει την σύζυγό του κατά την περίοδο των δύο χρόνων που κτιζόταν το σπίτι, αυτός είπε ότι ήταν επιθυμία της συζύγου του. Ο μάρτυρας παραδέχθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος μαζί με τον σύγαμπρό του τον είχαν βοηθήσει να ολοκληρώσει κάποια κατασκευή στο σπίτι του, δεν θυμόταν όμως κατά πόσο ήταν πριν ή μετά τη 18.2.2002, που είχε γίνει η καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Σ' ερώτηση δε του συνηγόρου υπεράσπισης πώς είναι δυνατό να προβαίνουν σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου και μετά να τον "ξαναβάζουν στο σπίτι τους" ο μάρτυρας είπε ότι εάν τον είχε καλέσει μετά την καταγγελία, ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε τον είχαν καλέσει, οι εργασίες έγιναν εντός της περιόδου "μετάνοιας του κατηγορούμενου", όπως είπε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας. Ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση της υπεράσπισης ότι μισούσε τον πεθερό του γιατί ο τελευταίος δεν τον ήθελε για γαμπρό και ότι ο λόγος της καταγγελίας ήταν η ζήλια, ότι ο μάρτυρας ζήλευε που οι σχέσεις των αδελφών της συζύγου του και του κατηγορούμενου ήσαν καλές. Πολλούς μήνες αργότερα και συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2002 ο μάρτυρας μιλούσε με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγό του αναφορικά με την υγεία της παραπονούμενης και συγκεκριμένα για την κατάθλιψη που παρουσίαζε. Όταν η πεθερά του αντιλήφθηκε ότι αυτός υπαινίσσετο κάτι για την σεξουαλική παρενόχληση που είχε δεχθεί η παραπονούμενη από τον πατέρα της, του είπε "τι ξανασκαλίζετε", επενέβη δε και ο κατηγορούμενος και είπε "τι πράγμα; Εγώ τι έκανα;". Ο μάρτυρας άρχισε τότε να του απαριθμεί με λεπτομέρεια τα διάφορα περιστατικά τα οποία όμως ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και έλεγε "η Νίκη επέλλανε, εσάλεψέ της". Το γεγονός αυτό φανέρωσε, σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε μετανιώσει για τις πράξεις του. Λίγες ώρες αργότερα ο μάρτυρας συναντήθηκε με την παραπονούμενη, της περιέγραψε το περιστατικό και πήγαν στην Αστυνομία και κατάγγειλαν εκ νέου τον κατηγορούμενο για την σεξουαλική παρενόχληση που είχε δεχθεί η παραπονούμενη. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε και η Αντρούλλα Χριστοφή, κλινική ψυχολόγος, απόφοιτος ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Κρήτης και κάτοχος μεταπτυχιακού στην κλινική ψυχολογία του ιδίου Πανεπιστημίου. Η μάρτυρας εργάζεται από το 2001 ως κλινική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Νοσοκομείου Λάρνακας. Η μάρτυρας γνώριζε τη παραπονούμενη, την είχε εξετάσει για πρώτη φορά τη 24.2.
- Η παραπονούμενη παρουσίαζε κατάθλιψη, αντιμετώπιζε προβλήματα δυσλειτουργίας και είχε ανάγκη από ψυχολογική στήριξη. Η παραπονούμενη ανέφερε στη μάρτυρα ότι κακοποιείτο σεξουαλικά από τον πατέρα της από την ηλικία των 6 μέχρι 22 ετών. Η μάρτυρας είχε δει την παραπονούμενη 26 φορές, ανέφερε δε ότι οι διαταραχές αυτού του τύπου που αντιμετωπίζει η παραπονούμενη χρειάζονται αρκετό χρόνο για να βελτιωθούν και να δεχθεί το θύμα αυτό που του έχει συμβεί και να μάθει να ζει μαζί του. Η μάρτυρας είπε, επίσης, ότι οι τραυματικές εμπειρίες που έχει το θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης δημιουργούν στο άτομα αυτό, την επιθυμία να σβήσει από την μνήμη του όλα τα γεγονότα που του προκαλούν τη διαταραχή. Το θύμα μπορεί να κατορθώσει να τα σβήσει από την μνήμη του, υπάρχει όμως περίπτωση μετά από κάποια χρόνια να τα επαναβιώσει. Οι λόγοι που οδηγούν ένα θύμα να μην καταγγείλει την σεξουαλική παρενόχληση που έχει υποστεί είναι πολλοί. Πρώτον είναι η προσπάθειά του να ξεχάσει το περιστατικό, δεύτερο ο φόβος της αποκάλυψης και της ενοχοποίησης του ιδίου, τρίτο η ντροπή και τέταρτο η έλλειψη κοινωνικής στήριξης. Μια καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, μπορεί να μην γίνει ποτέ ή αν γίνει, να γίνει μετά από χρόνια. Ο λοχίας 4266, Νίκος Χρίστου, ήταν το άτομο που είχε λάβει την κατάθεση της παραπονούμενης την 18.2.2002 στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Η παραπονούμενη κατάγγειλε ότι κατά την περίοδο 1978 - 1995 ο πατέρας της, δηλαδή ο κατηγορούμενος, την ενοχλούσε άσεμνα. Λήφθηκε κατάθεση από την κατηγορούμενη, η επιθυμία της οποίας ήταν να απολογηθεί ο πατέρας της και να καταλάβει το λάθος του. Λίγες μέρες αργότερα προσήλθε στον Σταθμό και ο αδελφός της, Πέτρος Κλεοβούλου, και έδωσε και αυτός κατάθεση ότι ο πατέρας του τον ενοχλούσε σεξουαλικά. Λίγο χρόνο αργότερα επανήλθε η παραπονούμενη και έδωσε συμπληρωματική κατάθεση δηλώνοντας ότι δεν είχε οποιονδήποτε παράπονο εναντίον του πατέρα της, ήταν δε παράκληση της όπως η υπόθεσης "κλείσει" για να μην εκτεθεί η οικογένειά της στο Δικαστήριο και στην κοινωνία γενικά. Η επιθυμία της ήταν όπως ο πατέρας της απολογηθεί σ΄ αυτήν και αντιληφθεί το λάθος του. Μετά την λήψη της πιο πάνω κατάθεσης ο μάρτυρας έστειλε τον φάκελο με την εισήγηση "no complain, no case" και η υπόθεση για την Αστυνομία έκλεισε. Ο μάρτυρας στη συνέχεια μετατέθηκε σε άλλο Σταθμό και τότε ήταν που πληροφορήθηκε ότι η παραπονούμενη είχε δώσει τρίτη κατάθεση. Αντεξεταζόμενος γιατί δεν είχε προχωρήσει την υπόθεση είπε, ότι θεώρησαν σωστό ". για το καλό της οικογένειας να μην προχωρήσει η υπόθεση". Τελευταίος κατάθεσε ο λοχίας 4734, Χαράλαμπος Ευδοκίμου. Ο μάρτυρας αυτός έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την 22.1.2003, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο. Την 4.4.2003 ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η κατάθεση που έδωσε ο ψυχίατρος Μικελλίδης στην Αστυνομία την οποίαν ενόψει και του γεγονότος ότι είναι σύντομη την παραθέτω αυτούσια: "Είμαι ψυχίατρος στη Λευκωσία. Παρακολούθησα την Νίκη Ζένιου από τον πέμπτο του 1995 μέχρι τον ένατο του
- Της έκανα θεραπεία για σοβαρή μελαγχολία με φάρμακα. Ανταποκρίθηκε πολύ καλά στην φαρμακευτική αγωγή και όταν έφυγε από τον ένατο του ΄95 ήταν εντελώς καλά. Κατά την περίοδο που την είδα δηλαδή τέσσερις φορές δεν μου ανάφερε κανένα πρόβλημα με τον πατέρα της ούτε και για οποιαδήποτε απόπειρα αυτοκτονίας." Αυτή ήταν συνοπτικά η υπόθεση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη κατάθεση. Στην κατάθεσή του είπε, μεταξύ άλλων, ότι η παραπονούμενη σε ηλικία 4 - 5 χρονών είχε κτυπηθεί από μοτοσικλέτα και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή για δύο χρόνια. Εν' όψει του γεγονότος αυτού οι γονείς της την πρόσεχαν περισσότερο από τα άλλα παιδιά. Όπως είπε χαρακτηριστικά ενώ έκανε "πελλάρες" η παραπονούμενη μπέρδευε κάποιος άλλος και τις "έτρωγε" η πρωτότοκη του κόρη Δώρα. Η παραπονούμενη μεγάλωσε φυσιολογικά, φοίτησε μέχρι την πρώτη τάξη του Γυμνασίου και στη συνέχεια ακολούθησε την τέχνη της κομμωτικής, διατηρούσε δε κομμωτήριο στο σπίτι της από την ηλικία των 15 ετών. Κάποια μέρα, όταν ήταν 15 ετών, τηλεφώνησε κλαμένη στον κατηγορούμενο και του ζήτησε να πάει να την πάρει. Ο κατηγορούμενος την ρώτησε τι είχε συμβεί και αυτή του είπε "με έπιασαν για να με βιάσουν". Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος πήγαν στην Αστυνομία και κατάγγειλαν υπόθεση βιασμού, η παραπονούμενη είπε στην Αστυνομία, μεταξύ άλλων, ότι τα πρόσωπα που εμπλέκοντο στο βιασμό ήταν τρία και τα περιέγραψε. Μετά το επεισόδιο "την επήρε μες την κάμαρη", όπως είπε χαρακτηριστικά, και εκεί ήταν η μητέρα της και η αδελφή της Δώρα. Η Δώρα δε του ζήτησε να πάει να την δει, η Νίκη την στιγμή εκείνη ήταν ημίγυμνη και τα στήθη της "δακκαμένα". Ο κατηγορούμενος είπε τότε στη σύζυγό του ότι πρέπει να την πάρει πρωί πρωί στον γιατρό. Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο, αντιμετώπιζε προβλήματα, είχαν πρηστεί τα πόδια της, άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά της και μια μέρα ξαφνικά έπεσαν όλα. Η παραπονούμενη άρχισε να παίρνει κορτιζόνη και τότε πάχυνε πολύ, η ψυχολογική της κατάσταση κατά την πιο πάνω περίοδο ήταν χάλια. Ο κατηγορούμενος είπε, επίσης, ότι πολλές φορές πήγαινε μόνος του με την παραπονούμενη, άλλες φορές τους συνόδευε και άλλο μέλος της οικογένειας, στους αγρούς για να μαζέψουν βότανα, τα οποία πουλούσε η τελευταία. Το σπίτι της παραπονούμενης ήταν αυτός που το είχε κτίσει μαζί με την παραπονούμενη, η τελευταία τον βοηθούσε. Πολλές φορές όταν τέλειωναν την εργασία τους πήγαινε για φαγητό στο σπίτι της παραπονούμενης και του συζύγου της. Μετά την πρώτη καταγγελία η παραπονούμενη και ο σύζυγός της του ζήτησαν όπως τους κτίσει και γκαράζ, πράγμα το οποίο ο κατηγορούμενος έπραξε. Όταν η ανέγερση του γκαράζ τέλειωσε έγινε η δεύτερη καταγγελία από την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά την παραπονούμενη, ουδέποτε την χάιδεψε στα γεννητικά της όργανα και ουδέποτε τη φίλησε στο στόμα. Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά την Τουρκική Εισβολή είχε αρχίσει το ποτό και κατάντησε αλκοολικός. Αυτό συνέχισε μέχρι το 1987 περίπου όπου με τη βοήθεια της γυναίκας του σταμάτησε να πίνει. Αναφέρει επίσης ότι την περίοδο που μεθούσε δεν θυμάται να έκανε οτιδήποτε σε οποιοδήποτε παιδί του και πιστεύει ότι ως πατέρας "παρ΄ όλο το ποτό δεν θα έκανε οτιδήποτε σε οποιοδήποτε παιδί του". Κατά την συνάντηση που είχαν η Δώρα, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος στο σπίτι του τελευταίου η Δώρα του ανέφερε ότι η Νίκη είχε κάποιο πρόβλημα και αυτός ήταν ο λόγος που δεν μπορούσε να χάσει βάρος. Του είπε δε ότι "όταν ήταν μικρές τις αγκάλιαζε, τις φιλούσε και τις χάιδευε". Όταν ο κατηγορούμενος άκουσε τα πιο πάνω ένιωσε, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, ότι "έπεσε το σπίτι πάνω του", ζήτησε τότε διευκρινίσεις από τη Δώρα και αυτή του είπε: "Ε. Πε μας να δούμε. Α. Έκατσε η Νίκη πας την καρκόλα, έκατσα εγώ, έκατσε η Νίκη που τη μια και η Δώρα που την άλλη. Ε. Ναι. Α. Και είπε μου η Δώρα τζιείνα που σας είπα. Ε. Πε μου τα και εμένα τούτα που μας είπες. Α. Λαλεί μου παπά η Νίκη εν άρρωστη έχει κάτι μέσα της και εν παστινίσκει αν δεν πει το πρόβλημα και είπα και εγώ ήντα που συμβαίνει κόρη μου. Ε. Ναι. Α. Και είπε μου ότι που ήμουν μιτσιά έτσι και έτσι χαϊδευκες μας. Ε. Όχι έτσι έτσι, τι σου είπε; Α. Χαϊδευκες μας και αγκάλιαζες μας. Ε. Και φίλας μας; Α. Και φίλας μας. Ε. Και τις δύο; Α. Εν θυμούμαι αν είπε και τις δύο λαλεί μου θυμούμαι τωρά μα εν τζιαι αυτά έσιει κανένα χρόνο. Ε. Συγνώμη τι είπες; Α. Έσιει κανένα χρόνο πώς να θυμούμαι. Ε. Ποιο εν το σωστό και τις δύο ή μόνο τη Νίκη; Α. Και τις δύο αγκάλιαζα. Ε. Μετά σου είπε η Νίκη τζιείνη την ημέρα; Τι σου είπε εν σαφής η ερώτηση μου αν η Δώρα αναφέρετουν και στις δύο ή μόνο στη Νίκη; Α. Μα θυμούμαι τώρα, αγκάλιαζα εν και τις δύο αφού αγκάλιαζα και τις δύο αφού αγκάλιαζα και τις δύο εν τζιαι λάλε αγκάλιαζα και τα δύο παιδιά μου αγκαλιάζω ούλλα τα παιδιά μου και είπα τους εγώνι τι συμβαίνει κόρη και έτσι και έτσι είπε μου, είπα σου τζιείνη την ώρα έπεσε το σπίτι πάνω μου. Ε. Γιατί; Α. Διότι έτσι να σου πουν τα παιδιά σου έτσι γύρισα την κκέλε μου λαλώ της κόρη επροχώρησα; Λαλεί μου όι παπά, χαϊδευκες μας μόνο, τίποτε άλλο. Έκλεισε το πράγμα." Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία επί του σημείου αυτού αναφέρει και τον λόγο που υπέβαλε την πιο πάνω ερώτηση και λέει χαρακτηριστικά: "Όταν επήαμεν στο υπνοδωμάτιο μου εκάτσαμεν πάνω στο κρεβάτι μου τζιαι εκάτσαν η μια η κόρη δεξιά μου και η μια μου αριστερά μου τζιαι εβάλαν με στα αγκάλια τους. Τότε η Δώρα είπε μου ότι η Νίκη έχει πρόβλημα και δεν παστινίσκει τζιαι θέλει να μιλήσει για να ξενοιάσει τζιαι είπεν την κουβέντα τζιαι της μάνας της. Τότε εγώ ερώτησα τι συμβαίνει. Τότε η Νίκη είπεν μου ότι όταν ήταν μιτσιά αγκάλιαζά τες, εχαϊδευκά τες τζιαι φίλουν τες όταν ήμουν μεθυσμένος. Τότε εγώ επροβληματίστηκα τζιαι αμέσως ερώτησα την "κόρη επροχώρησα;". Τζιαι είπαν μου και οι δύο "όχι". Ο λόγος που έκαμα την ερώτηση αυτή ήταν γιατί όταν ήντα μικρές, ήταν η περίοδος που έπινα ποτό τζιαι ήμουν συχνά μεθυσμένος τζιαι επροβληματίστηκα μήπως τζιαι έκαμα κάτι που δεν θυμάμαι. Αν έκαμνα έτσι πράμαν ειλικρινά θα αυτοκτονούσα. Όταν με ρώτησαν μου είπαν ότι τις εχαϊδευα δεν μου είπαν λεπτομέρειες. Κατόπιν τούτου η Νίκη έφυγε που την επόμενη μέρα ερώτησα την Δώρα για το περιστατικό της προηγούμενης μέρας και είπεν μου ότι ο λόγος ου ήθελε να μιλήσει η Νίκη είναι γιατί έχει τέσσερα χρόνια που προσπαθεί να χάσει βάρος χωρίς αποτέλεσμα τζιαι πίστευε ότι ο λόγος που δεν χάνει βάρος είναι γιατί την αγκάλιαζα που ήταν μικρή. Παρ΄ όλα αυτά το βράδυ που μας μίλησε η Νίκη είπεν ότι τώρα ένιωθε καλύτερα και ξαλάφρωσεν." Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι τα προβλήματα της παραπονούμενης πηγάζουν από το σπίτι της και τη σχέση της με τον σύζυγό της Ανδρέα. Στον Ανδρέα δεν άρεσε να βγαίνουν έξω τα βράδια ενώ είχε μετατρέψει το σπίτι τους σε σκουπιδότοπο, κουβαλούσε σκουπίδια, τα οποία στοίβαζε στο σπίτι, και σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο το σπίτι μοιάζει σαν τον "Κοτσιάτη". Σε κάποιο άλλο στάδιο της εξέτασής του ο κατηγορούμενος είπε ότι ο λόγος που τον κατάγγειλε η παραπονούμενη ήταν η "αζούλα" γιατί αυτός είναι "πολύ πιο κοντά στ΄ άλλα του παιδιά" και το γεγονός ότι αρνήθηκε να τους κτίσει δεύτερο γκαράζ. Στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος, προβάλει εντελώς διαφορετικό ισχυρισμό και λέει σχετικά τα πιο κάτω: ". δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η Νίκη κάνει αυτή την καταγγελία εναντίον μου. Μπορεί να το κάνει επειδή τον τελευταίο καιρό δεν πηγαίνουμε συχνά στο σπίτι τους." Επόμενη μάρτυρας ήταν η πρωτότοκη κόρη του κατηγορούμενου και αδελφή της παραπονούμενης, Δώρα Κλεοβούλου. Η μάρτυρας υπεράσπισης είπε, μεταξύ άλλων, ότι όταν ήσαν μικροί οι γονείς τους τσακωνόντουσαν πολύ συχνά και η μητέρα απειλούσε τον πατέρα ότι θα έπιανε τα παιδιά και θα έφευγε. Ο πατέρας τους κατέληγε τότε στο ποτό και όταν επέστρεφε πήγαινε στο δωμάτιό τους, τις αγκάλιαζε και τις φιλούσε, πράγμα το οποίο οι δύο αδελφές, όπως είπε χαρακτηριστικά η μάρτυρας, "ανακατσιούσαν" γιατί ο πατέρας τους ήταν μεθυσμένος, έκλαιγε και ήταν όλο μύξες και σάλια. Η μάρτυρας αναφέρθηκε και στο περιστατικό του βιασμού της παραπονούμενης και είπε, μεταξύ άλλων, ότι το περιστατικό αυτό της στοίχισε έναν αυτί. Είπε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: "Μετά από την υποτιθέμενη απόπειρα βιασμού είχε το θράσος να πει στο σύζυγό μου ενώπιον των γονιών μου ότι ο ένας από τους τρεις της είπε κατά λέξη ότι η Δώρα μας διά εσύ γιατί όχι; Ήρθε στο σπίτι ο σύζυγός μου προτού έρθουν οι γονιοί μου με κτύπησε βάναυσα με αποτέλεσμα να σπάσει το τύμπανο και να ακρωτηριαστεί το εσωτερικό του αυτιού και με γλίτωσε από τα χέρια του ένας ξάδελφός μου.". Τα προβλήματα της παραπονούμενης άρχισαν, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα άρχισαν μετά τον γάμο της με τον Ανδρέα. Το σπίτι της ήταν πάντα ακάθαρτο ενώ τα πιάτα στοιβάζονταν άπλυτα για μια εβδομάδα. Στο σπίτι δε μαζεύονταν σκουπίδια τα οποία κουβαλούσε ο Ανδρέας. Οι σχέσεις της μάρτυρας με την αδελφή της και τον γαμπρό της κάθε άλλο παρά ρόδινες ήσαν. Η παραπονούμενη και ο σύζυγός της ζήλευαν τη μάρτυρα, την περιγελούσαν, όπως είπε χαρακτηριστικά, ενώ στο τραπέζι της κάθισε μόνο μια φορά. Η καταγγελία εναντίον του πατέρα τους έγινε γιατί, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, η παραπονούμενη ζήλευε, οι σχέσεις των γονιών της με τον σύζυγό της δεν ήσαν καλές όταν όμως, μετά από πέντε χρόνια, άρχισαν πάλι να μιλούν μεταξύ τους, τότε άρχισαν και τα προβλήματα με την παραπονούμενη. Η μάρτυρας αντεξεταζόμενη είπε στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ήθελε να τιμωρήσει τον πατέρα της, όταν η μάρτυρας τη ρώτησε για ποιο λόγο, η παραπονούμενη της είπε "ξέρεις εσύ, ξέρω και εγώ", η μάρτυρας όμως δεν γνώριζε. Επί του σημείου αυτού η παραπονούμενη ουδέποτε αντεξετάσθηκε. Η παραπονούμενη είναι, σύμφωνα με τη μάρτυρα, "πάντα ακαταλαβίστικη". Η μάρτυρας έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία μετά από απειλές της παραπονούμενης ότι αν δεν έδιδε κατάθεση αυτή θα αυτοκτονούσε, ισχυρίσθηκε δε ότι όσα ανάφερε στη κατάθεση της για σεξουαλική παρενόχληση που είχε δεχθεί η ίδια από τον κατηγορούμενο, ήταν ψέματα. Παραθέτω αυτούσιο το μέρος αυτό της κατάθεσης της: "Ε. Είπες την αλήθεια στην κατάθεσή σου; Α. Ε είπα κάποιο ψέμα. Ε. Α ναι; Α. Ναι. Αν μπορώ να το πω ψέμα. Ε. Τι εν το ψέμα που είπες στην κατάθεσή σου; Α. Ότι αληθεύει κάτι αληθεύει. Ε. Είπες στην κατάθεσή σου ότι "είναι γεγονός ότι έχεις υποστεί σεξουαλική παρενόχληση από τον πατέρα σου"; Α. Πώς με τέτοια λόγια; Ε. Ναι. Α. Δεν θυμούμαι. Ε. Θέλεις να σου πω τα . ........................... Ε. Αυτά τα είπες; Α. Το ότι είπα αληθεύει δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς πρώτο. Ε. Είπες ψέματα; Α. Πρώτο αν το πάρετε έτσι τα λεγόμενα της Νίκης είναι από την αρχή μέχρι το τέλος ψέμα όπως με χρησιμοποίησε πριν μερικά χρόνια. Ε. Για σας μιλάτε τώρα, για σας μιλάτε τώρα σας λέω είχατε κάμει αυτή τη δήλωση στην κατάθεση; Α. Ναι αλλά δεν μπορούσα να κάμω αλλιώς όταν έφτασα στην Αστυνομία οι ίδιοι οι Αστυνομικοί ξέρεις τι μας είπαν; Εν θωρείτε ότι εν πελλή η γυναίκα; Αυτή ήταν η κουβέντα τους. Δώστε μια κατάθεση να ποσπαστούμε που λλόου της. Ε. Και η κατάθεση για να ποσπαστούμε που λλόου της ήταν να επιβεβαιώσετε ότι είχατε και εσείς υποστεί σεξουαλική παρενόχληση που τον πατέρα σου; Α. Να σας απαντήσω αλλά να σας ρωτήσω εγώ κάτι σαν Δώρα διότι . Ε. Εγώ ρωτώ εσείς απαντάτε. Α. Αν ξέρατε ότι αν η αδελφή σας ήσιε να αυτοκτονήσει όχι μια κατάθεση τέτοια δέκα να σας δώσω όταν ξέρω ότι θα αυτοκτονήσει η αδελφή μου να σας δώσω και όχι να με πάρετε Δικαστήριο να με πάρετε φυλακή αν με μια λέξη αληθεύει έκαμα τόσο μεγάλο κακό "παραδέχουμαι". Σε κάποιον άλλο στάδιο της αντεξέτασής της η μάρτυρας είπε ότι ήταν πάντα το θύμα της αδελφής της, ήτοι της παραπονούμενης, δέχθηκε πάρα πολλές απειλές από αυτήν ενώ η τελευταία προσπάθησε να επηρεάσει τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά της. Ας σημειωθεί ότι ούτε επί του πιο πάνω σημείου έχει αντεξετασθεί η παραπονούμενη. Η Αντιγόνη Κλεοβούλου, Μ.Υ.2, είναι 16 ετών και είναι θυγατέρα του κατηγορούμενου και αδελφή της παραπονούμενης και της Δώρας Κλεοβούλου, Μ.Υ.
- Η μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη την είχε 'μεγαλώσει', η ανάμνηση δε που είχε από αυτήν πριν παντρευτεί ήταν 'ένα άτομο χαρούμενο που έκανε πάντα αστεία', η παραπονούμενη άλλαξε μετά τον γάμο της με τον Ανδρέα, έγινε πιο συγκρατημένη, στην παρουσία δε του άντρα της μαζευόταν, άλλαζε. Η μάρτυρας φιλοξενείτο συχνά στο σπίτι της παραπονούμενης και του συζύγου της, κάποια βράδια όταν ήταν μικρότερη ξάπλωνε μαζί τους στο κρεβάτι για να παρακολουθήσουν τηλεόραση, ο Ανδρέας ήταν, κάτω από τα σκεπάσματα εντελώς γυμνός ενώ η παραπονούμενη φορούσε τα εσώρουχά της. Η μάρτυρας δεν πηγαίνει πια να μείνει στο σπίτι της αδελφής της, την οποίαν όμως όπως δήλωσε την αγαπά περισσότερο απ΄ όλους. Η παραπονούμενη, σύμφωνα πάντα με τη μάρτυρα, 'δεν είναι καλά στα λογικά της', την έχει "πελλάνει" ο άντρας της, τον οποίον η μάρτυρας ουδέποτε συμπάθησε καθότι "δεν αξίζει της αδελφής της". Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του κ. Ανδρέου, εκ μέρους της υπεράσπισης, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και ως εκ τούτου η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί. Είναι γεγονός ότι η παραπονούμενη καθυστέρησε να προβεί σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου. Η καθυστέρηση όμως αυτή είναι συνήθης φαινόμενο σε υποθέσεις όπως την παρούσα. Θύματα βίας και σεξουαλικής παρενόχλησης ιδιαίτερα παιδιά συχνά καθυστερούν να καταγγείλουν τέτοιου είδους υποθέσεις ενώ σε άλλες περιπτώσεις δεν προβαίνουν ποτέ σε καταγγελία, ιδιαίτερα όταν ο θύτης είναι ο γονιός ή συγγενικό τους πρόσωπο. Η παραπονούμενη κατάγγειλε το γεγονός το 2002 μετά απέσυρε το παράπονο και προέβη σε δεύτερη καταγγελία το
- Η Αστυνομία κατά την πιο πάνω περίοδο δεν προέβη σε οποιαδήποτε εξέταση της υπόθεσης ενόψει της απόσυρσης του παραπόνου. Συμφωνώ με τον κ. Ανδρέου ότι η Αστυνομία έπρεπε να είχε συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης, ανεξαρτήτως της απόσυρσης του παραπόνου, λαμβάνοντας όμως υπόψη το χρόνο που μεσολάβησε από την ημέρα της πρώτης καταγγελίας μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης, τις έρευνες τις οποίες έπρεπε να διενεργήσει η Αστυνομία και το χρόνο καταχώρησης της υπόθεσης πιστεύω ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπερβολική που να δικαιολογεί την απόρριψη της υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο που μεσολάβησε από την ημέρα καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την έκδοση της απόφασης φαίνονται στα πρακτικά η πορεία εκδίκασης της υπόθεσης. Θα ήθελα απλά να επισημάνω ότι η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης διαρκής πολλές δικάσιμους, κλήθηκαν πολλοί μάρτυρες και αναλώθηκε μεγάλος δικαστικός χρόνος στην εκδίκασή της. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και τις αρχές που διέπουν το θέμα της καθυστέρησης καταλήγω ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε δεν είναι τέτοια που θα δικαιολογούσε την απόρριψη της υπόθεσης. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν θέματα καθυστέρησης υπάρχει πλούσια νομολογία επί του θέματος, στην οποία αναφέρθηκαν και οι δύο πλευρές, δεν κρίνω σκόπιμο να τις επαναλάβω παραπέμπω απλώς στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου, Ποινική Έφεση 7549, ημερομηνίας 14.4.2004 και Χαραλαμπίδης v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 7369, ημερομηνίας 1.6.
- Ήταν επίσης η θέση του κ. Ανδρέου ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι η καταχώρηση της υπόθεσης εξαρτάτο από το "αίσθημα της παραπονούμενης", όπως είπε χαρακτηριστικά. Είναι γεγονός ότι η παραπονούμενη κατάγγειλε την υπόθεση, μετά απόσυρε το παράπονο της και επανήλθε αργότερα με νέα καταγγελία, όταν αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας της δεν είχε μετανιώσει αληθινά, το γεγονός αυτό όμως δεν αποτελεί όμως, καθ' οιονδήποτε τρόπον κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου ούτε η εισήγηση αυτή μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Θα προχωρήσω τώρα και θα εξετάσω την ουσία της υπόθεσης. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου και να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατάθεταν και παρατηρώ τα πιο κάτω: Η οικογένεια Κλεοβούλου, ενώ όλα τα μέλη της που κατάθεσαν στο Δικαστήριο δήλωναν ότι ήταν μία αγαπημένη οικογένεια, εξετάζοντας τη μαρτυρία τους πιο προσεκτικά διαφαίνεται ότι οι σχέσεις τους κάθε άλλο παρά αρμονικές ήσαν. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι δύο θυγατέρες του Δώρα και Αντιγόνη, δεν έτρεφαν θετικά αισθήματα σε σχέση με τον σύζυγο της παραπονούμενης Αντρέα, τον οποίον θεωρούσαν υπεύθυνο για τη ψυχολογική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η παραπονούμενη. Τόνισαν και οι τρεις ότι είχε μετατρέψει το σπίτι τους σε σκουπιδότοπο και ότι τα προβλήματα της παραπονούμενης άρχισαν μετά το γάμο της με τον Αντρέα. Η Αντιγόνη Κλεοβούλου δεν δίστασε δε να πει ότι ουδέποτε τον είχε συμπαθήσει. Η Δώρα Κλεοβούλου δήλωνε ότι αγαπούσε την αδελφή της, ήτοι τη παραπονούμενη και αυτός ήταν ο λόγος που έδωσε τη κατάθεση στην αστυνομία για να αποτρέψει την αυτοκτονία της παραπονούμενης. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η παραπονούμενη απειλούσε ότι αν δεν έδινε η Δώρα κατάθεση εναντίον του πατέρα της αυτή θα αυτοκτονούσε. Η παραπονούμενη ουδέποτε αντεξετάσθηκε επί του σημείου αυτού, παρ' όλον ότι η αντεξέταση της, για άλλα θέματα διάρκεσε πολλές ώρες. Πέραν τούτου όμως, πιστεύω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός ήταν εκ των υστέρων σκέψεις της μάρτυρας για να δικαιολογήσει όσα ανέφερε στην κατάθεση της και κατ' επέκταση να προστατεύσει τον πατέρα της, ήτοι τον κατηγορούμενο. Η Δώρα Κλεοβούλου μου έδωσε την εντύπωση μιας γυναίκας φοβισμένης, ταλαιπωρημένης, η ίδια δε παραδέχθηκε ότι ο σύζυγος της την κτυπούσε. Προσπαθούσε πιστεύω να αποκρύψει την αλήθεια, αρνήθηκε ότι παρενοχλήθηκε και η ίδια σεξουαλικά από τον πατέρα της, απέδιδε δε όλα όσα συνέβησαν στη ζήλια της παραπονούμενης και του συζύγου της. Οι τελευταίοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ζήλευαν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του είχαν καλές σχέσεις με τα υπόλοιπα παιδιά τους. Στη ζήλια απέδωσε και ο κατηγορούμενος τη συμπεριφορά της παραπονούμενης. Τον ισχυρισμό αυτό τον θεωρώ γελοίο, παρακολούθησα την παραπονούμενη ενώ κατάθετε και ουδέποτε μου έδωσε την εντύπωση ότι ζήλευε τα αδέλφια της ή τις σχέσεις των αδελφών της με τους γονείς της, αντιθέτως η εντύπωση που μου δόθηκε ήταν ότι αγαπούσε την οικογένεια της και νοιαζόταν ειλικρινά γι' αυτούς. Ζήλια ή τουλάχιστον αρνητικά αισθήματα, διέκρινα ότι έτρεφε η Δώρα Κλεοβούλου προς την παραπονούμενη, από τον τρόπο που μιλούσε για το πρόσωπο της. Τόσο ο κατηγορούμενος όσο και οι δύο θυγατέρες του, μάρτυρες υπεράσπισης προσπάθησαν να δώσουν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη δεν είναι εντάξει στα λογικά της, ότι τα είχε χαμένα επαναλάμβαναν δε τις ίδιες ιστορίες, ιδίως ο κατηγορούμενος και η μεγαλύτερη θυγατέρα του Δώρα Κλεοβούλου, για το επεισόδιο του ισχυριζόμενου βιασμού της παραπονούμενης, το χάσιμο των μαλλιών της σε ηλικία 16-17 ετών, τη βρωμιά που επικρατεί στο σπίτι της, για την οποίαν η παραπονούμενη δεν αντεξετάσθηκε και το βάρος της, που είναι μια, σύμφωνα μ' αυτούς, από τις αιτίες των ψυχολογικών της προβλημάτων. Κατά την εξέταση των δύο πιο πάνω προσώπων παρατήρησα ότι οι απαντήσεις τους επί των ιδίων θεμάτων ήταν σχεδόν ταυτόσημες σε βαθμό που δόθηκε η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η μαρτυρία τους ήταν προσυμφωνημένη. Ένα άλλο σημείο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση από τη κατάθεση της Δώρας Κλεοβούλου ήταν και η παραδοχή της ότι είπε ψέματα στη κατάθεση της. Η παραπονούμενη ουδέποτε αντεξετάσθηκε επί του σημείου αυτού παρ' όλον ότι η αντεξέταση της διάρκεσε πολλές ώρες. Πέραν τούτου όμως πιστεύω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός ήταν εκ των υστέρων σκέψεις της μάρτυρας για να δικαιολογήσει όλ' όσα ανέφερε στην κατάθεση της και κατ' επέκταση να προστατεύσει τον πατέρα της, ήτοι τον κατηγορούμενο. Χαρακτηριστικό δε είναι η δήλωση και των δύο ότι όταν ήταν μικρή η παραπονούμενη και έκανε αταξίες, οι γονείς της δεν τη μάλωναν γιατί ήταν η προστατευόμενη τους αλλά πάντοτε της "έτρωγε" η Δώρα. Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι τι είδους γονιός ήταν ο κατηγορούμενος όταν συμπεριφερόταν με τον πιο πάνω τρόπο. Τόνιζαν δε και οι δύο, συνέχεια, ότι η παραπονούμενη πήγαινε με τον κατηγορούμενο συχνά στους αγρούς για να μαζέψουν βότανα. Πιστεύω ότι όλα αυτά τα έλεγαν συνέχεια για να δώσουν την εικόνα στο Δικαστήριο ότι η παραπονούμενη ήταν το "καλομαθημένο" παιδί της οικογένειας όπως την αποκαλούσαν χαρακτηριστικά, που συγκέντρωνε όλη τη σημασία των γονιών της και η οποία μετά τον γάμο της υπέπεσε στη μιζέρια, ζηλεύει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας της και αυτός ήταν ο λόγος που προέβη και στη καταγγελία. Όλα αυτά δεν πείθουν βέβαια το Δικαστήριο, στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι ο κατηγορούμενος στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία δεν αναφέρει καθόλου τη ζήλια και επικαλείται άλλους λόγους τους οποίους παράθεσα πιο πάνω και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Από τη μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων απουσιάζει ο αυθορμητισμός. Ο κατηγορούμενος τόνισε πέραν της μίας φοράς και ήταν απόλυτος επί του θέματος ότι ουδέποτε είχε παρενοχλήσει τα παιδιά του, συμπεριλαμβανομένης και της παραπονούμενης, μου έκανε όμως εντύπωση το γεγονός ότι στη συνάντηση που είχε με τις δύο θυγατέρες του, σύμφωνα με τη κατάθεση του ιδίου, το πρώτο πράγμα που τις ρώτησε ήταν κατά πόσον είχε 'προχωρήσει', πέρασε και από τον νου του ότι κάτι είχε πράξει, δήλωσε δε ότι 'θ' αυτοκτονούσε'. Εν΄ όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος και η Δώρα Κλεοβούλου δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία τους. Η Αντιγόνη Κλεοβούλου απαντούσε αυθόρμητα, ήταν έκδηλη η αγάπη που έτρεφε στην αδελφή της, τη παραπονούμενη και πιστεύω ότι ήταν ειλικρινής και περιέγραψε στο Δικαστήριο τα γεγονότα, τουλάχιστον όπως τ' αντιλαμβανόταν η ίδια. Δέχομαι τη μαρτυρία της ως προς τα γεγονότα, απορρίπτω όμως τη μαρτυρία της και συγκεκριμένα τη γνώμη της ως προς τη ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης και τα αίτια της κατάστασης της. Οι δυο αστυνομικοί ήσαν ανεξάρτητοι μάρτυρες, οι μαρτυρίες τους ήταν τυπική, κανένα λόγο είχαν να προσφύγουν στο ψεύδος και τη μαρτυρία τους η οποία ήταν θετική και είχε συνοχή, την δέχομαι στο σύνολό της. Καλή εντύπωση μου έκανε επίσης και η Αντρούλλα Χριστοφή, η κλινική ψυχολόγος την οποία θεωρώ ότι είχε την αναγκαία κατάρτιση τόσο τα προσόντα, όσο και την πείρα να καταθέσει επί του θέματος. Από τη μαρτυρία της δέχομαι όλα όσα ανέφερε σχετικά με τη ψυχολογική κατάσταση που βρίσκεται η παραπονούμενη, για τον τρόπο που αντιδρούν τα θύματα σεξουαλικής παρενόχλησης, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν να αποκαλύψουν τις τραυματικές εμπειρίες που έχουν βιώσει, δέχομαι επίσης ότι η παραπονούμενη της ανέφερε ότι κακοποιήθηκε από τον πατέρα της. Η δήλωση της αυτή δεν γίνεται αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου αλλά ότι η πιο πάνω δήλωση είχε γίνει. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία της παραπονούμενης και του συζύγου της Ανδρέα Ζένιου. Η Νίκη Ζένιου περιγράφηκε από τον πατέρα της και την αδελφή της Δώρα Κλεοβούλου και αυτή ήταν και η γραμμή της υπεράσπισης ότι ήταν άτομο ψυχικά διαταραγμένο, ότι ήταν 'τρελή ', όλα όσα κατάθεσε στο Δικαστήριο ήταν ψεύδη και προέβη στην καταγγελία λόγω ζήλιας. Η εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο η παραπονούμενη όμως ήταν διαφορετική. Η παραπονούμενη δεν ήταν ψυχικά ανισόρροπη, δεν ήταν τρελή, όπως ήθελαν να την παρουσιάσουν οι δικοί της, φαινόταν όμως άτομο το οποίο είχε ψυχολογικά προβλήματα, ήτοι έπασχε από μελαγχολία αποπειράθηκε πέραν της μίας φοράς ν' αυτοκτονήσει, γεγονότα τα οποία αποκάλυψε η ίδια στο Δικαστήριο, σχετική επί του σημείου αυτού ήταν και η κατάθεση της ψυχολόγου. Η εντύπωση που μου έκανε η παραπονούμενη ήταν θετική παρ' όλα αυτά όμως επισημαίνω ότι η μαρτυρία της είναι κάπως συγχυσμένη, ενώ σε πολλά σημεία είναι αόριστη και δεν ρίχνει φως ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Περιέγραψε τα επεισόδια, αντικείμενο των κατηγοριών με τρόπο γενικό, έλεγε συνεχώς ότι παρενοχλείτο όταν ήταν μικρή στα βοηθητικά όπου έμεναν οι παππούδες ή στη μάντρα του κατηγορουμένου χωρίς όμως να δίδει αρκετές λεπτομέρειες. Χαρακτηριστική δε είναι η δήλωση της ότι "σαν μωρό δεν ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε τότε" θυμόταν όμως έντονα ότι φοβόταν. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα επεισόδια, αντικείμενο των υπόλοιπων κατηγοριών. Η παραπονούμενη δεν έδωσε μία σαφή εικόνα πού ακριβώς την είχε αγγίξει ο κατηγορούμενος, κατά πόσο δε είχε σε κάποια από τα επεισόδια σηκώσει τη φούστα της και αγγίξει τα στήθη της. Πιθανό η αδυναμία της αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων, δύο και πλέον δεκαετίες από τη διάπραξη του αδικήματος, αντικείμενο πρώτης κατηγορίας, δεκαπέντε περίπου έτη από τη διάπραξη των αδικημάτων, αντικείμενο της 4ης κατηγορίας και δέκα περίπου έτη από τη διάπραξη των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων, αντικείμενο των κατηγοριών 2 και
- Πέραν των πιο πάνω όμως θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι βρίσκω κάπως παράξενο τον λόγο που οδήγησε τη παραπονούμενη να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία. Υπενθυμίζω ότι ήταν η θέση τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου της ότι πήγαν στην αστυνομία όχι για να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος αλλά για να ζητήσουν προστασία όταν θα μιλούσε η παραπονούμενη στον πατέρα της για τη σεξουαλική παρενόχληση που είχε δεχθεί καθότι ο τελευταίος ήταν βίαιος και φοβόντουσαν να του μιλήσουν. Προς υποστήριξη της θέσης τους αυτή αναφέρθηκαν σε ένα περιστατικό που έγινε πριν πολλά χρόνια κατά του αρραβώνα τους, όταν ο κατηγορούμενος πυροβόλησε στον αέρα και στο γεγονός ότι όταν η παραπονούμενη ήταν μικρή ο κατηγορούμενος συνήθιζε να μεθά και να κτυπά τη σύζυγο και τα παιδιά του. Η παραπονούμενη και ο σύζυγος της όμως παραδέχθηκαν ότι πέραν των πιο πάνω και τουλάχιστον τα τελευταία 8 χρόνια ο κατηγορούμενος ουδέποτε άσκησε βία εναντίον τους. Παραδέχθηκαν επίσης ότι ήταν ο κατηγορούμενος που είχε κτίσει το σπίτι τους και λόγω του γεγονότος αυτού έρχονταν συχνά σε επαφή μαζί του και ουδέποτε υπήρξε βίαιος. Πέραν τούτου, θα ήθελα επίσης να παρατηρήσω ότι παρά τη δήλωση της παραπονούμενης ότι ήθελε προστασία από την αστυνομία για να του μιλήσει, όταν τελικά του μίλησε και αυτός μετάνιωσε για τις πράξεις του σύμφωνα με την ίδια, στη συνάντηση δεν παρευρίσκετο οποιοσδήποτε αστυνομικός. Αμφιβολίες και ερωτηματικά δημιουργεί στο Δικαστήριο η συμπεριφορά της παραπονούμενης και του συζύγου μετά την πρώτη καταγγελία. Η ίδια και ο σύζυγος της καλούν τον κατηγορούμενο να πάει στο σπίτι τους και να τους βοηθήσει με την ανέγερση κάποιου οικοδομήματος ενώ λίγο αργότερα όταν η παραπονούμενη πληροφορείται από τον σύζυγο της ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε μετανιώσει για τις πράξεις του τρέχει εκ νέου στην αστυνομία, χωρίς δεύτερη σκέψη και προβαίνει σε δεύτερη καταγγελία εναντίον του καθότι είχε ήδη αποσύρει την πρώτη καταγγελία. Ο Ανδρέας Ζένιου ασχολείται με τη συλλογή σκυβάλων, μου έδωσε όμως την εντύπωση ατόμου έξυπνου και μορφωμένου, παρ' όλον ότι η συμπεριφορά του ήταν κάπως περίεργη. Ο μάρτυρας γνώριζε εδώ και πολλά έτη για τη παρενόχληση που είχε δεχθεί η σύζυγος του από τον πατέρα της, δεν κατάγγειλε όμως το γεγονός στην αστυνομία καθότι αυτή ήταν η επιθυμία της συζύγου του την οποία σεβάστηκε. Αυτό είναι κατανοητό και κατά την άποψη μου λογικό. Εκείνο όμως που μου δημιουργεί ερωτηματικά και απορίες είναι η δήλωση του μάρτυρα ότι για όλα όσα του ανάφερε η σύζυγος του κρατούσε σημειώσεις και έγραφε βιβλίο, ουδέποτε όμως ζήτησε από τον πεθερό του να μιλήσουν για το θέμα αυτό παρ' όλο ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, η σεξουαλική παρενόχληση που είχε δεχθεί η σύζυγος του ήταν η αιτία που αντιμετώπιζε η ίδια πολλά ψυχολογικά προβλήματα από το 1995 μέχρι σήμερα. Η μαρτυρία δε των δύο ως προς τα γεγονότα που συνέβησαν αντικείμενο των κατηγοριών, δεν συνάδει μεταξύ της. Ο Ανδρέας Ζένιου είπε ότι η σύζυγος του είχε υποστεί σεξουαλική επίθεση από τον κατηγορούμενο με την απειλή μαχαιριού την έριξε σε κρεβάτι και της έβαλε μαχαίρι κάτω από το πηγούνι της, το οποίο είχε πάρει από τη κουζίνα ενώ η παραπονούμενη ουδέποτε αναφέρθηκε σε επίθεση που δέχθηκε σε κρεβάτι, ούτε ότι απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο με μαχαίρι. Ο Ανδρέας Ζένιου αναφέρει επίσης ότι η παραπονούμενη αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία όταν έμαθε ότι ο πατέρας της παρενοχλούσε τη Δώρα και τον Πέτρο, η παραπονούμενη όμως είπε στο Δικαστήριο ότι γνώριζε για τη Δώρα τουλάχιστον εδώ και πολλά χρόνια. Την είδε δε σύμφωνα με την ίδια να κάνει στοματικό έρωτα στον πατέρα της και η Δώρα της είχε πει ότι ήταν ο πατέρας τους που την είχε "καταστρέψει". Αμφιβολίες μου δημιουργεί και η δήλωση της παραπονούμενης και του συζύγου της ότι τα ψυχολογικά προβλήματα της παραπονούμενης άρχισαν όταν ήταν νιόπαντρη και ο κατηγορούμενος της ζήτησε να τη φιλήσει στο στόμα αυτή αρνήθηκε, του είπε να τη φιλήσει στο μάγουλο, αυτός δεν δέχθηκε και έφυγε. Είναι κατά την αντίληψη μου παράξενο μια κοπέλα που παρενοχλείτο συστηματικά από τον πατέρα της από παιδική ηλικία και για σειράν ετών, την χάιδευε στα γεννητικά όργανα, της χάιδευε το στήθος, γνώριζε ήδη πολύ καλά τον κακό του χαρακτήρα να επηρεάστηκε τόσο πολύ το 1995 όταν της ζήτησε να τη φιλήσει στα χείλη, όταν είχε ήδη παντρευτεί και ζούσε μακριά, να επηρεαστεί τότε σε τόσον βαθμό και όχι νωρίτερα όταν είχε υποστεί, σύμφωνα με την ίδια πολύ χειρότερα πράγματα και το σοκ της, από την αποτυχημένη απόπειρα του κατηγορουμένου να τη φιλήσει, να ήταν τόσο μεγάλο που από τότε να αρχίσουν τα ψυχολογικά της προβλήματα. Έχω εξετάσει τη μαρτυρία τους προσεκτικά και κρίνω ότι θα ήταν ανασφαλές, για τους λόγους που παράθεσα πιο πάνω, να βασισθώ επί αυτής και να καταδικάσω τον κατηγορούμενο στα αδικήματα που αντιμετωπίζει, όπου το βάρος της απόδειξης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εν' όψει τούτου δεν θα προχωρήσω σε αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Το γεγονός δε ότι έχω απορρίψει τη μαρτυρία της Δώρας Κλεοβούλου και του κατηγορούμενου δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Η υπόθεση απορρίπτεται ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σ' όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει . (Υπ.) .......... Τ. Καρακάννα, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο