← Κύπρος

Αστυνομία ν. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12603/03, 25 Ιανουαρίου 2005

Αστυνομία ν. Στέλιος Στυλιανού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12603/03, 25 Ιανουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου - Καρακάννα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12603/03 Αστυνομία v.

  1. Στέλιος Στυλιανού
  2. Εταιρεία Investylia Ltd _______________ Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2005 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Παπανικολάου. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Η κα Μαθηκολώνη. Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της παράλειψης επιστροφής χρηματικού ποσού που εισπράχθηκε με προοπτικές ή και με παραστάσεις εισαγωγής τίτλων στο Χρηματιστήριο κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμος του 1993, αρ. 14

(1)/ 93 και άρθρων 2, 3, 4, 5 και 6 του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 2002 168
(1)/
  1. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 1.2.2000 - 31.8.2002 στη Λάρνακα, ενώ ήταν εκδότες, εισέπραξαν το ποσό των Λ.Κ.1800 από τον Ανδρέα Χρυσοστόμου, με σκοπό τη παραχώρηση 3.000 μετοχών της Εταιρείας INVESTYLIA LTD, με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, και εφ΄ όσον οι σχετικοί τίτλοι δεν εισήχθησαν παρέλειψαν να επιστρέψουν το ποσό που κατέβαλε σ΄ αυτούς ο παραπονούμενος εφ΄ όσον το ζήτησε εγγράφως με επιστολή του ημερομηνίας 19.8.
  2. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας κατατέθηκε ως παραδεκτά γεγονότα, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατάθεσε ο παραπονούμενος και εκ μέρους της υπεράσπισης ο κατηγορούμενος, τα συνοψίζω. Η πρώτη κατηγορουμένη είναι η εταιρεία INVESTYLIA LTD που συστάθηκε στις 17.12.1977 ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με αρ. εγγραφής 10380 σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.
  3. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο Στέλιος Στυλιανού, Διευθυντής της εταιρείας INVESTYLIA LTD, Φανερωμένης
  4. Τη 28 Ιανουαρίου 2000, με απόφαση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, η Εταιρεία αύξησε το εγκεκριμένο μετοχικό της κεφάλαιο από 30.120 διαιρεμένο σε 30.000 συνήθεις μετοχές της Λ.Κ.1 η καθεμιά και 120 ιδρυτικές μετοχές της Λ.Κ.1 η καθεμιά, σε Λ.Κ.30.030.
  5. Σκοπός της αύξησης του εγκεκριμένου μετοχικού κεφαλαίου ήταν να καταστεί δυνατή η Δημόσια Πρόσκληση. Τη 28.1.2000 η κατηγορουμένη - εταιρεία με απόφαση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης μετατράπηκε από Ιδιωτική, σε Δημόσια υιοθετώντας καταστατικό Δημόσιας Εταιρείας. Ο παραπονούμενος πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη εταιρεία διέθετε προς πώληση μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση και αρχές Ιανουαρίου του 2000 επισκέφθηκε τα γραφεία της κατηγορουμένης - εταιρείας στη Λάρνακα, όπου συμπλήρωσε και υπόγραψε ανέκκλητη αίτηση με τίτλο ιδιωτική τοποθέτηση για αγορά 3.000 συνήθων μετοχών ονομαστικής αξίας Λ.Κ.0,50 εκάστη στη τιμή των Λ.Κ.0,60 με ιδιωτική τοποθέτηση και πλήρωσε την κατηγορουμένη εταιρεία, το ποσό των Λ.Κ.180 που αντιστοιχούσε στο 10% της αξίας των μετοχών που αιτήθηκε. Το ποσό αυτό εισπράχθηκε και κατατέθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας ο οποίος πιστώθηκε με το ανάλογο ποσό. Τη 27.3.2000 η κατηγορούμενη - εταιρεία απηύθυνε προς το κοινό Δημόσια Πρόσκληση για Εγγραφή μέσω του Εφόρου Εταιρειών καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών σχετικό Ενημερωτικό Δελτίο (PROSPECTUS), το οποίο αποστάληκε τη 5.4.2000 στη παραπονούμενη και παραλήφθηκε απ΄ αυτόν, Τεκμήριο
  6. Τη 5.4.2000 η κατηγορουμένη - Εταιρεία με επιστολή της, Τεκμήριο 3, η οποία συνόδευε το Ενημερωτικό Δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή, παραχώρησε στο παραπονούμενο τις μετοχές που αυτός αιτήθηκε. Η επιστολή συνοδευόταν από κατάσταση λογαριασμού, στην οποία φαινόταν το ποσό που όφειλε να πληρώσει ο παραπονούμενος προς εξόφληση των μετοχών που του παραχωρήθηκαν, δηλαδή το υπόλοιπο 90% των συνήθων μετοχών που αιτήθηκε. Τη 14.4.2000 ο παραπονούμενος μετέβηκε στα γραφεία της κατηγορουμένης - εταιρείας και πλήρωσε το ποσό των Λ.Κ1.
  7. Η κατηγορούμενη-εταιρεία του έκδωσε απόδειξη εισπράξεως, ίδιας ημερομηνίας. Το ποσό που εισέπραξε η κατηγορουμένη - εταιρεία, κατατέθηκε σε τραπεζικό της λογαριασμό με τη Λαϊκή Τράπεζα, ο οποίος πιστώθηκε με το ανάλογο ποσόν. Την ίδια μέρα ο παραπονούμενος ζήτησε να του παραχωρηθούν ακόμη 2000 μετοχές. Αρχές Μαίου του παραχωρήθηκαν οι πιο πάνω μετοχές και επιπλέον 5 ιδρυτικές μετοχές, αφού κατέβαλε το ποσόν των ΛΚ
  8. Αρχές Ιουνίου 2000, η κατηγορουμένη - εταιρεία εξέδωσε στο όνομα του παραπονούμενου, πιστοποιητικό μετοχών για 5.000 συνήθεις μετοχές και 5 ιδρυτικές μετοχές με αριθμό Μητρώου
  9. Κατά τον ίδιο μήνα Ιούνιο του 2000 ο παραπονούμενος παρέλαβε, μέσω ταχυδρομείου, τίτλους για τις 5.000 συνήθεις μετοχές και τις 5 ιδρυτικές μετοχές καθώς και τίτλο για δικαιώματα μετοχών. Η κατηγορουμένη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, τη 14.6.
  10. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ, μετά από πάροδο δεκατριών μηνών εξέτασε την αίτηση της κατηγορουμένης - εταιρείας, παραχωρώντας της συνεχείς παρατάσεις στην εταιρεία από 14.9.2000 μέχρι 20.2.2002, Τεκμήρια 7 (α) (β) (γ) (δ) (ε) (στ) (ζ) (η) (θ)). Την 19.8.02 ο παραπονούμενος απέστειλε επιστολή στη κατηγορουμένη - εταιρεία με την οποίαν ζητούσε επιστροφή των χρημάτων του. Κατά τη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας, τη 5.12.2001, το Συμβούλιο κατάθεσε ενώπιον των μετόχων Ειδικό Ψήφισμα ζητώντας εξουσιοδότηση να προβεί, εάν χρειαζόταν, σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας, προς ικανοποίηση μετόχων που απαίτησαν επιστροφή των χρημάτων τους. Η Γενική Συνέλευση, με συντριπτική πλειοψηφία 95,65%, απέρριψε το Ειδικό Ψήφισμα απαγορεύοντας στους Συμβούλους όπως προβούν σ' οποιανδήποτε επιστροφή χρημάτων σε μετόχους που το απαίτησαν. Κατά την Έκτατη Γενική Συνέλευση, 25.9.2002, εγκρίθηκε ψήφισμα που κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας να εξαγοράζει μετοχές της Εταιρείας βάση των προνοιών του Νόμου 135 (I) / 2000, Τεκμήριο
  11. Βάση της απόφασης αυτής, η Εταιρεία πρόσφερε τη 30.6.2003 στο παραπονούμενο την ευκαιρία να διαθέσει τις μετοχές του, αλλά αυτός αρνήθηκε, Τεκμήρια 10 (α) και (β)). Την 1.9.2003 η Εταιρεία πρόσφερε σ' όλους τους μετόχους της, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου τη δυνατότητα να δανειοδοτηθούν από την Εταιρεία με πολύ ευνοϊκό επιτόκιο με εξασφαλίσεις που μπορούσαν να περιλάβουν τις μετοχές τους. Ο παραπονούμενος δεν έδειξε ενδιαφέρον, Τεκμήριο
  12. Οι τίτλοι της κατηγορούμενης - εταιρείας, δεν έχουν μέχρι σήμερα εισαχθεί στο ΧΑΚ. Το καθαρό λογιστικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι ΛΚ5.000.000 ενώ για να επιστρέψει τα χρήματα πλέον τους τόκους σε όλους τους μετόχους χρειάζεται ποσόν πέραν των ΛΚ 7.500.000 και αυτό νοουμένου ότι θα μπορούσε να εκποιήσει σε τρέχουσες τιμές όλα τα περιουσιακά της στοιχεία. Η κατηγορουμένη - εταιρεία, κανένα ποσό επέστρεψε στο παραπονούμενο μέχρι σήμερα. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε τις καταθέσεις που είχε δώσει στην Αστυνομία και κατάθεσε τις επιστολές που είχε αποστείλει στη κατηγορουμένη - εταιρεία. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε και ο διευθυντής της Στέλιος Στυλιανού, ο οποίος αναφέρθηκε αναλυτικά στις εργασίες της εταιρείας, στους λόγους που δεν κατέστη δυνατή η ένταξη της στο Χρηματιστήριο στις αποφάσεις που ελήφθησαν στις Γενικές Συνελεύσεις και στη σημερινή τιμή διαπραγμάτευσης των μετοχών της INVESTYLIA LTD. Είχα την ευκαιρία να εξετάσω τη μαρτυρία των μαρτύρων και να τους παρακολουθήσω ενώ κατάθεταν. Η μαρτυρία του παραπονούμενου συνάδει με τη μαρτυρία του κατηγορουμένου και με τα παραδεκτά γεγονότα, το μόνο που αμφισβητείται από τη μαρτυρία του είναι κατά πόσον είχε επισκεφθεί τα γραφεία της εταιρείας και συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του επί του σημείου αυτού περιέχει αντιφάσεις, πέραν τούτου όμως στις καταθέσεις που είχε δώσει στην αστυνομία, στις οποίες περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τις ενέργειες του, καμία μνεία κάνει σε τέτοιο γεγονός και ως εκ τούτου απορρίπτω τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση, η μαρτυρία του ήταν θετική, απαντούσε με σαφήνεια τις ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σ' αντιφάσεις και ως εκ τούτου τη δέχομαι στο σύνολον της. Η κατηγορία στηρίζεται στο νόμο 168
(1)/2002 και συγκεκριμένα στο άρθρο 3 που προβλέπει τα πιο κάτω: "3. -
(1)Εκδότης, ο οποίος εισέπραξε χρηματικά ποσά ή άλλα ανταλλάγματα για την παροχή ή με την υπόσχεση παροχής τίτλων και με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, έχει υποχρέωση να επιστρέψει, μέσα σε τριάντα ημέρες από την υποβολή γραπτής απαίτησης προς τούτο, με τόκο προς επτά τοις εκατόν (7%) από την ημερομηνία εισπράξεώς τους, τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα, εφόσον - (α) Ο εκδότης εισέπραξε τα χρηματικά ποσά ή άλλα ανταλλάγματα προ της 1ης Μαρτίου 2002× και (β) κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου οι τίτλοι που δεν έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, υποβολή γραπτής απαίτησης, επιπροσθέτως οποιουδήποτε άλλου τρόπου ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου, σημαίνει τη διά προσωπικής επίδοσης σε οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη ή τη διά διπλοσυστημένης επιστολής αποστολή της στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του εκδότη, στον τόπο που καθορίζεται στο άρθρο 102
(1)του περί Εταιρειών Νόμου× σε περίπτωση ισχυρισμού του εκδότη περί μη παραλαβής της γραπτής απαίτησης τεκμαίρεται ότι αυτή υποβλήθηκε νόμιμα και για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου η προθεσμία των τριάντα ημερών αρχίζει μετά παρέλευση τριών ημερών από την ημερομηνία αποστολής της: Νοείται ότι ο δικαιούχος επιστροφής, αμέσως μετά την επιστροφή των χρημάτων ή των άλλων ανταλλαγμάτων, υποχρεούται να επιστρέψει στον εκδότη τους σχετικούς τίτλους και να τους μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του εκδότη υπογράφοντας κάθε αναγκαίο προς τούτο έγγραφο." Το άρθρο 10 του πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι: "Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εκάστοτε σε ισχύ περί Εταιρειών Νόμου ." Εν' όψει της πιο πάνω επιφύλαξης, εξυπακούεται ότι ο Νόμος 168
(1)/02 θα εφαρμόζεται τηρουμένων των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορουμένη εταιρεία δεν είχε δικαίωμα ν' αγοράσει τις μετοχές της καθότι αυτό θα σήμαινε αναπόφευκτα μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Τέτοια ενέργεια θα προσέκρουε στις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ως έχει τροποποιηθεί. Η διαδικασία μείωσης κεφαλαίου εταιρείας ρυθμίζεται από τ΄ άρθρα 64 μέχρι 67 του περί Εταιρειών Νόμου, ΚΕΦ. 113, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων, εταιρεία δύναται να μειώσει το μετοχικό της κεφάλαιο με ειδικό ψήφισμα, άρθρο 64, στη συνέχεια όμως η εταιρεία πρέπει να αποταθεί στο Δικαστήριο και να εξασφαλίσει διάταγμα που να επικυρώνει τη μείωση, άρθρο 65. Το Δικαστήριο εάν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις που ρητά προβλέπονται στ΄ άρθρο 66, δύναται να επικυρώσει τη μείωση και να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου και το πρακτικό του ψηφίσματος καταχωρούνται στο Έφορο Εταιρειών, το καταχωρημένο διάταγμα έχει εφαρμογή μετά τη καταχώρηση του. Ένας από τους σκοπούς των πιο πάνω προνοιών είναι η προστασία των πιστωτών της εταιρείας, γι΄ αυτό το άρθρο 65
(1)του ΚΕΦ. 113, ρητά προνοεί ότι κάθε πιστωτής της εταιρείας δύναται να φέρει ένσταση στη μείωση. Σχετικός επί του θέματος είναι και ο Νόμος 135
(1)/00, που τροποποίησε το ΚΕΦ 113 δια της προσθήκης των άρθρων 57Α μέχρι 57Ε. Με βάσει τον πιο πάνω νόμο εταιρεία δύναται να εξαγοράζει ή ν' αποκτά δικές της μετοχές, νοουμένου όμως ότι η εταιρεία εγκρίνει τέτοια πράξη με ειδική απόφαση σε γενική της συνέλευση. Το σύνολο της ονομαστικής αξίας των μετοχών δεν δύναται να υπερβαίνει το 10% του εκδοθέντος κεφαλαίου της ή το 25% του μέσου όρου της αξίας των πράξεων. Στον ίδιο νόμο προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι το χρηματικό αντίτιμο για την αγορά μετοχών καταβάλλεται από τα πραγματοποιηθέντα και μη διανεμηθέντα κέρδη. Ας σημειωθεί ότι τέτοιος περιορισμός δεν υπάρχει στο Νόμο 168
(1)/02. Εξετάζοντας τους δύο Νόμους ήτοι τον νόμο 168
(1)/ 02 και το περί Εταιρειών Νόμο ΚΕΦ. 113, ως έχει τροποποιηθεί, η εντύπωση που δίδεται στο Δικαστήριο είναι ότι ο νομοθέτης θέσπισε τον Νόμο 168
(1)/02 παραβλέποντας πλήρως τις πρόνοιες του ΚΕΦ. 113, ως έχει τροποποιηθεί. Το άρθρο 3 του νόμου 168
(1)/02, υποχρεώνει τον εκδότη να επιστρέψει χρηματικά ποσά που εισέπραξε για την αγορά μετοχών παραβλέποντας όμως όλες τις πιο πάνω πρόνοιες, τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν όπως επίσης και τους περιορισμούς που δεσμεύουν την εταιρεία. Είναι παραδεκτό γεγονός με βάσει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ότι σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση της Εταιρείας που έλαβε χώραν τη 5.12.01 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας ζήτησε να εξουσιοδοτηθεί να προβεί σε μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας. Με πλειοψηφία 95.6% η πιο πάνω πρόταση απορρίφθηκε από τη Γενική Συνέλευση που είναι βάσει του Νόμου και το μόνο αρμόδιο όργανο που μπορεί ν' αποφασίσει σχετικά με μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας. Εν΄ όψει του πιο πάνω ψηφίσματος και των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου που παράθεσα πιο πάνω, η κατηγορουμένη εταιρεία και ή ο διευθυντής δεν είχαν δικαίωμα όπως επιστρέψουν οποιονδήποτε ποσό που καταβλήθηκε για αγορά μετοχών. Ο Ν.168
(1)/02 επί του οποίου στηρίζεται η παρούσα υπόθεση αντίκειται στις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου που παράθεσα πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τεθεί σ' εφαρμογή. Η υπόθεση απορρίπτεται για όλους τους πιο πάνω λόγους. Εν' όψει της κατάληξης μου, δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους που παραθέτει ο κατηγορούμενος στη πολυσέλιδη αγόρευση του. Η υπόθεση απορρίπτεται, οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται. (Υπ.) ........... Τ. Καρακάννα, Ε.Δ. /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.