Αστυνομία ν. Γεώργιος Σταύρου Χαμίτ, Αρ. Υπόθεσης: 10749/04, 21 Ιανουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10749/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Γεώργιος Σταύρου Χαμίτ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- της οδήγησης καθόν χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις την εκπνοή υπερβαίνει το καθορισθέν όριο κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 11 του περί Οδικής Ασφαλείας Νόμου, Ν.174/86και ΚΔΠ 51/90 του Νόμου 33
(1)/2000 και του Νόμου 80
(1)/
- της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος, η εγγραφή του οποίου ακυρώθηκε υπό του Εφόρου, κατά παράβαση των καν. 5,9
(1)
(3)72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, ΚΔΠ 66/84, ΚΔΠ 189/84 και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/
- Αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 2 και 3 ο Κατηγορούμενος τις έχει παραδεκτεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αρ. 1 το αδίκημα ανατρέχει στις 25.6.2004 στη Λεωφόρο Νίκου & Δέσποινας Παττίχη στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής SY 240 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 458 Γ. Κακουλλή (ΜΚ1) και το Διονύσιο Μιχαήλ (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1, ανέφερε ότι την 25.6.2004 η ώρα 9:30 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που έγινε στη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη, στη συμβολή των φώτων τροχαίας με την οδό Καλύμνου στην Λάρνακα με ενεχόμενα οχήματα το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής SY 240 το οποίο οδηγούσε ο Γιώργος Σταύρου Χαμίτ (Κατηγορούμενος) και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΒΗ 228 που οδηγούσε ο Διονύσιος Μιχαήλ (ΜΚ2). Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί ήταν παρόντες. Στη παρουσία τους ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και πήρε τα αναγκαία μέτρα. Από το πρόχειρο εκπόνησε τελικό σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο
- Με την ένδειξη Α στο Τεκμήριο 2 φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής SY 240 και με την ένδειξη Α1 η τελική θέση του εν λόγω αυτοκινήτου. Με την ένδειξη Β φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου του ΜΚ2 και με την ένδειξη Β1 η τελική του θέση. Ο ΜΚ1 κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης Χ ενόψει των τελικών θέσεων των οχημάτων και των ζημιών στο όχημα του ΜΚ
- Στη συμβολή των Φώτων Τροχαίας της Λεωφόρου με την οδό Καλύμνου εάν στην πορεία Α του Κατηγορούμενου υπάρχει πράσινο βέλος, έχει προτεραιότητα να στρίψει δεξιά δηλαδή στην εξ΄ αντιθέτου κατεύθυνση το φως είναι κόκκινο. Αν είναι πράσινο στα φώτα τροχαίας σύμφωνα με την πορεία Β, προτεραιότητα έχει ο ΜΚ
- Ο ΜΚ1 έλεγξε τα φώτα τροχαίας και διαπίστωσε ότι όλα λειτουργούσαν κανονικά. Στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βούλωσε η αριστερή πόρτα και το πίσω αριστερό φτερό. Στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 βούλωσε ο μπροστινός προφυλακτήρας, καπό, αριστερό μπροστινό φανάρι. Η Λεωφόρος Νίκου και Δέσποινας Παττίχη είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας και την ώρα του δυστυχήματος ήταν στεγνή. Ο καιρός ήταν αίθριος. Σημειώθηκε στο Τεκμήριο 2 με την ένδειξη Χ το σημείο σύγκρουσης με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο οδηγοί. Η γραμμή ορατότητας και των δύο οδηγών από το σημείο συγκρούσεως Χ εν σχέση με την πορεία τους ήταν πέραν των 100 μέτρων. Στις 29.6.2004 ο ΜΚ1 υπέδειξε και επεξήγησε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα στον Κατηγορούμενο αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε να το υπογράψει. ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος, σε υποβολή του Κατηγορούμενου πως το βέλος ήταν πράσινο σύμφωνα με την πορεία του την ώρα που περνούσε, ο μάρτυρας απάντησε ότι όταν το φως της οδού Καλύμνου που είναι κάθετη στη Λεωφόρο Νίκου & Δέσποινας Παττίχη είναι πράσινο, για την Λεωφόρο Νίκου & Δέσποινας Παττίχη είναι κόκκινο. ΄Οταν ανάψει το κόκκινο στην οδό Καλύμνου τότε ανάβει πορτοκαλί και πράσινο φως με πράσινο βέλος σε σχέση με την πορεία του Κατηγορούμενου ενώ από την άλλη πλευρά, από την πορεία Β, είναι κόκκινο. Το πράσινο βέλος διαρκεί για μερικά δευτερόλεπτα και ακολούθως ανάβει πορτοκάλι και πράσινο δίνοντας προτεραιότητα στην πορεία Β. Ο ΜΚ2 ανέφερε στην κατάθεση του, Τεκμήριο 5 την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ότι στις 25.6.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΚΒΗ 228 στη Λεωφόρο Νίκου & Δέσποινας Παττίχη σύμφωνα με την πορεία Β του Τεκμηρίου
- Σε απόσταση 100μ. πριν τα φώτα τροχαίας τα φώτα ήταν κόκκινα, σε απόσταση 40-50 μ. τα φώτα άλλαξαν και άναψε πορτοκαλί και ακολούθως πράσινο και ο ΜΚ2 συνέχισε την πορεία του. Μόλις πέρασε τα φώτα τροχαίας και εισήλθε στη διασταύρωση είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου που οδηγείτο απο την αντίθετη κατεύθυνση να στρίβει δεξιά και να εισέρχεται στη διασταύρωση ανακόπτοντας του την πορεία του. Ακολούθως ο ΜΚ2 ανέφερε πως φθάνοντας στα φώτα της Λεωφόρου Παττίχη ήταν κόκκινο. Μόλις άναψαν τα φώτα πήρε τη δεξιά λωρίδα αφού το αυτοκίνητο που προηγείτο σταμάτησε στα φώτα και έδειξε αριστερά. Πριν τη μέση του δρόμου στα 40-50 μ. άναψε πράσινο και ο ΜΚ2 εισήλθε 12-15μ. στο φανάρι όταν ο Κατηγορούμενος στρίβοντας δεξιά του απέκοψε το δρόμο. Ο ΜΚ2 συγκρούσθηκε στο μέσο του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος απαντώντας σε υποβολή του Κατηγορούμενου ότι ήταν αναμμένο το πράσινο φως στα δεξιά και γι΄ αυτό πέρασε ανέφερε πως αφού το τόξο έδειχνε να πάει δεξιά «πως πέρασε ο άλλος ο οποίος ήταν δίπλα μου και έφυγε από τη λωρίδα και προηγείτο ο άλλος». Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επί λέξει τα εξής: «Δεν έχω τίποτε να πω εκτός ότι αυτός μου κτύπησε εμένα όχι εγώ σ΄ αυτόν». Στο Τεκμήριο αρ. 3 ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι όταν πλησίασε τα φώτα τροχαίας πήρε τη δεξιά λωρίδα με σκοπό να στρίψει δεξιά. Μόλις έφθασε στα φώτα τροχαίας σταμάτησε γιατί ήταν κόκκινο και περίμενε. Μετά από λίγο άναψε το πορτοκαλί και το πράσινο, εκκίνησε και έστριψε δεξιά αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι στην εξ΄ αντιθέτου κατεύθυνση δεν ερχόταν κανείς. Αφού εισήλθε στη διασταύρωση και έστριψε δεξιά λίγα μέτρα πριν εισέλθει στην πάροδο ένα άλλο αυτοκίνητο ήρθε και τον κτύπησε στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Αμέσως σταμάτησε και κατέβηκε κάτω. Δεν γνωρίζει πως ή από που ήρθε αυτό το αυτοκίνητο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο αρ. 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει και η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2, τις ζημιές στα δύο οχήματα καθώς και τα ευρήματα του γίνονται αποδεκτά στην ολότητα τους. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του ότι τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά, εξάλλου δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο η ορθή λειτουργία των φώτων τροχαίας. (βλ. Lysandros Anastassiou Kestas v. The Police
(1970)2 CLR 74 και Wilkinson´s Road Traffic Offences, 10th Edition στη σελ. 118) Ο ΜΚ2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Η συμπεριφορά του στο εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου που εξέθεσε με απλό και ακριβή τρόπο όσα συνέβησαν. ΄Ηταν σταθερός και σαφής στις απαντήσεις του και κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Σημειώνω εδώ πως η μαρτυρία του μάρτυρα όσον αφορά την πορεία του αυτοκινήτου του, το γεγονός ότι το φως στην πορεία του ήταν πράσινο και την ανακοπή της πορείας του αυτοκινήτου του δεν αμφισβητήθηκαν. Σημειώνω, περαιτέρω, πως η ένορκη μαρτυρία του ΜΚ2 συνάδει με την πραγματική μαρτυρία - Τεκμήριο 2 και ζημιές στα δύο οχήματα - η οποία αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388.) Ο Κατηγορούμενος επέλεξε την ανώμοτη δήλωση η οποία σύμφωνα με την νομολογία δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά απλά υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο αυτό μπορεί να δώσει κάποια βαρύτητα στην έκταση που το κρίνει ορθό ανάλογα και με τα υπόλοιπα γεγονότα της κάθε υπόθεσης όπως αυτά αποδεικνύονται ενώπιον του (βλ. μεταξύ άλλων Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 σελ. 210-211 και Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Γ. Κακογιάννη σελ. 253 παράγρ. 11-42). Aφού μελέτησα το θέμα καταλήγω ότι η εκδοχή του Κατηγορουμένου εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας δεν υποστηρίζεται από ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου και δεν είναι ικανή να δημιουργήσει οποιαδήποτε αμφιβολία για την ενοχή του. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan 73 Crim. App. R.
- Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορουμένου. ΄Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω πως πρέπει να αποδοθεί η δέουσα βαρύτητα στην δήλωση του Κατηγορουμένου που περιέχεται στο Τεκμήριο 3 ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνωρίζει πως ή από που ήρθε το αυτοκίνητο του ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση. Ως αποτέλεσμα βρίσκω τα πιο κάτω: Στις 25.6.2003 ο ΜΚ2 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΚΒΗ 228 στη Λεωφόρο Νίκου και Δέσποινας Παττίχη σύμφωνα με την πορεία Β του Τεκμηρίου
- Το φως στην πορεία του ήταν πράσινο. Αφού εισήλθε 12-15μ. εντός της διασταύρωσης το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής SY 240 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση σύμφωνα με την πορεία Α του Τεκμηρίου 2 εισήλθε στη διασταύρωση στρίβοντας δεξιά προς την πάροδο της οδού Καλύμνου και του ανέκοψε την πορεία του. Ο ΜΚ1 ο οποίος επισκέφθηκε τη σκηνή βρήκε τα δύο αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις. Η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ του Τεκμηρίου
- Η ορατότητα των δύο οδηγών ήταν πέραν των 100 μ. Τα φώτα τροχαίας λειτουργούσαν κανονικά. Τα δύο αυτοκίνητα υπέστησαν ζημιές, στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 βούλωσε ο μπροστινός προφυλακτήρας, καπό, αριστερό μπροστινό φανάρι και στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου βούλωσε η αριστερή πόρτα και το πίσω αριστερό φτερό. Ο Κατηγορούμενος πριν το δυστύχημα δεν αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο του ΜΚ
- Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Aυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Σύμφωνα με την υπόθεση Constantinou v. Katsouris (ανωτέρω) το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας βαραίνει κάθε οδηγό παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις. ΄Εχοντας υπόψη μου τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται βρίσκω ότι η αμέλεια του Κατηγορουμένου συνίσταται στο ότι στην προσπάθεια του να εισέλθει στην πάροδο εισήλθε στη διασταύρωση όταν το φως στην πορεία του ήταν κόκκινο και αν και είχε ορατότητα δεν είχε πλήρη παρατηρητικότητα για άλλα αυτοκίνητα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση επί της Λεωφόρου, απέτυχε να αντιληφθεί το όχημα του ΜΚ2 με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία. Δια όλους τους πιο πάνω λόγους είμαι ικανοποιημένη ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ.1, την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτή. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο