Αστυνομία ν. Κυριάκος Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης: 6155/04, 7 Ιουλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6155/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Κυριάκος Βασιλείου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Γιώργος Κ. Γεωργίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 7
(1)και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
- της παράλειψης συμμόρφωσης προς σήμα τροχαίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(1)(ια), 71 και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 (ΚΔΠ 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και του Νόμου 166/87. 3. της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87, των περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και της Κ.Δ.Π 277/85 και Κ.Δ.Π. 17/86 του Νόμου 47
(1)/97 και του Νόμου 80
(1)/
- της οδήγησης μοτοσυκλέτας χωρίς κράνος, του εγκεκριμένου από τον ΄Εφορο τύπου, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 59
(2)και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 Κ.Δ.Π 66/84 και Κ.Δ.Π 189/84, Κ.Δ.Π. 145/85 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και Κ.Δ.Π 11/99, και Κ.Δ.Π 114/9, Κ.Δ.Π 132/99 του Νόμου 47
(1)/97 και του Νόμου 80
(1)/
- της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος άνευ πινακίδων συνιστουσών τα διακριτικά σημεία της ταυτότητας του οχήματος κατά παράβαση των Καν. 7
(2)16(ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984, Κ.Δ.Π 66/84 και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 47
(1)/
- της οδήγησης μηχανοκινήτου δικύκλου με μαθητική άδεια οδηγήσεως και μεταφορά επιβάτου μη κατόχου αδείας οδηγήσεως, κατά παράβαση των Καν. 30
(4)(β) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Καν. του 1984 Κ.Δ.Π 66/84 και άρθρου 19 του περί Μηχανοκινήτων οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και 7. της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος χωρίς άδεια οδήγησης, κατά παράβαση των Καν. 2, 26(ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και του Νόμου 166/87. Τις κατηγορίες αρ. 4, 5, 6 και 7 ο Κατηγορούμενος τις έχει παραδεχτεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης, 2ης και 3ης κατηγορίας στις 25.9.2003 στη Λεωφόρο Αμμοχώστου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΝ 934 επικινδύνως δια το κοινό, δηλαδή οδηγούσε με ανασηκωμένο τον μπροστινό τροχό της μοτοσυκλέτας. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα Τροχαίας που τοποθετήθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι προσπέρασε άλλο όχημα εις σημείο όπου ο δρόμος ήταν χαραγμένος με άσπρη συνεχή γραμμή και οδηγούσε το αναφερόμενο όχημα με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή 82.5 χαω αντί 50 χαω. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες κατηγορίας. Το λοχία 4538 Α. Χαραλάμπους (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 2006 Κ. Κυριάκου (ΜΚ2) και τον αστυφύλακα 401 Ν. Νικολάου (ΜΚ3). Οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατέθεσε πως είναι ειδικευμένος φωτογράφος και έχει επίσης ειδίκευση σε υπολογισμό ταχύτητας με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης. Στις 25.9.2003 επισκέφθηκε τη σκηνή σοβαρού τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στη Λεωφόρο Αμμοχώστου. Βρήκε τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΗΝ 934 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος στην τελική της θέση και το άλλο ενεχόμενο όχημα με αρ. εγγραφής ΗΥ127 που οδηγούσε ο Βασίλης Βασιλείου στη θέση που μετακινήθηκε. Πήρε αριθμό φωτογραφιών, Τεκμήριο 3, τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο, μαζί με ευρετήριο, και επεξήγησε. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, πήρε τα αναγκαία μέτρα και σημείωσε το σημείο συγκρούσεως που του υπέδειξε ο Βασιλείου, ο οποίος ήταν παρών. Η λεωφόρος Αμμοχώστου είναι ο κύριος δρόμος από τον κυκλικό κόμβο του λιμανιού προς τη Δεκέλεια. Είναι διπλής κατεύθυνσης. Στη μέση του δρόμου υπήρχε άσπρη συνεχής γραμμή που υποδηλώνει πως απαγορεύεται το προσπέρασμα. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Προέβη σε τεστ ταχύτητας για τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΗΗΝ 934 στις 26.9.2003 η ώρα 12:30, με τη βοήθεια του ΜΚ3, με βάση το οποίο κατέληξε ότι η ταχύτητα της ήταν 82.50 χαω κατά την ώρα του δυστυχήματος. Εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα του. Αφού έλεγξαν το μιλίμετρο αν λειτουργούσε σωστά με ταχύμετρο, ο ΜΚ3 οδήγησε μοτοσικλέτα της ίδιας μάρκας, τύπου και κυβικών με τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου. Από το συντελεστή τριβής ο ΜΚ1 βρήκε την ταχύτητα της μοτοσικλέτας από τα ίχνη τροχοπέδησης της. Ο ΜΚ1 στάθηκε στο αριστερό πεζοδρόμιο, απέναντι από τα ίχνη τροχοπέδησης ενώ ο ΜΚ3 οδήγησε τη μοτοσικλέτα με κατεύθυνση από το λιμάνι προς Δεκέλεια με σταθερή ταχύτητα 50 χαω την οποία ο ΜΚ1 έλεγχε με ταχύμετρο, σε δύο δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις. ΄Οταν ο ΜΚ3 έφθασε απέναντι από τα ίχνη τροχοπέδησης ο ΜΚ1 κατέβασε το δεξί χέρι του και ο ΜΚ3 πήρε τα φρένα. Ο ΜΚ1 μέτρησε τα ίχνη τροχοπέδησης που ήταν 10.70μ. την πρώτη φορά και 12.20μ. τη δεύτερη χρησιμοποιώντας τον τύπο συντελεστή τριβής και βρήκε πως ο συντελεστής τριβής ήταν 0.80. Εφαρμόζοντας τον τύπο της ταχύτητας, η ταχύτητα κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν 82.50 χαω. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο Τεκμήριο 1 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο 2. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 δεν αναγράφονται μέτρα. Στη φωτογραφία 2 η απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής ΗΗΝ 934 είναι 33.50μ. Τα μέτρησε στη σκηνή. Το σημείο που αρχίζουν τα ίχνη φαίνεται στις φωτογραφίες 1 μέχρι 5 και το σημείο που τελειώνουν στις φωτογραφίες 8 και 9. Τα σημείωσε ο ίδιος με κιμωλία. Στη σκηνή φαίνονταν εμφανώς με το μάτι. Αρνήθηκε υποβολή πως στη φωτογραφία 8 δεν φαίνονται ίχνη και πως τα ίχνη ήταν παλιά. Αρνήθηκε πως το ίχνος που φαίνεται δεν ανήκει στη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου. Μέτρησε το πλάτος και ήταν το ίδιο (10εκ. περίπου) με το πέλμα του τροχού της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου. Την απόσταση από το σημείο σύγκρουσης, ή από την αρχή ή τέλος των ιχνών μέχρι τον κυκλικό κόμβο Λιμανιού δεν τη μέτρησε. Υπολογίζει πως από τον κυκλικό κόμβο μέχρι τη σκηνή η απόσταση ήταν περίπου 250μ. Δεν ήταν σε θέση να πει με βεβαιότητα αν με 50 χαω με πατημένα τα μπροστινά φρένα με βάση το τεστ η μοτοσικλέτα θα ανασηκώσει τον πισινό τροχό και ο οδηγός θα πέσει. ΄Ολα εξαρτώνται από το δρόμο. Στα τεστ που έγιναν πατήθηκαν και τα μπροστινά και πισινά φρένα, σύμφωνα με τις οδηγίες του. Με 82.50 χαω δεν έγινε τεστ, για σκοπούς ασφαλείας. Τα ίχνη ήταν διαγώνια, αρχίζουν από τη δεξιά μεριά του δρόμου και τελειώνουν στην αριστερή. Τα 2 τεστ δεν φωτογραφήθηκαν ούτε σημειώθηκαν σε σχεδιαγράφημα. Οι τύποι που χρησιμοποίησε ήταν όπως ανέφερε « "F" ισούται με την ταχύτητα στο τετράγωνο διά 254 το οποίο είναι βασικό, επί της τροχοπέδησης, την απόσταση και "S" (ταχύτητα) ισούται με τη ρίζα του 254 επί τον συντελεστή τριβής και τα ίχνη τροχοπέδησης». Δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει τους πιο πάνω τύπους στο Δικαστήριο ή να αναφέρει με ποιο τρόπο τους εφάρμοσε στις μετρήσεις του. Η μοτοσικλέτα που χρησιμοποιήθηκε για το τεστ σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της ήταν ίδιου τύπου, κυβικών μάρκας και χρονολογίας με αυτή του Κατηγορουμένου. Τα ελαστικά της τα έλεγξε και ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο συνεπιβάτης στο τεστ ήταν υπάλληλος του καταστήματος από το οποίο λήφθηκε η μοτοσικλέτα. O MK2 ανέφερε ότι στις 25.9.2003 και ώρα 13:55 οδηγούσε με την ιδιωτική του μοτοσικλέτα προς το σπίτι του μέσω Λεωφόρου Στρατηγού Τιμάγια και Αμμοχώστου. Γύρω στις 14:05 έφθασε στο τέρμα της Λεωφόρου Στρατηγού Τιμάγια στον κυκλικό κόμβο του λιμανιού και σταμάτησε για να δώσει προτεραιότητα στα εκ δεξιών του οχήματα. Πρόσεξε, μεταξύ άλλων οχημάτων, μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού να περνά από μπροστά του προς τη λεωφόρο Αμμοχώστου. ΄Ηταν κόκκινη, μάρκας «Yamaha» R1, 1000cc χωρίς αρ. εγγραφής και ο οδηγός και ο συνεπιβάτης δεν έφεραν κράνη. Εντός του κυκλικού κόμβου η ταχύτητα της ήταν κανονική. Εισερχόμενος στη λεωφόρο Αμμοχώστου η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή προς τη Δεκέλεια. Τα αυτοκίνητα προχωρούσαν σιγά-σιγά και ο ίδιος τα ακολουθούσε. Η μοτοσικλέτα ήταν μπροστά του 6-8 μ. Παρατήρησε ότι η μοτοσικλέτα ανέπτυξε ταχύτητα προσπερνώντας άλλα οχήματα μπαίνοντας στη δεξιά πλευρά και επιστρέφοντας στην αριστερή περνώντας την άσπρη συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή. ΄Οταν η μοτοσικλέτα έφθασε στο ύψος του δρόμου όπου βρίσκεται το περιπτέρο «λιμανάκι» ανέπτυξε και άλλο ταχύτητα μπαίνοντας περίπου 1μ. στη δεξιά πλευρά του δρόμου και προσπερνούσε τα οχήματα. Αμέσως μόλις ανέπτυξε ταχύτητα και μπήκε στη δεξιά πλευρά ο οδηγός ανασήκωσε τον μπροστινό τροχό στον αέρα οδηγώντας τη μοτοσικλέτα στον πίσω τροχό προσπερνώντας τα οχήματα μπροστά του. Ο ΜΚ2 είχε ορατότητα αφού οδηγούσε κανονικά προς το δεξί μέρος της αριστερής λωρίδας, 1μ. από τη διαχωριστική γραμμή. Πιο μπροστά του υπήρχε ένα λεωφορείο, πρώτο στη γραμμή. Η μοτοσικλέτα κινείτο στον πισινό τροχό στη δεξιά λωρίδα του δρόμου για 40-50μ. περίπου, αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα. Σε κάποιο σημείο, 100μ. από αριστερή πάροδο αφού ο οδηγός της προσπάθησε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα την κάθισε στο έδαφος. ΄Αρχισε να πατά φρένα χάνοντας τον έλεγχο της αφού το πίσω μέρος της μοτοσικλέτας κινείτο αριστερά δεξιά, κινούμενο λοξώς αριστερά, διαγώνια. Η κατάληξη ήταν να συγκρουσθεί στο δεξί φτερό αυτοκινήτου που ήταν στην πάροδο και εισήλθε 2-3μ. στη λεωφόρο Αμμοχώστου. Η λεωφόρος Αμμοχώστου είναι διπλής κατεύθυνσης, πολυσύχναστη με πυκνή τροχαία κίνηση την ώρα του δυστυχήματος. Αναγνώρισε τον οδηγό της μοτοσικλέτας ως τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως 70-80 μ. από τον κυκλικό κόμβο η ταχύτητα της μοτοσικλέτας ήταν 30-40 χαω, και η απόσταση που τους χώριζε εξακολουθούσε να είναι 8μ., 3-4 αυτοκίνητα κοντά το ένα στο άλλο. Από το λεωφορείο χώριζαν το ΜΚ2 100μ. Το λεωφορείο ήταν 30-40μ. μπροστά από τον Κατηγορούμενο. Από τον κυκλικό κόμβο μέχρι τη σκηνή του δυστυχήματος η απόσταση είναι περίπου 300μ. Μπροστά από τον Κατηγορούμενο υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα και το λεωφορείο, μπροστά από το οποίο δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα. Σε ερώτηση αν πίσω από το λεωφορείο υπήρχαν 10-12 αυτοκίνητα και 4 μπροστά του απάντησε πως υπήρχαν 3-4 αυτοκίνητα σίγουρα μπροστά του αλλά πιο μπροστά δεν μπορεί να θυμηθεί. Ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα στο ύψος του περιπτέρου «λιμανάκι», 150μ. από τον κυκλικό κόμβο. Πριν αναπτύξει, προσπέρασε και άλλα αυτοκίνητα, μπήκε λίγο στη δεξιά πλευρά, εισήλθε στην αριστερή και ακολούθως ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα ανασηκώνοντας τον τροχό, προσπερνώντας και το λεωφορείο. Το προσπέρασμα ήταν σε 2 φάσεις. Μόλις ο Κατηγορούμενος προσπέρασε το λεωφορείο «έκατσε» τον τροχό και προσπάθησε να εισέλθει στην αριστερή μεριά. Όταν είδε τον Κατηγορούμενο να σηκώνει τον τροχό τους χώριζαν 100μ. Σε ερώτηση αν είδε τον Κατηγορούμενο να παίρνει φρένα απάντησε πως είδε τον πισινό τροχό να κινείται, τα φρένα ήταν έντονα. Ξεκάπνιζαν τόσο τα φρένα όσο και ο τροχός. Το λεωφορείο ήταν αριστερά από τον Κατηγορούμενο ο οποίος το πέρασε 1-2μ. και αμέσως έπιασε φρένα. Σε ερώτηση πως είδε τον Κατηγορούμενο στα 100μ. αφού εμποδίζετο από ουρά αυτοκινήτων και λεωφορείο απάντησε πως η ορατότητα μπροστά του ήταν καλή. Κρατούσε τη δεξιά πλευρά της αριστερής λωρίδας. Θόρυβο φρένων δεν άκουσε επειδή φορούσε κράνος. Σε ερώτηση αν όταν η μοτοσικλέτα ήταν 2μ. πριν τη σύγκρουση το λεωφορείο ήταν πίσω της ο ΜΚ2 απάντησε θετικά. Πίσω από το λεωφορείο υπήρχε ουρά και ο ίδιος ήταν 100μ. από το σημείο σύγκρουσης. Είδε καθαρά τη σκηνή, ο δρόμος είναι ευθύς με ελαφριά δεξιά στροφή και ο ίδιος ήταν στη δεξιά μεριά του δρόμου και έβλεπε και μετά το λεωφορείο και τη σύγκρουση ολοκάθαρα. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 26.9.2003 με οδηγίες του ΜΚ1 πήρε μια μοτοσικλέτα μάρκας «YAMAHA» 998 cc, R1 κατασκευής 2000, ίδιας κατασκευής, κυβισμού και μάρκας με αυτή του Κατηγορούμενου, από το κατάστημα κάποιου γνωστού του. Δεν οδήγησε αυτή του Κατηγορούμενου γιατί είχε υποστεί αρκετές ζημιές. Ο σκοπός ήταν να γίνουν δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις. Οδήγησε την πιο πάνω μοτοσικλέτα με συνεπιβάτη τον υπάλληλο του καταστήματος με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο του λιμανιού προς τα διυλιστήρια, με σταθερή ταχύτητα 50 χαω την οποία έλεγξε στο μιλίμετρο και την οποία ο ΜΚ1 έλεγχε με ταχύμετρο. Σε σημείο όπου στεκόταν ο ΜΚ1 του ένεψε κατεβάζοντας το χέρι του και ο ΜΚ3 πάτησε δυνατά τα μπροστινά και πισινά φρένα ταυτόχρονα, αφήνοντας ίχνη τροχοπέδησης 10.70 μ. Επανέλαβε την πιο πάνω διαδρομή και τα ίχνη ήταν 12.20μ. τη δεύτερη φορά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως πρώτη φορά έλαβε μέρος σε τεστ ελέγχου ταχύτητας. Είδε τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου. Πήγε στο κατάστημα κάποιου γνωστού του για να βρει μια την ίδια. Δεν έλεγξε το ιστορικό της μοτοσικλέτας που χρησιμοποίησε, η οποία ήταν άγραφη (καινούρια), ούτε τα στοιχεία της. ΄Ηταν της ίδιας κατασκευής, τύπου, χρονολογίας και κυβικών με αυτή του Κατηγορούμενου. ΄Ηταν σε θέση να αναγνωρίσει πως οι μοτοσικλέτες ήταν οι ίδιες επειδή ασχολείται χρόνια με μοτοσικλέτες. Δεν έλεγξε τα ελαστικά είτε της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου είτε της άλλης. Της τελευταίας δεν θυμόταν την κατάσταση των ελαστικών. Τα ελαστικά δεν έχουν και τόση μεγάλη σημασία για τα ίχνη τροχοπέδησης. Με τα 50 χαω που έκαναν το τεστ η διαφορά δεν θα ήταν μεγάλη. Δέχθηκε πως δεν είναι εμπειρογνώμονας αλλά γνωρίζει από μοτοσικλέτες. Δεν γνωρίζει τη διαφορά των αγωνιστικών φρένων. Δεν θυμόταν αν η μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου είχε σύστημα φρένων αγωνιστικό ούτε αν η μοτοσικλέτα που οδήγησε είχε απλά ή αγωνιστικά φρένα. Δεν γνωρίζει αν ο συνοδηγός του είχε την ίδια σωματική διάπλαση με τον συνοδηγό του Κατηγορούμενου ή αν αυτό παίζει ρόλο στον τρόπο φρεναρίσματος και τα ίχνη. Δεν ήταν σε θέση στο Τεκμήριο 3 να υποδείξει που ήταν ο ΜΚ1 όταν του έκανε το σήμα για να σταματήσει. Δεν θυμάται αν η μοτοσικλέτα άφησε ίχνη τροχοπέδησης στα 2 δοκιμαστικά. Φρέναρε παίρνοντας και τα μπροστινά και τα πισινά φρένα. Δεν γνωρίζει αν έγιναν μετατροπές στη μοτοσικλέτα από μια ματιά που έριξε και από ότι του είπε ο ιδιοκτήτης. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 25.9.2003 με συνοδηγό τον Κώστα Καλαθούρα οδήγησαν χωρίς κράνη από τον κυκλικό κόμβο λιμανιού προς Δεκέλεια. Η μοτοσικλέτα πίσω δεν είχε πινακίδες εγγραφής. Στην πορεία του δεν υπήρχαν οχήματα ενώ προς το λιμάνι ήταν γραμμή τα οχήματα. Οδηγούσε στη μέση της αριστερής λωρίδας με ταχύτητα 55-60 χαω με 1η ή 2η ταχύτητα. Μπροστά του δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. ΄Οπως πήγαινε είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο στην αριστερή πάροδο και πίσω ένα μαύρο σταματημένο στο αλτ, στα 50μ. Ελάττωσε ταχύτητα όταν το είδε, αφήνοντας τον καράολο της βενζίνης χωρίς να πατήσει στόπερ. ΄Οπως πήγαινε, το αυτοκίνητο στα 10-15 μ. εκκίνησε μπαίνοντας μπροστά του στην πορεία του, 3-4 μ. στη λεωφόρο. Πάτησε τα στόπερ του τόσο τα μπροστινά όσο και τα πίσω και η μοτοσικλέτα πήγε τριφτή στην άσφαλτο. Πριν κτυπήσει η ταχύτητα του ήταν 35 χαω. Στην στάση του λεωφορείου προσπέρασε ένα λεωφορείο πίσω από το οποίο υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα τα οποία προσπέρασε σιγά-σιγά. Δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα μπροστά γιατί ήταν σταματημένα πίσω από το λεωφορείο. Πάτησε αρχικά ελαφρώς τα φρένα του με κλίση προς αριστερά να αποφύγει το αυτοκίνητο από πίσω όταν το είδε να βγαίνει από την πάροδο αλλά αυτό είχε σταματήσει. Πάτησε δυνατά τα μπροστά και πίσω φρένα του. Ο τροχός του μπήκε στον τροχό του αυτοκινήτου (Φωτογραφίες 25 και 26), έγειρε η μοτοσικλέτα προς τα αριστερά και ακολούθως έγειρε προς τα δεξιά. Η ζημιά της μοτοσικλέτας ήταν στην δεξιά μεριά. Ο πισινός τροχός της μοτοσικλέτας του ήταν στον αέρα, αφού πάτησε τα μπροστινά φρένα και η μοτοσικλέτα δεν αφήνει ίχνη τροχοπέδησης. Δεν θα μπορούσε να προσπεράσει από δεξιά με ιλιγγιώδη ταχύτητα άλλα οχήματα και με τροχό ανασηκωμένο αφού (
- i)τα οχήματα ήταν σταματημένα (
- ii)υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στη δεξιά λωρίδα, (iii) για να ανασηκωθεί ο μπροστινός τροχός πρέπει η μοτοσικλέτα να πηγαίνει πάνω από 200 χαω με 3η ταχύτητα και (
- iv)θα χρειαζόταν μεγάλη απόσταση για να ανασηκωθεί η μοτοσικλέτα με 1η ή 2η ταχύτητα, ενώ με 3η μπορεί να σου ξεφύγει. Περαιτέρω υπήρχε συνοδηγός. Τα φρένα δεν ήταν δικά του αφού όταν πατήσεις δυνατά φρένα η μοτοσικλέτα δεν αφήνει ίχνη. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως άλλαξε γραμμή, όταν προσπέρασε το λεωφορείο. Πέρασε πάνω στην άσπρη γραμμή, μπορεί να την άγγιξε. Ανέφερε πως προσπέρασε άλλα οχήματα αλλά όχι την άσπρη γραμμή λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης στην δεξιά λωρίδα (γραμμή). Το τελευταίο όχημα που προσπέρασε ήταν το λεωφορείο. Τα ίχνη που βρέθηκαν δεν είναι δικά του για τους ίδιους λόγους που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. ΄Επιασε στόπερ 2-3 μ. πριν κτυπήσει. Δεν έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. 100μ. δεν είναι αρκετά για να ανασηκώσει τον τροχό της μοτοσικλέτας. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσε την εικόνα φιλαλήθους μάρτυρα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 3 απεικονίζουν την πορεία της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου, τη σκηνή του δυστυχήματος στη Λεωφόρο Αμμοχώστου προς τη Δεκέλεια και την πραγματική μαρτυρία. Αποδέχομαι δε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που απεικονίζονται στις φωτογραφίες 1-9 ανήκουν στη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου και ότι έχουν μήκος 33.50μ. Συναφώς αναφέρω πως η μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με τα ευρήματα του και οι μετρήσεις του στη σκηνή αναφορικά με την ύπαρξη και το μήκος των εν λόγω ιχνών αλλά και την ταύτιση τους με τη μοτοσικλέτα του Κατηγορούμενου δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Ούτε η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του στη σκηνή του δυστυχήματος έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου ήταν 82.50 χαω με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στη σκηνή. Ο μάρτυρας δεν έχει αναφέρει ποια ήταν η κατάσταση του δρόμου στις 25.9.2003 ή την επομένη που διενήργησε το τεστ τροχοπέδησης ή αν υπήρχε οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την επιφάνεια του δρόμου. Η παράλειψη του αυτή δημιουργεί ερωτηματικά στο Δικαστήριο, ιδιαίτερα ενόψει της θέσης του ΜΚ1 στην αντεξέταση του πως όλα εξαρτώνται από το δρόμο, αλλά και λόγω του ότι ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας θα έπρεπε να είχε εξηγηθεί το σημείο αυτό. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δεν έχει αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την κατάσταση των ελαστικών της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου ή σε σχέση με το ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2 η μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου οδηγείτο με ανασηκωμένο τροχό πριν ο Κατηγορούμενος αρχίσει να πατά φρένα. Αν επενεργούν τα πιο πάνω στο μήκος των ιχνών είναι ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί μέσω της επιστημονικής μαρτυρίας του ΜΚ1. ΄Εχουν όμως προκύψει και ερωτήματα από τη μαρτυρία του ΜΚ3 σε σχέση με το κατά πόσο η μοτοσικλέτα που χρησιμοποιήθηκε στις δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις ήταν ταυτόσημη με αυτή του Κατηγορούμενου σε σχέση με την κατάσταση των ελαστικών, την ύπαρξη ή όχι αγνωστικών φρένων, την ύπαρξη οποιωνδήποτε μετατροπών κλπ και το κατά πόσο τα πιο πάνω θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Πέραν των πιο πάνω στο Δικαστήριο δεν έχει επεξηγηθεί ο μαθηματικός τρόπος με τον οποίο ο ΜΚ1 κατέληξε στο συμπέρασμα του. Ο ΜΚ1 παρέθεσε τους μαθηματικούς τύπους που εφαρμόζονται χωρίς να εξηγήσει ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν στους εν λόγω τύπους. Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους που το Δικαστήριο δεν μπορεί με βεβαιότητα και ασφάλεια να στηριχθεί στη μαρτυρία του ΜΚ1 και να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα με βάση τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια. Το Δικαστήριο δεν είναι, ούτε και μπορεί να γίνει εμπειρογνώμονας. Ο ΜΚ2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. ΄ Ηταν σταθερός στις απαντήσεις του και η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο παρά την μακρά αντεξέταση του. Δεν συμφωνώ με την εισήγηση του κυρίου Γεωργίου ότι ο ΜΚ2 δεν είχε επαρκή ορατότητα από τη θέση που βρισκόταν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο. Συναφώς αναφέρω πως η θέση του ότι οδηγούσε στη δεξιά πλευρά της αριστερής λωρίδας 1μ. από τη διαχωριστική γραμμή και ότι όταν είδε τον Κατηγορούμενο να ανασηκώνει τον μπροστινό τροχό του προσπερνώντας ο τελευταίος είχε εισέλθει περίπου 1μ. στη δεξιά πλευρά του δρόμου, δεν αμφισβητήθηκε. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ΜΚ2 δεν του υπεβλήθη πως ο Κατηγορούμενος δεν εισήλθε στη δεξιά λωρίδα ή πως η τροχαία κίνηση στη δεξιά λωρίδα δεν του επέτρεπε να εισέλθει σε αυτήν. Σημειώνω εδώ ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με την αριστερή διαγώνια κίνηση της μοτοσικλέτας όταν ο Κατηγορούμενος πάτησε φρένα συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα ίχνη τροχοπέδησης του Τεκμηρίου 3. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της. Ο ΜΚ3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση και μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του όσον αφορά το βαθμό της συμμετοχής του στο τεστ τροχοπέδησης. Δεν αποδέχομαι όμως τη γνώμη του ως προς τη σημασία της κατάστασης των ελαστικών σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης αφού όπως ο ίδιος δέχθηκε δεν κατέχει οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Καταρχήν αναφέρω πως ενώ αρχικά στην κυρίως εξέταση του (Τεκμήριο 1) ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως μπροστά του δεν υπήρχαν οχήματα, πως οδηγούσε στη μέση της αριστερής λωρίδα και δεν ανέφερε ότι προσπέρασε οποιοδήποτε όχημα, στη συνέχεια ήταν η θέση του πως εκτός από ένα λεωφορείο και ουρά αυτοκινήτων που ήταν σταματημένα πίσω του, τα οποία προσπέρασε σιγά-σιγά δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα μπροστά του. Προκύπτει ουσιαστική αντίφαση μεταξύ των δύο πιο πάνω τοποθετήσεων του Κατηγορούμενου. ΄Εχω δε την άποψη ότι τα περί σιγανού προσπεράσματος και σταματημένων οχημάτων αποτελούν ύστερες σκέψεις του Κατηγορούμενου αφού προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. ΄Υστερες σκέψεις αποτελούν κατά την άποψη μου και οι θέσεις του αναφορικά με το ότι ο πίσω τροχός του ήταν στον αέρα καθώς και το ότι η μοτοσικλέτα του δεν μπορούσε να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης οι οποίες επίσης προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Συναφώς αναφέρω πως στο Τεκμήριο 1 ο Κατηγορούμενος δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τον πίσω τροχό του ενώ σε σχέση με τα ίχνη αναφέρει πως «τα στόπερ της μοτόρας μου ήταν στην πάντα μου». Προκύπτει περαιτέρω, αντίφαση στην κυρίως εξέταση του Κατηγορούμενου στην οποία ενώ από τη μία αναφέρει πως πάτησε τόσο τα μπροστινά όσο και τα πισινά του φρένα από την άλλη ανέφερε πως πάτησε μόνο τα μπροστινά χωρίς να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης. Οι πιο πάνω αντιφάσεις του Κατηγορούμενου είναι ουσιαστικές. Θα προσθέσω όμως εδώ και κάτι άλλο. Οι εξηγήσεις που ο Κατηγορούμενος προέβαλε για να δικαιολογήσει τη θέση του πως δεν μπορούσε να προσπεράσει από δεξιά με ανασηκωμένο τροχό και ταχύτητα κατά την άποψη μου στερούνται πειστικότητας αφού αποτελούν υποθέσεις που δεν υποστηρίζονται από ίχνος επιστημονικής ή άλλης μαρτυρίας ενώπιον μου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι στις 25.9.2003 ο ΜΚ2 οδηγούσε την ιδιωτική του μοτοσικλέτα. Φθάνοντας στο τέρμα της Λεωφόρου Στρατηγού Τιμάγια σταμάτησε στον κυκλικό κόμβο και είδε να περνά από μπροστά του, ερχόμενη εκ δεξιών του μια μοτοσικλέτα κόκκινη μάρκας «Yamaha» R1 1000cc, χωρίς αρ. εγγραφής την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και στην οποία επέβαινε συνεπιβάτης, οι οποίοι δεν έφεραν κράνη. Ο ΜΚ2 οδηγούσε προς το δεξί μέρος της αριστερής λωρίδας, 1μ. από τη άσπρη διαχωριστική γραμμή και ο Κατηγορούμενος ήταν μπροστά του 8μ. περίπου, 3-4 αυτοκίνητα. Η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή προς τη Δεκέλια. Τα αυτοκίνητα προχωρούσαν σιγά σιγά. Ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα προσπερνώντας άλλα αυτοκίνητα μπαίνοντας στη δεξιά μεριά του δρόμου, περνώντας τη διαχωριστική άσπρη συνεχόμενη γραμμή και επιστρέφοντας στην αριστερή μεριά. ΄Οταν η μοτοσικλέτα έφθασε στο ύψος του περιπτέρου «Λιμανάκι», 150μ. από τον κυκλικό κόμβο ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα μπαίνοντας 1μ. περίπου στη δεξιά μεριά του δρόμου, ανασηκώνοντας τον μπροστινό τροχό στον αέρα, οδηγώντας στον πίσω τροχό, προσπερνώντας τα αυτοκίνητα μπροστά του και λεωφορείο που ήταν πρώτο στη γραμμή, για 40-50 μ. περίπου. Ο ΜΚ2 ήταν 100μ. πίσω από τον Κατηγορούμενο όταν τον είδε να σηκώνει τον τροχό. Σε κάποιο σημείο 100μ. από αριστερή πάροδο και αφού προσπέρασε το λεωφορείο, 1-2 μ. μπροστά του, ο Κατηγορούμενος κάθισε τον τροχό και προσπάθησε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα. Ο Κατηγορούμενος άρχισε να πατά φρένα, χάνοντας τον έλεγχο της μοτοσικλέτας η οποία κινήθηκε λοξώς αριστερά, διαγώνια. Ξεκάπνιζαν τα φρένα και ο τροχός. Επήλθε σύγκρουση με αυτοκίνητο που εξήλθε από την πάροδο. Η λεωφόρος Αμμοχώστου είναι διπλής κατεύθυνσης. Την ώρα του δυστυχήματος η τροχαία κίνηση ήταν πυκνή. Τη σκηνή επισκέφθηκε ο ΜΚ1 ο οποίος φωτογράφησε τη σκηνή του δυστυχήματος. Η αρχική πορεία της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου, τα ίχνη τροχοπέδησης της και η τελική της θέση μετά το δυστύχημα απεικονίζονται στο Τεκμήριο 3. Το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης ήταν 33.50μ. Τα ίχνη ήταν διαγώνια, αρχίζουν από τη δεξιά λωρίδα του δρόμου και καταλήγουν στην αριστερή. Η απόσταση από τον κυκλικό κόμβο του λιμανιού μέχρι τη σκηνή του δυστυχήματος είναι περίπου 250μ. Η λεωφόρος Αμμοχώστου χωρίζεται από άσπρη συνεχή γραμμή. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χαω. Ο ΜΚ1 διενήργησε τεστ ιχνών τροχοπέδησης με τη βοήθεια του ΜΚ3. Κατηγορία αρ. 1 Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος αναφέρω πως το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. Αpp. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 6753, ημερ. 23.2.2000, λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673) ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία κρίνω ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου αναμφίβολα συνιστά επικίνδυνη οδήγηση. Η επικινδυνότητα της οδήγησης του επικεντρώνεται στο γεγονός ότι οδήγησε την μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα του με ανασηκωμένο τον μπροστινό της τροχό, εισερχόμενος 1μ. περίπου στη δεξιά λωρίδα του δρόμου για μερικές δεκάδες μέτρα προσπερνώντας τόσο αυτοκίνητα όσο και λεωφορείο στην αριστερή λωρίδα σε πολυσύχναστο δρόμο με πυκνή τροχαία κίνηση. Και όλα αυτά χωρίς να βεβαιωθεί ότι τόσο ο ίδιος και ο συνεπιβάτης του έφεραν προστατευτικό κράνος. Και ενώ πλησίαζε σε αριστερή πάροδο. Η οδική αυτή συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εγκυμονούσε ορατούς και σοβαρούς κινδύνους τόσο για τον ίδιο και για το συνεπιβάτη του αλλά και για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Απείχε δε κατά πολύ από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία αρ. 2 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(1)(ια) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών: «Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως- (ια) συμμορφούται προς άπαντα τα σήματα της τροχαίας, τα οποία ήθελον τοποθετηθή ή χαραχθή επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού υπό ή κατ΄ εντολήν της Αστυνομίας, ή δημοτικού συμβουλίου ή οιασδήποτε άλλης αρχής, εμπεπιστευμένης τον έλεγχον ή την ρύθμισιν της τροχαίας, προς καθοδήγησιν των οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων.» Δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η ύπαρξη ή η νομιμότητα της συγκεκριμένης σηματοδότησης. Επομένως έχω την άποψη πως επενεργεί στην παρούσα υπόθεση το τεκμήριο της κανονικότητας omnia praesumuntur rite esse acta (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ντίνου Φλωρίδη,
(1999)2 ΑΑΔ 95). ΄Εχοντας υπόψη μου τα ευρήματα και τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί ανωτέρω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 2 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία αρ. 3 Ενόψει της απόρριψης του μέρους της μαρτυρία του ΜΚ1 που αφορά την διενέργεια τεστ τροχοπέδησης και την κατάληξη του ως προς την ταχύτητα της μοτοσικλέτας του Κατηγορούμενου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 3 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται σε αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο