Αστυνομία ν. Xριστάκης Ρωτή, Αρ. Υποθέσεως: 5490/04, 18 Μαρτίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 5490/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Xριστάκης Ρωτή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Αντρέας Πλουτάρχου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 7
(1)και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Oχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Ν. 80 (Ι)/
- της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 58(Ι)(ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 (ΚΔΠ 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και του Νόμου 166/
- της υπέρβασης ορίου ταχύτητας κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Nόμους 72/85 και 166/87 των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και της ΚΔΠ 277/85 και ΚΔΠ 17/86, του Νόμου 47
(1)/97 και του Νόμου 80
(1)/
- της παράλειψης χρήσης συσκευής περιορισμού της ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 6Α
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 20
(1)/02 και ΚΔΠ 95/02 του περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμου 18
(1)/
- Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο Κατηγορούμενος απαλλάχτηκε και αθωώθηκε στην 4η κατηγορία. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2 και 3 ανατρέχουν στις 19.1.2004 όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΑΡ 738 επικινδύνως δια το κοινό, δηλαδή προσπέρασε σε στροφή χωρίς να υπάρχει επαρκής ορατότητα, παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα Τροχαίας που τοποθετήθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι προσπέρασε άλλο όχημα εις σημείο όπου ο δρόμος ήταν χαραγμένος με άσπρη συνεχή γραμμή και οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 120 χαω αντί 65 χαω. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Το λοχία 1504 Δ. Ροβέρτου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 3250 Γιώργο Δημητρίου (ΜΚ2). ΄Ολη η μαρτυρία είναι ενώπιον μου, συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα εξής: Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι στις 19.1.2004 περί τις 23:00 βρισκόταν σε περιπολία στον παλαιό δρόμο από το Ζύγι προς τη Δρομολαξιά - Κίτι με πολιτικό αυτοκίνητο της αστυνομίας και πολιτική περιβολή. Αντελήφθηκε από το καθρεφτάκι του λίγο μετά το κέντρο «Λίμνη» ένα όχημα να τον πλησιάζει γρήγορα. Το είδε να τον προσπερνά σε συγκεκριμένο σημείο του δρόμου όπου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή και λίγο πριν από αριστερόστροφη στροφή στην οποία δεν υπήρχε καθόλου ορατότητα για προσπέρασμα. Μετά την εν λόγω στροφή υπάρχει μια δεξιόστροφη. Επειδή θεώρησε πολύ επικίνδυνο το προσπέρασμα ακολούθησε το εν λόγω όχημα για περίπου 1 χλμ σταθερά πίσω του. Το όχημα κινείτο συνεχώς με ταχύτητα 120 χαω, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν 65 χαω, καθόλη τη διάρκεια που ο ΜΚ1 ήταν πίσω του, χωρίς να χάσει οπτική επαφή μαζί του. Διαπίστωσε την υπέρβαση ως ακολούθως: Ένας από τους τρόπους με τους οποίους μπορείς να καταγγείλεις ένα οδηγό για ταχύτητα είναι να ακολουθήσεις το όχημα σε σταθερή απόσταση με σταθερή ταχύτητα νοουμένου ότι έχει ελεγχθεί ο χιλιομετροδείκτης του οχήματος. Ανέκοψε τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΑΡ 738 ο οποίος ήταν ο Κατηγορούμενος. Τον πληροφόρησε πως θα τον κατέγγελλε για αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση, προσπέρασμα σε άσπρη συνεχή γραμμή και υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «συγνώμη». Το επικίνδυνο προσπέρασμα έγινε στο σημείο μετά το κέντρο «Λίμνη» σε αριστερόστροφη στροφή πριν από δεξιόστροφη στροφή. Δεν υπήρχε καμία ορατότητα στο σημείο ιδιαίτερα ενόψει του ότι ήταν νύχτα. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή προς ανύπαρκτη. Δεν υπήρχαν πεζοί. Ο δρόμος ήταν μονής κυκλοφορίας, στενός, εκεί υπάρχουν σπίτια, κέντρα διασκέδασης, εστιατόρια και κάποιος μπορεί να κινδυνεύσει άμεσα με τέτοιο προσπέρασμα. Σε ερώτηση αν αναγκάστηκε να κάνει οτιδήποτε απάντησε πως όχι, απλώς ελάττωσε ταχύτητα όπως κάνει πάντα όταν τον προσπερνούν. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε υποβολή πως ήταν σταθμευμένος σε πάροδο. ΄Ηταν σε κίνηση. Οδηγούσε το άσπρο «ΒΜW» με αρ. εγγραφής «DBB» της υπηρεσίας. Αρνήθηκε πως οδηγούσε διπλοκάμπινο. Το ανώτατο όριο ταχύτητας του εν λόγω «ΒΜW» είναι 240 χαω. Ο χιλιομετροδείκτης του είναι πλήρως ελεγμένος και λειτουργεί ορθά. Τη συγκεκριμένη μέρα έλεγξε ο ίδιος το χιλιομετροδείκτη με ταχύμετρο (ραντάρ) τόσο πριν όσο και μετά. Το «BMW» οδήγησε άλλος συνάδελφος του στα 50 χαω και ο ΜΚ1 το έλεγξε με ραντάρ και οι 2 ενδείξεις συμφωνούσαν. Δεν ελέγχθηκε πάνω από τα 50 χαω αφού δεν χρειαζόταν. Αρνήθηκε υποβολή πως δεν ελέγχθηκε για πάνω από 50 χαω αφού δεν ήταν ορθός. Αν υπάρχει απώλεια στα 50 χαω θα υπάρχει και σε μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο ίδιος είναι επιθεωρητής οχημάτων, έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα επιθεώρησης οχημάτων για λειτουργία οχημάτων, μηχανικές βλάβες. Διενήργησε τους 3 ελέγχους ραντάρ και το ραντάρ λειτουργούσε κανονικά. Αρνήθηκε υποβολή πως οι έλεγχοι δεν έγιναν και πως ο χιλιομετρητής του αυτοκινήτου του ήταν χαλασμένος. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να «κολλήσει» κάποιος χιλιομετρητής. Εδώ δεν πρόσεξε κάτι τέτοιο. Την ώρα που το όχημα του Κατηγορουμένου τον προσπέρασε δεν μπορεί να υπολογίσει πόσο έτρεχε. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή πως ο Κατηγορούμενος οδηγούσε εντός του ορίου ταχύτητας και προσπέρασε το ΜΚ1 αφού ο ΜΚ1 βρισκόταν σε περιπολία και πήγαινε σιγά σιγά. Η στροφή είναι απότομη 90° και δεν υπήρχε ορατότητα. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή πως από το όχημα του Κατηγορούμενου που είναι ψηλό υπήρχε πλήρης ορατότητα. Δέχθηκε πως το όχημα ήταν ψηλό αλλά δεν υπήρχε ορατότητα λόγω των στροφών. Ο ίδιος βρισκόταν χαμηλότερα. Δεν υπήρχε ορατότητα λόγω δένδρων, ταμπέλων ψηλών. Σε υποβολή πως ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα, ο μάρτυρας απάντησε πως ακόμη και αν δεχθεί πως στην 1η στροφή ο οδηγός του φορτηγού μπορεί να δει διότι είναι πιο ψηλό δεν μπορεί να δει στην επόμενη. Αρνήθηκε υποβολή πως η στροφή δεν ήταν 90°. Δεν την μέτρησε, ήταν περίπου 90°. Ο Κατηγορούμενος τον προσπέρασε μερικά μέτρα πριν τη στροφή και συνέχισε να οδηγεί στη δεξιά λωρίδα ακόμη και μετά τη δεξιόστροφη στροφή όπου υπήρχε συνεχής γραμμή. Ρωτηθείς, ανέφερε πως το όχημα του Κατηγορουμένου ξεκίνησε να προσπερνά 10μ. πριν τη στροφή και τον προσπέρασε σε λιγότερο από 2-3 δευτερόλεπτα. Ευθυγράμμισε στη δεξιόστροφη στροφή. Οι δύο στροφές είναι πολύ κοντινές. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μακρύ φορτηγό με καμπίνα, κλειστό. Στις στροφές οδηγούσε σίγουρα πάνω από 60 χαω και στην ευθεία 120 χαω. Ο ΜΚ1 τον ακολούθησε για απόσταση 1 χλμ, 15μ. σταθερά πίσω του. Αρνήθηκε πως ο χιλιομετρητής του φορτηγού διαφέρει από το δικό του. Είναι οι ίδιοι για όλα τα οχήματα. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε πως στο σημείο που τον προσπέρασε δεν υπήρχαν κτίρια. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε υποβολή πως ο Κατηγορούμενος τον προσπέρασε γιατί βγήκε από αριστερά όχημα στον κύριο δρόμο και πήγε δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Ο οδηγός μετέφερε και επιβάτη. Η άσπρη συνεχής γραμμή τοποθετείται με βάση τη Νομοθεσία και δεν γνωρίζει ποιος την τοποθέτησε. Θεώρησε επικίνδυνη την οδήγηση του Κατηγορουμένου λόγω του ότι προσπέρασε σε διπλή στροφή χωρίς πλήρη ορατότητα με φορτηγό τη νύχτα. Ο ΜΚ2 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο. Δεν αντεξετάστηκε. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως οδηγούσε στον παραλιακό δρόμο Ζυγίου-Μαζωτού με ταχύτητα 70 χαω περίπου. ΄Ενα «ΒΜW» βγήκε από συγκρότημα διαμερισμάτων στα 30μ. και αναγκάστηκε να το προσπεράσει για να μην προκαλέσει δυστύχημα. To αυτοκίνητο του είναι ψηλό και είχε καλή ορατότητα για να προσπεράσει. Αντιλήφθηκε σε κάποια φάση να βγαίνει από πάροδο ένα διπλοκάμπινο «Nissan» με αναμμένο τον αστυνομικό φάρο και να μπαίνει στο δρόμο. ΄0ταν το είδε να τον ακολουθεί σταμάτησε και αυτό μπήκε μπροστά του και τον ανέκοψε. Από το «Nissan» κατέβηκαν 2 αστυνομικοί ένας εκ των οποίων ήταν ο ΜΚ
- Σε εκείνο το σημείο η γραμμή ήταν διακεκομμένη και υπάρχουν δύο συνεχείς στροφές. Το «BMW» το προσπέρασε πριν τις στροφές. Είχε ορατότητα. Εκεί είναι πεδιάδα και βλέπεις 2 χλμ πέραν των στροφών. Το «Nissan» ήταν σταθμευμένο σε πάροδο όταν πέρασε από κοντά τους και το είδε να βγαίνει με αναμμένο το φάρο μετά που πέρασε τις δύο στροφές. Η ταχύτητα του Κατηγορούμενου ήταν περίπου 70 χαω, δεν μπορείς να τρέξεις περισσότερο εκεί επειδή είναι μεγάλο αυτοκίνητο. Δεν υπήρχαν πεζοί ή αυτοκίνητα εκτός από το «BMW». Υπήρχαν ελάχιστα σπίτια εξοχικά και διαμερίσματα. Εκεί που βρίσκονται οι 2 στροφές υπάρχει πινακίδα «ελαφριά στροφή». Δεν υπάρχει στροφή 90°. Η στροφή είναι 35°-40°. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως προσπέρασε το «BMW», όχι το αυτοκίνητο της αστυνομίας το οποίο βρισκόταν σε πάροδο. Το «BMW» που προσπέρασε πήγαινε 30 χαω. Ο ίδιος πήγαινε 70 χαω. Μετά από 2-3 λεπτά από την πάροδο βγήκε το αυτοκίνητο της αστυνομίας. Το είδε από το καθρεφτάκι του. Αρνήθηκε υποβολή πως προσπέρασε το αστυνομικό αυτοκίνητο όπου βρισκόταν ο ΜΚ
- Προσπέρασε το «BMW» αλλά δεν ήταν της αστυνομίας. Αρνήθηκε υποβολή πως προσπέρασε σε άσπρη συνεχή γραμμή. Δεν υπήρχε εκεί. Αρνήθηκε πως το αυτοκίνητο της αστυνομίας τον ακολούθησε για 1χλμ. Δεν υπάρχει εκεί ευθεία 1 χλμ. Η ορατότητα του ήταν πολύ καλή. Μέχρι 2 χλμ. Είχε και φεγγάρι. Δεν υπήρχαν ταμπέλες. Σε υποβολή πως προσπέρασε επικίνδυνα το αστυνομικό όχημα ο Κατηγορούμενος απάντησε «δεν είναι επικίνδυνα που προσπέρασα και σου λέγω ξανά ότι με υποχρέωσε να κάνω αυτό το προσπέρασμα για να αποφύγω τη σύγκρουση». Αρνήθηκε υποβολή πως προσπέρασε σε στροφή 90°. Στροφή πάνω από 50° δεν υπάρχει στο δρόμο εκείνο. Αρνήθηκε πως οδηγούσε με 120 χαω. Στο φορτηγό υπήρχε κόφτης και δεν μπορούσε να τρέξει πάνω από 90 χαω. Ο «κόφτης» του φορτηγού δεν έγραφε τα χιλιόμετρα πάνω στο ταμπλό. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τις αντιδράσεις τους και τον τρόπο που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και μου έδωσε την εικόνα φιλαλήθους μάρτυρα. Ο μάρτυρας απαντούσε χωρίς ίχνος δισταγμού, η δε μαρτυρία του ήταν σταθερή και σαφής. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 σε σχέση με το ότι ο Κατηγορούμενος προσπέρασε το όχημα του σε (αριστερόστροφη) στροφή 90° στην οποία δεν υπήρχε καθόλου ορατότητα. Ο ΜΚ1 έχει αναφέρει πως το προσπέρασμα επιχειρήθηκε πριν από αριστερόστροφη στροφή. Δεν έχει, όμως καθορισθεί το ακριβές σημείο του δρόμου, η ακριβής απόσταση του από τη στροφή, ούτε και η ορατότητα από το εν λόγω σημείο σε σχέση με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Πέραν τούτου οι αναφορές του ΜΚ1 σε έλλειψη ορατότητας ήταν πάντοτε σε σχέση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ίδιος. Η ορατότητα όμως του οδηγού ενός χαμηλού αυτοκινήτου μπορεί να διαφέρει από αυτή του οδηγού ενός φορτηγού. (βλ. σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, 14th ed., στη σελ. 186). Σημειώνω εδώ πως ο μάρτυρας δέχθηκε κατά την αντεξέταση του πως το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν ψηλό και ότι ο ίδιος βρισκόταν χαμηλότερα. Σημειώνω, περαιτέρω, πως η αναφορά του μάρτυρα κατά την αντεξέταση του σε δένδρα και ψηλές ταμπέλες η οποία συσχετίσθηκε με την έλλειψη ορατότητας δεν συγκεκριμενοποιήθηκε. Που ήταν τα δένδρα και οι ταμπέλες, τι ύψος είχαν και πως εμπόδιζαν την ορατότητα του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου; Ενώ δε η αναφορά του ήταν καθόλη την κατάθεση του σε καθόλου ορατότητα σε ερώτηση γιατί ήταν επικίνδυνη κατά την γνώμη του η οδήγηση του Κατηγορουμένου αναφέρθηκε σε έλλειψη πλήρους ορατότητας. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 παρέλειψε να αναφέρει αν ο δρόμος φωτιζόταν ή όχι. Συναφώς αναφέρω πως η στροφή η οποία κατά το μάρτυρα ήταν «περίπου 90°» δεν μετρήθηκε. Και κάτι άλλο. Η θέση περί ύπαρξης στροφής 90° και δη στροφής που ακολουθείται σε πολύ κοντινή απόσταση από δεξιόστροφη στροφή αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα. Είναι εμφανές πως ενόψει των πιο πάνω ελλείπει το βάθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ορατότητα του Κατηγορουμένου. Δεν αποδέχομαι ούτε το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα ότι ο χιλιομετροδείκτης του οχήματος «BMW» λειτουργούσε ορθά. Σημειώνω εδώ πως δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τον επιστημονικό τρόπο λειτουργίας του χιλιομετροδείκτη και ως προς τον ενδεδειγμένο τρόπο ελέγχου και διασφάλισης της ορθής λειτουργίας του και ακρίβειας του. Ο ΜΚ1 δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με την ορθή λειτουργία του χιλιομετροδείκτη. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα και να καταλήξει σε υποθετικά ευρήματα σε σχέση με τη λειτουργία του χιλιομετροδείκτη με βάση τον έλεγχο ραντάρ στον οποίο ο ΜΚ1 προέβη. Εκτός από το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του δεν έχει κλονιστεί αφού δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση σ΄ αυτά που κατέθεσε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς το γεγονός ότι το φορτηγό του Κατηγορουμένου τον προσπέρασε σε σημείο όπου υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή. Συναφώς αναφέρω πως η ύπαρξη συνεχούς άσπρης γραμμής δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Και πως όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε το προσπέρασμα του αυτοκινήτου του ΜΚ1 από τον Κατηγορούμενο αλλά στο ΜΚ1 σε δύο περιπτώσεις υπεβλήθη πως ο Κατηγορούμενος τον προσπέρασε. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του ΜΚ1 πως το όριο ταχύτητας ήταν 65 χαω και πως ακολουθώντας το φορτηγό του Κατηγορούμενου σε σημείο ευθύ του δρόμου σε σταθερή απόσταση με σταθερή ταχύτητα, η ένδειξη στο χιλιομετροδείκτη του ήταν 120 χαω. Σημειώνω εδώ πως το γεγονός ότι η απόσταση και ταχύτητα του ΜΚ1 ήταν σταθερά σε σχέση με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση, η παρουσία του ήταν τυπική και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Η εκδοχή του όσον αφορά τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ήταν ασαφής, παράλογη και αντιφατική. Καταρχήν αναφέρω πως η εκδοχή του κατά την ένορκη κατάθεση του ότι «αναγκάστηκε να προσπεράσει» κάποιο «BMW», που δεν ήταν το όχημα του ΜΚ1, που βγήκε από συγκρότημα διαμερισμάτων στερείται πειστικότητας. Περαιτέρω η πιο πάνω θέση του δεν συνάδει με τις υποβολές του δικηγόρου του προς το ΜΚ1, ότι ο Κατηγορούμενος προσπέρασε το αυτοκίνητο του ΜΚ
- Η δε θέση του Κατηγορούμενου πως η γραμμή στο σημείο που προσπέρασε ήταν διακεκομμένη δεν τέθηκε στο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του. Ούτε και η εκδοχή του Κατηγορούμενου πως το φορτηγό του δεν μπορεί να τρέξει περισσότερο από 70 χαω υπεβλήθη στο ΜΚ
- Η εκδοχή αυτή του Κατηγορούμενου προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την ένορκη κατάθεση του, η δε εκδοχή του πως λόγω κόφτη στο φορτηγό δεν μπορούσε να υπερβεί τα 90 χαω προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και κατά την άποψη μου αποτελούν ύστερες σκέψεις του Κατηγορουμένου. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι ο ΜΚ1 στις 19.1.2004 η ώρα 23:00 περίπου οδηγούσε το πολιτικό αυτοκίνητο της αστυνομίας, τύπου «BMW» στον παραλιακό δρόμο Μαζωτού-Ζυγίου, όπου βρισκόταν σε περιπολία. Σε σημείο του δρόμου μερικά μέτρα πριν από αριστερόστροφη στροφή τον προσπέρασε ο Κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε το φορτηγό υπ΄ αρ. εγγραφής ΗΑΡ
- Ο ΜΚ1 ελάττωσε ταχύτητα. Στο σημείο υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να οδηγεί στη δεξιά λωρίδα ευθυγραμμίζοντας το όχημα του μετά από δεξιόστροφη στροφή. Επειδή ο ΜΚ1 θεώρησε επικίνδυνο το προσπέρασμα ακολούθησε τον Κατηγορούμενο για περίπου 1 χλμ σταθερά πίσω του. Η ένδειξη του χιλιομετροδείκτη του ΜΚ1 ήταν 120 χαω. καθόλη τη διάρκεια που ο ΜΚ1 βρισκόταν πίσω από το φορτηγό. Το όριο ταχύτητας ήταν 65 χαω. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή προς ανύπαρκτη και δεν υπήρχαν πεζοί. Ο ΜΚ1 ανέκοψε τον Κατηγορούμενο. Ο δρόμος ήταν μονής κατεύθυνσης. Κατηγορία αρ. 1 Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος αναφέρω πως το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. Αpp. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 6753, ημερ. 23.2.2000, λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία, έχοντας απορρίψει το μέρος της μαρτυρία του ΜΚ1 που αναφέρεται πιο πάνω, κρίνω πως δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον μου πως ο Κατηγορούμενος προσπέρασε σε στροφή χωρίς να υπάρχει επαρκής ορατότητα, ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Περαιτέρω, διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες αν το προσπέρασμα του φορτηγού από μόνο του ενόψει της μη ύπαρξης μαρτυρίας ως προς το ύψος της ταχύτητας του, αν δηλαδή υπήρξε υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, την υφιστάμενη ορατότητα, τη φύση της στροφής ή τον υφιστάμενο φωτισμό, τη φύση του δρόμου (πχ. αν υπήρχαν παρόδοι) θα συνιστούσε μια επικίνδυνη κατάσταση ή μια κατάσταση που περιείχε σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω πως σύμφωνα με το σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences 14th Ed. στη σελ. 186 αναφέρονται τα ακόλουθα: "In many cases a view of the locus by the advocate is obviously helpful. Skid marks and other marks, damage, the visibility and obstructions at corners, the light, the state of the road at the time... are all things which may prove very significant at the hearing of a charge of reckless or careless driving..." Κρίνω, περαιτέρω, πως δεν έχει καταδεχθεί ούτε το απαιτούμενο σφάλμα εκ μέρους του Κατηγορουμένου, ούτε ότι αυτός οδηγούσε με τρόπο που περιείχε καθαρό και σοβαρό κίνδυνο σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς και έδειξε πλήρη αδιαφορία γι΄ αυτόν. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος δεν οδήγησε το αυτοκίνητο του απερίσκεπτα, αλόγιστα ή επικίνδυνα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ο οποίος κατά συνέπεια απαλλάσσεται και αθωώνεται. Κατηγορία αρ. 2 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(1)(ια) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών: «Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως- (ια) συμμορφούται προς άπαντα τα σήματα της τροχαίας, τα οποία ήθελον τοποθετηθή ή χαραχθή επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού υπό ή κατ΄ εντολήν της Αστυνομίας, ή δημοτικού συμβουλίου ή οιασδήποτε άλλης αρχής, εμπεπιστευμένης τον έλεγχον ή την ρύθμισιν της τροχαίας, προς καθοδήγησιν των οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων.» Δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η ύπαρξη ή η νομιμότητα της συγκεκριμένης σηματοδότησης. Επομένως έχω την άποψη πως επενεργεί στην παρούσα υπόθεση το τεκμήριο της κανονικότητας omnia praesumuntur rite esse acta (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ντίνου Φλωρίδη, Ποιν. Εφ. αρ. 6496, 26.2.1999). ΄Εχοντας υπόψη μου τα ευρήματα και τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 2 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία αρ. 3 Στην αγγλική υπόθεση Nicholas v. Penny
(1950)2 All E.R 89 αποφασίστηκε ότι πρόσωπο μπορεί να καταδικαστεί για υπέρβαση ορίου ταχύτητας στη βάση της μαρτυρίας αστυνομικού που υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του αναφορικά με την ένδειξη του χιλιομετροδείκτη ή άλλου μηχανικού μέσου παρόλο που δεν υπήρχε μαρτυρία ότι ο χιλιομετροδείκτης είχε ελεγχθεί. Στην πιο πάνω υπόθεση η κατηγορία αφορούσε την οδήγηση αυτοκινήτου με ταχύτητα πέραν των 30 Μαω και ο Κατηγορούμενος υπερέβη το όριο ταχύτητας 10 Mαω. Mε αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση στο σύγγραμμα Halsbury´s Statutes, 4th Ed. Vol. 38 στη σελ. 59 αναφέρεται ότι ως θέμα πρακτικής μαρτυρία σε σχέση με την ακρίβεια του χιλιομετροδείκτη είναι επιθυμητή για τη βελτίωση του βάρους της μαρτυρίας: "However evidence of accuracy is desirable in practice to improve the weight of the evidence". Με βάση την πιο πάνω νομολογία είναι καθόλα αποδεκτή η μαρτυρία αστυνομικού ο οποίος ακολούθησε τον Κατηγορούμενο σε σταθερή απόσταση και παρατήρησε στο χιλιομετροδείκτη του πως ο ίδιος οδηγούσε με συγκεκριμένη ταχύτητα, άρα ο Κατηγορούμενος πρέπει να οδηγούσε με την ίδια ταχύτητα. Παραμένει να εξεταστεί, αφού δοθεί η πιο πάνω μαρτυρία, η αξιοπιστία της με βάση το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας και το βάρος που θα της αποδοθεί. Στην παρούσα υπόθεση η ορθότητα της λειτουργίας του χιλιομετροδείκτη αμφισβητήθηκε έντονα από την υπεράσπιση. Ενόψει δε της απόρριψης του μέρους της μαρτυρίας του ΜΚ1 αναφορικά με την ορθή λειτουργία του χιλιομετροδείκτη του οχήματος του καταλήγω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με την ένδειξη του χιλιομετροδείκτη του. Θεωρώ ότι η ορθότητα της ένδειξης του χιλιομετροδείκτη του οχήματος του ΜΚ1 δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό και ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 υπολείπεται του μέτρου της αποδεικτικής δύναμης και αξίας στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις. Η δημιουργία αμφιβολιών έχει εμφιλοχωρήσει στη μαρτυρία του ΜΚ1 ώστε ο Κατηγορούμενος να δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του ΜΚ1 και κατά συνέπεια του Κατηγορουμένου οδηγείτο με ταχύτητα 120 χαω δεν έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία 3 που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο