← Κύπρος

Αστυνομία ν. ΄Αντρη Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 2683/04, 28 Φεβρουαρίου 2005

Αστυνομία ν. ΄Αντρη Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 2683/04, 28 Φεβρουαρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2683/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. ΄Αντρη Μιχαήλ Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κος Αντώνης Δράκος Κατηγορουμένη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας κατά παράβαση των Κανονισμών 58(Ι) (ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και του Νόμου 47
(1)/
  1. Τα αδικήματα ανατρέχουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους, στις 19.5.2003 στην οδό Βουλιαγμένης στη Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας όπου η Κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΤ 583 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, και όπου κατά τον ίδιο χρόνο η Κατηγορούμενη οδηγούσε το εν λόγω όχημα και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα Τροχαίας που τοποθετήθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα «Stop». Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2269 Ν. Γεωργίου (ΜΚ1), τη Νέλλη Ανδρέου (ΜΚ2) και την Κλάρα Σάββα (ΜΚ3). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι στις 19.5.2003 η ώρα 8:15 μετά από πληροφορία επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στην οδό Βουλιαγμένης όπου τα δύο ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το σαλούν με αρ. εγγραφής ΗΡΤ 583 με οδηγό την Κατηγορουμένη και το σαλούν με αρ. εγγραφής CAM 529 με οδηγό τη Νέλλη Βασίλεβα Ανδρέου. Πριν την άφιξη του στη σκηνή οι επιβαίνοντες στα δύο οχήματα μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, αφού τραυματίστηκαν. Στην απουσία των πιο πάνω οδηγών ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, στο οποίο τοποθέτησε τις πορείες, τελικές θέσεις των δύο ενεχομένων οχημάτων, το σημείο συγκρούσεως και όλα τα αναγκαία μέτρα. Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, Τεκμήριο 3 και της υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Η Κατηγορουμένη δεν συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης και υπέδειξε στο Τεκμήριο 2 το δικό της. Ο ΜΚ1 κατηγόρησε την Κατηγορουμένη γραπτώς, Τεκμήριο
  2. Τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν ζημιές. Στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΡΤ 583 ζάβωσαν το μπροστινό καπό, μπροστινό αριστερό και δεξί φτερό, έσπασαν το μπροστινό δεξί φανάρι και τραφικέϊτορ, η γρίλια, ο μπροστινός προφυλακτήρας, έσκασε ο πισινός αριστερός τροχός, ράγισε ο μπροστινός ανεμοθώρακας. Στο BMW 318 I, με αριθμούς εγγραφής CAM 529 ζάβωσαν το μπροστινό καπό, ο μπροστινός δεξιός στύλος της θύρας και η οροφή και το μπροστινό δεξιό φτερό. ΄Εσπασαν ο μπροστινός προφυλακτήρας, η μπροστινή γρίλια, το μπροστινό δεξί φανάρι και τραφικέϊτορ και ο μπροστινός δεξιός τροχός. Το δυστύχημα συνέβηκε κατά την διάρκεια της μέρας εντός κατοικημένης περιοχής. Ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ξηρή και η τροχαία κίνηση αραιή. Το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης από το τέρμα της οδού Βούλας κοιτάζοντας προς τα αριστερά προς την οδό Σουνίου είναι 50 μ. Στο Τεκμήριο 2 με την ένδειξη Α φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης και ως Α2 η τελική του θέση, με την ένδειξη Β η πορεία του αυτοκινήτου της ΜΚ2 και η τελική του θέση με την ένδειξη Β
  3. Με την ένδειξη Γ το σταθμευμένο διπλοκάμπινο με αρ. εγγραφής ΕΜΕ
  4. Με την ένδειξη Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε ο ΜΚ1 και με την ένδειξη Χ1 το σημείο που υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης η Κατηγορουμένη. Με την ένδειξη Α1 φαίνονται τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης, μήκους 4,20μ. Με την ένδειξη Δ φαίνεται γραμμή αλτ σβησμένη (σύμφωνα με το ΜΚ1 δεν φαινόταν εντελώς) και «S» πινακίδα στοπ. Η οδός Βουλιαγμένης είναι κύριος δρόμος και η οδός Βούλας, όπου οδηγούσε η Κατηγορουμένη, είναι πάροδος της Βουλιαγμένης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε πως την επομένη του δυστυχήματος επισκέφθηκε ξανά τη σκηνή για μετρήσεις του πλάτους της οδού Βούλας και των κυπαρισσιών που φαίνονται στην αριστερή μεριά του Τεκμηρίου
  5. Δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο δεν εντόπισε και δεν βρισκόταν στο φάκελο της υπόθεσης. Η ορατότητα από τη γραμμή του αλτ της οδού Βούλας είναι μέχρι 50 μ. αριστερά και δεξιά. Στα σημεία ίχνη τροχοπέδησης (Α1) κατέληξε αφού υπήρχε ελαφρύ χαλικόστρωμα με άμμο. Τα ίχνη δημιουργήθηκαν από τα ελαστικά του Α
  6. ΄Ηταν ίχνη τροχοπέδησης, όχι τροχών, διότι στην αρχή ήταν πιο έντονα και μετατοπίστηκαν, όταν πατήσεις φρένα μετατοπίζεται το βάρος του αυτοκινήτου στον μπροστινό τροχό, και μετά υπήρχε σχήμα ελαστικών στην άσφαλτο. ΄Ηταν φρέσκα. Δεν κατέληγαν στους τροχούς της Κατηγορουμένης. Κατέληξε και πιστεύει πως τα ίχνη ήταν από το αυτοκινήτο της Κατηγορουμένης λαμβάνοντας υπόψη και τη μαρτυρία της ΜΚ
  7. Στο πεζοδρόμιο υπήρχαν ίχνη μαυρίσματος που κατέληγαν στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης τα οποία δεν σημείωσε αφού δεν τα θεώρησε σημαντικά, ήταν μετά τη σύγκρουση, από το κτύπημα. Αρνήθηκε υποβολή πως τα ίχνη τροχοπέδησης δεν φαίνονταν στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα αλλά σημειώθηκαν μετά και πως τα ίχνη μαυρίσματος φαίνονταν στο πρόχειρο. Αρνήθηκε πως το σχέδιο του είναι παραπλανητικό, τοποθέτησε ότι βρήκε. ΄Οταν έφθασε στη σκηνή εκεί βρισκόταν ο πατέρας της Κατηγορουμένης. Δεν θυμάται αν υπήρχαν άλλοι. Η ΜΚ3 δεν ήταν στη σκηνή όταν έφθασε ο ΜΚ
  8. Τηλεφώνησε η ίδια στο ΜΚ1 για να δώσει κατάθεση. Η ΜΚ2 κατέθεσε πως στις 19.5.2003 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής CAM 529 στην οδό Βουλιαγμένης ευθεία προς την οδό Πειραιώς με ταχύτητα περίπου 30 χαω. Ενώ οδηγούσε είδε μπροστά της στη λωρίδα της ένα διπλοκάμπινο σταματημένο το οποίο την έκανε να κινηθεί δεξιότερα για να το αποφύγει και να συνεχίσει ευθεία. Μόλις έφτασε κοντά στο διπλοκάμπινο κινήθηκε δεξιότερα, λιγότερο από ένα μέτρο από το διπλοκάμπινο και τότε είδε στη δεξιά πάροδο ένα αυτοκίνητο που οδηγείτο από την Κατηγορούμενη να βγαίνει από την πάροδο χωρίς να σταματά και να της κτυπά στο μπροστινό μέρος του οχήματος της. Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτα γιατί δεν περίμενε πως η Κατηγορουμένη δεν θα σταματούσε στο αλτ και θα έβγαινε ευθεία προς αυτή. Συμφώνησε με το σχέδιο που της υπέδειξε ο ΜΚ
  9. Η ΜΚ2 υπέδειξε την πορεία της ως την πορεία Β στο Τεκμήριο 2 και το Α2 ως την πορεία της Κατηγορουμένης η οποία έβγαινε από πάροδο για να στρίψει αριστερά. Στο σημείο Γ ήταν σταθμευμένο το διπλοκάμπινο και η ΜΚ2 έπρεπε να πάρει την άλλη πλευρά για να το προσπεράσει. Η ίδια δεν μπήκε στην οδό Βούλας. Η σύγκρουση ήταν ακριβώς στη στροφή στην οδό Βουλιαγμένης στη δεξιά πλευρά του δρόμου όπου προσπέρασε το διπλοκάμπινο. Το αυτοκίνητο της κτύπησε μπροστά δεξιά με το δεξί μπροστά μέρος του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως δεν υπήρχε κίνηση στο δρόμο. Αντελήφθηκε το αυτοκίνητο Γ σίγουρα πριν κτυπήσουν. ΄Ηταν στην πορεία της και έπρεπε να το προσπεράσει. Αρνήθηκε πως οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα λόγω της ύπαρξης του Γ. Πλησίασε το Γ και μετά βγήκε δεξιά, τόσο κοντά για να μπορέσει να προσπεράσει. Δεν μπορούσε να πει πόσο πριν το Γ πήρε τη δεξιά μεριά. Το αυτοκίνητο της στην τελική του θέση βρισκόταν στο Β
  10. Η κλήση δεξιά δεν μπορούσε να πει αν ήταν από το κτύπημα αφού δεν είναι ειδικός. Δέχθηκε πως μετά το κτύπημα το αυτοκίνητο της δεν προχώρησε αλλά ήρθε προς τα πίσω. Η σύγκρουση έγινε ακριβώς τη στιγμή που προσπάθησε να προσπεράσει το σταθμευμένο Γ. Αρνήθηκε υποβολή πως πλησιάζοντας το Γ έκανε απότομη κίνηση προς δεξιά και πήγε πολύ δεξιά και ότι άφησε μεγαλύτερη απόσταση στα αριστερά από ότι χρειαζόταν, πολύ μεγαλύτερη από 1μ. Και ότι η κίνηση της δεν ήταν ελαφρώς προς δεξιά. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης το είδε για πρώτη φορά την ώρα που προσπερνούσε. ΄Ηταν αργά να σταματήσει. Συμφώνησε πως τη στιγμή που βγήκε δεξιά για να προσπεράσει το αυτοκίνητο προέβαλε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης από την πάροδο και κτύπησαν. Δεν θυμάται να την πλησίασαν 2 άτομα που περνούσαν από εκεί μετά το δυστύχημα. Η ΜΚ3 κατέθεσε ότι στις 19.5.2003 ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής SK 294 στην οδό Βουλιαγμένης και ακολουθούσε ένα κόκκινο «BMW» ξαφνικά είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο να βγαίνει από την οδό Βούλας, χωρίς να σταματά να στρίβει αριστερά προς το μέρος τους και να κτυπά πάνω στο κόκκινο «BMW». Τα δύο αυτοκίνητα δεν έτρεχαν. Το κόκκινο «BMW» πριν το δυστύχημα κινήθηκε λίγο πιο δεξιά για να αποφύγει το σταματημένο αυτοκίνητο που ήταν στην πορεία τους αλλά δεν μπήκε στην οδό Βούλας. Αμέσως μετά τη σύγκρουση σταμάτησε και κατέβηκε και πήγε κοντά στο κόκκινο «BMW» για να ελέγξει αν ήθελαν βοήθεια, είδε ότι η πόρτα του οδηγού δεν άνοιγε και την τράβηξε δυνατά για να ανοίξει και να κατεβεί η οδηγός από το αυτοκίνητο. Μετά πήγε στο άσπρο αυτοκίνητο όπου η οδηγός είχε ήδη βγει από το αυτοκίνητο, την ρώτησε αν ήταν καλά και αυτή απάντησε «ευτυχώς είμαστε εντάξει». Βλέποντας το Τεκμήριο 2 ανέφερε πως η ίδια ήταν 15μ. πίσω από το Β
  11. Το άλλο όχημα έβγαινε από την οδό Βούλας για να στρίψει αριστερά στην οδό Βουλιαγμένης, όπου έγινε η σύγκρουση, εκεί που ενώνουν οι δύο δρόμοι. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως όταν είδε το Α2 το είδε μέσα στην οδό Βούλας και ακολούθως να στρίβει. Σε υποβολή πως το κόκκινο αυτοκίνητο στο οποίο αναφέρθηκε ήταν της φίλης της Νέλλης Ανδρέου, απάντησε πως η Νέλλη Ανδρέου είναι γειτόνισσα της, κατοικεί απέναντι της, στην οδό Βάρκιζας
  12. Γνώριζε πως το αυτοκίνητο ανήκε στην γειτόνισσα της. Δεν θυμόταν την κίνηση του «BMW» μετά τη σύγκρουση. Η ίδια ήταν 15μ. μακριά από το «BMW», πάτησε στόπερ, σταμάτησε στο πλευρό και έφυγε όταν ήρθε η αστυνομία. Μετά το δυστύχημα μιλούσαν με τη ΜΚ2 για το δυστύχημα. Δεν θυμάται να είδε δύο άτομα που ήρθαν μετά το δυστύχημα. Της τηλεφώνησαν από την Τροχαία για να δώσει κατάθεση. Μετά το δυστύχημα θυμάται τη ΜΚ2, το σύζυγο της και την Κατηγορουμένη. Αρνήθηκε πως δεν ακολουθούσε το αυτοκίνητο της ΜΚ2, ήταν εκεί και έφυγε γρήγορα. ΄Οταν είδε την Κατηγορουμένη έβγαινε έξω από το αυτοκίνητο. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της. Η Κατηγορουμένη επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε 3 μάρτυρες υπεράσπισης, τον Αντώνη Μπορκ (ΜΥ1), τον Αντώνη Νώνη (ΜΥ2) και τον Ανδρέα Κυριάκου (ΜΥ3) Η Κατηγορούμενη ανέφερε πως στις 19.5.2003 γύρω στις 7:40 το πρωί οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΗΡΤ 583 προς Καλό Χωριό με ταχύτητα 30-40 χαω. Φθάνοντας στο αλτ της οδού Βούλας σταμάτησε πίσω από τη γραμμή του αλτ και ενώ ήταν σταματημένη είδε στα αριστερά της ένα κόκκινο αυτοκίνητο το οποίο ερχόταν κανονικά. Στη συνέχεια, λόγω του ότι υπήρχε ένα διπλοκάμπινο σταθμευμένο απέναντι της ακριβώς, στην πορεία του κόκκινου αυτοκινήτου, μόλις το τελευταίο πλησίασε το διπλοκάμπινο, κινήθηκε δεξιότερα για να το αποφύγει με αποτέλεσμα να έρθει προς το μέρος της και να κτυπήσει με το μπροστινό του μέρος στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της κινήθηκε πιο μπροστά και ακολούθως βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο. Το αυτοκίνητο της είναι αυτόματο και είχε την ταχύτητα "D", δηλαδή, Drive. Από την σύγκρουση οι αερόσακκοι του αυτοκινήτου τέθηκαν σε λειτουργία. Δεν συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε ο ΜΚ1 στο σχέδιο. Συμφώνησε με τις τελικές θέσεις των αυτοκινήτων. Το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση είναι ακριβώς πίσω από τη γραμμή του αλτ. Η Κατηγορουμένη ανέφερε περαιτέρω πως σταμάτησε στο αλτ με κλίση αριστερά. Στην προσπάθεια του να αποφύγει το σταθμευμένο αυτοκίνητο το κόκκινο αυτοκίνητο ήρθε πιο δεξιά και σε κλάσματα δευτερολέπτων της κτύπησε στην μπροστινή δεξιά πλευρά της με τη μπροστινή του δεξιά πλευρά. Από τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της πετάχτηκε στο αριστερό πεζοδρόμιο. Η ίδια ήταν μέσα στον αερόσακκο και η πόρτα της ήταν σφηνωμένη και δεν άνοιγε. ΄Εσπασε ο πισινός αριστερός τροχός. ΄Ηρθαν δύο παιδιά και την βοήθησαν να κατεβεί και ειδοποίησαν την αστυνομία και την άμπουλανς. ΄Ηρθε και ένας γείτονας να της δώσει νερό. Σταματώντας για να ελέγξει την κίνηση δεν είδε άλλα αυτοκίνητα εκτός από το κόκκινο και το σταθμευμένο. Η ΜΚ3 δεν ήταν εκεί την ώρα της σύγκρουσης. 5 λεπτά μετά το δυστύχημα πέρασε, κάτι είπε στη ΜΚ2 και έφυγε χωρίς αυτοκίνητο. Δεν την πλησίασε. Δεν έπιασε στόπερ (Α1), απλώς το αυτοκίνητο της πήγε πιο μπροστά και πετάχτηκε στο πεζοδρόμιο. Υπήρχε μαύρισμα από τον τροχό που έσπασε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως πριν προχωρήσει πήγαινε σιγά-σιγά με ταχύτητα «D» μέχρι να σταματήσει στο αλτ, εκεί που πίστευε πως είχε ορατότητα. ΄Ηταν πάνω στην ευθεία του δρόμου, είχε κλίση αριστερά και ήταν τελείως σταματημένη. Δεν βγήκε στο δρόμο. Υπέδειξε το Α2 ως το αυτοκίνητο της και το Β1 της ΜΚ
  13. Κτύπησε τη μπροστά δεξιά πλευρά της με το μπροστά δεξί μέρος του αυτοκινήτου της ΜΚ
  14. ΄Οταν κτύπησαν η ΜΚ2 ήταν λοξά. Με τον τρόπο που κτύπησαν νόμισε πως η ΜΚ2 θα έστριβε δεξιά. Η μπροστινή πλευρά της ΜΚ2 ήταν στην οδό Βούλας. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της ΜΚ2 πήγε πίσω και της ίδιας μπροστά στο πεζοδρόμιο. Αντελήφθηκε τη ΜΚ2 1-2 λεπτά πριν κτυπήσουν, την είδε να έρχεται. Δεν προχώρησε όταν είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ
  15. Αρνήθηκε υποβολή πως δεν σταμάτησε στο αλτ και δεν έλεγξε ικανοποιητικά το δρόμο. Περίμενε τη ΜΚ2 να περάσει. Αρνήθηκε υποβολή πως το σημείο σύγκρουσης είναι το Χ. Το σημείο σύγκρουσης ήταν περίπου πάνω στην ευθεία γραμμή του αλτ. Το Χ1 ήταν στην πάροδο, η μπροστινή μεριά της ΜΚ2 είχε κλίση προς τη Βούλας. Με τον τρόπο που ερχόταν, η Κατηγορουμένη υπέθεσε πως η ΜΚ2 θα έστριβε. Αρνήθηκε υποβολή πως η ΜΚ2 πήγαινε ευθεία και η Κατηγορουμένη της ανέκοψε το δρόμο. Δεν βγήκε. Αρνήθηκε πως το Α1 είναι ίχνη τροχοπέδησης που δείχνουν πως μπήκε στην οδό Βουλιαγμένης. Αρνήθηκε υποβολή πως δεν ήταν προσεκτική. Παρά το γεγονός πως στα αριστερά υπήρχαν κυπαρίσσια έφθασε εκεί που πίστευε πως είχε ορατότητα αλλά δεν βγήκε. Εκεί πρέπει να προχωρήσεις λίγο. Προχώρησε πολύ λίγο ευθεία εκεί που πίστευε πως είχε ορατότητα. ΄Εδειξε την πάνω γραμμή Ε στο Τεκμήριο 2 στο σημείο όπου λέει 1.80μ. μέχρι εκεί που είχε προχωρήσει. Ο ΜΥ1 κατέθεσε πως στις 19.5.2003 μετά τη σύγκρουση, είδε τα δύο ενεχόμενα στο δυστύχημα αυτοκίνητα στις τελικές τους θέσεις. Κατέβηκε και είδε μια κοπέλα να ακουμπά στο καπό του «BMW» (κόκκινου) και την Κατηγορουμένη «βουττημένη» στον αερόσακκο. Δεν είδε άλλο αυτοκίνητο στη σκηνή. Μετά από λίγο ήρθε ο συνέταιρος του, ΜΥ
  16. ΄Ανοιξαν την πόρτα του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Μετά ήρθε κάποιο αυτοκίνητο, κατέβηκε μια ξανθή, πήγε προς το «BMW» και μίλησε με την κοπέλλα στο BMW. Εκεί ήταν και κάποιος γείτονας. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε υποβολή πως δεν ήταν εκεί. Ο ΜΥ2 έφθασε στη σκηνή μετά τον ΜΥ
  17. Είδε το ΜΥ1 να ανοίγει την πόρτα της Κατηγορουμένης και κατέβηκε. Η κοπέλα στο άλλο αυτοκίνητο που κτύπησε μιλούσε στο κινητό. Στη σκηνή βρίσκετο ο γείτονας, ο άντρας της άλλης, μια άλλη κοπέλα και ένας αστυνομικός. Ο αστυνομικός δεν του ζήτησε να δώσει κατάθεση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως έφθασε στη σκηνή ένα λεπτό μετά το δυστύχημα. Η ΜΚ2 ήταν έξω από το αυτοκίνητο και μιλούσε στο τηλέφωνο. Η άλλη κοπέλα ήρθε 10 λεπτά μετά και ο άντρας της κοπέλας με το άλλο αυτοκίνητο που κτύπησε, αργότερα. Δεν τους ζήτησαν να δώσουν κατάθεση. Ο ΜΥ3 ανέφερε πως κατοικεί στην οδό Βούλας
  18. Δεν είδε τη σύγκρουση. Μέχρι να κατεβεί από τη βεράντα του στον πρώτο όροφο είδε 2 παιδιά να βγάζουν την Κατηγορουμένη από το αυτοκίνητο της. Τους ΜΥ1 και ΜΥ
  19. ΄Ηταν και η άλλη κοπέλα που ενέχετο στο δυστύχημα στη σκηνή. ΄Αλλο αυτοκίνητο δεν υπήρχε. Της Κατηγορουμένης το αυτοκίνητο ήταν στο πεζοδρόμιο όπου υπήρχαν ίχνη που έπαιρναν το αυτοκίνητο πάνω στο πεζοδρόμιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως τα ίχνη ήταν λοξά προς το πεζοδρόμιο. Στο δρόμο δεν είδε άλλα ίχνη. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο αρ. 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αναφορικά με την ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης (Α1) δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
  20. Ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με ποιο τρόπο κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα ίχνη ανήκαν στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Δεν έχει επομένως παραθέσει οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα βασιζόμενο στη μαρτυρία του. Πέραν τούτου η αναφορά του πως κατέληξε πως τα ίχνη ανήκαν στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης βασιζόμενος και στη μαρτυρία της ΜΚ3 δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας που δόθηκε από τη ΜΚ
  21. Ούτε και σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 αφού παρέμεινε στο τέλος της μαρτυρίας του ανεξήγητο το πως κατέληξε ο μάρτυρας σε αυτό το σημείο. Ελλείπουν παντελώς οποιαδήποτε κριτήρια καθορισμού του σημείου Χ ή συσχετισμού του με οποιοδήποτε άλλο σημείο και έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού για να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα. Εκτός από το σημείο Α1 και το σημείο σύγκρουσης Χ η μαρτυρία του ΜΚ1 όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2 δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Η ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Καταρχήν αναφέρω πως η μαρτυρία της ήταν αντιφατική όσον αφορά την κίνηση και θέση του αυτοκινήτου της πριν το δυστύχημα. Ενώ αρχικά στην κυρίως εξέταση της είπε πως μόλις έφθασε κοντά στο σταθμευμένο διπλοκάμπινο (Γ) κινήθηκε λιγότερο από 1μ. δεξιότερα του ακολούθως ανέφερε πως έπρεπε να πάρει τη δεξιά λωρίδα του δρόμου για να το προσπεράσει, ενώ κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε πως βγήκε δεξιά, τόσο κοντά στο Γ για να μπορέσει να το προσπεράσει και αρνήθηκε πως οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα. Αντιφατική ήταν επίσης η μαρτυρία της αναφορικά με την κίνηση του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Ενώ στην κυρίως εξέταση της ανέφερε πως είδε το εν λόγω αυτοκίνητο να βγαίνει από την πάροδο χωρίς να σταματά κατά την αντεξέταση της δέχθηκε υποβολή πως το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης «προέβαλε» από την πάροδο. Η δε θέση της πως κινήθηκε λιγότερο από ένα μέτρο από το Γ , πως ήταν τόσο κοντά στο Γ για να μπορέσει να προσπεράσει δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 2) και τη μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία έχω αποδεκτεί σύμφωνα με την οποία η τελική θέση του αυτοκινήτου της ΜΚ2 βρίσκεται 1.90μ. από το Γ εντός της δεξιάς λωρίδας του δρόμου, σε απόσταση 2.10μ. από τη νοητή ευθεία της οδού Βουλιαγμένης. Η δε θέση της ΜΚ2 πως η Κατηγορουμένη βγήκε από την πάροδο χωρίς να σταματήσει δεν συνάδει με την τελική θέση του αυτοκινήτου της ΜΚ2 (Α2) Σημειώνω εδώ πως το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης είχε μήκος 4,20 μ. και με βάση την τελική του θέση προβάλλει από τη νοητή ευθεία της οδού Βουλιαγμένης σε απόσταση μικρότερη από 1.20μ. Ούτε και η θέση της ΜΚ2 πως έπρεπε να πάρει τη δεξιά λωρίδα για να προσπεράσει το Γ συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Σημειώνω εδώ πως το πλάτος της οδού Βουλιαγμένης ήταν 6.80μ. ενώ το πλάτος του Γ 1.50μ. Και κάτι άλλο. Η ΜΚ2 παρά το γεγονός ότι της υπεδείχθη το Τεκμήριο 2 από την Κατηγορούσα Αρχή δεν υπέδειξε ποιο, σύμφωνα με την εκδοχή της, ήταν το σημείο σύγκρουσης. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση,
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388). Ούτε η ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Αυτό αντανακλάται στη μαρτυρία της και τις απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της αλλά και στις αντιφάσεις που υπάρχουν στην ένορκη μαρτυρία της. Καταρχήν να αναφέρω πως ήταν φανερή η προσπάθεια της να αποκρύψει το γεγονός πως γνωρίζονταν με τη ΜΚ2 αφού ήταν γειτόνισσες. Περαιτέρω η ΜΚ3 περιέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις αναφορικά με την κίνηση του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Ενώ αρχικά στην κυρίως εξέταση της είπε πως είδε το εν λόγω αυτοκίνητο ξαφνικά να στρίβει αριστερά χωρίς να σταματά ακολούθως ανέφερε πως έβγαινε από την πάροδο να στρίψει αριστερά. Η δε θέση της πως είδε το εν λόγω αυτοκίνητο ξαφνικά αναιρείται από την θέση της κατά την αντεξέταση πως το είδε και μέσα στην πάροδο. Ούτε η μαρτυρία της ΜΚ3 αντέχει τον έλεγχο της πραγματικής μαρτυρίας. Η δε εκδοχή της πως την πήραν τηλέφωνο από την Τροχαία για να δώσει κατάθεση δεν συνάδει με τη θέση του ΜΚ1 την οποία έχω αποδεχτεί, ότι η ίδια τηλεφώνησε στο ΜΚ1 για να δώσει κατάθεση. ΄Ετσι κρινόμενη η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Η Κατηγορούμενη δεν μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και άφησε μια πτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Στην ένορκη κατάθεση της περιέπεσε σε καίριες και ουσιώδεις για το Δικαστήριο αντιφάσεις. Αναφέρω καταρχήν πως όσον αφορά τη θέση του αυτοκινήτου της πριν το δυστύχημα ενώ κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε πως σταμάτησε πίσω από τη γραμμή του αλτ της οδού Βούλας όπου τοποθέτησε και το σημείο σύγκρουσης Χ1, κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως βρισκόταν πάνω στην ευθεία του δρόμου και τελικά υπέδειξε τη γραμμή Ε στο Τεκμήριο 2 ως το σημείο μέχρι το οποίο είχε προχωρήσει. Η Κατηγορούμενη απέφευγε επιμελώς κατά την αντεξέταση της να αναφέρει σε ποιο ακριβώς σημείο είχε φθάσει το αυτοκίνητο της, ενώ ο ισχυρισμός πως έφθασε εκεί που πίστευε πως είχε ορατότητα προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της και κατά την άποψη μου αποτελεί ύστερη σκέψη της Κατηγορουμένης. Η δε θέση της κατά την αντεξέταση της ότι σταμάτησε στο αλτ βρίσκεται σε αντίφαση με τη θέση στην οποία η ίδια τοποθέτησε το αυτοκίνητο της όπως φαίνεται πιο πάνω. Περαιτέρω, το σημείο σύγκρουσης Χ1 το οποίο η ίδια τοποθέτησε στην οδό Βούλας, πριν τη γραμμή του αλτ, δεν συνάδει με τη θέση που κατά την ίδια είχε το αυτοκίνητο της όπως προβλήθηκε κατά την αντεξέταση της. Συναφώς αναφέρω πως το σημείο Χ1 το οποίο βρίσκεται 0.20μ. από την κάθετη ευθεία της οδού Βούλας ουδόλως συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα τις ζημιές στα δύο οχήματα όπως τις έχει καταγράψει ο ΜΚ1 τη μαρτυρία του οποίου έχω αποδεκτεί. Ως εκ των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της Κατηγορουμένης. Οι ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 μου έκαναν καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Βρίσκω όμως ότι η μαρτυρία τους δεν μπορεί να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού εξάλλου δεν ήταν παρόντες κατά τη σύγκρουση. ΄Εχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος αφού οι ΜΚ2, 3 και η Κατηγορουμένη έχουν κριθεί αναξιόπιστες. Κατηγορία αρ. 1 Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Η μαρτυρία του ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση. (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013) Κατηγορία αρ. 2 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(1)(ια) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών: «Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως- (ια) συμμορφούται προς άπαντα τα σήματα της τροχαίας, τα οποία ήθελον τοποθετηθή ή χαραχθή επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού υπό ή κατ΄ εντολήν της Αστυνομίας, ή δημοτικού συμβουλίου ή οιασδήποτε άλλης αρχής, εμπεπιστευμένης τον έλεγχον ή την ρύθμισιν της τροχαίας, προς καθοδήγησιν των οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων.» Δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η ύπαρξη ή η νομιμότητα της τοποθέτησης της πινακίδας "Stop". Επομένως έχω την άποψη πως επενεργεί στην παρούσα υπόθεση το τεκμήριο της κανονικότητας omnia praesumuntur rite esse acta (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ντίνου Φλωρίδη, Ποιν. Εφ. αρ. 6496, 26.2.1999). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences 14th Ed. Σελ. 363 η απαίτηση του σήματος "Stop" είναι ότι όλα τα οχήματα θα σταματούν πριν περάσουν τη γραμμή ή εάν η γραμμή δεν είναι καθαρά εμφανής, πριν εισέλθουν στον κύριο δρόμο, το δε αδίκημα συντελείται αν οποιοδήποτε μέρος του οχήματος σταματήσει πάνω ή πέρα από τη γραμμή ή εισέρχεται στον κύριο δρόμο. (Βλ. Ryan v. Smith
(1967)1 ALL ER 611). Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα του ΜΚ1 από μόνα τους δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την κατηγορία αρ. 2 εφόσον ελλείπει αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με την κίνηση του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης πριν το δυστύχημα και κατά συνέπεια αναφορικά με το ότι η Κατηγορούμενη παρέλειψε να σταματήσει στο σήμα "Stop". Συνοψίζοντας, αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη αφού η Κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.