← Κύπρος

Αστυνομία ν. Αλέξης Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης:10986/04, 27 Ιανουαρίου 2005

Αστυνομία ν. Αλέξης Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης:10986/04, 27 Ιανουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10986/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Αλέξης Μιχαήλ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γιώργος Λουκαϊδης μαζί με την κυρία ΄Αντρη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. της οδήγησης οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των Καν. 2, 26 (ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και Νόμος 166/
  2. Την κατηγορία αρ. 2 ο Κατηγορούμενος την παραδέχτηκε μετά το τέλος της αγόρευσης της Κατηγορούσας Αρχής. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αρ. 1 ανατρέχουν στις 12.11.2003 στο δρόμο Αραδίππου - Αθηένου παρά τη συμβολή του δρόμου προς Αβδελλερό της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής DBA 643 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2318 Α. Κατσιάμη (ΜΚ1) και τον Κωνσταντίνο Καρεκλά (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ανέφερε πως στις 12.11.2003 γύρω στις 18:40 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη η ώρα 18:30 στον κύριο δρόμο Αραδίππου - Αθηαίνου παρά τη συμβολή του δρόμου με το Αβδελλερό. Στη σκηνή βρίσκονταν στην τελική τους θέση το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒP 991 που οδηγούσε ο Κωνσταντίνος Καρεκλάς, ΜΚ2 και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής DBA 643 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Το τράκτορ με αρ. μηχανής 37111450 και 2388319 χωρίς αρ. εγγραφής το οποίο οδηγούσε ο Juctar Singh από την Ινδία είχε μετακινηθεί. Στην παρουσία των τριών οδηγών ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα αφού έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα στο οποίο σημείωσε τα δύο σημεία σύγκρουσης που του υπέδειξαν οι 3 οδηγοί, οι οποίοι το υπέγραψαν. Στις 16.11.2003 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και στις 12.1.2004 τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο 4 και ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε. Ο δρόμος είναι ευθύς, άσφαλτος με απεριόριστη ορατότητα μέχρι 300μ. με μονή συνεχή γραμμή στο κέντρο. Στις 2 άκριες του δρόμου υπάρχει άσπρη συνεχής γραμμή και χωμάτινα παγκέτα 2μ. το κάθε ένα. Υπάρχουν 2 λωρίδες κυκλοφορίας. Το όριο ταχύτητας είναι 80 χαω. Στο τράκτορ δεν προκλήθηκαν ζημιές. Στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒΡ 991 υπήρχαν ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, δεξί μπροστινό φτερό, μπροστινή και πίσω δεξιά πόρτα, δεξί μπροστινό και πίσω φανάρι και πισινό άξονα. Στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής DBA 643 υπήρχαν ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, αριστερό μπροστινό φτερό και πόρτα, αριστερό μπροστινό καθρεφτάκι, φανάρι και δείκτη. Ουδείς τραυματίστηκε. Ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα ήταν σε καλή κατάσταση. Από το πρόχειρο σχεδιαγράφημα ο ΜΚ1 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2, το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Με την ένδειξη Χ1 και Χ2 φαίνονται το πρώτο και δεύτερο σημείο σύγκρουσης, αντίστοιχα, μεταξύ των οχημάτων με αρ. εγγραφής ΕΒΡ 991 και DBA
  3. Στα εν λόγω σημεία ο ΜΚ1 κατέληξε λόγω ιχνών στόπερ που βρήκε στο δρόμο και των ιχνών χωμάτων και γυαλιών που έπεσαν στην άσφαλτο από τα εν λόγω αυτοκίνητα και λόγω των υποδείξεων των οδηγών. Με την ένδειξη Α1 και Α2 φαίνονται τα ίχνη τροχοπέδησης του δεξιού και αριστερού τροχού, αντίστοιχα, του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου του οποίου η τελική θέση φαίνεται με την ένδειξη Β
  4. Με την ένδειξη Β φαίνεται η τελική θέση του αυτοκινήτου του ΜΚ
  5. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε πως το Α1 και Α2 έχουν μήκος 12.30 και 12.50 μ. αντίστοιχα. Την απόσταση μεταξύ του σημείου Α1 και Χ1 δεν τη μέτρησε αλλά μπορεί να είναι περίπου η ίδια με την απόσταση των 2 άκρων των αυτοκινήτων Β και Β1, δηλαδή περίπου 1.20μ. Σε ερώτηση πως έγινε η σύγκρουση αφού τα ίχνη τροχοπέδησης του Β1 απέχουν 1.20 από το Β ο ΜΚ1 απάντησε πως όπως αναφέρεται στις καταθέσεις ο οδηγός του Β ήταν σε κίνηση αφού έστριψε δεξιά το τιμόνι για να αποφύγει το τράκτορ. Σε ερώτηση αφού τα ίχνη τροχοπέδησης του Β1 που σηματοδοτούν την πορεία του απέχουν 1.20μ από το αυτοκίνητο Β πως είναι δυνατόν να κτύπησε δεξιότερα, ο ΜΚ1 απάντησε πως το Β βρισκόταν σε κίνηση. Σε ερώτηση αν τα σημεία Χ1 και Χ2 είναι τα σημεία σύγκρουσης ή τα κτυπήματα απάντησε πως είναι τα σημεία σύγκρουσης. Το Χ1 και Χ2 δεν είναι στην πορεία του Κατηγορούμενου αφού τα δύο αυτοκίνητα πήραν αντίθετη λωρίδα. Τα δύο σημεία σύγκρουσης είναι μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Ο ΜΚ1 αρχικά ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος του είπε πως συγκρούσθηκε δύο φορές με το αυτοκίνητο του ΜΚ2 ενώ ακολούθως διόρθωσε λέγοντας πως του είπε πως η μια σύγκρουση ήταν με το τράκτορ. Το τράκτορ δεν είχε φώτα. Την ώρα του δυστυχήματος ήταν βράδυ. Με τη ψηλή στάση των φώτων το τράκτορ θα ήταν ορατό ενώ με τη χαμηλή όχι. Ο Κατηγορούμενος κτύπησε με το τράκτορ, στην αριστερή μεριά του αυτοκινήτου του, όπως είπε στο ΜΚ1 καθώς και στο αυτοκίνητο του ΜΚ
  6. Σε ερώτηση αν υπέθεσε τα σημεία σύγκρουσης απάντησε ναι και βασίστηκε επίσης στα αυτοκίνητα και τα ίχνη τροχοπέδησης. Ο οδηγός του τράκτορ παραδέχτηκε τις κατηγορίες της οδήγησης χωρίς άδεια οδηγού, ασφάλεια, φώτα και αρ. εγγραφής. Ο ΜΚ2 ανέφερε πως στις 12.11.2003 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΒΡ 991 γύρω στις 6:00 από Αραδίππου προς Αθηένου. Σε απόσταση 100μ. πίσω του τον ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Πριν το στρίψιμο προς Αβδελλερό είδε μπροστά του σε μικρή απόσταση ένα «πράγμα μεγάλο» μέσα στο δρόμο. Αμέσως πάτησε στόπερ για να ελαττώσει ταχύτητα και συνάμα έστριψε το τιμόνι του προς τα δεξιά για να το αποφύγει. Μόλις έστριψε δεξιά δέχτηκε δύο κτυπήματα από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, ένα στο δεξί μπροστινό μέρος και ένα στο δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και σύρθηκε πλάγια με αποτέλεσμα να σταματήσει στο δεξί παγκέτο βλέποντας προς την αντίθετη μεριά από εκεί που ερχόταν. ΄Οταν κατέβηκε αντελήφθηκε πως το αντικείμενο που είχε δει ήταν το τράκτορ χωρίς φώτα. Η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν 70-80 χαω και φορούσε ζώνη ασφαλείας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν είναι σίγουρος αν υπέδειξε το Χ1 στην αστυνομία ως το πρώτο σημείο σύγκρουσης με το όχημα του Κατηγορούμενου. ΄Εδειξε ως πρώτο σημείο σύγκρουσης ένα από τα δύο σημεία. Σε ερώτηση σε ποιο σημείο κτύπησε πρώτα ανέφερε πως όπως σταμάτησε στο δεξί παγκέτο άκουσε ένα κτύπημα πίσω πρώτα και όπως γύρισε το αυτοκίνητο του κτυπήθηκε και μπροστά. Μόλις είδε το αντικείμενο μπροστά του δεν μπορούσε να σταματήσει και γι΄ αυτό έστριψε το τιμόνι, πάτησε στόπερ και κατάφερε να σταματήσει στο δεξί παγκέτο. ΄Εφυγε από την πλευρά του, γύρισε το τιμόνι πιο δεξιά και πήγε ευθεία στην άλλη λωρίδα. Το πρώτο κτύπημα πρέπει να έγινε στο πίσω σημείο του αυτοκινήτου του αφού αν ήταν στο μπροστινό δεν θα γύριζε. Στην δεξιά πίσω πόρτα μέχρι το καπό. Το αυτοκίνητο του σταμάτησε διαγώνια πάνω στο παγκέτο και εξείχε στο δρόμο. Σε υποβολή πως όταν πάτησε στόπερ το μπροστινό δεξί μέρος του αυτοκινήτου του γύρισε και κτύπησε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου απάντησε πως πρώτα σταμάτησε το αυτοκίνητο του και μετά δέχθηκε το κτύπημα. Πρώτα έστριψε το τιμόνι, μετά πάτησε τα στόπερ και σταμάτησε διαγώνια. Μετά κατάλαβε πως πέρασε δίπλα από το τράκτορ αλλά δεν του κτύπησε Φρέναρε σιγά-σιγά. Μόλις άνοιξε τα μάτια του έβλεπε προς Αραδίππου. Πριν το κτύπημα ήταν διαγώνια προς Αθηένου και μετά το κτύπημα έβλεπε προς Αραδίππου. Σε ερώτηση αναφορικά με το ότι στην κατάθεση του Τεκμήριο 6 αναφέρει πως πάτησε στόπερ και συνάμα έστριψε το τιμόνι ανέφερε πως δεν έστριψε, σταμάτησε πρώτα. ΄Οταν λέει στην κατάθεση του πως έστριψε προς τα δεξιά δεν εννοεί πως όπως πήγαινε έστριψε «γύρισα λίγο δεξιά για να πάω πιο ποδά» όπως είπε. Σε ερώτηση σε σχέση με το ότι στην κατάθεση του λέει πως δέχθηκε δύο κτυπήματα ένα στο δεξί μπροστινό μέρος και ένα στο δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου του απάντησε πως δεν μπορούσε να δει που κτυπήθηκε πρώτα αφού άκουσε το κτύπημα. Δεν γνωρίζει ποιο κτύπημα προηγήθηκε στο αυτοκίνητο του. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Στο Τεκμήριο αρ. 3 ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως οδηγούσε στο δρόμο Αραδίππου-Αθηένου ακολουθώντας ένα αυτοκίνητο σε απόσταση 50-100 μ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε το μπροστινό του αυτοκίνητο να παίρνει λίγο προς τη μέση του δρόμου δηλαδή προς δεξιά και να ελαττώνει ταχύτητα. Ο Κατηγορούμενος σκέφτηκε πως κάτι υπήρχε μέσα στο δρόμο του εν λόγω αυτοκινήτου και το τελευταίο προσπάθησε να το αποφύγει πηγαίνοντας πιο δεξιά. ΄Εκανε και αυτός το ίδιο, άκουσε ένα κρότο που δεν προσδιόρισε τι ακριβώς ήταν και ξαφνικά είδε το αυτοκίνητο που ήταν μπροστά του να κάνει επαναστροφή μέσα στο δρόμο, μερικά μέτρα μπροστά του. Σε δευτερόλεπτα είδε ένα τράκτορ χωρίς φώτα μέσα στο δρόμο, στην πορεία του, να πηγαίνει πολύ αργά. Εκείνη ακριβώς την ώρα κτύπησε το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου (του οδηγού) στη δεξιά πλευρά του άλλου αυτοκινήτου και η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του στο δεξί πίσω μέρος του τράκτορ το οποίο οδηγούσε ένα αλλοδαπός. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο αρ. 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αναφορικά με τα σημεία σύγκρουσης Χ1 και Χ2 δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 αφού όπως ανέφερε ρητά κατά την αντεξέταση του τα εν λόγω σημεία ήταν προϊόντα δικών του υποθέσεων - και όχι απόρροια της εμπειρογνωμοσύνης του. Περαιτέρω, ο μάρτυρας παρά το ότι ανέφερε πως κατέληξε στα πιο πάνω σημεία λόγω ιχνών τροχοπέδησης και ιχνών χωμάτων και γυαλιών δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο. Πέραν των πιο πάνω η αναφορά του ότι τα σημεία σύγκρουσης Χ1 και Χ2 μεταξύ των αυτοκινήτων του Κατηγορούμενου και του ΜΚ2 του υπεδείχθηκαν από τους 3 οδηγούς δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον μου μαρτυρία. Προέκυψε εμφανώς από τη μαρτυρία του ΜΚ1 πως ο Κατηγορούμενος δεν του ανέφερε πως συγκρούσθηκε 2 φορές με το αυτοκίνητο του ΜΚ
  7. Ο μάρτυρας δεν θυμόταν τι του ανέφερε ο ΜΚ
  8. Ο δε τρίτος οδηγός δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Εκτός από τα σημεία σύγκρουσης Χ1 και Χ2, η μαρτυρία του μάρτυρα όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2 δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση, και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Η μαρτυρία του στο σύνολο της ήταν συγκεχυμένη, ασαφής και αντιφατική. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε πως για να αποφύγει το τράκτορ το οποίο είδε μπροστά του έστριψε το τιμόνι του στα δεξιά και μόλις έστριψε δέχθηκε 2 κτυπήματα από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να συρθεί πλάγια και να σταματήσει βλέποντας στην αντίθετη κατεύθυνση, κατά την αντεξέταση του ανέφερε αρχικά πως πρώτα έστριψε και μετά σταμάτησε και ακολούθως ότι δεν έστριψε αλλά σταμάτησε. Και πως το πρώτο κτύπημα το δέχθηκε ενώ το αυτοκίνητο του ήταν σταματημένο, και αφού γύρισε το αυτοκίνητο του δέχθηκε δεύτερο κτύπημα. Προκύπτει δε από την μαρτυρία του ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του πως όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να καθορίσει ποιο κτύπημα δέχθηκε πρώτα το αυτοκίνητο του, στο δεξί μπροστινό μέρος ή στο δεξί πίσω μέρος αλλά πως τα εν λόγω κτυπήματα δεν τα είδε αλλά τα άκουσε. Και αυτό διότι τα μάτια του ήταν κλειστά πριν βρεθεί στην τελική του θέση το αυτοκίνητο του. Συναφώς αναφέρω πως η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τις ζημιές στα δύο αυτοκίνητα όπως τις έχει καταγράψει ο ΜΚ1 τη μαρτυρία του οποίου έχω αποδεκτεί, η οποία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και τις εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). ΄Ετσι κρινόμενη η μαρτυρία του ΜΚ2 καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί - πλην των σημείων σύγκρουσης - δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.