← Κύπρος

Αστυνομία ν. Θεογνωσία Μιχαήλ Σταυρινίδου, Αρ. Υπόθεσης: 10099/04, 27 Απριλίου 2005

Αστυνομία ν. Θεογνωσία Μιχαήλ Σταυρινίδου, Αρ. Υπόθεσης: 10099/04, 27 Απριλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10099/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Θεογνωσία Μιχαήλ Σταυρινίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κα ΄Αντρη Κωνσταντίνου Κατηγορουμένη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. Το αδίκημα ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του, στις 10.10.2003 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου η Κατηγορουμένη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΒBL 045 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 3024 M. Kαβαλιέρου (ΜΚ1) και την Άρτεμις Σπύρου (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ανέφερε πως στις 10.10.2003 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στη συμβολή των οδών Π. Δέλτα, Α. Ραγκαβή και Χλωρίδας στη Λάρνακα. Ενεχόμενα στο δυστύχημα ήταν το σαλούν με αρ. εγγραφής ΒΒL 045 που οδηγούσε η Κατηγορουμένη και το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΑΖ 091 που οδηγούσε η ΜΚ
  2. Τα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Η Κατηγορούμενη ήταν παρούσα ενώ η ΜΚ2 είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας λόγω τραυματισμού. Ο ΜΚ1 πήρε τα αναγκαία μέτρα και μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο
  3. Την ώρα του δυστυχήματος ήταν νύκτα. Υπήρχαν κώνοι που διαχώριζαν το δρόμο στην οδό Ραγκαβή, κενό 8μ. και οι κώνοι συνέχιζαν στην οδό Χλωρίδας. Δεξιά και αριστερά της οδού Ραγκαβή μέχρι τη συμβολή των οδών προς Π. Δέλτα υπήρχαν κιγκλιδώματα λόγω εργασιών στο δρόμο. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Η περιοχή είναι κατοικημένη, η άσφαλτος ήταν στεγνή και καθαρή και ευθύς σύμφωνα με την πορεία των οχημάτων. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης υπέστη ζημιές στο μπροστά δεξί φτερό και βούλωμα στο δεξί τραφικέιτορ. Στο μοτοποδήλατο έσπασαν τα αριστερά πλαστικά, γδάρθηκε και έσπασε το δεξί πίσω τραφικέιτορ. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, Τεκμήριο 3 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  4. Η Κατηγορουμένη απάντησε «νομίζω δεν φταίω». Από το Τεκμήριο 5 ο ΜΚ1 ετοίμασε τελικό σχέδιο, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός και η ορατότητα σύμφωνα με την πορεία Α προς δεξιά και ευθεία πέραν των 100μ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως οι κώνοι πολλές φορές από την οδό Ραγκαβή ήταν συνεχιζόμενοι μέχρι την οδό Χλωρίδας. Τη μέρα του δυστυχήματος δεν ήταν τελείως ευθεία, συνεχόμενοι. Αν ήταν συνεχόμενη η πορεία Β θα πήγαινε αναγκαστικά μόνο αριστερά και η Κατηγορουμένη θα πήγαινε μόνο ευθεία. Σε ερώτηση για την κατάσταση του δρόμου ανέφερε πως διεξάγονταν οδικά έργα, ήταν καθαρή άσφαλτος χωρίς χώματα ή οτιδήποτε άλλο, όχι πολύ καλής επιφάνειας. Σε ερώτηση αν το όχημα της Κατηγορουμένης έπρεπε να σταματήσει στο σημείο «Σ» απάντησε πως το «Σ» ήταν σε λάθος τοποθετημένο σημείο και κάποιο όχημα έπρεπε να σταματήσει 15μ. μετά το σημείο λόγω της θέσης της διασταύρωσης. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει πόση ήταν η απόσταση από το σημείο «Σ» μέχρι το σημείο «Χ». Τη συγκεκριμένη μέρα τα οχήματα στην οδό Π. Δέλτα κινούνταν και από την αριστερή και από τη δεξιά μεριά. Στην οδό Π. Δέλτα υπήρχε κίνηση αλλά όχι πολλή. Η νοητή προέκταση του σημείου «Χ» βρίσκεται στο κέντρο και δεξιά της οδού Π. Δέλτα. Η ΜΚ2 ανέφερε πως στις 10.10.2003 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΑΖ 091 στην οδό Π. Δέλτα με σκοπό να διασταυρώσει τη συμβολή των οδών Ραγκαβή και Χλωρίδας, με ταχύτητα 25-30 χαω. ΄Οταν πλησίασε τη συμβολή είδε στα αριστερά της, σε απόσταση περίπου 20μ. να έρχεται ένα αυτοκίνητο. Επειδή γνώριζε πως στη συμβολή εκεί τα αυτοκίνητα υποχρεούνται να σταματήσουν συνέχισε να κινείται ευθεία. ΄Οταν έφθασε πέραν από το μέσο του δρόμου το διερχόμενο αυτοκίνητο δεν σταμάτησε κτυπώντας το μοτοποδήλατο της με το μπροστινό του μέρος στα αριστερά της μοτοσικλέτας. Κτύπησε στο αριστερό πόδι και πέφτοντας στο έδαφος κτύπησε και στο δεξί πόδι. Αναγνώρισε την Κατηγορουμένη ως την οδηγό του εν λόγω αυτοκινήτου. Δεν υπήρχε σημείο στο οποίο η ίδια έπρεπε να σταματήσει. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως κινείτο στην αριστερή λωρίδα της οδού Π. Δέλτα. Είδε την Κατηγορουμένη στα 20μ όπου υπήρχε περιθώριο η τελευταία να κάνει αλτ. Υπήρχε σήμα «Σ». Δεν μπόρεσε να υπολογίσει την απόσταση του σημείου «Σ», όπως ανέφερε «20μ. που την είδα δεν ήταν αρκετά κοντά μου για να υπολογίσω ότι δεν θα κάνει αλτ». Η Κατηγορουμένη της έκοψε την πορεία της. Σε ερώτηση πως δικαιολογεί το σημείο σύγκρουσης απάντησε πως αυτή κινείτο αριστερά. Πήγε ευθεία γιατί υπέθεσε πως η Κατηγορουμένη θα σταματούσε, αφού στα 20μ. που την είδε υπήρχε περιθώριο να κάνει αλτ. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην οδό Π. Δέλτα. Αρνήθηκε υποβολή πως κρατούσε τη μέση της οδού γιατί προσπερνούσε αυτοκίνητα στα αριστερά της. Δεν έτρεχε αφού στο δρόμο εκεί (Π. Δέλτα) υπήρχε «τσιακίλι». Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της. Η Κατηγορουμένη επέλεξε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην αστυνομία από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στην κατάθεση της, Τεκμήριο 3, η Κατηγορουμένη ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως στις 10.10.2003 γύρω στις 7:30 το βράδυ οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην οδό Ραγκαβή με πρόθεση να διασταυρώσει τη συμβολή προς την οδό Χλωρίδας. Είδε αριστερά της μια ταμπέλα «Στοπ» μείωσε την ταχύτητα της σχεδόν για να σταματήσει και κατευθύνθηκε προς τη συμβολή, κοίταξε δεξιά και αριστερά χωρίς να δει οποιοδήποτε όχημα να έχει πρόθεση να πάει ευθεία. Μέχρι της 10.10.2003 ο δρόμος ήταν κλειστός όλος ευθεία με κώνους, η πορεία της θα ήταν αναγκαστικά ευθεία και η πορεία από την Π. Δέλτα αριστερά και όλοι οι οδηγοί εκεί πήγαιναν αριστερά. Στις 10.10.2003 έλειπαν κώνοι από το δρόμο. Απέναντι της τα αυτοκίνητα ήταν γραμμή και πήγαιναν σημειωτό προς το γήπεδο της Σαλαμίνας. Ξαφνικά είδε από τη δεξιά μεριά των αυτοκινήτων να προσπερνά ένα μοτοποδήλατο και να πηγαίνει ευθεία. Η Κατηγορουμένη σχεδόν σταμάτησε και η μοτοποδηλάτης συγκρούστηκε στον τροχό του οχήματος της μπροστά, πέφτοντας στην άσφαλτο. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Κανένα κλονιστικό στοιχείο δεν έχει προκύψει και η μαρτυρία του όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2, τις ζημιές στα 2 οχήματα καθώς και τα ευρήματα του γίνονται αποδεκτά στην ολότητα τους. Στο σημείο εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως σύμφωνα με το ΜΚ1 οι οδηγοί που ακολουθούσαν την πορεία της Κατηγορουμένης δεν είχαν υποχρέωση να σταματήσουν στο παλαιό σήμα «Στοπ» το οποίο ήταν εκεί τοποθετημένο από πριν νέα διαμόρφωση της διασταύρωσης. Η ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Καταρχήν αναφέρω πως η ακριβής οδική της συμπεριφορά και η θέση της όταν σύμφωνα με τον ισχυρισμό της είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης πριν το δυστύχημα παρέμειναν αδιευκρίνιστα. Η δε πορεία της στην αριστερή λωρίδα της οδού Π. Δέλτα καθορίστηκε από την ίδια για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της. Η μαρτυρία της σε σχέση με την εν λόγω πορεία δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 2, και συγκεκριμένα τη νοητή προέκταση του σημείου «Χ». Ούτε και η ένορκη μαρτυρία της ΜΚ2 πως το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης κτύπησε στη μοτοσικλέτα της με το μπροστινό του μέρος συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, συγκεκριμένα, τις ζημιές στο όχημα της Κατηγορουμένης και τις τελικές θέσεις των αυτοκινήτων στο Τεκμήριο 2, η οποία αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Η θέση της ΜΚ2 πως η ίδια δεν είχε υποχρέωση να σταματήσει στη διασταύρωση ενώ τέτοια υποχρέωση είχε η Κατηγορούμενη δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία έχω αποδεκτεί. Ούτε και η θέση της πως δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην οδό Π. Δέλτα συνάδει με τη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ2. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον της Κατηγορουμένης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα μόνα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω είναι ότι στις 10.10.2003 γύρω στις 19:30 η ΜΚ2 οδηγούσε το μοτοποδήλατο της με αρ. εγγραφής ΚΑΖ 091 στην οδό Πηνελόπης Δέλτα. Στο σημείο «Χ» του Τεκμηρίου 2 επήλθε σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Κατηγορουμένη με αρ. εγγραφής ΒΒL 045, στην οδό Ραγκαβή σύμφωνα με την πορεία Α του Τεκμηρίου
  1. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου τα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση Α1 και Β1 στο Τεκμήριο
  2. Παρούσα στη σκηνή ήταν η Κατηγορουμένη ενώ η ΜΚ2 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης υπέστη ζημιές στο μπροστά δεξί φτερό και βούλωμα στο δεξί τραφικέιτορ. Στο μοτοποδήλατο έσπασαν τα αριστερά πλαστικά, γδάρθηκε και έσπασε το δεξί πίσω τραφικέιτορ. Ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα της Κατηγορουμένης πέραν των 100μ. Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο φωτισμός ήταν καλός. Υπήρχαν κώνοι που διαχώριζαν το δρόμο στην οδό Ραγκαβή, κενό 8μ. και ακολούθως συνέχιζαν στην οδό Χλωρίδας. Στο δρόμο διεξάγονταν οδικά έργα. Τα αυτοκίνητα που οδηγούσαν σύμφωνα με την πορεία Α δεν υποχρεούνταν να σταματήσουν στο σήμα Σ (Στοπ) του Τεκμηρίου
  3. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). ΄Εχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή τις συνθήκες του δυστυχήματος υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ότι η οδική συμπεριφορά που επέδειξε η Κατηγορουμένη θα μπορούσε να οδηγήσει στο να κριθεί ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει συνεπεία αμελούς οδήγησης. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη ή αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού η ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστη. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Περαιτέρω η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με το αν κάποια από τις οδούς που αφορούσαν το δυστύχημα αποτελούσε κύριο δρόμο ή πάροδο ειδικότερα ενόψει των οδικών έργων και του διαχωρισμού της οδού Ραγκαβή με κώνους ή αν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση ως προς τούτο ή άλλη οδική σήμανση. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα και να προβεί σε ευρήματα για το πως έγινε η σύγκρουση (βλ. Γ. Ε ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013) Συνοψίζοντας, αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Η Κατηγορουμένη στην υπό κρίση υπόθεση δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους ως άνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 την οποία αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη και συνεπώς η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται. Μ. Παπαϊωάννου, Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.