← Κύπρος

Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν. Χρυστάλλας Κυριάκου ή Χρυστάλλας Α. Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 5125/05, 8 Ιουλίου, 2005

Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν. Χρυστάλλας Κυριάκου ή Χρυστάλλας Α. Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 5125/05, 8 Ιουλίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5125/05 Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν. Χρυστάλλας Κυριάκου ή Χρυστάλλας Α. Νεοφύτου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 8 Ιουλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουμής. Για την Κατηγορούμενη: κ. Φούλιας. Κατηγορούμενη: Παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της εξασφάλισης πίστωσης πέραν των δέκα λιρών από πρόσωπο χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι Πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε κατά παράβαση του άρθρου 117 του Νόμου Περί Πτωχεύσεως Κεφ. 5 και του Νόμου 166/
  2. Τα πιο κάτω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: (α) Στις 26/06/84 εκδόθηκε εναντίον της κατηγορουμένης διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της (Τεκ.1). (β) Στις 30/10/04 η κατηγορουμένη κηρύχθηκε σε πτώχευση (Τεκ.2). (γ) Στις 16/06/90 η κατηγορουμένη εξασφάλισε πίστωση από την κατήγορο για το ποσό των Λ.Κ.4.000 και υπέγραψε συμφωνία δανείου (Τεκ.3) και δεν αποκάλυψε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. (δ) Η κατήγορος πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι πτωχεύσασα το
  3. Μετά που δηλώθηκαν τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεσή της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ανακόψει την διαδικασία καθότι η διαπίστωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορουμένης δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου, αφού η κατήγορος πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι πτωχεύσασα από το
  4. Το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης έχει ως ακολούθως: Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 25/04/05 και η κατηγορουμένη κλήθηκε για να απαντήσει στην αποδιδόμενη σ΄ αυτήν κατηγορία στις 19/05/
  5. Κατά εκείνη την ημέρα η κατηγορουμένη δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίσθηκε για Ακρόαση στις 24/06/05, όπου αμφότεροι οι συνήγοροι προέβησαν στην δήλωση παραδεκτών γεγονότων και ο συνήγορος της κατηγορουμένης αγόρευσε. Κατά εκείνη την ημέρα επιζητήθηκε αναβολή από μέρους του συνηγόρου της κατηγόρου για να προετοιμασθεί με σκοπό να αγορεύσει. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε για αγορεύσεις από μέρους του στις 28/06/05 και το Δικαστήριο επιφύλαξε την ενδιάμεση απόφασή του σήμερα 8/07/
  6. Κατ΄ αρχήν θα εξετάσω την εισήγηση ότι η ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης δεν διαπιστώθηκε σε εύλογο χρόνο. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.
  7. της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, έχει ως ακολούθως: « 30.1 .
  8. Έκαστος κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου ». Αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου να διασφαλίσει το συνταγματικό αυτό δικαίωμα του κατηγορουμένου δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου (Βλ. Γαβριηλίδης v Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 7469 ημερ. 22/9/03, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Καψού Ποιν. Έφ. 7400 ημερ. 24/2/04). Σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Στην υπόθεση Ευσταθίου v Αστυνομίας 1990 2ΑΑΔ 294 πραγματεύθηκαν μεταξύ άλλων και οι παράγοντες που υπεισέρχονται στον προσδιορισμό του χρόνου διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. Άλλοι παράγοντες που ενεργούν στον καθορισμό του ευλόγου χρόνου είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντος (Βλ. Καυκαρής v Δημοκρατίας 1990 2ΑΑΔ 203, Bell v DPP of Jamaica 1985 2All E.R. 585, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου, Ποιν. Εφ. 7549 ημερ. 14/04/04). Στην υπόθεση Ευσταθίου ανωτέρω το Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντος καθ' ότι η ποινική του ευθύνη δεν διαπιστώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων καταγγέλθηκε στις 30/10/87 ότι οδηγούσε μη εγγεγραμμένο αυτοκίνητο. Κλητεύθηκε να παρουσιαστεί στις 20/09/88 για να απαντήσει στην αποδιδόμενη σ΄ αυτόν κατηγορία. Η υπόθεση τελικά εκδικάσθηκε στις 3/01/
  9. Η ανίχνευση και εκδίκαση μιας απλής υπόθεσης μετατράπηκε σε οδύσσεια για τον κατηγορούμενο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ευσταθίου υποδηλώνει την προσέγγιση του Δικαστηρίου για τις επιπτώσεις που ενέχει απόκλιση από το εχέγγυο της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου μέσα σε εύλογο χρόνο: « Τέλος τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη αποτελούν ουσιώδη, ίσως τον ουσιωδέστερο, παράγοντα στον καθορισμό του ευλόγου του χρόνου που απαιτήθηκε για την αποπεράτωση της διαδικασίας. Για τους λόγους που έχουν ενωρίτερα αναφερθεί, η υπόθεση αναβλήθηκε επανειλημμένα χωρίς βάσιμο λόγο και χωρίς υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Ενόψει των διαπιστώσεων στις οποίες έχουμε προβεί κρίνουμε ότι η ποινική ευθύνη του εφεσείοντα μέσα σε εύλογο χρόνο κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Το συμπέρασμα αυτό οδηγεί στην ακύρωση της καταδίκης καθώς και της διαδικασίας στο σύνολο της περιλαμβανομένου του διατάγματος για την σύλληψη του εφεσείοντα και την κατάσχεση της εγγύησής του ». Στην υπόθεση Φαίδωνα Ανδρέα Χριστόπουλου v Αστυνομίας Ποινική Έφεση 6892 ημερ. 28/2/01, η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Ευσταθίου ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την δίκη και παραμέρισε την καταδίκη του εφεσείοντος καθότι υπήρχε εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης. Στην πιο πάνω υπόθεση ο χρόνος άρχισε να προσμετρά από το 1993 που η υπόθεση καταγγέλθηκε στις Αστυνομικές Αρχές και μεσολάβησε ένας περίπου χρόνος μεταξύ καταγγελίας και προσαγωγής του παραβάτη στο Δικαστήριο. Αναλώθηκε ακόμη ένας χρόνος για την δίωξή του, με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου στις 30/01/
  10. Η πιο πάνω υπόθεση αναβλήθηκε περίπου πενήντα πέντε φορές σε δεκαεννέα από τις οποίες μετά από αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής. Η αποπεράτωση της δίκης ολοκληρώθηκε στις 9/02/
  11. Σχετικές με τις πιο πάνω θέμα είναι οι υποθέσεις Βίκτωρος v Χριστοδούλου

(1992)1 ΑΑΔ 512, Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη, Πολιτική Έφεση 10219 ημερ. 19/2/99, Αστυνομία v Φάντη κ.ά.
(1994)2 ΑΑΔ 160, Έλληνας v Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ, Agapiou v Panayiotou
(1988)1 CLR
  1. Στην υπόθεση Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Καψού Ποιν. Εφ. 7400 ημερ. 24/02/04 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες. Το Κακουργιοδικείο μετά από μια μακρά ακροαματική διαδικασία αποδέχθηκε την εισήγηση της υπεράσπισης, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου κι έτσι αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις κατηγορίες. Στο Ανώτατο Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν ότι προέχει η εξέταση του θέματος της εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου, όπως διασφαλίζεται από το άρθρο
  2. του Συντάγματος, πριν την εξέταση των λόγων έφεσης, θέση που ασπάσθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην εν λόγω υπόθεση τα αδικήματα σύμφωνα με το κατηγορητήριο διαπράχθηκαν τον Αύγουστο του
  3. Ένα χρόνο αργότερα άρχισε η έρευνα για τα αδικήματα αυτά, η οποία κατέληξε σε διατύπωση πειθαρχικών κατηγοριών. Η πειθαρχική δίκη άρχισε στις 4/2/
  4. Ένα σχεδόν χρόνο μετά την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας 18/01/01, η πειθαρχική δίκη διεκόπη, καθ΄ ότι άρχισε η διεξαγωγή ποινικής έρευνας για τα ίδια αδικήματα, η οποία ολοκληρώθηκε σε ένα περίπου μήνα και στις 23/02/01 καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο η υπόθεση. Ορίσθηκε στις 4/04/01 για να απαντήσει ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες. Ορίσθηκε για ακρόαση στις 5/06/
  5. Η υπόθεση αναβλήθηκε λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου και ορίσθηκε για ακρόαση στις 5/02/02, όπου και πάλι αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο και ορίσθηκε για ακρόαση στις 27/05/
  6. Κατά εκείνη την ημέρα η υπόθεση αναβλήθηκε καθ΄ ότι ο συνήγορος του εφεσιβλήτου αποχώρησε λόγω διάστασης απόψεων μ΄ αυτόν, με αποτέλεσμα να επιζητηθεί αναβολή με σκοπό να διορίσει νέο δικηγόρο. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 9/09/02, όπου η δίκη άρχισε και περατώθηκε τέσσερις μήνες αργότερα, με την έκδοση αθωωτικής απόφασης στις 15/01/
  7. Η επιτυχία της έφεσης δεν θα ήταν δυνατό να απολήξει σε οριστική απόφαση με την οποία θα διακριβωνόταν η ποινική ευθύνη του εφεσίβλητου. Αν κρινόταν ότι τα επιχειρήματα του εφεσείοντα ήταν βάσιμα θα παραμεριζόταν η πρωτόδικη απόφαση, σύμφωνα με την οποία δεν είχε στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Οπόταν θα ετίθετο ζήτημα επανεκδίκασης. Η επανεκδίκαση θα απαιτούσε χρόνο που δεν θα μπορούσε να προσδιορισθεί και εν όψει των διαπιστώσεων, αναφορικά με τα διατρέξαντα από την γέννηση του θέματος, όπως έχουν εκτεθεί, το Ανώτατο Δικαστήριο σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν διατεθειμένο να διατάξει επανεκδίκαση, η οποία θα σήμαινε νέα εξ αρχής διαδικασία το 2004 για ότι φέρεται να είχε διαπραχθεί χρόνια προηγουμένως και στο πλαίσιο των περιστατικών, δεν θα ήταν δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγόρου εισηγήθηκε ότι η δίκη δεν θα πρέπει να ανακοπεί για τρεις ουσιαστικά λόγους: (α) Καθ΄ ότι πρόκειται για συνεχές αδίκημα. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: i. Η εξασφάλιση πίστωσης, ii. Στην έκταση των 10 λιρών ή πέραν των 10 λιρών από πρόσωπο, iii. Χωρίς να πληροφορήσει το πρόσωπο εκείνο ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Όπως διαφαίνεται το αδίκημα διαπράττεται όταν ο πτωχεύσας εξασφαλίσει πίστωση για το πιο πάνω ποσό χωρίς να πληροφορήσει ότι είναι πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε. Συνακόλουθα δεν πρόκειται για συνεχές αδίκημα. (β) Ότι ο χρόνος αρχίζει να προσμετρά από την ημερομηνία σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. Κατ΄ αρχήν πρόκειται για ιδιωτική ποινική δίωξη. Σε σχέση με την σύλληψη, από μέρους ιδιώτη, χωρίς ένταλμα, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Περί Ποινικής Δικονομίας Κεφ.
  8. Η κατήγορος είχε το δικαίωμα όμως να καταγγείλει την εν λόγω υπόθεση στις διωκτικές αρχές. Δεν υπάρχει μαρτυρία κατά πόσον το έπραξε ή όχι. Καταχώρησε όμως την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη ασκώντας το δικαίωμα που παρέχεται στο θύμα του εγκλήματος, του οποίου τα δικαιώματα επηρεάζονται δυσμενώς να προσάγει τον θύτη ενώπιον της Δικαιοσύνης για να τιμωρηθεί. Η κατήγορος στις 16/06/90 παραχώρησε πίστωση στην κατηγορουμένη για το ποσό των Λ.Κ.4.000 και επίσης πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι πτωχεύσασα το
  9. Καταχώρησε την παρούσα υπόθεση στις 25/04/
  10. Συνακόλουθα η εισήγηση του ευπαιδεύτου της κατηγόρου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη είναι και η στάση του ίδιου του κατηγόρου. (γ) Το γεγονός ότι η ποινική δίωξη δεν διαπιστώθηκε σε εύλογο χρόνο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο. Ανάλογα με την περίπτωση τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλους είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στην μείωσή της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές (Γενικός Εισαγγελέας ν. Μενελάου Ποιν. Έφ. 7549 ημερ. 14/04/04). Ως εκ τούτου θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον η δίκη δεν περατώθηκε σε εύλογο χρονικό διάστημα κι ακολούθως να εξετασθεί η εν λόγω εισήγηση. Όπως διαφαίνεται από τα παραδεκτά γεγονότα το αδίκημα διαπράχθηκε στις 16/06/90 ημερομηνία κατά την οποία η κατηγορουμένη εξασφάλισε πίστωση από την κατήγορο και δεν αποκάλυψε ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Η κατήγορος πληροφορήθηκε ότι η κατηγορουμένη είναι πτωχεύσασα το
  11. Μετά από παρέλευση περίπου δέκα χρόνων και ειδικότερα στις 25/04/05 καταχώρησε την παρούσα υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου το διαρρεύσαντα χρόνο, όπως περιγράφεται πιο πάνω και το γεγονός ότι επρόκειτο για μια απλή υπόθεση και την στάση της κατηγόρου, αφού για δέκα περίπου χρόνια τίποτα δεν έπραξε, κρίνω ότι υπάρχει εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης, όπως καθορίζονται στο άρθρο 30.
  12. του Συντάγματος. Η ποινική ευθύνη της κατηγορουμένης δεν διαπιστώθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενη θεραπεία είναι αυτή της διακοπής της δίκης. Συνακόλουθα η ποινική δίωξη ανακόπτεται και η κατηγορούμενη απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.