Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Εμμανουήλ Σεβαστός κ.α., Αρ. Υποθέσεως 2170/05, 23/06/05 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B55 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Η. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως 2170/05 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας -και-
- Εμμανουήλ Σεβαστός
- Svetlana Lotnik Ημερομηνία: 23/06/05 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Πίτσιλλου Για τους Κατηγορούμενους 1 & 2: κ Κ. Ανδρέου Κατηγορούμενοι 1 & 2 : Παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα: (α) της πρόσληψης αλλοδαπού στην υπηρεσία του και παράλειψη ειδοποίησης του Λειτουργού Καταγραφής για την πρόσληψη κατά παράβαση του άρθρου 20 του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου και του άρθρου 38 των Κανονισμών (1η κατηγορία), (β) της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β
(1)του ίδιου νόμου (2η κατηγορία) και (γ) της παροχής συνδρομής σε αλλοδαπό όπως παραβαίνει τους όρους εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 19(ι)(κ) του ίδιου Νόμου (3η κατηγορία). Η δε κατηγορουμένη αρ. 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες: (α) της παράβασης των όρων άδειας εισόδου κατά παράβαση του άρθρου 19(ι)(κ) του ίδιου Νόμου (4η κατηγορία) και (β) της άσκησης επαγγέλματος χωρίς άδεια απασχόλησης κατά παράβαση του ίδιου άρθρου ως περιγράφεται ανωτέρω (5η κατηγορία). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η κατηγορουμένη αρ. 2 κατάγεται από την Ρωσία και βρίσκεται στην Κύπρο από τις 13/05/04 με άδεια προσωρινής παραμονής ως επισκέπτης και δεν έχει άδεια εργασίας. Ο Αν. Λοχ. 3417 Π. Λάμπρου ανέφερε ότι στις 9/03/05 κατόπιν σχετικής πληροφορίας μετέβηκε σε κατάστημα πώλησης κοσμημάτων στην Λάρνακα όπου εντόπισε την κατηγορουμένη αρ. 2 να βρίσκεται σ' αυτό και να κάθεται στο γραφείο. Τότε τον πλησίασε και τον ρώτησε τι ήθελε, όπου προσποιήθηκε τον πελάτη και ζήτησε απ' αυτήν να του υποδείξει κάτι για δώρο, ακολούθως η κατηγορουμένη αρ. 2 άνοιξε την βιτρίνα του καταστήματος και άρχισε να του δείχνει διάφορα κοσμήματα εξηγώντας του την ποιότητά τους και τις τιμές τους. Ακολούθως της υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και της ζήτησε τα στοιχεία της και διαπίστωσε ότι η κατηγορουμένη αρ. 2, κάτοχος ρωσικού διαβατηρίου εγγράφηκε στην ΥΑΜ Λάρνακος στις 13/05/04 και υπέβαλε αίτηση για να εξασφαλίσει άδεια παραμονής ως επισκέπτης στην Κύπρο. Στην συνέχεια αφού της εξήγησε ότι διαπράττει αδίκημα την συνέλαβε και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόμο, αυτή απάντησε ότι δεν εργαζόταν. Ακολούθως την μετέφερε στην οικία της για να του υποδείξει κάποιο έγγραφο και τότε ήλθε στο μέρος ο κατηγορούμενος αρ. 1 ο οποίος του ανέφερε ότι είναι ιδιοκτήτης του εν λόγω καταστήματος, τότε τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, αυτός ανέφερε ότι είχε κάποια δουλειά και γι' αυτό την άφησε υπεύθυνη στο κατάστημα. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι από την στιγμή που τον εξυπηρέτησε θεώρησε ότι εργαζόταν στο κατάστημα. Επίσης ανέφερε ότι στα αντικείμενα υπήρχαν τιμές και δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχαν ετικέτες σ' αυτά που περιέγραφαν την ποιότητά τους. Δεν ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο μισθός της και δεν έλεγξε το ωράριο εργασίας της. Σε σχέση με την μαρτυρία της κας Μαίρης Σεβαστού, μητέρας του κατηγορουμένου αρ. 1, δεν θα επεκταθώ παρά μόνον θα αναφέρω ότι η κα Σεβαστού δεν γνώριζε τι διαδραματίστηκε στο κατάστημα στις 9/03/
- Στην κατάθεση του κατηγορουμένου αρ. 1 (Τεκ. 2) το μόνο που αναφέρει είναι ότι γνωρίζει την κατηγορουμένη αρ.
- Η δε κατηγορουμένη αρ. 2 στην κατάθεσή της (Τεκ. 3) αναφέρει ότι τόσον τον κατηγορούμενο αρ. 1 όσον και την οικογένειά του τους γνωρίζει, για αρκετά χρόνια και μεταβαίνει στο κατάστημά του για να βλέπει τόσον την φίλη της Μίμα όσο και τον κατηγορούμενο
- Στις 9/03/05 μετέβηκε στο κατάστημα για καφέ, τότε ο 1ος κατηγορούμενος και η Μίμα της ζήτησαν να παραμείνει στο κατάστημα για ένα λεπτό, γιατί είχαν να κάνουν κάτι κι ως εκ τούτου παρέμεινε στον χώρο μόνη της. Δήλωσε ότι δεν εργαζόταν κι ούτε πληρώνεται για οτιδήποτε. Μετά που έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθ' ότι δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο όλων των αδικημάτων και ειδικότερα αυτό, της εργοδότησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police 1981 2 CLR
- Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου 1990 2 ΑΑΔ 133, στην οποία ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανάφερε ότι η απαλλαγή του Κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ΄ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος. β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη τον Κατηγορούμενο. Στην ίδια απόφαση ο κ. Πικής τόνισε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ενδεικτικά αναφέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο εκείνης της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό αποτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ΄ εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962 δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση αλλιώς, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos 1980, 1 JSC σελ. 145, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Όπως αποδίδονται οι κατηγορίες τόσον στον 1ον κατηγορούμενο όσο και στην 2η κατηγορουμένη, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο 1ος κατηγορούμενος εργοδοτούσε την 2η κατηγορουμένη και ότι η 2η κατηγορουμένη εργαζόταν στο κατάστημα του 1ου κατηγορουμένου. Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε ευρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου (Master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότης και την καταβολή απολαβών. (Βλ. Chitty on Contracts (Specific Constracts), 27th Edition, p. 698). O καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο: α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Batt The Law of Master & Servant 5η Έκδοση, σ. 8: « There are two essentials in the relation of master and servant, namely: 1) the servant must be under the duty of rendering personal services to the master or to the others on behalf of the master .............
(2)the master must have the right to control the servant´s work, either personally or by another servant or agent. It is the right of control or interference, of being entitled to tell the servant when to work (within the hours of service) or when not to work, and what work to do and how to do it (within the terms of such service), which is the dominant characteristic in this relation and marks off the servant from an independent contractor, or from one employed merely to give to his employer the fruits or results of his labour.» Στο σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου «Εργατικό Δίκαιο», 1967, σ. 35 αναφέρεται ότι, « Κριτήριον της ως άνω διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούη εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Τα ίδια κριτήρια ακολουθήθηκαν στην υπόθεση Performing Right Society, Limited v. Mitchell and Booker (Palais De Danse), Limited
(1924)1 K.B. 762, όπου σε αγωγή για παραβίαση δικαιώματος πνευματικής ευρεσιτεχνίας που αφορούσε συγκεκριμένα κομμάτια μουσικής, τα μέλη μιας ορχήστρας θεωρήθηκαν ότι ήταν εργοδοτούμενοι του ιδιοκτήτη του κέντρου στο οποίο εμφανίζονταν. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Δικαστής McCardie J., « It seems, however, reasonably clear that the final test, if there be a final test, and certainly the test to be generally applied, lies in the nature and degree of detailed control over the person alleged to be a servant. This circumstance is, of course, one only of several to be considered, but it is usually of vital importance.» Οι πιο πάνω αποφάσεις υιοθετήθηκαν στην Κύπρο στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 CLR. 363 όπου τονίστηκε ότι, « The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of a salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of the other.» (Βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Δήμου Λευκωσίας, Ποινική Έφεση 5757 της 30/12/93) Η φραστική αναφορά από τους συμβαλλόμενους σε εργολαβική προσφορά υπηρεσιών δεν μπορεί να καθορίσει αποφασιστικά το χαρακτήρα της συμφωνίας που πρέπει να βασίζεται σε μια ορθή αξιολόγηση όλων των πραγματικών γεγονότων. (Βλ. Chitty on Contracts (Specific Contracts), 27η Edition, p. 711). Στην υπόθεση Davies v. Presbyterian Church of Wales
(1986)1 All. E.R. 705 αποφασίστηκε ότι η φύση της εργασιακής σχέσης είναι νομικό θέμα (βλ. O´ Kelly v. Trusthouse Forte plc
(1983)3 All E.R. 456). Το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί στο τέλος κατά πόσο ο κατ΄ ισχυρισμόν εργοδοτούμενος είναι πρόσωπο που εργοδοτήθηκε για να εργαστεί ως υπάλληλος και όχι απλώς ως μέρος μιας ομάδας που εργάζεται μαζί, χωρίς κανένα πρόσωπο να ενεργεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως αφεντικό (Winfield v. London Philharmonic Orchestra Ltd
(1979)I.C.R. 726, 730). Στην υπόθεση Short v. J. & W. Henderson Ltd
(1946)115 L.J.P.C. 41, δόθηκαν τέσσερις ενδείξεις για την ύπαρξη σύμβασης εργοδότησης, ήτοι α) η εξουσία επιλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, β) η πληρωμή του μισθού, γ) το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει τη μέθοδο εκτέλεσης της εργασίας και δ) το δικαίωμα του εργοδότη για απόλυση. Το κλασσικό κριτήριο για διαφοροποίηση ενός εργοδοτούμενου από τον ανεξάρτητο εργολάβο είναι το κριτήριο του ελέγχου, δηλαδή το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει τη μέθοδο εργασίας. Αν σύμφωνα με την σύμβαση εργοδότησης ένα πρόσωπο πράγματι αποκτά το δικαίωμα ελέγχου της μεθόδου εργασίας του άλλου, τότε η σύμβαση είναι σύμβαση εργασίας και το πρόσωπο του εργοδοτείται, εργοδοτούμενος ( Market Investigations Ltd v. Minister of Social Security
(1968)3 All. E.R. 732). Το θέμα του ελέγχου επεκτείνεται όχι μόνο στο κατά πόσο ο εργοδότης ελέγχει τη μέθοδο εργασίας, αλλά κατά πόσο ελέγχει και τις ώρες εργασίας (Βλ. W.H.P.T Housing Association Ltd. v. Secretary of State for Social Services
(1981)I.C.R. 737). Είναι όμως ασφαλέστερο να εξετάζονται περισσότεροι παράγοντες. Όλες οι παράμετροι της σχέσης θα πρέπει να αξιολογούνται. Η νομολογία υπογραμμίζει την ανάγκη για αναγνώριση σε μια δεδομένη εργατική σχέση της οικονομικής πραγματικότητας. Ο έλεγχος, η ιδιοκτησία των εργαλείων και εξοπλισμού, η δυνατότητα προσπορισμού κέρδους και ο κίνδυνος απώλειας κρίθηκαν ως σημαντικοί παράγοντες κατά την αξιολόγηση της οικονομικής πραγματικότητας (Montreal v. Montreal Locomotive Works Ltd
(1947)D.L.R. 161, 169). Στην υπόθεση Ready Mixed Concrete (South East) Ltd v. Minister of Pensions and National Insurance
(1968)1 Q.B. 497, ο Δικαστής MacKenna J., ύστερα από εκτενή ανάλυση της νομολογίας της Κοινοπολιτείας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, κατέληξε ότι σύμβαση εργοδότησης υπάρχει αν (α) ο εργοδοτούμενος συμφωνεί όπως με αντιπαροχή μισθού ή άλλης αμοιβής παρέχει την εργασία του και τις ικανότητες του κατά την άσκηση κάποιας υπηρεσίας προς τον εργοδότη, β) συμφωνεί ρητά ή εξυπακουόμενα ότι η εκτέλεση της εργασίας αυτής θα υπόκειται στον έλεγχο του εργοδότη κατά τέτοιο βαθμό που να τον καθιστά εργοδότη και γ) οι άλλες πρόνοιες της σύμβασης να είναι συμβατές με σύμβαση εργοδότησης. Όπως διαφαίνεται από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ο Αν. Λοχ 3417 Π. Λάμπρου μετέβηκε στο κατάστημα, ιδιοκτησίας του 1ου κατηγορουμένου και εντόπισε στο χώρο την κατηγορουμένη αρ. 2, όπου τον εξυπηρέτησε επιδεικνύοντας του κάποια δώρα στα οποία υπήρχαν τιμές και επεξηγώντας την ποιότητα τους. Δεν θυμόταν αν υπήρχαν ετικέτες, στα οποία αναγράφετο η ποιότητα του. Το όλον περιστατικό διήρκησε μερικά λεπτά, δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει για τον μισθό της, και για το ωράριό της. Η όλη μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής είναι πολύ πτωχή για να κληθούν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι σε απολογία. Δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 προσέλαβε στην υπηρεσία του την κατηγορουμένη αρ. 2 ως υπάλληλο, όπως αποδίδεται σ' αυτόν και επίσης ότι η κατηγορουμένη αρ. 2 εργαζόταν ή ότι αποδέχθηκε απασχόληση. Στις καταθέσεις των κατηγορουμένων 1 & 2 δεν υπάρχει οτιδήποτε ικανό ώστε να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Συνακόλουθα αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ......... Η. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο