Αστυνομία ν. Στέλιος Εξαδάκτυλος, Αρ. Υπόθεσης: 7050/04, 8 Μαρτίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7050/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Στέλιος Εξαδάκτυλος Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Μαρτίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Ουδείς Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- To αδίκημα ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας στις 11.8.2003 στο δρόμο Μοσφιλωτής της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΥΝ 028 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2842 Ι. Χ"Ιωάννου (MK1) και τη Μαριάννα Κυριάκου (ΜΚ2), οδηγό του άλλου εμπλεκομένου στο δυστύχημα οχήματος. Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 στις 11.8.2003 περί τις 01:00 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που συνέβη περί της 00:45 στο δρόμο Μοσφιλωτής-Ψευδά. Ενεχόμενα οχήματα ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΥΝ 028 το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΚ 792 το οποίο οδηγούσε η Μαριάννα Κυριάκου, ΜΚ
- Στη σκηνή έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 2). Ο ΜΚ1 διαπίστωσε πως το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΜΚ 792 (σαλούν) έφερε ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα, μπροστινό αριστερό φτερό, αριστερό φανάρι και μπροστινή γρίλια. Το όχημα του Κατηγορουμένου με αρ. εγγραφής ΕΥΝ 028 (διπλοκάμπινο) έφερε ζημιές στον πίσω προφυλακτήρα και πίσω δεξί φτερό. Ο δρόμος Μοσφιλωτής-Ψευδά είναι άσφαλτος καλή επιφάνειας, διπλής κατεύθυνσης χωρίς στροφές. Ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα στον εν λόγω δρόμο 500μ. περίπου. Με βάση το πρόχειρο σχέδιο ο ΜΚ1 ετοίμασε τελικό (Τεκμήριο 3) το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Με την ένδειξη Α φαίνεται η πορεία του οχήματος της ΜΚ2 και με την ένδειξη Β η πορεία του Κατηγορουμένου στην πάροδο Μοσφιλωτής-Λυμπιών από όπου επιχείρησε να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Με το Α1 σημειώνονται ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου της ΜΚ
- Στο τέλος του δρόμου Μοσφιλωτής - Λυμπιών υπάρχει αλτ. Με το γράμμα Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης στο οποίο ο ΜΚ1 κατέληξε λόγω του ότι εκεί τέλειωναν τα ίχνη τροχοπέδησης, σύμφωνα με γυαλιά στο δρόμο και αφού ρώτησε τους δύο οδηγούς. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τη γραπτή κατηγορία. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στο ΜΚ1 την εξής θέση: «αντιλήφθηκα ότι ερχόταν αυτοκίνητο 400μ. αριστερά μου και βγήκα από το αλτ με την 1η ταχύτητα». Η ΜΚ2 κατέθεσε πως στις 11.8.2003 σε σημείο του δρόμου Καλού Χωριού-Αγίας ΄Αννας μέσα στο χωριό Μοσφιλωτή, ενώ οδηγούσε με 50-60 χαω είδε ένα διπλοκάμπινο αυτοκίνητο σταθμευμένο στο αλτ το οποίο είδε σε απόσταση 20-30μ να μπαίνει μέσα στο δρόμο στην ίδια κατεύθυνση μαζί της. Για να μην κτυπήσει πάνω του έστριψε λίγο το τιμόνι προς τα δεξιά και πάτησε στόπερ, το αυτοκίνητο της προχώρησε λίγα μέτρα μπροστά. Δεν κατάφερε να αποφύγει το διπλοκάμπινο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το μπροστινό μέρος του οχήματος της στο δεξί πίσω μέρος του άλλου οχήματος. Δεν τραυματίστηκε. Στην παρουσία της λήφθηκαν μέτρα στη σκηνή. Ο ΜΚ1 της εξήγησε το σχέδιο το οποίο η ΜΚ2 υπέγραψε, αφού συμφώνησε. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του εν λόγω διπλοκάμπινου. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 3 την πορεία της (Α), την πορεία Β ως την πορεία του Κατηγορουμένου ο οποίος ήταν σταθμευμένος και μετά βγήκε και το σημείο σύγκρουσης (Χ). Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε υποβολή του Κατηγορουμένου ότι δεν τον είδε. Ανέφερε δε σε υποβολή πως είπε στον Κατηγορούμενο πως δεν ήταν καλά πως δεν είπε πως δεν ήταν καλά ώστε να μην μπορεί να οδηγεί. Επανεξεταζόμενη ανέφερε πως δεν είπε στον Κατηγορούμενο πως δεν ήταν καλά. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί στην ακόλουθη ανόμωτη δήλωση: «είμαι αθώος» και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στο Τεκμήριο αρ. 4 ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων πως φθάνοντας στο αλτ του δρόμου για να μπει στον κύριο δρόμο της Μοσφιλωτής που περνά από το κέντρο του χωριού έκανε κανονικά αλτ, κοίταξε δεξιά και δεν ερχόταν αυτοκίνητο, κοίταξε αμέσως αριστερά και είδε ένα αυτοκίνητο στα 150μ. να έρχεται προς το μέρος του. Διαπίστωσε πως ήταν πολύ μακριά και έτσι προχώρησε και μπήκε στο δρόμο. Μόλις μπήκε στο δρόμο και «ίσιωσε το αυτοκίνητο» άκουσε στόπερ και το αυτοκίνητο που είχε δει προηγουμένως του κτύπησε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Ρώτησε την οδηγό αν ήταν καλά και του απάντησε θετικά. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με τα Τεκμήρια αρ. 2 και 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει και η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 3, τις ζημιές στα δύο οχήματα καθώς και τα ευρήματα του γίνονται αποδεκτά στην ολότητα τους. ΄Οσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΚ2 κρίνω πως η γενική εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο ήταν πολύ καλή. Η συμπεριφορά της στο εδώλιο έδειχνε εικόνα ειλικρινούς ατόμου που εξέθεσε με απλό τρόπο όσα συνέβησαν χωρίς οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η ένορκη δε κατάθεση της συνάδει πλήρως με την πραγματική μαρτυρία - Τεκμήριο 3 και ζημιές στα δύο οχήματα - η οποία αποτελεί, σύμφωνα με την νομολογία ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388.) Αποδέχομαι τη μαρτυρία της όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν το δυστύχημα. Σημειώνω εδώ πως η μαρτυρία της ΜΚ2 παρέμεινε στην ουσία της αναντίλεκτη αφού η ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε την ανώμοτη δήλωση η οποία σύμφωνα με την νομολογία δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά απλά υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο αυτό μπορεί να δώσει κάποια βαρύτητα στην έκταση που το κρίνει ορθό ανάλογα και με τα υπόλοιπα γεγονότα της κάθε υπόθεσης όπως αυτά αποδεικνύονται ενώπιον του (βλ. μεταξύ άλλων Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97 σελ. 210-211 και Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Γ. Κακογιάννη σελ. 253 παράγρ. 11-42). Η δήλωση του Κατηγορουμένου η οποία παρατίθεται αυτούσια ανωτέρω, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας δεν υποστηρίζεται από ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου και δεν είναι ικανή να δημιουργήσει οποιαδήποτε αμφιβολία για την ενοχή του. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan 73 Crim. App. R.
- Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορουμένου. Δίδω βαρύτητα στη δήλωση του Κατηγορουμένου στο Τεκμήριο αρ. 4 ότι ενώ βρισκόταν στο αλτ της παρόδου και είχε δει το αυτοκίνητο της ΜΚ2 να έρχεται στα αριστερά του προς το μέρος του προχώρησε μπαίνοντας στον κύριο δρόμο. Ως αποτέλεσμα βρίσκω τα πιο κάτω: Στις 11.8.2003 γύρω στις 00:45 η ΜΚ2 οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΗΜΚ 792 στον κύριο δρόμο Μοσφιλωτής-Ψευδά σύμφωνα με την πορεία Α του Τεκμηρίου
- Είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου με αρ. εγγραφής ΕΥΝ 028 αρχικά σταθμευμένο στο αλτ της παρόδου του δρόμου Μοσφιλωτής - Λυμπιών (Β στο Τεκμήριο 3) και ακολούθως σε απόσταση 20-30 μ. από αυτήν να εισέρχεται στο δρόμο. Για να μην συγκρουσθούν έστριψε το τιμόνι της στα δεξιά, πατώντας στόπερ αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενο με αποτέλεσμα να συγκρουσθούν. Ο Κατηγορούμενος είχε δει το αυτοκίνητο της ΜΚ2 και αφού αρχικά έκανε αλτ υπολόγισε λανθασμένα πως η απόσταση του επέτρεπε να εξέλθει, μπαίνοντας στον κύριο δρόμο. Τα δύο αυτοκίνητα συγκρούσθηκαν στο σημείο Χ, του Τεκμηρίου 3 το οποίο ετοίμασε ο ΜΚ1 που επισκέφθηκε τη σκηνή. Τα δύο αυτοκίνητα υπέστησαν ζημιές. Ουδείς τραυματίστηκε. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία επί του θέματος κρίνω ότι η αμέλεια του Κατηγορουμένου συνίσταται στο γεγονός ότι έχοντας εντοπίσει το αυτοκίνητο της ΜΚ2 στον κύριο δρόμο υπολόγισε πως η απόσταση που τους χώριζε ήταν επαρκής για να εξέλθει από την πάροδο και εισήλθε στο δρόμο, πράξη που εγκυμονούσε εμφανείς κινδύνους οι οποίοι εκδηλώθηκαν ευθύς μετά την είσοδο του, με τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. (βλ. Μιχαήλ ν. Αστυνομίας,
(1999)2 ΑΑΔ 391). Οδηγοί οχημάτων που διακινούνται σε κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Η υποχρέωση αυτή στοιχειοθετεί το καθήκον επιμέλειας οδηγών που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από παρόδους για την ασφάλεια των διακινούμενων στον κύριο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος εισερχόμενος στον κύριο δρόμο, φράσσοντας την πορεία της ΜΚ2 παρέλειψε να ασκήσει το καθήκον φροντίδας και μέριμνας που όφειλε στη ΜΚ2. Η πιο πάνω απόφραξη του δρόμου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία της σύγκρουσης που ακολούθησε. (βλ. Γιωργαλλή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. αρ. 7453, ημερ. 23.1.2004) Δια όλους τους πιο πάνω λόγους είμαι ικανοποιημένη ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο