← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ανδρούλλα Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 5957/04, 11 Απριλίου 2005

Αστυνομία ν. Ανδρούλλα Παναγιώτου, Αρ. Υπόθεσης: 5957/04, 11 Απριλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5957/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Ανδρούλλα Παναγιώτου Κατηγορουμένη Ημερομηνία: 11 Απριλίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κος Γιώργος Λουκαϊδης Κατηγορουμένη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. Το αδίκημα ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του, στις 3.2.2004 στην οδό Αγ. Νικολάου στα Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας όπου η Κατηγορουμένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής BBJ 883 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Βαρνάβα Γεωργίου (ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 906 Γ. Ποορκού. Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 Βαρνάβας Γεωργίου, 10 ετών έδωσε ανόμωτη κατάθεση αφού το Δικαστήριο έκρινε πως δεν είχε επαρκή αντίληψη της σημασίας του όρκου. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως στις 3.2.2004 η ώρα 13:10 περίπου αφού σχόλασε από το σχολείο προσπάθησε να διασταυρώσει το δρόμο για να πάει σπίτι του. Φθάνοντας στο πεζοδρόμιο κοίταξε δεξιά και αριστερά για να διασταυρώσει. Δεξιά του είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο να έρχεται από μακριά με κανονική ταχύτητα. Νόμισε πως θα έστριβε αριστερά στον προηγούμενο δρόμο και πως δεν θα συνέχιζε ευθεία γι΄ αυτό έκανε ένα βήμα για να αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο. Το αυτοκίνητο συνέχισε ευθεία και μόλις ο ΜΚ1 μπήκε στο δρόμο κτύπησε στο αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου με το πρόσωπο του, κτυπώντας στο στόμα. Μετά έπεσε κάτω και κτύπησε τα γόνατα του και τα χέρια του στην άσφαλτο και στο πεζοδρόμιο. Η οδηγός του αυτοκινήτου κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τον ρώτησε αν ήταν καλά. Ο πατέρας του τον πήρε στο Νοσοκομείο. Αναγνώρισε την Κατηγορουμένη στο Δικαστήριο ως την εν λόγω οδηγό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως περπατούσε στο πεζοδρόμιο και ήθελε να διασταυρώσει για να πάει απέναντι. «Κατέβασα μόνο τη βαλίτσα, κτύπησε πάνω στη βαλίτσα μου, παρέσυρεν με εμένα και κτύπησα πάνω στο καθρεφτάκι» όπως επί λέξει ανέφερε. Αρνήθηκε πως μπήκε στο δρόμο, μόνο τη βαλίτσα του κατέβασε στο δρόμο. Τη βαλίτσα την έσερνε με λουρί. Δέχθηκε πως η βαλίτσα έπεσε στο δρόμο σέρνοντας τον μαζί της. Δέχθηκε πως έχασε την ισορροπία του και κτύπησε πάνω στο καθρεφτάκι. Επανεξεταζόμενος ανέφερε πως έχασε την ισορροπία του όταν η βαλίτσα του κτύπησε «μπροστά που εν το αυτοκίνητο». Ο ΜΚ2 εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε πως στις 3.2.2004 πήρε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορουμένη Τεκμήριο 4 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  2. Επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος στην οδό Αγίου Νικολάου όπου δεν βρήκε οποιοδήποτε πρόσωπο. Πήρε τα αναγκαία μέτρα και έμαθε από την Κατηγορουμένη πως το άλλο πρόσωπο που ενέχετο στο δυστύχημα ήταν ο ΜΚ
  3. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης με αρ. εγγραφής ΒΒJ 883 βρισκόταν στην τελική του θέση. Η περιοχή που έγινε το δυστύχημα ήταν ο συνοικισμός Λειβαδιών όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χαω. Ετοίμασε τελικό σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο 3, το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Στο αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης υπήρχαν ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα και το αριστερό καθρεφτάκι που κρεμμόταν μετά από το κτύπημα. Ο ΜΚ1 τραυματίστηκε. Στο Τεκμήριο 3 με την ένδειξη Α φαίνεται η πορεία του οχήματος της Κατηγορουμένης, με την ένδειξη Ε δύο κηλίδες αίματος και με την ένδειξη Χ το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε η Κατηγορούμενη και το οποίο συμφωνεί με τα ευρήματα του (κηλίδες αίματος). Η πορεία του πεζού δεν σημειώθηκε. Το σημείο Χ απέχει 1 μέτρο από το πεζοδρόμιο 0,90 μ. από το σημείο Ε και 0.10 μ. από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Η ορατότητα ήταν πέραν των 150 μ. σύμφωνα με την πορεία της Κατηγορουμένης. Ο καιρός ήταν αίθριος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως η τελική θέση του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης βρισκόταν περίπου στο μέσο της λωρίδας στην οποία κινείτο. Σε απόσταση 10-15μ. υπήρχε συμβολή τύπου «Τ» και γραμμή αλτ στην οποία η Κατηγορουμένη θα έπρεπε να σταματήσει. Η ζημιά στο καθρεφτάκι σύμφωνα με την Κατηγορουμένη ήταν λόγω του κτυπήματος του ΜΚ
  4. Ο ΜΚ1 του ανέφερε πως η ζημιά στον προφυλαχτήρα ήταν από το κτύπημα στη βαλίτσα. Οι κηλίδες αίματος Ε δεν υποδηλούν ακριβώς το σημείο σύγκρουσης Χ αλλά ένα μέσο όρο την περιοχή της σύγκρουσης. ΄Ηταν 90 εκ. μακριά από το Χ, στο πεζοδρόμιο, όχι στο δρόμο και πιθανόν να προκλήθηκαν μετά τη πτώση του ανήλικου. Η σύγκρουση έγινε με τα «μούτρα» του οχήματος πιθανόν με τη βαλίτσα πρώτα και μετά το καθρεφτάκι ήρθε σε επαφή με τον πεζό. Ο ΜΚ1 έδωσε δύο καταθέσεις στην αστυνομία. Στη μια εκ των 2 ανέφερε στο ΜΚ2 πως ο ίδιος κτύπησε στο αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της. Η Κατηγορουμένη επέλεξε να μην καταθέσει ενόρκως. Υιοθέτησε απλώς από το εδώλιο του Κατηγορουμένου το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην αστυνομία. Στην κατάθεση της, Τεκμήριο 4, η Κατηγορουμένη αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «πριν δέκα μέτρα περίπου από το αλτ παρατήρησα ένα μαθητή που βρισκόταν στην άκρη του πεζοδρομίου να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει στο δρόμο με αποτέλεσμα να χτυπήσει στο αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος μου. Ο μαθητής βρισκόταν στο αριστερό πεζοδρόμιο πριν πέσει στο δρόμο». Αναφέρει δε πως οδηγούσε πολύ αργά εκείνη τη στιγμή γιατί ήταν έτοιμη να σταματήσει στο αλτ. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και η μαρτυρία του στο σύνολο της ήταν ασαφής και αντιφατική. Ενδεικτικά αναφέρω πως ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε πως έκανε ένα βήμα για να αρχίσει να διασταυρώνει το δρόμο και πως μόλις μπήκε στο δρόμο κτύπησε στο αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως δεν εισήλθε στο δρόμο, βρισκόταν στο πεζοδρόμιο και στο δρόμο κατέβασε μόνο τη βαλίτσα του η οποία κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο και ο ίδιος έχασε την ισορροπία του κτυπώντας στο εν λόγω καθρεφτάκι. Θεωρώ ότι η πιο πάνω αντίφαση από μόνη της είναι τέτοιας ουσιαστικής μορφής που κλονίζει ανεπανόρθωτα τη μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Ο ΜΚ2 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως το σημείο της μαρτυρίας του σε σχέση με το πως έγινε η σύγκρουση αφού αποτελούσε απλή υπόθεση του μάρτυρα και όχι αποτέλεσμα της εμπειρογνωμοσύνης του. Εκτός από το πιο πάνω σημείο η μαρτυρία του ΜΚ1 όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 3 δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Σημειώνω εδώ πως το σημείο σύγκρουσης Χ υπεδείχθη στο ΜΚ2 από την Κατηγορουμένη και πως ο ΜΚ2 συμφώνησε με το εν λόγω σημείο με βάση τα ευρήματα του. Αναφορικά με το Τεκμήριο 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορουμένου. ΄Εχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω πως δεν υπάρχει οτιδήποτε στο Τεκμήριο 4 που να μπορεί να συνθέσει παραδοχή στο αδίκημα. Δίνω βαρύτητα στη δήλωση της Κατηγορουμένης στο Τεκμήριο 4 πως ο ΜΚ1 κτύπησε στο αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος της. Η πιο πάνω δήλωση εξάλλου ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία. (βλ. Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 211) Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα μόνα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι ότι στις 3.2.2004 γύρω στις 13:10 η Κατηγορουμένη οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΒΒJ 883 στην οδό Αγίου Νικολάου στα Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας σύμφωνα με την πορεία Α του Τεκμηρίου 3. Στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 3 επήλθε σύγκρουση με το ΜΚ1 με το αριστερό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της. Το σημείο Χ απέχει 1μ. από το πεζοδρόμιο και 0.10 μ. από το πίσω μέρος του αυτοκίνητου της Κατηγορουμένης. Ο ΜΚ2 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης βρισκόταν στην τελική του θέση. Στο αυτοκίνητο υπήρχαν ζημιές στον μπροστινό προφυλακτήρα και το αριστερό καθρεφτάκι. Σε απόσταση 10-15 μ. από το δυστύχημα υπήρχε συμβολή τύπου «Τ» και γραμμή αλτ. Η ορατότητα της Κατηγορουμένης ήταν πέραν των 150 μ. σύμφωνα με την πορεία της. Ο ΜΚ1 τραυματίστηκε. Στο Τεκμήριο 3 υπήρχαν 2 κηλίδες αίματος με την ένδειξη Ε. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). ΄Εχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή τις συνθήκες του δυστυχήματος υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η οδική συμπεριφορά που επέδειξε η Κατηγορουμένη θα μπορούσε να οδηγήσει στο να κριθεί ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει συνεπεία αμελούς οδήγησης. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν υπάρχει αξιόπιστη ή αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με την πορεία του ΜΚ1 πριν το δυστύχημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18) τη θέση του ή την απόσταση του από το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Δεν υπάρχει δε αποδεκτή μαρτυρία ως προς ποιο μέρος του σώματος του ΜΚ1 κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με οποιαδήποτε τραύματα που προκλήθηκαν στο ΜΚ1 από τη σύγκρουση. Περαιτέρω, παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη στο τέλος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Δεν υπάρχει νομικά αποδεκτή ή αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα της σύγκρουσης του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης με το ΜΚ1. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα και να προβεί σε ευρήματα για το πως έγινε η σύγκρουση (βλ. Γ. Ε ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013) Συνοψίζοντας, αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η Κατηγορούμενη στην υπό κρίση υπόθεση δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους ως άνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 την οποία αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη και συνεπώς η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.