Αστυνομία ν. Γιαννάκης Κωνσταντίνου, Αρ. Υποθέσεως: 4190/05, 8 Ιουλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 4190/05 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Γιαννάκης Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Ιουλίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γιώργος Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία: 1. απερίσκεπτης και αμελούς πράξης, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του άρθρου 2 του Νόμου 86/76 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 1
(1)/
- Το αδίκημα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ανατρέχει στις 16.9.2003 στην οδό Αμμοχώστου (ΧΠ) Πάνω Λεύκαρα της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα ήτοι ηλεκτροκίνητο σκούτερ με αλόγιστο και βεβιασμένο τρόπο με αποτέλεσμα να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του και τη ζωή της Πολυμνίας Γαβριήλ από τα Λεύκαρα. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν 2 μάρτυρες κατηγορίας, ο αστυφύλακας 396 Γ. Κασίνης και η Πολυμνία Γαβριήλ (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 16.9.2003 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στην οδό Αμμοχώστου, στα Πάνω Λεύκαρα. Στο δυστύχημα ενέχονταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής SU 957 που οδηγούσε η ΜΚ2 και ένα ηλεκτροκίνητο σκούτερ που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Τα δύο οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Οι οδηγοί ήταν παρόντες. Ο Κατηγορούμενος είχε τραυματιστεί από το δυστύχημα και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο ΜΚ1 ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο στην παρουσία της ΜΚ2, Τεκμήριο 2 από το οποίο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 η πορεία της ΜΚ2 φαίνεται με το γράμμα Α, στην οδό Αμμοχώστου και του Κατηγορουμένου με το γράμμα Β, στην οδό Αγίου Γεωργίου. Με το γράμμα Γ φαίνεται η θέση του Κατηγορούμενου ενώ με το Α1 και Β1 φαίνονται οι τελικές θέσεις του αυτοκινήτου της ΜΚ2 και του σκούτερ του Κατηγορουμένου, αντίστοιχα. Το όχημα της ΜΚ3 δεν έφερε οποιαδήποτε εμφανή ζημιά ενώ το σκούτερ έφερε ζημιά στο μπροστινό φτερό και τροχό και στο τιμόνι. Το σημείο σύγκρουσης Χ του υπεδείχθη από τη ΜΚ2 και ο ΜΚ1 συμφώνησε, λόγω και της θέσης του σκούτερ (Β1) και του σημείου όπου ήταν ξαπλωμένος ο Κατηγορούμενος (Γ). Στις 14.10.2003 ο Κατηγορούμενος μετέβη στη σκηνή με το ΜΚ1 και υπέδειξε άλλο σημείο σύγκρουσης (Χ1 στο Τεκμήριο 3) αφού όπως υποστήριξε δεν ερχόταν από την οδό Αγίου Γεωργίου αλλά οδηγούσε στην οδό Αμμοχώστου και η σύγκρουση ήταν μετωπική με το όχημα της ΜΚ
- Η ορατότητα της ΜΚ2 στην οδό Αμμοχώστου ήταν περιορισμένη σε σχέση με διερχόμενα από την οδό Αγ. Γεωργίου οχήματα, ενώ η ορατότητα από την οδό Αγ. Γεωργίου είναι μηδενική σε σχέση με οχήματα στην οδό Αμμοχώστου. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4, η οποία δεν περατώθηκε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την πορεία Β που σημείωσε στο Τεκμήριο 3 του την ανέφερε η ΜΚ
- Ζημιές υπήρχαν αρκετές στο όχημα της ΜΚ2 αλλά ήταν παλιές. Δεν είναι ειδικός στην εξέταση οχημάτων. Επειδή δεν υπήρχαν ζημιές στο όχημα της ΜΚ2 και συγκεκριμένα στην πόρτα του οδηγού ο ΜΚ1 υπέθεσε ότι ο Κατηγορούμενος κτύπησε στον μπροστινό τροχό του αυτοκινήτου της ΜΚ
- Η ΜΚ2 του ανέφερε πως το κτύπημα ήταν πάνω στην πόρτα και δεν του ανέφερε πως είδε τον Κατηγορούμενο να έρχεται και να κτυπά πάνω της. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 16.9.2003 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής SU 957 στην οδό Αμμοχώστου με 20 χαω. Ξαφνικά άκουσε ένα θόρυβο στην πόρτα του οδηγού και αμέσως είδε ότι κτύπησε πάνω της ο Κατηγορούμενος με το σκούτερ του. Το πρόσωπο του κτύπησε στο γυαλί του οδηγού και ο Κατηγορούμενος έπεσε στο δρόμο. Ο Κατηγορούμενος ερχόταν από την πάροδο δεξιά και κτύπησε πάνω της. Η ίδια δεν τον είδε καθόλου. Η ίδια δεν τραυματίστηκε ούτε κινδύνευσε. Απλώς φοβήθηκε. Ο Κατηγορούμενος πιστεύει πως κινδύνευσε. Οδηγώντας έβλεπε ευθεία, άκουσε θόρυβο και όταν γύρισε ο Κατηγορούμενος ήταν κολλημένος στο γυαλί του οδηγού. Στο αυτοκίνητο της δεν υπήρχαν ζημιές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν είπε στην κατάθεση της πως ο Κατηγορούμενος ερχόταν από την πάροδο. ΄Εβλεπε μπροστά της και δεν είδε τον Κατηγορούμενο να έρχεται. Δεν τον είδε να έρχεται ούτε από την πάροδο. Ενώ έβλεπε ευθεία, ακούγοντας θόρυβο, γύρισε δεξιά και είδε το κεφάλι του Κατηγορούμενου στο γυαλί. Αρνήθηκε πως η σύγκρουση ήταν μετωπική αφού αν ήταν ο Κατηγορούμενος θα ήταν στο καπό του αυτοκινήτου της. Ο κος Γεωργίου στο τέλος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εκ μέρους του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενώ η κυρία Πίπη εισηγήθηκε το αντίθετο. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Η απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνον όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλπ. Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 191). Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 J.S.C σελ. 145, Απόφαση Ε. Δ. Λευκωσίας Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Από τη μαρτυρία που συνοπτικά παρέθεσα πιο πάνω η απόδειξη των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας στηρίζεται στη μαρτυρία του ΜΚ1, στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 2 και 3 και στη μαρτυρία της ΜΚ2. ΄Ετσι το ερώτημα που τίθεται είναι αν αντικειμενικά θεωρούμενη η μαρτυρία αυτή είναι τέτοια που να αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Το άρθρο 236 του Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «΄Οποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο- (α) οδηγεί όχημα ........... ............................ ........................... είναι ένοχος πλημμελήματος». Από το σύνολο της ενώπιον μου προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν προκύπτει ίχνος μαρτυρίας ως προς τον τρόπο οδήγησης του Κατηγορουμένου. Η ΜΚ2 όχι μόνο δεν προσέφερε μαρτυρία που να σκιαγραφεί τον τρόπο οδήγησης του Κατηγορουμένου αλλά σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε δεν είδε καθόλου τον Κατηγορούμενο να οδηγεί πριν συγκρουσθεί με το αυτοκίνητο της. Κατ΄ ακρίβεια οι παρατηρήσεις της συνίσταντο στον ήχο της σύγκρουσης και στη θέα του κεφαλιού του Κατηγορούμενου στο τζάμι της. Συνεπώς, η ΜΚ2 δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει ποια ήταν η πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος πριν τη σύγκρουση. Η μαρτυρία της ότι ο Κατηγορούμενος εξήλθε από την πάροδο της οδού Γεωργίου που ήταν κάθετη στην πορεία της αποτελούσε, όπως προέκυψε, προϊόν δικών της υποθέσεων και δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μου μαρτυρία. Τα δε σχεδιαγράμματα της σκηνής από μόνα τους δεν μπορούν να αποκαλύψουν είτε το πως έγινε το δυστύχημα είτε τον τρόπο οδήγησης του Κατηγορούμενου ελλείψει άλλης μαρτυρίας. Συνεπώς δεν έχει αποδειχθεί το actus reus του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο