Αστυνομία ν. Κωνσταντίνος Κουνάβας, Αρ. Υπόθεσης:10120/04, 7 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10120/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Κωνσταντίνος Κουνάβας Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα ΄Αντρη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας ανατρέχουν στις 23.3.2004 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής QD 424 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2060 O. Παπακώστα (ΜΚ1) και τον Μιχάλη Μιχαήλ (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 23.3.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη η ώρα 20:10 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στο οποίο ενέχονταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής QD 424 με οδηγό τον Κατηγορούμενο, ο οποίος εξήλθε από την πάροδο της οδού Μπουμπουλίνας, και το μοτοποδήλατο χρώματος κίτρινου με αρ. εγγραφής ΚΕΒ 156 με οδηγό το ΜΚ
- Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Ο ΜΚ2 είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας με ασθενοφόρο. Στην παρουσία του Κατηγορούμενου ο μάρτυρας ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο με το οποίο συμφώνησε ο Κατηγορούμενος, από το οποίο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Στο σημείο Χ που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, με το οποίο συμφώνησε αργότερα ο ΜΚ2, κατέληξε λόγω ιχνών από λάσπη που έπεσαν την ώρα της σύγκρουσης. Η πορεία Β είναι εντός του δρόμου και όχι εντός του ασφάλτινου παγκέτου, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, πρόκειται για λάθος τυπογραφικό. Ο δρόμος είναι άσφαλτος, καλής επιφάνειας πλάτους 7.20μ. με όριο ταχύτητας 50 χαω. Ο φωτισμός του δρόμου δεν ήταν επαρκής με αποτέλεσμα η ορατότητα να μην ξεπερνά τα 60-70 μ. περίπου. Ο καιρός ήταν αίθριος. Στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου προκλήθηκαν ζημιές, βούλωμα στο αριστερό μπροστινό φτερό και αριστερή μπροστινή πόρτα. Στο μοτοποδήλατο καταστράφηκαν τα αριστερά μπροστινά προστατευτικά πλαστικά, μπροστινά φώτα πορείας, το μιλίμετρο και μπροστινό φτερό. Στράβωσαν οι μπροστινές αναρτήσεις. ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το σημείο Χ βρίσκεται στη μέση του ασφάλτινου παγκέτου. Απέναντι από την οδό Μπουμπουλίνας υπάρχει χωράφι που χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης. Φωτισμός υπήρχε αλλά όχι επαρκής στη δεξιά μεριά της οδού Μπουμπουλίνας. Συμφώνησε πως ήταν σκοτεινά την ώρα του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την κατάθεση του ΜΚ2 τα φώτα του μοτοποδηλάτου ήταν αναμμένα. Μετά το δυστύχημα η μπροστινή λάμπα του μοτοποδηλάτου ήταν διαλυμένη λόγω της σύγκρουσης και το κουμπί της δεξιάς χειρολαβής ήταν στο «οn» αλλά το φως δεν άναβε. Το όριο ταχύτητας ήταν 50 χαω. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 23.3.2004 περί τις 20:10 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΚΕΒ 156 στο δρόμο Δεκέλειας προς τον κυκλικό κόμβο του λιμανιού με ταχύτητα 50 χαω περίπου. Τα φώτα του μοτοποδηλάτου ήταν αναμμένα. Οδηγούσε πάνω στην άσπρη γραμμή του παγκέτου. Πλησιάζοντας την πάροδο στα δεξιά του είδε πως δεν υπήρχε αυτοκίνητο στο αλτ. ΄Οταν έφθασε στην αρχή της παρόδου είδε ένα μαύρο αυτοκίνητο να βγαίνει από την πάροδο χωρίς να κάνει αλτ, κάθετα στο δρόμο. Για να αποφύγει τη σύγκρουση έστριψε προς τα αριστερά αλλά το αυτοκίνητο ήταν πολύ κοντά του, περίπου 1μ. και δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση. Από τη σύγκρουση κτύπησε στο δεξί του πόδι. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου. Σε ερώτηση με ποιο μέρος τον κτύπησε ο Κατηγορούμενος απάντησε «εγώ τον κτύπησα πάνω στην πόρτα του συνοδηγού». Οδηγούσε κοντά στη γραμμή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως γνώριζε πως ο χώρος απέναντι από την πάροδο χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης. Σε ερώτηση γιατί οδηγούσε πάνω στην άσπρη γραμμή και δεν κρατούσε τη μέση του δρόμου απάντησε πως κρατούσε την αριστερή μεριά του δρόμου. Δεν ήταν σκοτεινά. Το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου πέρασε πολύ γρήγορα, απότομα, από μπροστά του και ο ΜΚ2 αντί να κτυπήσει πάνω του πήγε αριστερά. Το αυτοκίνητο ήταν 1μ. κοντά του όταν το είδε πρώτη φορά. Δεν το είδε ότι έκανε αλτ. Αν έκανε αλτ θα τον έβλεπε. Αρνήθηκε υποβολή ότι έτρεχε. Τα φώτα του μοτοποδηλάτου είναι αναμμένα μέρα-νύχτα, δεν υπάρχει σουϊτς «on» ή «off». Αρνήθηκε πως οδηγούσε στο παγκέτο και πως οδηγούσε στην άσπρη γραμμή αφού αν ήταν στην άσπρη γραμμή θα κτυπούσε στο πεζοδρόμιο. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Στη κατάθεση του, Τεκμήριο αρ. 3 ο Κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σταμάτησε στο αλτ της οδού Μπουμπουλίνας για να ελέγξει το δρόμο. Αφού διαπίστωσε ότι ο δρόμος ήταν καθαρός αφού δεν είδε ούτε φώτα ούτε οποιοδήποτε όχημα άρχισε να διασταυρώνει κάθετα τη Λεωφόρο Αμμοχώστου για να περάσει απέναντι σε χώρο στάθμευσης. Μόλις ο μπροστινός τροχός του αυτοκινήτου του πάτησε στο παγκέτο άκουσε ένα θόρυβο και σταμάτησε. Είδε ένα νεαρό στο έδαφος χωρίς κράνος και δίπλα το μοτοποδήλατο του. Το αυτοκίνητο του υπέστη ζημιές στην πόρτα του συνοδηγού και στο μπροστινό αριστερό μέρος. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε ο αστυνομικός. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αναφορικά με την πορεία Β που σημειώνεται (Τεκμήριο 2) ως η πορεία του ΜΚ2 δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα ότι εκ τυπογραφικού λάθους έχει σημειωθεί στο ασφάλτινο παγκέτο αντί στο δρόμο αφού ο μάρτυρας δεν έχει παραθέσει στο δικαστήριο οποιαδήποτε κριτήρια σε σχέση με τον καθορισμό της εν λόγω πορείας. Εκτός από το πιο πάνω σημείο της μαρτυρίας του, η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2 δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Να αναφέρω πρωτίστως ότι οι ισχυρισμοί του ως προς το που οδηγούσε πριν τη σύγκρουση ήταν ασαφείς και αντιφατικοί. Ενώ αρχικά στην κυρίως εξέταση του είπε πως οδηγούσε πάνω στην άσπρη γραμμή του παγκέτου του δρόμου, ακολούθως ανέφερε πως οδηγούσε κοντά στην άσπρη γραμμή, ενώ κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε πως οδηγούσε στην άσπρη γραμμή. Αν ήταν πάνω στη γραμμή θα κτυπούσε στο πεζοδρόμιο. Η δε θέση του ως προς την κίνηση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου και την απόσταση του από αυτό αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα αλλά και την πραγματική μαρτυρία. Αν ο ΜΚ2 είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να βγαίνει από την πάροδο όπως ισχυρίστηκε δεν μπορεί να το είδε από 1μ. απόσταση αφού το πλάτος του δρόμου είναι 7.20μ. Ούτε η μαρτυρία του μάρτυρα ως προς την ύπαρξη πεζοδρομίου συνάδει με την πραγματική μαρτυρία η οποία αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Σημειώνω δε την αντίφαση που προκύπτει σε σχέση με τα φώτα του μοτοποδηλάτου με τη μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία έχω αποδεχτεί. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί - πλην της πορείας του ΜΚ2 - δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο