Αστυνομία ν. Γιώργος Βάκκου, Αρ. Υποθέσεως: 486/05, 23 Ιουνίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 486/05 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Γιώργος Βάκκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γιώργος Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να καταθέσει μέσω του ΜΚ1, αστυφύλακα 785 Χρ. Δειλινού την κατάθεση του Κατηγορουμένου, ημερ. 13.8.2004 ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγειρε ένσταση ως προς τη δεκτότητα της, εισηγούμενος ότι η κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, αφού η κατάθεση δεν δόθηκε στο τέλος της στον Κατηγορούμενο να την διαβάσει και να προβεί σε διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες αλλά ο ΜΚ1 επέλεξε μόνος του να την διαβάζει ο ίδιος λέγοντας στον Κατηγορούμενο αν επιθυμεί να του κάνει ο ίδιος τις διορθώσεις. Το Δικαστήριο σύμφωνα με τη νενομισμένη διαδικασία διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, σημείωσε δε την κατάθεση ως Τεκμήριο Α για σκοπούς της δίκης αυτής. Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ως μοναδικό μάρτυρα τον αστυφύλακα 785 Χρ. Δειλινό, ο οποίος ανέφερε ότι στις 13.8.2004 πήρε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στο σπίτι του στους Τρούλλους, στην παρουσία των γονιών του, σε σχέση με τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 23.6.2004 στη Λεωφόρο Σουρουκλή στους Τρούλλους στο οποίο ενέχετο. Η κατάθεση ήταν ανακριτική, ο μάρτυρας υπέβαλλε ερωτήσεις στον Κατηγορούμενο ο οποίος απαντούσε. ΄Οταν τέλειωσε την κατάθεση τη διάβασε στον Κατηγορούμενο και ακολούθως τον ρώτησε αν είχε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες ήθελε και ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι είναι ορθή και ως ορθή την υπέγραψε στην παρουσία του. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν κατέγραψε τις ερωτήσεις στην κατάθεση. Ρωτούσε προφορικά τον Κατηγορούμενο και του απαντούσε, έγραφε ότι του έλεγε. Σε ερώτηση αν ο μάρτυρας επέλεξε να γράψει τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου με δικό του τρόπο αφηγηματικό απάντησε θετικά. Δεν έδωσε την κατάθεση στον Κατηγορούμενο να την διαβάσει. Δεν έβαλε τον Κατηγορούμενο στο τέλος της κατάθεσης να γράψει την πιστοποίηση, υπάρχει η δική του πιστοποίηση. Σε υποβολή πως το κείμενο της κατάθεσης γράφτηκε ως θεληματική κατάθεση ενώ παρεμβάλλονταν ερωτήσεις και ότι ο ίδιος ο μάρτυρας τη βάφτισε ανακριτική ο μάρτυρας απάντησε πως έτσι είναι οι ανακριτικές καταθέσεις που παίρνουν και αυτός τα τελευταία 10 χρόνια έτσι παίρνει τις καταθέσεις. Η υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες και η διαδικασία της δίκης εντός δίκης προχώρησε με τις αγορεύσεις των δύο πλευρών. Η κυρία Πίπη εισηγήθηκε ότι εφαρμόστηκε ο κανόνας II, έγινε η σχετική επίστηση στον Κατηγορούμενο, η δε κατάθεση αναφέρει τον τόπο και την ώρα που λήφθηκε. Δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στον Κανόνα IV. Ο κος Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η λήψη των γραπτών καταθέσεων καθορίζεται με λεπτομέρεια από τον Κανόνα IV και ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρξε παράβαση του Κανόνα 4(ε) και (στ) η οποία αναιρεί την θεληματικότητα της κατάθεσης. Υπήρξε παραδοχή του μάρτυρα ότι δεν πρόσφερε στον Κατηγορούμενο την κατάθεση του να την διαβάσει και να διορθώσει, αλλάξει, ή προσθέσει ότι θέλει. Ο Κατηγορούμενος δεν πληροφορήθηκε ότι είχε τέτοιο δικαίωμα. Περαιτέρω δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο η ευκαιρία να γράψει τη βεβαίωση στο τέλος της κατάθεσης. Καθίσταται έτσι ουσιαστική η παράβαση του Κανόνα, λαμβανομένου υπόψη και του τρόπου λήψης της. Ο κος Γεωργίου τεκμηρίωσε τις θέσεις του με εκτενή επιχειρηματολογία με αναφορά σε σχετική νομολογία, η οποία επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην παράβαση του Κανόνα IV(ε). Οι αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διατυπωθεί, στην κλασική πια υπόθεση Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609. Οι αρχές έχουν επίσης συνοψισθεί στην υπόθεση Φουρνίδης ν. Δημοκρατίας
(1986)2 ΑΑΔ 73. Η ουσία των αποφάσεων αυτών και άλλων μεταγενέστερων, είναι ότι κατάθεση Κατηγορουμένου θα γίνει δεκτή ως μαρτυρία εναντίον του όταν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (D.P.P. v. Ping Lin
(1975)3 ALL. E.R. 175 και Reg v. Sfongaras 22 CLR 113), ότι ήταν προϊόν ιδίας θέλησης του Κατηγορουμένου από την άποψη ότι δεν λήφθηκε από φόβο για ζημιά ή από ελπίδα για όφελος που έχει προκληθεί ή υποκινηθεί από πρόσωπο σε εξουσία. Εάν αποδειχθεί ότι υπήρξε είτε ευνοϊκή μεταχείριση, είτε απειλές εναντίον του Κατηγορούμενου, τότε το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αποφασίζοντας αν θα δεχθεί ή όχι την κατάθεση υπό το φως της αποστέρησης του στοιχείου της θεληματικότητας λόγω των πιο πάνω. Στην Callis v. Gunn
(1964)1 QB 495, 501, λέχθηκε ότι είναι: «a fundamental principle of law that no answer to a question and no statement is admissible unless it is shown by the prosecution not to have been obtained in an oppressive manner and to have been voluntary in the sense that is has not been obtained by threats or inducements". ´Οπως έχει διατυπωθεί και στην υπόθεση Πατούνας ν. Γενικού Εισαγγελέα Ποιν. Εφ. 6711-12 ημερ. 25.9.2000, σελ 4, η τελική κατάληξη είναι «.... ότι όλοι οι κανόνες που έχουν διαμορφωθεί από τα Δικαστήρια σχετικά με τη δεκτότητα ομολογίας σκοπό έχουν να διαπιστώσουν τη θεληματικότητα της, που είναι το βασικό επίδικο θέμα σε κάθε περίπτωση (Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9)». Οι αστυνομικές αρχές κατά τη λήψη καταθέσεων έχουν, μεταξύ άλλων, και την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τους Δικαστικούς Κανόνες, οι οποίοι εγκρίθηκαν το 1964 από το Queen´s Bench Division. Οι Κανόνες αυτοί έχουν σκοπό την εξασφάλιση της θεληματικότητας της κατάθεσης και τη δημιουργία κατάλληλων, ορθών και δίκαιων περιστάσεων λήψης της κατάθεσης. Αν οι Κανόνες παραβιαστούν ή δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το εκούσιο της κατάθεσης ή αυτή φαίνεται να λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, τότε το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να την απορρίψει (Κόκκινος ν. Δημοκρατίας
(1967)2 CLR 217 και Αζίνας (ανωτέρω)). Το Δικαστήριο όμως διατηρεί πάντοτε διακριτική ευχέρεια και δύναται, παρά την παραβίαση των Κανόνων, να αποφασίσει να δεχθεί την κατάθεση αν οι παραβιάσεις είναι τυπικής μορφής ή στα γεγονότα της όλης υπόθεσης η κατάθεση φανερώνεται να είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του Κατηγορουμένου και μόνο. Στην σελίδα 61 της υπόθεσης Αζίνας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη νομολογία βγαίνει αναμφίβολα το συμπέρασμα ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια στην άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις συνέπειες της παραβίασης, την έκταση και μέγεθος της και κατά πόσο αφορά μόνο τυπικά ζητήματα». Στην υπόθεση Πετρή ν. Αστυνομία
(1968)2 C.L.R 40 έχει αναφερθεί ότι το Δικαστήριο στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μιας κατάθεσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη - πρόσθετα με τη θεληματικότητα - και το κατά πόσο η κατάθεση «πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου». Στην υπόθεση Ιωαννίδης ν. Δημοκρατίας
(1968)2 ΑΑΔ 169 αναφέρθηκε - στη σελ. 185 - ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης «είναι θέμα δικαστικής διακριτικής εξουσίας που ασκείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον Κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να δεχθεί ή να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, έστω και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πάρθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση.» Στην υπόθεση Πετρή και στην υπόθεση Αζίνα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), στη σελ. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο πιο κάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Λορδου Devlin "The Criminal Prosecution in England"
(1960)p.p. 38-39 (σε μετάφραση): «H ουσία του πράγματος είναι ότι ο δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει γίνει άδικη και καταπιεστική χρήση των εξουσιών της αστυνομίας. Εάν ικανοποιηθεί θα απορρίψει την μαρτυρία παρόλο ότι δεν υπάρχει κανόνας που ειδικά το απαγορεύει. Εάν δεν ικανοποιηθεί θα δεχθεί τη μαρτυρία έστω και αν υπάρχει κάποια τεχνική παραβίαση ενός από τους κανόνες. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι οι δικαστικοί κανόνες έγιναν για την καθοδήγηση της αστυνομίας και όχι για τον περιορισμό της δικαστικής εξουσίας.» ΄Εχω επίσης υπόψη μου την αρχή ότι το Δικαστήριο στο στάδιο της δίκης εντός δίκης δεν πρέπει να εξάγει συμπεράσματα τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τον Κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, ιδιαίτερα ως προς τη γενική αξιοπιστία των μαρτύρων και μάλιστα του ιδίου του Κατηγορούμενου, πέραν των αναγκαίων για παρόντες σκοπούς. ΄Εχοντας ως αφετηρία την πιο πάνω αναφορά μου, από τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον μου προκύπτουν τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε με τον τρόπο που ανέφερε ο μάρτυρας. Αφού επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στο Νόμο, ο μάρτυρας ρωτούσε ερωτήσεις προφορικά τον Κατηγορούμενο, και κατέγραψε τις απαντήσεις με δικό του αφηγηματικό τρόπο. Στο τέλος της κατάθεσης δεν έδωσε την κατάθεση στον Κατηγορούμενο να τη διαβάσει. Τη διάβασε στον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν ήθελε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες. Γράφτηκε πιστοποίηση από το μάρτυρα. Στο σώμα του Τεκμηρίου Α αναφέρονται τα ακόλουθα στην αρχή: «Σε πληροφορώ ότι εξετάζω υπόθεση τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 23.6.2004 και ώρα 17:00 στην Λεωφόρο Α. Σουρουκλή στους Τρούλλους με ενεχόμενα οχήματα το ημιφορτηγό αυτοκίνητο ΒΑΑ 864 και την μοτοσικλέτα ΚJA 825 καθώς και αδικήματα οδήγησης της μοτοσικλέτας ΚJA 825 χωρίς να φέρεις κράνος ασφαλείας ως επίσης και αδικήματος προσπέρασης οχημάτων πάνω σε άσπρη συνεχή γραμμή και έχω μαρτυρία που μου παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι ενέχεσαι γι΄ αυτό προτίθεται να σε ανακρίνω και να σου πάρω μια κατάθεση. Δεν είσαι υπόχρεος να πεις τίποτε εκτός αν θέλεις να πεις ότι όμως πεις δυνατό να γραφεί και να δοθεί σαν μαρτυρία.» (υπογραφή Κατηγορούμενου). Στο τέλος της κατάθεσης η οποία φέρει την υπογραφή του Κατηγορουμένου αναγράφονται τα ακόλουθα από το μάρτυρα: «Λήφθηκε από εμένα σήμερα 13.8.2004 και μεταξύ των ωρών 18:20 - 18:50 στην οικία τους στους Τρούλλους, αφού προηγουμένως του επέστησα την προσοχή του στο Νόμο, έδωσε μια κατάθεση την οποία έγραψα, του τη διάβασα και ακολούθως μετά το τέλος αυτής τον ρώτησα αν ήθελε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες ήθελε. Αυτός μου απάντησε ότι είναι ορθή και ως ορθή την υπέγραψε στην παρουσία μου (Υπογραφή μάρτυρα).» Ο Κανόνας IV διέπει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται όλες οι γραπτές καταθέσεις μετά από προειδοποίηση. Σύμφωνα με τον Κανόνα IV (ε) όταν τελειώσει η καταγραφή μιας κατάθεσης από αστυνομικό θα ζητηθεί από το πρόσωπο που την έδωσε να τη διαβάσει και να κάνει όσες διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες θέλει. ΄Οταν τελειώσει το διάβασμα της, θα του ζητηθεί να καταγράψει στο τέλος της κατάθεσης και να υπογράψει ή να θέσει το σημείο του, στην ακόλουθη βεβαίωση: «΄Εχω διαβάσει την πιο πάνω κατάθεση και μου λέχθηκε ότι δικαιούμαι να διορθώσω, ν΄ αλλάξω ή να προσθέσω ότι θέλω. Η κατάθεση αυτή είναι αλήθεια. Την έδωσα με την ελεύθερη θέληση μου.» Σύμφωνα δε με τον Κανόνα IV (στ) αν το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση αρνείται να τη διαβάσει ή να καταγράψει την πιο πάνω βεβαίωση στο τέλος της ή να την υπογράψει, ο ανώτερος σε βαθμό αστυνομικός που είναι παρών θα καταγράψει πάνω στην ίδια την κατάθεση και στην παρουσία του πρόσωπου που την έδωσε ότι έγινε. Αν το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση δεν ξέρει να διαβάζει, ή αρνείται να τη διαβάσει, ο αστυνομικός που την κατάγραψε θα του τη διαβάσει και θα το ρωτήσει αν θέλει να διορθώσει, ν΄ αλλάξει ή να προσθέσει τίποτε και να βάλει την υπογραφή του ή το σημείο του στο τέλος της. Ο αστυνομικός αυτός θα βεβαιώσει τότε πάνω στην ίδια κατάθεση ότι έγινε.» Ο σκοπός του Κανόνα IV είναι να διασφαλιστεί η αυθεντικότητα των καταθέσεων και να εξαληφθεί όσο το δυνατό η πιθανότητα αλλοίωσης τους από την αστυνομία (Βλ. σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, Λοϊζου και Πική στη σελ. 150 και R. v. Canale, 91 Cr. App. R, 1). Προκύπτει τόσο από το σώμα της κατάθεσης, Τεκμήριο Α και τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας ότι η κατάθεση γράφτηκε από το μάρτυρα και διαβάστηκε στον Κατηγορούμενο από αυτόν. Δεν ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να την διαβάσει, ούτε να καταγράψει τη βεβαίωση του Κανόνα IV (ε). Αναμφίβολα η ανάγνωση από τον Κατηγορούμενο της κατάθεσης του είναι ουσιαστικής σημασίας αφού του διασφαλίζει το δικαίωμα να ελέγξει ιδίοις όμμασι και να βεβαιωθεί ότι τα όσα καταγράφονται σε αυτήν είναι ακριβώς τα ίδια με τα όσα ο ίδιος ανέφερε στον αστυνομικό. Εξίσου ουσιαστικό είναι να ζητηθεί από τον Κατηγορούμενο να κάνει όσες διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες θέλει και όταν τελειώσει το διάβασμα θα πρέπει να του ζητηθεί να γράψει τη σχετική βεβαίωση στο τέλος της κατάθεσης και να την υπογράψει. Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό ότι ο μάρτυρας δεν ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να διαβάσει την κατάθεση του και να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες. Ο δε μάρτυρας σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του δεν ανέφερε ότι λέχθηκε στον Κατηγορούμενο ότι δικαιούτο να κάνει τέτοιες διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες. Το γεγονός ότι ο ΜΚ έχει αναφέρει και έχει αναγράψει στο Τεκμήριο Α ότι ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν επιθυμούσε να κάνει τέτοιες διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες είναι ενδεικτικό της πιο πάνω παράλειψης. Οι πιο πάνω παραλείψεις και η παράλειψη καταγραφής της ενδεικνυόμενης βεβαίωσης από τον Κατηγορούμενο συνιστούν κατά την άποψη μου ουσιαστικές παραβάσεις του Κανόνα IV αφού δεν ζητήθηκαν από τον Κατηγορούμενο όσα επιτακτικά προνοεί ο πιο πάνω κανόνας στερώντας του έτσι τα δικαιώματα που του διασφαλίζει ο πιο πάνω Κανόνας και θέτοντας τον σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού. ΄Εχω δε την άποψη ότι ενόψει του δικού του αφηγηματικού τρόπου με τον οποίο ο μάρτυρας έχει αναφέρει ότι κατέγραψε τις απαντήσεις του Κατηγορούμενου σε ερωτήσεις οι οποίες παρέμειναν άγνωστες αφού δεν καταγράφηκαν, οι πιο πάνω παραβάσεις καθίστανται ακόμη σοβαρότερες και πιο ουσιαστικής μορφής. Και αυτό διότι δεν έχει αποκλειστεί μέσω της αυστηρής εφαρμογής των προνοιών του Κανόνα IV το ενδεχόμενο η κατάθεση του Κατηγορούμενου να μην απεικονίζει τα δικά του λόγια αλλά τη γλώσσα του αστυνομικού που την κατέγραψε. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου περί ουσιαστικής παράβασης του Κανόνα IV κρίνω ότι δεν θα ήταν ασφαλές να γίνει αποδεκτή η κατάθεση του Κατηγορούμενου. Κατά συνέπεια ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος του Κατηγορουμένου και δεν επιτρέπω την παρουσίαση της κατάθεσης του. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο