← Κύπρος

Αστυνομία ν. Λούκας Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης:12663/04, 13 Ιουλίου 2005

Αστυνομία ν. Λούκας Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης:12663/04, 13 Ιουλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:12663/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Λούκας Γεωργίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 13 Ιουλίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Νεκτάριος Καπελάκης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. της οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά παράβαση του άρθρου 9
(1)
(2)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. της άρνησης παροχής δείγματος εκπνοής σε Αστυνομικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6
(1)
(2)
(4)
(5), 8 και 11 του περί οδικής Ασφαλείας Νόμου, Ν. 174/1986και ΚΔΠ 51/90 του Νόμου 33
(1)του 2000 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Οι κατηγορίες ανατρέχουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους, στις 19.6.2004 στη Λεωφόρο Χ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής CAF 706 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και ενώ τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο ώστε η ικανότητα του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής όταν του ζητήθηκε. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 2548 Χ. Δημητρίου (ΜΚ1) και το Λεωνίδα Χριστοφίδη (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 στις 19.6.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή δυστυχήματος που συνέβη στη Λεωφόρο Χρ. Αυξεντίου στην Ορόκλινη με ενεχόμενα τα οχήματα με αρ. εγγραφής CAF 706 που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και ABC 329 που οδηγούσε ο ΜΚ2 (διπλοκάμπινο) . Το τελευταίο είχε μετακινηθεί. Στην παρουσία των δύο οδηγών πήρε σχετικά μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο με το οποίο οι δύο οδηγοί συμφώνησαν. Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Στον Κατηγορούμενο έγινε προκαταρκτικός έλεγος αλκοτέστ, παρέλειψε να δώσει ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής και συνελήφθη. Επεστήθη η προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «εντάξει». Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  2. Προκλήθηκαν ζημιές στο όχημα του ΜΚ2, βούλωμα στην πόρτα του οδηγού και στο πίσω μέρος της κάσιας και του Κατηγορούμενου στο αριστερό μπροστινό μέρος, προφυλακτήρα, καπό, γρίλια, φτερό, τροχό. Στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 2 κατέληξε αφού τέλειωναν τα στόπερ των πισινών τροχών και ήταν το σημείο στο οποίο ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου το οποίο δεν μετακινήθηκε λόγω ζημιάς. Η Λεωφόρος Χρ. Αυξεντίου είναι διπλής κατεύθυνσης. Η ώρα ήταν 21:
  3. Ζήτησε να κάνει αλκοτέστ στον Κατηγορούμενο γιατί μύριζε αλκοόλ. Δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα γι΄ αυτό δεν υπήρχε ένδειξη. Δεν προέβη σε τελικό έλεγχο. Δεν θυμόταν τον αριθμό της μηχανής που χρησιμοποίησε. Η μηχανή εξέτασης αλκοόλης πρέπει να συνάδει με τα πρότυπα του Νόμου αφού, όπως χαρακτηριστικά είπε ο μάρτυρας, έρχονται και την ελέγχουν, «για να μας την έχουν τζιαμέ πρέπει νάναι». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η λεωφόρος Χρ. Αυξεντίου είναι κάθετη στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλειας, ξεκινά από τον τελευταίο, έξω από τον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης. Στο τέλος της λεωφόρου υπάρχει διασταύρωση τύπου «Τ» όπου υπάρχουν πινακίδες. Προς δεξιά κάποιος κατευθύνεται προς τον αυτοκινητόδρομο προς Δεκέλεια και προς αριστερά προς Ορόκλινη. Οι ζημιές του αυτοκινήτου του ΜΚ2 ήταν στο δεξί πίσω μέρος της κάσιας και του Κατηγορούμενου μπροστά αριστερά. Ο ΜΚ2 ήταν από τον Κάτω Αμίαντο. Σε ερώτηση αν τον προβλημάτισε η εκδοχή του Κατηγορούμενου ότι ο ΜΚ2 έκανε επαναστροφή ο ΜΚ1 απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να σταματήσει να τον περιμένει εφόσον θα έβλεπε την πρόθεση του να κάνει επαναστροφή. Δέχθηκε βεβαίως πως εκεί δεν επιτρέπεται η επαναστροφή. Δέχθηκε πως μπορεί να του είπε ο Κατηγορούμενος πως δεν δουλεύει η μηχανή εξέτασης αλκοόλης. Αρνήθηκε πως η μηχανή ήταν ελαττωματική, για τους λόγους που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του. Σε υποβολή πως το δυστύχημα έγινε σύμφωνα με την εκδοχή του Κατηγορούμενου, δηλαδή ότι ο ΜΚ2 συνειδητοποιώντας πως έχασε το στρίψιμο, έκανε επαναστροφή, ανέκοψε την πορεία του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο τελευταίος να κτυπήσει πάνω του ο ΜΚ1 απάντησε «μπορεί να είναι και τούτο, δεν μπορώ να ξέρω, δεν ήμουν εκεί να βλέπω». Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 19.6.2004 παρευρέθηκε σε γαμήλια δεξίωση στο ξενοδοχείο «Palm Beach» στο δρόμο Λάρνακας-Δεκέλεια. Φεύγοντας είχε προορισμό την Ορόκλινη. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, μέσα στο χωριό, ελάττωσε ταχύτητα για να κάνει αλτ και να στρίψει αριστερά για να κατευθυνθεί στο χωριό. Το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε, το οποίο έβλεπε συνέχεια από το καθρεφτάκι του, δεν αντελήφθηκε την πρόθεση του με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί στο πίσω δεξί φτερό του οχήματος του και στον πίσω δεξί τροχό ενώ στη συνέχεια κτύπησε στην πόρτα του οδηγού και στο δεξί μπροστινό φτερό. Το εν λόγω όχημα οδηγείτο στη μέση του δρόμου. Από ότι κατάλαβε ο οδηγός του δεν ελάττωσε ταχύτητα όταν ο ΜΚ2 ελάττωσε με αποτέλεσμα να του κτυπήσει με το μπροστινό του μέρος. ΄Οταν ο ΜΚ2 άρχισε να ελαττώνει το άλλο όχημα ήταν 20-30μ. πιο πίσω. Η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν 20-30 χαω, περίπου. Δεν άκουσε τον άλλο οδηγό να πατά φρένα. Ο οδηγός του άλλου οχήματος ήταν ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετά το γάμο θα επέστρεφαν στον Κάτω Αμίαντο, στο Τρόοδος αλλά θα περνούσαν από το χωριό Ορόκλινη για να πάρουν άλλο άνθρωπο δικό του για να φύγουν μαζί. Συγκεκριμένα τον αδερφό του και το γιο του. Δεν το ανέφερε στην κατάθεση του γιατί δεν χρειάστηκε. Ακολούθως είπε πως ανέφερε στην κατάθεση του πως πήγε στο χωριό για να συναντήσει κάποιο φίλο του. Σε ερώτηση τι εννοούσε όταν είπε στην κατάθεση του πως το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου δεν αντελήφθηκε την πρόθεση του απάντησε πως δεν πρόσεξε για να σταματήσει, ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα. Ο ίδιος βρισκόταν 10 πόδια από το αλτ, έδειξε αριστερά και ελάττωσε με σκοπό να σταματήσει. Σε ερώτηση γιατί αρχικά στην κατάθεση του, Τεκμήριο 5 αναφέρει πως ο προορισμός του ήταν ο νέος δρόμος προς Λεμεσό και μετά το έσβησε, απάντησε πως ο αστυνομικός νόμισε πως πήγαιναν Λεμεσό και αυτό έγραψε, μετά όταν τους διαβάστηκε η κατάθεση του ανέφεραν πως θα πήγαιναν στην Ορόκλινη. Σε ερώτηση αν δεν τους ρώτησε πριν το γράψει απάντησε «Για Λευκωσία, για Λεμεσό δεν ήμασταν βέβαιοι που θα πηγαίναμε». Σε ερώτηση γιατί αρχικά ανέφερε στο Τεκμήριο 5 πως θα έστριβε δεξιά με κατεύθυνση το νέο δρόμο και ακολούθως σβήνοντας το πως θα έστριβε αριστερά με κατεύθυνση μέσα στο χωριό, απάντησε, πως έδειχνε αριστερά. Θα πήγαινε στο χωριό. Αρνήθηκε υποβολή πως μόλις συνειδητοποίησε πως έχασε το δρόμο προς Λεμεσό έκανε απότομα επαναστροφή με αποτέλεσμα να επέλθει σύγκρουση. Σε ερώτηση πως εξηγά τις ζημιές απάντησε «δεν είμαι εκτιμητής εγώ». Το αυτοκίνητο του κτυπήθηκε δύο φορές. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μην πει οτιδήποτε και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στο Τεκμήριο 3, ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι στις 19.6.2004 γύρω στις 20:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής CAF 706 προς την Ορόκλινη. Λίγο πριν από το αλτ είδε ένα αυτοκίνητο να προσπαθεί να κάνει επαναστροφή στο δρόμο. Πάτησε τα φρένα του αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει και συγκρούσθηκαν. Γύρω στις 20:00 της ίδιας μέρας ήπιε δύο μπύρες μεγάλες. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν καθώς και τον τρόπο που απαντούσαν και τις αντιδράσεις τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λήφθηκαν υπόψη όλοι εκείνοι οι παράγοντες και παράμετροι που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα. Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση. ΄Εθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Σε σχέση με το σημείο Χ δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του αφού ο μάρτυρας δεν έχει παραθέσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με τον καθορισμό του εν λόγω σημείου. (βλ. Ασπρής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 694) Πέραν τούτου, η θέση του ΜΚ1 ότι στο σημείο Χ τελειώνουν τα ίχνη των πίσω τροχών του Κατηγορουμένου δεν συνάδει με το Τεκμήριο 2 το οποίο ο ίδιος ετοίμασε. Δεν αποδέχομαι ούτε το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 σε σχέση με το ότι η αγνώστου αριθμού συσκευή προκαταρκτικής εξέτασης που χρησιμοποίησε συνάδει με τα πρότυπα του Νόμου αφού η πιο πάνω θέση του αποτελεί προϊόν υποθέσεων και δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον μου μαρτυρία. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία η μαρτυρία του ΜΚ1 όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα και τις μετρήσεις του δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα της αλήθειας. Αυτό αντανακλάτο έντονα στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του οι οποίες διέποντο από ασάφεια και αντιφατικότητα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να καθορίσει ποια ήταν η πρόθεση του πλησιάζοντας τη λεωφόρο Χρ. Αυξεντίου και έδωσε ποικιλόμορφες και αντιφατικές απαντήσεις. Η δε θέση του πως έδειξε αριστερά προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του και αποτελεί κατά την άποψη μου ύστερη σκέψη του. Η εκδοχή του ότι θα έστριβε αριστερά προς το χωριό Ορόκλινη δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τις ζημιές στα δύο αυτοκίνητα, η οποία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Η δε εκδοχή του πως προέκυψαν δύο συγκρούσεις από το δυστύχημα παρουσιάζει αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι η σύγκρουση ήταν μία. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί - πλην του σημείου σύγκρουσης - δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013). ΄Οσο δε αφορά τις κατηγορίες 2 και 3 με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι ο ΜΚ1 ζήτησε να κάνει αλκοτέστ στον Κατηγορούμενο γιατί μύριζε αλκοόλ. Προέβη σε προκαταρκτικό έλεγχο με συσκευή εξέτασης και ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ικανοποιητικό δείγμα εκπνοής. Κατηγορία αρ. 1 Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Κατηγορία αρ. 2 Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 9
(1)του Ν. 86/72 είναι (α) η οδήγηση μηχανοκινήτου οχήματος (β) υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών και (γ) κατά τρόπο ώστε η ικανότητα προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη. Η Κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών αλλά επίσης ότι η ικανότητα του Κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. (βλ. Halsbury´s Statutes, 4η έκδοση, Τόμος 38, σελ. 835). Στο σύγγραμμα Wilkinson´s Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ. 201 εξηγείται ότι η ελαττωμένη ικανότητα αποδεικνύεται με μαρτυρία για ασταθή οδήγηση ή δυστύχημα στο οποίο δεν θα εμπλεκόταν κανονικός οδηγός νοουμένου ότι υπάρχει μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος. Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε ως ορθή από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 115. Ο επηρεασμός αποδεικνύεται περαιτέρω, με μαρτυρία για την κατάσταση του οδηγού (μεταξύ άλλων αστάθεια ή διανοητική σύγχυση) και κάποια μαρτυρία πως αυτή οφείλεται σε οινόπνευμα και όχι ασθένεια. ΄Εχει τεθεί ενώπιον μου η μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος μύριζε αλκοόλ. Ακόμη και σε συνδυασμό με τη δήλωση του Κατηγορούμενου ότι κατανάλωσε δύο μπύρες, η πιο πάνω μαρτυρία, στην απουσία οποιωνδήποτε ευρημάτων σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου, δεν είναι επαρκής για να στοιχειοθετήσει το συστατικό στοιχείο της ελαττωμένης ικανότητας του Κατηγορούμενου για ασφαλή οδήγηση. Συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 2 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται. Κατηγορία αρ. 3 Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ο αριθμός της μηχανής της προκαταρκτικής εξέτασης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury´s (ανωτέρω), στη σελ. 849 η απόδειξη της ταυτότητας της μηχανής είναι απαραίτητη. Εδώ πέραν του γεγονότος ότι έγινε η προκαταρκτική εξέταση με μία συσκευή δεν υπάρχει ίχνος άλλης μαρτυρίας σε σχέση με τη συσκευή αυτή. Συνάγεται από το άρθρο 5 (Α)
(4)ότι η συσκευή εξέτασης πρέπει να συνάδει με τα πρότυπα που εγκρίνονται από τον Υπουργό και θα πρέπει να εκδίδεται γι΄ αυτήν πριν χρησιμοποιηθεί πιστοποίηση από την Αρμόδια Αρχή. Κρίνω πως σχετικά είναι τα άρθρα 2 και 5Α του Τροποποιητικού Νόμου 33
(1)/00 τα οποία και παραθέτω. " 'Συσκευή προκαταρτικής εξέτασης' σημαίνει κάθε συσκευή που παρέχει ενδεικτική μέτρηση της ποσότητας ή του ποσοστού αλκοόλης που περιέχεται στην εκπνοή προσώπου και η οποία πληροί ένα από τα πρότυπα τα οποία εγκρίνονται με διάταγμα του Υπουργού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. " 'αρμόδια αρχή πιστοποίησης' σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών ή εκπρόσωπό του". 5Α.-
(1)Ο Υπουργός , με διάταγμά του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίζει τα πρότυπα τα οποία πρέπει να πληρούν οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης.
(2)Ο Υπουργός δύναται να εκδίδει διατάγματα με τα οποία προστίθενται, ακυρώνονται ή τροποποιούνται πρότυπα για τις συσκευές ανίχνευσης ή προσδιορισμού αλκοόλης στην εκπνοή.
(3)Η πιστοποίηση ότι οι συσκευές προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης πληρούν τα πρότυπα τα οποία έχουν καθοριστεί από τον Υπουργό, γίνεται από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης.
(4)Η χρήση κάθε συσκευής προκαταρκτικής και τελικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί γι΄ αυτήν πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή πιστοποίησης". Εξηγείται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences (ανωτέρω) στη σελ 166 ότι ο αστυφύλακας που δίνει μαρτυρία αναφορικά με την διεξαγωγή του άλκοτεστ πρέπει πάντοτε να αναφέρει ότι η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε είναι από αυτές που εγκρίθηκαν, αφού μαρτυρία σε σχέση με την συσκευή είναι ουσιώδης για να αποδείξει τα προκαταρκτικά στάδια. Το βάρος αποδείξεως είναι στους ώμους της κατηγορούσας αρχής και έχει την υποχρέωση και οφείλει να αποδείξει κάθε πτυχή της υπόθεσης της. Η χρήση της συσκευής είτε τελικής, είτε προκαταρκτικής εξέτασης γίνεται μόνο αν έχει εκδοθεί πιστοποίηση από την αρμόδια αρχή. Η αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει τον αριθμό της συσκευής που χρησιμοποιήθηκε καθώς και ότι η εν λόγω συσκευή πληρούσε τα πρότυπα του Διατάγματος του Υπουργού και ότι έχει εκδοθεί πιστοποίηση για τον σκοπό αυτό, κρίνω ότι αφαιρούν το νόμιμο βάθρο και κάθε έρεισμα για εξέταση του κατά πόσο το δείγμα που έδωσε ο Κατηγορούμενος ήταν ή όχι ικανοποιητικό ή αν απέφυγε να δώσει οποιοδήποτε δείγμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 3 που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος ο οποίος ως εκ τούτου απαλλάσσεται και αθωώνεται από αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.