Αστυνομία ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα, Αρ. Υπόθεσης: 6177/04, 13 Μαϊου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6177/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Γεώργιου Χρίστου Τόμα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Μαϊου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Ζαχαρίου Κατηγορούμενος: παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80 (Ι) /2000 και 181 (Ι) /2000 2. της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος επί πεζοδρομίου, κατά παράβαση των Καν. 58
(4)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, ΚΔΠ 66/84, του άρθρου 2 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 47
(1)/97 3. της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος προς τα πίσω σε απόσταση πέραν της απαιτούμενης κατά παράβαση των Καν. 58
(1)(στ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, ΚΔΠ 66/84 και του άρθρου 19 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Τα αδικήματα ανατρέχουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους, στις 9.11.2003 στη συμβολή των οδών Ζακύνθου και Κεφαλληνίας στη Λάρνακα όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής WL 663 και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο εις τον Κωνσταντίνο Αθανασίου από τη Λάρνακα. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής WL 663 επί πεζοδρομίου χρησιμοποιημένου συναφώς προς την αναφερόμενη οδό και οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής WL 663 προς τα πίσω σε απόσταση πέραν της απαιτούμενης για την ασφάλεια ή άνεση της λοιπής τροχαίας επί της αναφερόμενης οδού. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2933 Γ. Γεωργίου (ΜΚ1), το λοχία Α. Χαραλάμπους (ΜΚ2), το Μηνά Παναγή (ΜΚ3) και την Ανδρούλλα Αθανασίου (ΜΚ4). ΄Ολη η μαρτυρία είναι ενώπιον μου. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση G&K Exclusive Fashions Ltd v. Ρόδου Παπαδόπουλου κ.α.
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 88 το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να επαναλάβει το σύνολο της μαρτυρίας ή να αναφερθεί σε κάθε πτυχή της. Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Στις 9.11.2003 η ώρα 21:25 επισκέφθηκε μετά από πληροφορία τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στις 21:15 στη διασταύρωση της οδού Ζακύνθου με την οδό Κεφαλληνίας στη Λάρνακα. Ενεχόμενοι στο δυστύχημα ήταν το διπλοκάμπινο όχημα με αρ. εγγραφής WL 663 με οδηγό τον Κατηγορούμενο και ο πεζός Κωνσταντίνος Αθανασίου. Στη σκηνή βρήκε το πιο πάνω όχημα το οποίο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση, τον Κατηγορούμενο και τον πεζό. Ο πεζός ήταν πεσμένος στο έδαφος και αφού ο ΜΚ3 του πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Στην παρουσία του Κατηγορούμενου ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής στο οποίο τοποθέτησε την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου, το σημείο συγκρούσεως του με τον πεζό το οποίο του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος και κηλίδα αίματος που σχηματίστηκε από την πτώση του πεζού στο έδαφος. Πήρε τα αναγκαία μέτρα και αφού το εξήγησε στον Κατηγορούμενο ο τελευταίος το υπέγραψε στην παρουσία του. Την ίδια μέρα ο ΜΚ1 μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου ο τραυματίας Κωνσταντίνος Αθανασίου του ανέφερε πως η πορεία που ακολουθούσε ήταν από το "Chris Cash & Carry" προς τα Φώτα Τροχαίας του "Λευκαρίτη" και κρατούσε τη δεξιά πλευρά του δρόμου. ΄Ελαβε στις 9.11.2003 ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3, και στις 12.11.2003 τον κατηγόρησε γραπτώς ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, Τεκμήριο 4, αφού ο πεζός ήταν ακόμη εν ζωή. Αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο ο Κατηγορούμενος απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε. Απολογούμαι». Στις 5.12.2003 ο ΜΚ1 πληροφορήθηκε πως ο Αθανασίου υπέκυψε στα τραύματα του. Ενημέρωσε σχετικά τον Κατηγορούμενο. Στις 11.12.2003 η ώρα 20:50 μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος με το ΜΚ2 για τη λήψη περαιτέρω μετρήσεων και φωτογραφιών σχετικά με το δυστύχημα. Από το δυστύχημα το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος καθαρή και ξηρή και η τροχαία κίνηση αραιή. Η περιοχή είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 χαω. Ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Το θύμα την ώρα του δυστυχήματος φορούσε κοστούμι μπλε σκούρου χρώματος και μαύρα παπούτσια. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε αρκετές φορές το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας χωρίς να καταφέρει να πάρει κατάθεση από τον Αθανασίου. Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό επί κλίμακος, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Με την ένδειξη Α φαίνεται η πορεία του διπλοκάμπινου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με πισινή ταχύτητα προς την οδό Ζακύνθου. Με την ένδειξη Β φαίνεται η πορεία του θύματος. Με την ένδειξη Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης και με την ένδειξη Κ η κηλίδα αίματος που βρήκε στη σκηνή. Με το γράμμα Θ φαίνονται οι ηλεκτρικοί πάσσαλοι (σταθερά σημεία). Από το σημείο Χ μέχρι το Κ η απόσταση είναι 1.80μ. Με το σημείο Χ που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος συμφώνησε αφού η κηλίδα αίματος ήταν περίπου 1.80μ. πιο πίσω. Η οδός Ζακύνθου είναι διπλής κατευθύνσεως. Η ορατότητα σε σχέση με την πορεία του Κατηγορούμενου προς τα πίσω ήταν πάρα πολύ καλή. Μπορούσε να δει οποιοδήποτε πεζό ή αυτοκίνητο κινείτο στην οδό Ζακύνθου. ΄Οπως του ανέφερε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος το αυτοκίνητο του ήταν σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο, μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και μισό πάνω στο δρόμο και κινήθηκε με πισινή ταχύτητα. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε πως δεν υπήρχε ζημιά στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με τον υπολογισμό του σημείου Χ συμφώνησε πως πέραν από την υπόδειξη του Κατηγορουμένου, στηρίχθηκε και στο ότι το σημείο απείχε περίπου 1.80μ. (το ύψος του θύματος) από την κηλίδα Κ μέχρι το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Οδικός φωτισμός υπήρχε. Υπήρχαν 3 ηλεκτρικοί πάσσαλοι της ΑΗΚ με λαμπτήρες (Θ στο Τεκμήριο 2) οι οποίοι άναβαν τη συγκεκριμένη νύχτα. ΄Ηταν σίγουρος ότι άναβαν αφού από τα εν λόγω σημεία έλαβε τις μετρήσεις του. Στο τέλος της οδού Κεφαλληνίας εκεί που ενώνεται με την οδό Ζακύνθου δεν υπήρχε σήμα αλτ τη μέρα του δυστυχήματος. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ειδικευμένος φωτογράφος της αστυνομίας. Στις 9.11.2003 με φωτογραφική μηχανή "MINOLTA" μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος η ώρα 22:00 και στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του ΜΚ1 πήρε αριθμό φωτογραφιών. Στη σκηνή το φλας της φωτογραφικής δεν άναβε. Την ίδια νύχτα πήρε αριθμό φωτογραφιών του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου στην Τροχαία Λάρνακας. Στις 5.12.2003 στο νεκροτομείο του Νοσοκομείου Λάρνακας πήρε αριθμό φωτογραφιών από τη σωρό του θύματος. Στις 11.12.2003, μετέβη στη σκηνή με το ΜΚ1, πήρε αριθμό φωτογραφιών και βοήθησε το ΜΚ1 να πάρει συμπληρωματικά μέτρα. Στις 12.12.2003 πήρε αριθμό φωτογραφιών στη σκηνή σε σχέση με τους δρόμους. Από τα αναλλοίωτα αρνητικά που έχει στην κατοχή του έγιναν φωτογραφικές μεγεθύνσεις. Κατέθεσε δέσμη 28 φωτογραφιών και ευρετήριο (Τεκμήριο 6) και υιοθέτησε το ευρετήριο του. Η οδός Ζακύνθου είναι ο κύριος δρόμος και η οδός Κεφαλληνίας είναι πάροδος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως αναφορικά με τις φωτογραφίες 1-3 που λήφθηκαν τη νύχτα του δυστυχήματος υπήρχε, όπως προανέφερε, πρόβλημα με το φλας. Οι φωτογραφίες 13-28 δεν λήφθηκαν τη νύχτα του δυστυχήματος. Κατά τη λήψη των φωτογραφιών 13, 14, 15 το φλας άναβε. Η γραμμή αλτ που φαίνεται στις φωτογραφίες 13 και 14 του Τεκμηρίου 6 που ενώνει την οδό Ζακύνθου με την Κεφαλληνίας δεν υπήρχε τη μέρα του δυστυχήματος. ΄Οταν λήφθηκαν οι φωτογραφίες 1, 2 και 3 υπήρχε οδικός φωτισμός, δηλαδή λαμπτήρες και στην οδό Ζακύνθου και στην οδό Κεφαλληνίας, ο οποίος δε βοηθά στη λήψη φωτογραφιών. Αρνήθηκε πως δεν υπήρχε φωτισμός. Με γυμνό οφθαλμό ο υπάρχων φωτισμός είναι ως φαίνεται στις φωτογραφίες 1-
- ΄Ηταν τόσο σκοτεινά. Ο ΜΚ3 στις 9.11.2003 ειδοποιήθηκε από γείτονες του πως υπήρχε τραυματίας στην οδό Ζακύνθου, όπου διαμένει. Είδε το θύμα στο έδαφος. Αιμορραγούσε από το κεφάλι και έφτυνε αίμα και είχε τις αισθήσεις του. Του πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες και κάλεσε ασθενοφόρο. Ο τραυματίας ήταν ο Κωνσταντίνος Αθανασίου. Δεν αντεξετάστηκε. Η ΜΚ4 ανέφερε πως είναι η σύζυγος του θύματος. Το θύμα βρισκόταν από την ημέρα του δυστυχήματος στην εντατική μονάδα του Νοσοκομείου. Απεβίωσε στις 5.12.
- Αναγνώρισε τη σωρό του συζύγου της στις 5.12.2003 στην παρουσία της Δρ. Ε. Αντωνίου. Στις πρώτες βοήθειες στις 9.11.2003 ο άντρας της ήταν αιμόφυρτος, της είπε «βούρα τον έβρε τον γιατί εκτύπησε μου και έφυγεν και με άφησεν». Για 4-5 μέρες ο σύζυγος της είχε τις αισθήσεις του ενώ ακολούθως έχασε επαφή με το περιβάλλον. Αντεξεταζόμενη της υπεβλήθη πως ο Κατηγορούμενος δεν έφυγε καθόλου από τη σκηνή και η ΜΚ4 επανέλαβε τα όσα της ανέφερε το θύμα. Ακολούθως κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: «Στις 9.11.2003 επεσυνέβηκε τροχαίο δυστύχημα στη συμβολή των οδών Ζακύνθου και Κεφαλληνίας στη Λάρνακα με ενεχόμενο το όχημα με αριθμούς εγγραφής WL 663 το οποίο οδηγούσε ο Γεώργιος Χρίστου Ττόμα, ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, και τον πεζό Κωνσταντίνο Αθανασίου τέως από τη Λάρνακα, θύμα στην παρούσα υπόθεση. Συνεπεία του τροχαίου αυτού δυστυχήματος ο πεζός Κωνσταντίνος Αθανασίου αρχικά τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας από το Μ6 στο κατηγορητήριο, Παναγιώτη Ελευθερίου, και κρατήθηκε για νοσηλεία. Στις 5.12.2003 και ώρα 02:30 ο πεζός Κωνσταντίνος Αθανασίου ο οποίος νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας υπέκυψε στα τραύματα του και το θάνατο του επιβεβαίωσε ο Μ2 στο Κατηγορητήριο ο οποίος ήταν ο επί καθήκοντι ιατρός στο Νοσοκομείο εκείνη την ώρα. Η Μ3 στο κατηγορητήριο, σύζυγος του θανόντα, στις 5.12.2003 και ώρα 11:00 αναγνώρισε τη σωρό του συζύγου της Κωνσταντίνου Αθανασίου στην παρουσία της Μ5 στο κατηγορητήριο. Στις 5.12.2003 η Μ5 στο κατηγορητήριο διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στην σωρό του θύματος και αποφάνθηκε ως αιτία θανάτου είναι κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος και εξέδωσε και σχετική ιατροδικαστική εξέταση.» Κατατέθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός έγγραφο, Τεκμήριο 9 το οποίο αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Στις 9.11.2003 και ώρα 21:40 εξέτασα το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο και σας πληροφορώ τα πιο κάτω: Πεζός εκτυπήθη από αυτοκίνητον. Παρουσιάζει θλαστικόν τραύμα ινιακής χώρας και παραμόρφωση δεξιού γόνατος. Μυρίζει αλκοόλ. Πήρε ένα «Brandy Sour». Από τον ακτινολογικόν έλεγχον: κάταγμα δεξιό κεφαλής της περόνης. Δρ. Μιχαηλίδου Μαρία Χαπέσιη Μιχαηλίδου Ιατρικός Λειτουργός Νοσοκομείου Λάρνακας» Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μην πει οτιδήποτε και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε χωρίς ένσταση η κατάθεση του Κατηγορουμένου που έδωσε στην αστυνομία. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3, ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 9.11.2003 και περίπου η ώρα 20:45 στάθμευσε το διπλοκάμπινο όχημα του με αρ. εγγραφής WL 663 στην αριστερή πλευρά της οδού Κεφαλληνίας έξω από το πρακτορείο στοιχημάτων "Highgate Betting" με μέτωπο προς την οδό Ρήγα Φεραίου. Το όχημα του ήταν σταθμευμένο μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και μισό μέσα στο δρόμο. Γύρω στις 21:15 μπήκε στο αυτοκίνητο του και αφού άναψε τα φώτα του έβαλε πισινή ταχύτητα με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ζακύνθου και να κατευθυνθεί προς τα Φώτα Τροχαίας του «Λευκαρίτη». Κοίταξε το δεξί και αριστερό του καθρεφτάκι καθώς και το καθρεφτάκι στο αυτοκίνητο του και αφού βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος πίσω του ήταν καθαρός ξεκίνησε να κινείται με πισινή ταχύτητα. Καθώς προχωρούσε προς την οδό Ζακύνθου άκουσε ένα κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και αμέσως σταμάτησε. ΄Οταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του είδε ένα άνθρωπο πεσμένο στο έδαφος, πίσω από το αυτοκίνητο του. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε ο ΜΚ1 και το υπέγραψε. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο, η μαρτυρία του ήταν θετική, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Τη μαρτυρία του η οποία στην ουσία της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση σε οποιοδήποτε σημείο και παρέμεινε ακλόνητη και αναντίλεκτη τη δέχομαι στο σύνολο της. Ιδιαίτερα σημειώνω ότι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς το σημείο σύγκρουσης, την πορεία του Κατηγορουμένου, την ορατότητα και το φωτισμό. ΄Οσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 σε σχέση με την πορεία του θύματος η οποία του αναφέρθη από το θύμα και την οποία ο μάρτυρας σημείωσε με την ένδειξη Β στο Τεκμήριο 2, αναφέρω πως με βάση το άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως (Τροποποιητικού) Νόμου, Ν. 32(Ι)/2004η πιο πάνω μαρτυρία αποτελεί νομικά αποδεκτή μαρτυρία. Με βάση το άρθρο 27
(1)το Δικαστήριο αξιολογώντας τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ΄ακοής μαρτυρία λαμβάνει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας, οι οποίες περιλαμβάνουν τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του πιο πάνω άρθρου. ΄Εχοντας λάβει υπόψη μου ότι το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση που ήταν το θύμα έχει αποβιώσει, άρα το ανέφικτο της κλήτευσης του είναι δεδομένο, το γεγονός ότι η αρχική δήλωση σε σχέση με την πορεία του θύματος έγινε στο μάρτυρα προφορικά από το ίδιο το θύμα στο Νοσοκομείο ενόσω βρισκόταν ακόμη εν ζωή, την ίδια μέρα του δυστυχήματος, ότι ο μάρτυρας ήταν αστυνομικός στον οποίο μπορεί να πιστωθεί η έλλειψη οποιουδήποτε κινήτρου να παραποιήσει τα γεγονότα και ο οποίος έλαβε τη δήλωση κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, ότι η ακρίβεια της μεταφοράς της δήλωσης η αποτύπωσης της στο Τεκμήριο 2 δεν έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, και ότι η μαρτυρία που έχει κατατεθεί ήταν η καλύτερη δυνατή μαρτυρία που μπορούσε να προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή προσδίδω βαρύτητα στο μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 που αφορά την πορεία του θύματος. ΄Εχω περαιτέρω λάβει υπόψη μου πως η θέση του σημείου Χ συνάδει με την εν λόγω δήλωση. Σημειώνω εδώ πως κατά την τελική αγόρευση της υπεράσπισης έγινε δεκτό ότι η κατεύθυνση του θύματος ήταν αυτή που παρουσιάζει το Τεκμήριο 2. Ο ΜΚ2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι οι φωτογραφίες 13-28 του Τεκμηρίου 6 που λήφθηκαν στο χώρο του δυστυχήματος στις 11.12.2003 και 12.12.2003 απεικονίζουν το χώρο του δυστυχήματος και το σημείο σύγκρουσης πλην της σήμανσης που φαίνεται στη συμβολή των οδών Ζακύνθου και Κεφαλληνίας αφού σύμφωνα με το ΜΚ2 η εν λόγω σήμανση δεν υπήρχε τη μέρα του δυστυχήματος. ΄Οσο δε αφορά τις φωτογραφίες 1-3 αναφέρω πως η ποιότητα των φωτογραφιών είναι τόσο κακή που τις καθιστά μηδενικής αποδεικτικής αξίας έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με αυτές. Ουδένα δε συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί από αυτές σε σχέση με τον υφιστάμενο φωτισμό τη νύχτα του δυστυχήματος και διερωτώμαι γιατί κατατέθηκαν. Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η ΜΚ4 δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος και δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό επεσυνέβη. Η μαρτυρία της δεν προσθέτει τίποτε στο μαρτυρικό υλικό της Κατηγορούσας Αρχής και διερωτώμαι γιατί κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει. Αναφορικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμ. αρ. 3) υπάρχει σωρεία αποφάσεων (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, στις σελ. 192-193 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς το συμφέρον του Κατηγορουμένου. Από την κατάθεση του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 3, δίδω βαρύτητα στο μέρος της κατάθεσης στο οποίο αναφέρει ότι είχε σταθμεύσει το όχημα του μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και μισό μέσα στο δρόμο στην αριστερή πλευρά της οδού Κεφαλληνίας. Προσδίδω επίσης βαρύτητα στην αναφορά του ότι με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ζακύνθου με κατεύθυνση προς τα φώτα Τροχαίας του «Λευκαρίτη» κινούμενος με πισινή ταχύτητα και με αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του άκουσε ένα κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και ότι εξερχόμενος από το αυτοκίνητο του αντελήφθηκε πίσω από αυτό το θύμα πεσμένο στο έδαφος. Οι πιο πάνω αναφορές του Κατηγορούμενου συνθέτουν παραδοχή ή περιέχουν δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την πιο πάνω αξιολόγηση βρίσκω ότι τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Στις 9.11.2003 επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα στη συμβολή των οδών Ζακύνθου και Κεφαλληνίας στη Λάρνακα στο οποίο ενέχονταν το όχημα με αριθμούς εγγραφής WL 663 το οποίο οδηγούσε ο Γεώργιος Χρίστου Τόμα, Κατηγορούμενος, και ο πεζός Κωνσταντίνος Αθανασίου. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το διπλοκάμπινο όχημα του με αρ. εγγραφής WL 663 στην αριστερή πλευρά της οδού Κεφαλληνίας μισό πάνω στο πεζοδρόμιο και μισό μέσα στο δρόμο. Γύρω στις 21:15 μπήκε στο αυτοκίνητο του και αφού άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου του κινήθηκε με πισινή ταχύτητα με σκοπό να εισέλθει στην οδό Ζακύνθου με κατεύθυνση προς τα φώτα Τροχαίας του «Λευκαρίτη» (πορεία Α του Τεκμηρίου 2) και συγκρούσθηκε με τον πεζό Κωνσταντίνο Αθανασίου, ο οποίος κατευθυνόταν προς τα Φώτα Τροχαίας του «Λευκαρίτη» και κρατούσε τη δεξιά πλευρά του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία Β του Τεκμηρίου 2, στο σημείο Χ του Τεκμηρίου
- Ο Κατηγορούμενος άκουσε ένα κτύπημα στο πίσω μέρος του οχήματος του, σταμάτησε και εξερχόμενος από αυτό είδε τον Αθανασίου πεσμένο στο έδαφος. Από την πτώση του πεζού σχηματίστηκε στο έδαφος κηλίδα αίματος Κ στο Τεκμήριο 2, περίπου 1.80μ. από το σημείο σύγκρουσης Χ. Στον πεζό ο οποίος τραυματίστηκε, αιμορραγούσε από το κεφάλι, έφτυνε αίμα και είχε τις αισθήσεις του πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες ο ΜΚ
- Ο πεζός μεταφέρθηκε από τον Παναγιώτη Ελευθερίου με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου κρατήθηκε για νοσηλεία. Στις 9.11.2003 η ώρα 21:40 η Δρ. Μιχαηλίδου του Νοσοκομείου Λάρνακος εξέτασε τον Κωνσταντίνο Αθανασίου ο οποίος παρουσίαζε θλαστικόν τραύμα ινιακής χώρας και παραμόρφωση δεξιού γόνατος. Από ακτινολογικό έλεγχο διαπίστωσε κάταγμα δεξιό κεφαλής της περόνης. Το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος καθαρή και ξηρή και η τροχαία κίνηση αραιή. Η περιοχή είναι κατοικημένη. Ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός, υπήρχαν 3 ηλεκτρικοί πάσσαλοι με λαμπτήρες οι οποίοι άναβαν (Θ στο Τεκμήριο 2). Η ορατότητα σε σχέση με την πορεία του Κατηγορουμένου προς τα πίσω ήταν πάρα πολύ καλή αφού μπορούσε να δει οποιοδήποτε πεζό ή αυτοκίνητο κινείτο στην οδό Ζακύνθου. Η οδός Ζακύνθου είναι κύριος δρόμος, διπλής κατευθύνσεως και η οδό Κεφαλληνίας είναι πάροδος. Η πραγματική μαρτυρία αντικατοπτρίζεται στο Τεκμήριο 2, απεικονίζονται δε στις φωτογραφίες 13-28 του Τεκμηρίου 6, πλην της γραμμής αλτ η οποία δεν υπήρχε κατά το χρόνο του δυστυχήματος, ο χώρος του δυστυχήματος και το σημείο σύγκρουσης. Από το δυστύχημα το όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. Στις 5.12.2003 η ώρα 02:30 ο Κωνσταντίνος Αθανασίου ο οποίος νοσηλευόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας υπέκυψε στα τραύματα του και το θάνατο του επιβεβαίωσε ο επί καθήκοντι ιατρός. Στις 5.12.2003 η ΜΚ4 αναγνώρισε τη σωρό του συζύγου της Κωνσταντίνου Αθανασίου στην παρουσία της Δρ. Ελένης Αντωνίου η οποία διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σωρό του θύματος και αποφάνθηκε ότι η αιτία θανάτου είναι κρανιοεγκεφαλική κάκωση συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, εκδίδοντας σχετική ιατροδικαστική εξέταση. Κατηγορία 1 Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ 154 ως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80 (Ι) /2000 και 181 (Ι) /2000, όποιος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου είναι ένοχος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες. Ως προς την επίδικη κατηγορία έχει γίνει εκτεταμένη αναφορά σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την ερμηνεία των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, που στοιχειοθετεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ιδιαίτερα λόγω της τροποποίησης του με το Ν. 111 /
- Ενδεικτικές είναι οι αποφάσεις Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, Βρυώνη ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 46, Γαβαλάς ν. Αστυνομίας
(1985)2 Α.Α.Δ. 114. Στο άρθρο 210 του Κεφ. 154 μετά την τροποποίηση του, δεν καθορίζονται τα κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και η ερμηνεία του άρθρου γίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. Αpp. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 115, λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R.
- Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Στην παρούσα υπόθεση έχοντας εξετάσει με μεγάλη προσοχή τον τόπο και τις συνθήκες του δυστυχήματος υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου συνιστά επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά που να στοιχειοθετεί το αδίκημα του άρθρου
- Ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα του με οπίσθια ταχύτητα στην προσπάθεια του να εισέλθει από την αριστερή πλευρά της παρόδου προς τον κύριο δρόμο χωρίς να έχει επαρκή έλεγχο του δρόμου στον οποίο εκινείτο και του κύριου δρόμου στον οποίο θα εισερχόταν και συγκρούσθηκε με τον πεζό (θύμα) ο οποίος κρατούσε τη δεξιά πλευρά του κύριου δρόμου, χωρίς τη δυνατότητα αποφυγής της σύγκρουσης. Η σύγκρουση επεσυνέβη γιατί ο Κατηγορούμενος δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα. Ο Κατηγορούμενος ενώ όφειλε να έχει πλήρη και άμεση παρατηρητικότητα και ιδιαίτερα αυξημένη την προσοχή του λόγω της οδήγησης του με πισινή ταχύτητα, αφού το καθήκον ενός οδηγού για τήρηση της δέουσας παρατηρητικότητας είναι παντού και κάτω από όλες τις περιστάσεις εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν το έπραξε, αφού δεν είδε τον πεζό και τον κτύπησε. Αποτελεί καθήκον του οδηγού να επιβεβαιώσει ότι οδηγώντας με πισινή ταχύτητα έχει τη δέουσα παρατηρητικότητα και να επιδεικνύει την εύλογη επιμέλεια για τους άλλους χρήστες του δρόμου, είτε αυτοί βρίσκονται στο δρόμο είτε η πιθανότητα να βρίσκονται στο δρόμο είναι εύλογα προβλεπτή (actually or with reasonable foreseeability potentially on the road) (βλπ Charalambous v. Police
(1982)2 CLR 134). Ο Κατηγορούμενος οδηγώντας με την όπισθεν και στην προσπάθεια του να εισέλθει εντός της οδού Ζακύνθου που ήταν κύριος δρόμος παρέβη το καθήκον του να ασκήσει την κατάλληλη παρατηρητικότητα για την ύπαρξη του πεζού. Δεν έπρεπε να επιχειρήσει να οδηγήσει ως έπραξε εκτός αν μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια (βλ. Andreas Adamis aa v. Natasa Eracleous
(1982)2 CLR 746). ΄Οπως αποδείχθηκε το εγχείρημα του δεν ήταν ασφαλές εξού και η σύγκρουση του με τον πεζό. Eπιχείρησε κίνηση μέσα στο δρόμο κατά παραγνώριση του εγγενούς κινδύνου που συνεπαγόταν. Η πιο πάνω συμπεριφορά του ήταν το σφάλμα του και η πτώση του από το επίπεδο φροντίδας και δεξιότητας που απαιτείτο από αυτόν. Αιτία του δυστυχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος όταν αυτός κινήθηκε με την όπισθεν και η έλλειψη παρατηρητικότητας που τον συνόδευε. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε άλλη εξήγηση βάση της οποίας ο Κατηγορούμενος δεν θα έφερε ευθύνη. Λαμβάνω υπόψη μου τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλλουν τη σύγκρουση όπως διαπιστώθηκαν πιο πάνω. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι η ορατότητα του Κατηγορούμενου ήταν πάρα πολύ καλή και ότι ο οδικός φωτισμός ήταν ικανοποιητικός. Η οδήγηση του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου με οπίσθια ταχύτητα προς τον κύριο δρόμο, χωρίς να ελέγξει την ύπαρξη τυχόν πεζών και η αποτυχία του να δει τον πεζό πριν τη σύγκρουση ενώ ήταν σε θέση να τον δει αποτελεί επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά. Εφόσον με την πράξη αυτή έχει επέλθει ο θάνατος ενός προσώπου, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η κατηγορία αρ. 1 της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είμαι ικανοποιημένη ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία 2 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 48
(4)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών: «Απαγορεύεται η οδήγηση, η στάση ή η στάθμευση μηχανοκινήτου οχήματος επί πεζοδρομίου χρησιμοποιουμένου συναφώς προς οιανδήποτε οδόν.» ΄Εχοντας υπόψη μου τα ευρήματα και τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία αρ. 2 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία αρ. 3 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(1)(στ): Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως: (στ) μη οδηγή το όχημα προς τα όπισθεν εις απόστασιν ή δια χρονικόν διάστημα πέραν του απαιτούμενου διά την ασφάλειαν ή άνεσιν των ευρισκομένων εις το όχημα προσώπων και επιβατών και λοιπής τροχαίας επί της οδού» Ο όρος «τροχαίας» περιλαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο 2, μεταξύ άλλων, και πεζούς. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα προκύπτει ότι η απόσταση που ο Κατηγορούμενος διένυσε με πισινή ταχύτητα εκ των πραγμάτων δεν ήταν η ασφαλής απαιτούμενη απόσταση. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και την κατηγορία αρ. 3 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο