← Κύπρος

Αστυνομία ν. Γεώργιος Τσιλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 3075/04, 25 Μαϊου 2005

Αστυνομία ν. Γεώργιος Τσιλίδης, Αρ. Υπόθεσης: 3075/04, 25 Μαϊου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3075/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Γεώργιος Τσιλίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25 Μαϊου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γιώργος Κουκούνης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας στις 5.8.2003 στο δρόμο Τρούλλων-Κελιών της Επαρχίας Λάρνακας ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΑΑΕ 500 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Τον αστυφύλακα 1622 Ι. Γιάγκου (MK1), τη Σταυρούλλα Φιλίππου (ΜΚ2) και την Ελένη Κωνσταντίνου (ΜΚ3). Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος που συνέβη στον κύριο δρόμο Κελιών - Τρούλλων στις 5.8.2003 γύρω στις 19:
  2. Στο δυστύχημα ενέχονταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΑΕ 500 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΡ 184 που οδηγούσε η Ελένη Κωνσταντίνου (ΜΚ3), με συνεπιβάτη το Βασίλη Βανέζη και το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΑ 481 που οδηγούσε η Σταυρούλλα Φιλίππου, ΜΚ
  3. Οι 3 οδηγοί και ο Βανέζη μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Στη σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα αφού έλαβε μέτρα, Τεκμήριο
  4. Τα τρία οχήματα υπέστησαν ζημιές τις οποίες ο ΜΚ1 εξειδίκευσε. Στις 9.8.2003 ο ΜΚ1 πήρε ανακριτική κατάθεση από τη ΜΚ3 και στις 11.8.2003 από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  5. Κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
  6. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «δεν παραδέχομαι ότι φταίω εγώ». Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 3 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Επήλθαν 2 συγκρούσεις και υπήρχαν 2 σημεία συγκρούσεως με την ένδειξη Χ και Χ
  7. Στο σημείο Χ κατέληξε από τις τελικές θέσεις των αυτοκινήτων του Κατηγορούμενου και της ΜΚ2 και από σπασμένα γυαλιά και στο σημείο Χ1 από τα σπασμένα γυαλιά του αυτοκινήτου της ΜΚ3, τα κομμάτια του μπροστινού του προφυλακτήρα και τα εμφανή σημάδια πρόσκρουσης στο ανάχωμα. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης. Οδικός φωτισμός δεν υπήρχε, ο καιρός ήταν αίθριος, η ορατότητα καλή. Το όριο ταχύτητας δεν το θυμόταν. Νομίζει πως ήταν 65 χαω, χωρίς να είναι σίγουρος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως την πορεία Α του Κατηγορούμενου την τοποθέτησε στο Τεκμήριο 3 με βάση τα όσα του είχαν λεχθεί από άλλα πρόσωπα και πως δεν είχε σημειωθεί στο πρόχειρο σχέδιο. Δέχθηκε πως δεν γνώριζε την πορεία του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Δεν προέβη σε test ταχύτητας με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου ΕΤΡ 184 της ΜΚ3 το οποίο άφησε ίχνη μήκους 28.10μ. και 37μ. (αριστερού τροχού) η πορεία του οποίου ανεκόπη στο ανάχωμα. Δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την ταχύτητα του πιο πάνω αυτοκινήτου το οποίο κατέληξε στην τελική θέση Β
  8. Σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης το εν λόγω αυτοκίνητο κατευθυνόταν προς το σημείο Β
  9. Σε ερώτηση αν από τα ίχνη που βρέθηκαν προέκυπτε πως πριν τη δημιουργία των ιχνών το αυτοκίνητο της ΜΚ3 κινείτο στην αντίθετη πορεία δηλαδή από εκεί που ξεκινούν τα ίχνη, απάντησε «Σίγουρα τα ίχνη τροχοπέδησης τα έκανε το όχημα ΕΤΡ 184 που σημαίνει ότι βρισκόταν κατά την στιγμή της δημιουργίας τους στο σημείο εκείνο». Δέχθηκε πως ο δρόμος όλος είναι στροφή. Δεν μέτρησε την ορατότητα του αυτοκινήτου της ΜΚ3 από εκεί που ξεκινούν τα ίχνη. Αρνήθηκε υποβολή πως η ΜΚ3 οδηγούσε στην αντίθετη πορεία, λόγω των καταθέσεων. Σε υποβολή πως αν η ΜΚ3 βρισκόταν στην πορεία της δεν θα υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης μετά το Χ στο παγκέτο, στην πορεία προς Κελιά ο μάρτυρας ανέφερε πως στην κατάθεση της η ΜΚ3 είπε πως έκανε απότομο ελιγμό. Η ΜΚ2 ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΗΑ
  10. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου με κατεύθυνση τους Τρούλλους και μπροστά της σε απόσταση 6-7 μ. βρισκόταν ένα άσπρο αυτοκίνητο. Οδηγούσε με ταχύτητα 60-70 χαω. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπήρχαν βουνά όταν το προπορευόμενο της αυτοκίνητο μπήκε σε στροφή, έκανε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά και σε κλάσματα δευτερολέπτου εμφανίστηκε μπροστά της ένα αυτοκίνητο σκούρου χρώματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Πάτησε φρένα αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση η οποία ήταν στην αριστερή λωρίδα. Τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως ο δρόμος ήταν κατηφορική (δεξιά) στροφή σε σχέση με την πορεία της, λίγο απότομη. Ο ελιγμός του οχήματος μπροστά της έγινε λοξώς προς δεξιά. Το αυτοκίνητο δεν πήρε τη δεξιά λωρίδα. Το είδε αστραπιαία, έστριψε δεξιά και κτύπησε πάνω στο βουνό, μετά δεν το είδε. Δέχθηκε υποβολή πως το προπορευόμενο όχημα πλησιάζοντας προς τη δεξιά κατηφορική στροφή πήρε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας - αφού έκανε τον ελιγμό - και πως το γεγονός αυτό κράτησε κάποιο διάστημα. Σε υποβολή πως το όχημα του Κατηγορούμενου κινήθηκε για να αποφύγει το προπορευόμενο της όχημα απάντησε πως δεν ξέρει αφού δεν το είδε. Δεν γνώριζε πόσο έτρεχε η οδηγός μπροστά της. Την ώρα που βγήκε από τα Κελιά η ταχύτητα της ήταν 60-65 χαω. Μετά δεν θυμόταν. Δεν ήταν σίγουρη για την απόσταση που προπορευόταν το αυτοκίνητο της ΜΚ
  11. Επανεξεταζόμενη ως προς το πως αντιλαμβάνετο τη φράση «για κάποιο διάστημα» απάντησε «απότομα». Η ΜΚ3 ήταν η οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΤΡ
  12. Οδηγούσε το αυτοκίνητο της γύρω στα 70-80 χαω στην αριστερή λωρίδα του δρόμου και την ακολουθούσε αυτοκίνητο σκούρου χρώματος. Μπαίνοντας σε στροφή του δρόμου στην πορεία της σε απόσταση 15-20 μ. περίπου είδε απέναντι της ένα αυτοκίνητο σκούρου χρώματος να έρχεται κατά πάνω της. Αντέδρασε αμέσως στρίβοντας το τιμόνι της σε κατεύθυνση που δεν μπορεί να θυμηθεί, πατώντας φρένα. Θυμάται μόνο ένα μεγάλο κρότο αλλά όχι τι επακολούθησε. ΄Επαθε σοκ και όταν συνήλθε είδε ότι ήταν κτυπημένη στο βουνό. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως το όριο ταχύτητας είναι 65 χαω. Οδηγούσε εντός του ορίου και στην στροφή είχε ελαττώσει. Πριν τη στροφή οδηγούσε πέραν ων 65 χαω. Στην αριστερή μεριά του δρόμου στη στροφή υπήρχε μεγάλο βουνό και δεξιά μικρό. ΄Οταν έκανε ελιγμό πήρε τον άλλο δρόμο. Ακολούθως είπε πως δεν θυμόταν, είχε μπει στη στροφή όταν είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. ΄Εκανε απότομο ελιγμό και πάτησε τα στόπερ. Δεν μπορεί να προσδιορίσει πόσο διάρκησε. Συγκρούσθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση από την κατεύθυνση προς την οποία έκανε τον ελιγμό. Δέχθηκε πως έκανε ελιγμό και το αυτοκίνητο της κατέληξε στην πορεία της. Αρνήθηκε πως οδήγησε στην δεξιά λωρίδα του δρόμου και πως οδήγησε για κάποιο διάστημα. Μόνο ελιγμό έκανε. Από την πλευρά που ήταν έκανε απότομη κίνηση. Αρνήθηκε υποβολή πως μπήκε στο παγκέτο της δεξιά λωρίδας. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως στις 5.8.2003 ενώ οδηγούσε από Τρούλλους προς Λάρνακα και κρατούσε την αριστερή λωρίδα του δρόμου, είδε διαγώνια να κινείται προς τα πάνω του ένα αυτοκίνητο με υπερβολική ταχύτητα. Κοίταξε προς τα αριστερά για να το αποφύγει αλλά υπήρχε βουνό. Σκέφθηκε να περιμένει μήπως το αυτοκίνητο πάρει τελικά τη λωρίδα του, όταν όμως τον πλησίασε δεν είχε άλλη επιλογή παρά να πάει πιο δεξιά. Συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο που ερχόταν από πίσω το οποίο δεν είχε προλάβει να δει. Δεν μπόρεσε να πάει τελείως δεξιά γιατί υπήρχε βουνό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως είδε το αυτοκίνητο της ΜΚ3 σε απόσταση 20μ. το οποίο αντί να μπει στη στροφή οδήγησε ευθεία κατά πάνω του. Αρχικά ήταν στην πορεία της. Δεν συμφώνησε με το σχέδιο του εξεταστή και δεν υπέγραψε. Πριν τη σύγκρουση αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο της ΜΚ2 αλλά ήταν πολύ κοντά, δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε. Το είδε για δευτερόλεπτα. Αρνήθηκε υποβολή πως το όχημα της ΜΚ3 δεν κινήθηκε διαγώνια. Αρνήθηκε πως οδηγούσε συνέχεια στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και πως ανέκοψε την πορεία της ΜΚ
  13. Σε ερώτηση γιατί δεν πάτησε φρένα όταν είδε τη ΜΚ3 απάντησε για να αποφύγει τη σύγκρουση. Μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας οι δύο πλευρές αγόρευσαν. ΄Ηταν η θέση της κυρίας Πίπη πως η αμέλεια του Κατηγορούμενου συνίστατο στο ότι εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα ανακόπτοντας την πορεία της ΜΚ3 και αναγκάζοντας την να κάνει απότομο ελιγμό. Ο κος Κουκούνης κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί την εκδοχή του Κατηγορούμενου ως ορθή με βάση την οποία το δυστύχημα ήταν αναπόφευκτο. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι την πορεία Α που ο μάρτυρας έχει σημειώσει στο Τεκμήριο 3 ως την πορεία του Κατηγορούμενου αφού ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του δέχθηκε πως δεν γνώριζε την εν λόγω πορεία και δεν ήταν σε θέση να την εξηγήσει με βάση την εμπειρογνωμοσύνη του. Για τους ίδιους λόγους δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση του πως η ΜΚ3 δεν οδήγησε το αυτοκίνητο της στην αντίθετη από τη Β πορεία αφού ελλείπουν παντελώς οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια πάνω στα οποία ο μάρτυρας βάσισε την εν λόγω θέση που να βοηθούν το Δικαστήριο να εξάξει οποιαδήποτε ανεξάρτητα συμπεράσματα. Πέραν τούτου η πιο πάνω θέση του μάρτυρα δεν συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδησης Β1 τα οποία σύμφωνα με τις μετρήσεις του μάρτυρα δημιουργήθηκαν στην αντίθετη πορεία από αυτή που κινείτο η ΜΚ
  14. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του ΜΚ1 η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 3 δεν έχουν κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Η ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Η ένορκη κατάθεση της ήταν διάχυτη από αντιφάσεις και ασάφειες, ήταν δε εμφανής η προσπάθεια της κατά την αντεξέταση της να αποφύγει να απαντήσει ευθέως σε ερωτήσεις της υπεράσπισης. Ενδεικτικά αναφέρω πως ενώ αρχικά κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι το αυτοκίνητο της ΜΚ3 το οποίο προπορευόταν του δικού της (το οποίο είδε αστραπιαία) εισήλθε στη δεξιά λωρίδα, ακολούθως ανέφερε πως όχι μόνο το εν λόγω αυτοκίνητο εισήλθε εντός της δεξιά λωρίδας αλλά η κίνηση διήρκησε και κάποιο χρονικό διάστημα. Ενώ δε αρχικά κατέθεσε με σιγουριά ότι η απόσταση που τη χώριζε από το όχημα της ΜΚ3 ανερχόταν σε 6-7 μέτρα τελικά προέκυψε πως δεν ήταν καθόλου σίγουρη για την πιο πάνω απόσταση. Ούτε η ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Αυτό αντανακλάται στην μαρτυρία της και στις απαντήσεις της κατά την αντεξέταση της αλλά και στις αντιφάσεις που υπάρχουν στην ένορκη μαρτυρία της. Καταρχήν θα ήθελα να αναφέρω πως τα περί απότομου ελιγμού προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση της και κατά την άποψη μου αποτελούν ύστερη σκέψη της ΜΚ
  15. Στην κατάθεση της στην αστυνομία την οποία υιοθέτησε η ΜΚ3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης της ουδόλως αναφέρθη σε απότομο ελιγμό. Ενώ δε αρχικά κατά την αντεξέταση της ανέφερε πως όταν έκανε ελιγμό πήρε τη δεξιά λωρίδα, ακολούθως αρνήθηκε πως οδήγησε στη δεξιά λωρίδα του δρόμου καθώς και στο παγκέτο της εν λόγω λωρίδας. Η θέση της ΜΚ3 περί απότομου ελιγμού και η άρνηση της πως οδήγησε στη δεξιά λωρίδα και παγκέτο του δρόμου, πέραν του γεγονότος ότι αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου της Β1 στο Τεκμήριο 3 καθώς και με την τελική θέση Β2 του αυτοκινήτου της. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση,
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388). Πέραν τούτου ενώ η ίδια καθόρισε κατά την κυρίως εξέταση της την ταχύτητα του αυτοκινήτου της σε 70-80 χαω κατά την αντεξέταση της παρά το γεγονός ότι καθόρισε το όριο ταχύτητας σε 65 χαω ανέφερε πως οδηγούσε με ταχύτητα μικρότερη του ανώτατου ορίου. ΄Ετσι κρινόμενη η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Εξέθεσε με σαφήνεια όσα συνέβησαν. Η ένορκη μαρτυρία του συνάδει με την κατάθεση του, Τεκμήριο 4, το Τεκμήριο 3, τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με τις ζημιές στο όχημα του και με τη λογική και ανθρώπινη πείρα. Ουδένα κλονιστικό στοιχείο έχει προκύψει από την αντεξέταση του σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα του δυστυχήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της όσον αφορά την οδική του συμπεριφορά και τα γεγονότα που περιβάλλουν το δυστύχημα. Σημειώνω εδώ πως η μαρτυρία του Κατηγορούμενου πως το όχημα της ΜΚ3 κινείτο με μεγάλη ταχύτητας δεν αμφισβητήθηκε. ΄Εχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγω ότι το υπό κρίση δυστύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες περιστάσεις: Στις 5.8.2003 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΑΑΕ 500 στην αριστερή λωρίδα του δρόμου Τρούλλων προς Κελιά, σύμφωνα με την πορεία του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου σε απόσταση 20μ. είδε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΤΡ 184 που οδηγούσε η ΜΚ3 αρχικά στην αριστερή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία της προς Τρούλλους να οδηγείται προς τα πάνω του με μεγάλη ταχύτητα αντί να εισέλθει κανονικά σε υφιστάμενη στροφή. Ενόψει του ότι αριστερά του υπήρχε βουνό και δεν μπορούσε να αποφύγει το πιο πάνω όχημα όταν το τελευταίο τον πλησίασε ο Κατηγορούμενος κινήθηκε προς τα δεξιά με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΑ 481 που οδηγούσε η ΜΚ2 το οποίο ακολουθούσε το αυτοκίνητο της ΜΚ3 και το οποίο ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε όταν ήταν πολύ κοντά του. Επήλθε σύγκρουση στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 3. Ο ΜΚ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε το Τεκμήριο 3. Οι τελικές θέσεις του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και της ΜΚ2 φαίνονταν με την ένδειξη Α1 και Γ2, αντίστοιχα. Το αυτοκίνητο της ΜΚ3 άφησε ίχνη τροχοπέδησης τα οποία φαίνονται με την ένδειξη Β1 στο Τεκμήριο 3, μήκους 37μ. και 28.10 μ και συγκρούσθηκε σε ανάχωμα στο σημείο Χ1 του Τεκμηρίου 3. Η τελική του θέση φαίνεται με την ένδειξη Β2 στο Τεκμήριο 3. Ο καιρός ήταν αίθριος και η ορατότητα καλή. Ο δρόμος Κελιών-Τρούλλων είναι διπλής κατεύθυνσης και χωρίζεται με άσπρη συνεχή γραμμή. Στο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΗΑ 481 οι ζημιές προκλήθηκαν στο μπροστινό καπό, προφυλακτήρα, στη γρίλια στα φανάρια, στο μπροστά αριστερό και δεξιό φτερό. Στο όχημα με αρ. εγγραφής ΑΑΕ 500 στο μπροστινό καπό, στον προφυλακτήρα, στη γρίλια, στα φανάρια, στο μπροστινό αριστερό φτερό. Στο όχημα με αρ. εγγραφής ΕΤΡ 184 στο μπροστινό καπό, στη γρίλια, στον προφυλακτήρα, στα φανάρια, το αριστερό και δεξί φτερό. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Ο οδηγός ο οποίος αντιμετωπίζει διλημματική κατάσταση πρέπει να λάβει τα μέτρα τα οποία ο λογικός προσεκτικός οδηγός θα αναμενόταν να πάρει υπό τις περιστάσεις. Οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. (βλπ Κασιέρη ν. Κυριάκου
(1997)1 ΑΑΔ 1246) ΄Εχοντας υπόψη μου τα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα και τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται βρίσκω ότι η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου δεν δείχνει ούτε την έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ούτε απέχει από αυτή του λογικού και συνετού οδηγού. Προϋπόθεση για την απόδοση αμέλειας αποτελεί η επενέργεια αμελούς πράξης στην πρόκληση του δυστυχήματος ως θέμα άμεσης αιτιώδους σχέσης μεταξύ της πράξης και του δυστυχήματος. Τα πιο πάνω ευρήματα δεν αποκαλύπτουν πράξη του Κατηγορούμενου αποκλίνουσα από το καθήκον επιμέλειας. Ο τρόπος οδήγησης του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου δεν ξεφεύγει από το επίπεδο του συνετού οδηγού. Ο Κατηγορούμενος ενώ οδηγούσε στο δρόμο κρατώντας την κανονική του πλευρά βρέθηκε αντιμέτωπος με το αυτοκίνητο της ΜΚ3 το οποίο οδηγείτο κατά πάνω του, στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου, σε απόσταση μικρότερη των 20μ. Κινήθηκε προς τα δεξιά του για να το αποφύγει με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το όχημα της ΜΚ
  1. Κατά την κρίση μου ο Κατηγορούμενος ενεργώντας υπό την αγωνία της στιγμής αντέδρασε εύλογα και έλαβε τις αναγκαίες και εύλογες υπό τις περιστάσεις ενέργειες για να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο της ΜΚ
  2. Ελάχιστη δε δυνατότητα υπήρξε για αποτελεσματική αντίδραση και αποφυγή του δυστυχήματος όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με το αυτοκίνητο της ΜΚ
  3. Περαιτέρω, κρίνω πως δεν έχει αποδειχθεί πως η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου υπήρξε η γενεσιουργός αιτία των 2 συγκρούσεων. Η οδική συμπεριφορά της ΜΚ3 αποτελεί κατά την άποψη μου τη γενεσιουργό αιτία και για τις 2 συγκρούσεις. Η ΜΚ3 οδήγησε στη λανθασμένη πλευρά του δρόμου και παρέλειψε να επανέλθει στη δική της λωρίδα όταν ήρθε αντιμέτωπη με το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.