← Κύπρος

Αστυνομία ν. Aνδρούλλα Τυρίμου, Αρ. Υπόθεσης: 9364/04, 18 Ιουλίου 2005

Αστυνομία ν. Aνδρούλλα Τυρίμου, Αρ. Υπόθεσης: 9364/04, 18 Ιουλίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9364/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Aνδρούλλα Τυρίμου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 18 Ιουλίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για την Κατηγορουμένη: κος Γιώργος Λουκαϊδης Κατηγορουμένη: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορουμένη αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. Το αδίκημα ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του, στις 18.2.2004 στην οδό Μυστρά στη Λάρνακα, της Επαρχίας Λάρνακας όπου η Κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΝ28 μη καταβάλλουσα την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον αστυφύλακα 381 Λ. Κυριάκου (ΜΚ1), τον Ελευθέριο Λειβαδιώτη (ΜΚ2) και το Μιχάλη Φιακουρίδη (ΜΚ3). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 στις 18.2.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στην οδό Μυστρά παρά την πίσω έξοδο του Νοσοκομείου Λάρνακας. Ψιλόβρεχε και το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο. Ενεχόμενα στο δυστύχημα ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΒΝ 28 που οδηγούσε η Κατηγορούμενη (BMW), το Pajero με αρ. εγγραφής CAE 449 που οδηγούσε ο ΜΚ2 και τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΗΗΤ 719 (Mercedes) και ΗΚX 194 (διπλοκάμπινο). Τα δύο τελευταία ήταν σταθμευμένα. Υπήρχαν επίσης 3 άλλα σταθμευμένα αυτοκίνητα στη σκηνή. ΄Ολα τα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης είχε τις μεγαλύτερες ζημιές στην μπροστινή δεξιά πλευρά του. Είχε επίσης ζημιά στην αριστερή του πλευρά από τη σύγκρουση με το σταθμευμένο όχημα ΗΗΤ
  2. To αυτοκίνητο του ΜΚ2 είχε επίσης τις μεγαλύτερες ζημιές μπροστά δεξιά καθώς και ζημιά στο πίσω αριστερό φτερό μετά από τη σύγκρουση του με το διπλοκάμπινο. Επήλθαν επίσης ζημιές στην πίσω δεξιά γωνιά του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΗΗΤ 719 και την μπροστά αριστερή γωνιά του διπλοκάμπινου. Αυτόπτης μάρτυρας στη σκηνή ήταν ο ΜΚ
  3. Η ορατότητα από την έξοδο του Νοσοκομείου προς την πορεία του ΜΚ2 ήταν 19.10μ. Ο μάρτυρας ετοίμασε τελικό σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο 2 που ετοίμασε με βάση πρόχειρο, Τεκμήριο
  4. Επεξήγησε το Τεκμήριο 2 στο Δικαστήριο. Στο σημείο Χ κατέληξε με βάση τη γωνίωση των δεξιών ίχνων τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του ΜΚ2 τα οποία κάνουν κάμψη προς αριστερά. Το σημείο Χ απέχει 4.10μ. από τη δεξιά μεριά του δρόμου. Στο σημείο Χ1 ήταν ενωμένα το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης και το σταθμευμένο ΗΗΤ 719 και στο Χ2 του ΜΚ2 και το διπλοκάμπινο. Ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορουμένη, Τεκμήριο 4 και την κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  5. Τα ίχνη δεν ήταν αρκετά ίχνη ώστε να υποδηλούν ταχύτητα πέραν του ορίου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε πως το όχημα του ΜΚ2 είναι ψηλότερο από σαλούν. Η ορατότητα από την έξοδο του Νοσοκομείου, στη συμβολή με τη Μυστρά προς αριστερά είναι 19.10μ., νοουμένου ότι δεν εμποδίζετο από σταθμευμένα αυτοκίνητα. Με σταθμευμένα οχήματα η ορατότητα περιορίζεται. Η γωνίωση των ιχνών τροχοπέδησης είναι πριν από το σημείο Χ του Τεκμηρίου 2, όσο απέχει το κέντρο του μπροστινού τροχού από τον προφυλακτήρα του οχήματος, 40 εκ. Ακολούθως ανέφερε πως είναι 80 εκ. από το Χ. Το Χ είναι κάτω από το αυτοκίνητο Β
  6. Αρνήθηκε πως το Χ έπρεπε να ήταν 40 εκ. πιο δεξιά. Συμφώνησε πως όταν ο ΜΚ2 πάτησε στόπερ με βάση την αρχή των ιχνών του το αυτοκίνητο του ήταν ήδη στη δεξιά πλευρά του δρόμου. (60 εκ. δεξιότερα από τη μέση του δρόμου), και είχε ήδη κλίση προς αριστερά όταν άρχισε να πατά στόπερ. Υπήρχε απόσταση μεταξύ του Χ και της πάνω μεριάς του διπλοκάμπινου (Δ), 2.30μ. για να εισέλθει το αυτοκίνητο του ΜΚ2, το πλάτος του οποίου είναι 1.60μ. Μεταξύ του Χ και του σταθμευμένου Γ η απόσταση είναι 2.10μ. Ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι στις 18.2.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής CAE 449 στην οδό Μυστρά με ταχύτητα 20-30 χαω. Δεν ακολουθούσε άλλο αυτοκίνητο ούτε πρόσεξε άλλο αυτοκίνητο να τον ακολουθεί. Πλησιάζοντας την έξοδο του Νοσοκομείου που οδηγεί στις Πρώτες Βοήθειες υπήρχαν δεξιά του και αριστερά του σταθμευμένα αυτοκίνητα. Σε απόσταση 20-30μ. περίπου πρόσεξε ένα μπλε αυτοκίνητο έρχεται προς το δρόμο. Σε κάποια φάση λόγω των σταθμευμένων αυτοκινήτων το έχασε και το είδε ξαφνικά να βγαίνει μπροστά του. Ενστικτωδώς πάτησε τα στόπερ. Επήλθε σύγκρουση πριν καταφέρει να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητο του με την μπροστινή δεξιά μεριά του αυτοκινήτου του στην μπροστινή δεξιά μεριά του BMW. Ο δρόμος ήταν βρεγμένος. Κινούμενος προς τα αριστερά συγκρούσθηκε με ένα σταθμευμένο διπλοκάμπινο. Το BMW όπως το είδε να έρχεται και δεν σταμάτησε να ελέγξει το δρόμο αριστερά διότι ήρθε ξαφνικά διαγώνια στην πορεία του. Συμφώνησε με το σχέδιο της αστυνομίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως το αυτοκίνητο του είναι ψηλότερο από σαλούν. Απέκλεισε το ενδεχόμενο να τον ακολουθούσε όχημα 3μ. πίσω του και να μην το είδε. Κινείτο στην αριστερή λωρίδα και όταν έφθασε στο ύψος των σταθμευμένων αυτοκινήτων στο μισό δρόμο προς αριστερά προς το πεζοδρόμιο. Αυτή ήταν η θέση του όταν πάτησε στόπερ, η δε ταχύτητα του ήταν 20-25 χαω. Είδε για 1η φορά το BMW 20-30μ. πίσω από την είσοδο στην αυλή του Νοσοκομείου. Ο ίδιος ήταν 30-40 μ. μακριά. ΄Εχασε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης γιατί η έξοδος ήταν κατηφορική και υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα στο ύψος του αυτοκινήτου της Κατηγορουμένης. Αρνήθηκε πως μπορούσε να δει και πάνω από τα σταθμευμένα. Ρωτηθείς πως ξέρει ότι το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης δεν σταμάτησε αφού έχασε οπτική επαφή μαζί του, απάντησε ότι είναι αυτονόητο από τη σύγκρουση πως δεν σταμάτησε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε από την αυλή στην έξοδο. Σε υποβολή πως τα ίχνη δείχνουν πως οδηγούσε στη δεξιά μεριά του δρόμου απάντησε πως ήταν στη μέση προς την αριστερή μεριά. Το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν διαγωνίως όταν συγκρούσθηκαν. Αρνήθηκε ότι ήταν παράλληλο με το σταθμευμένο αυτοκίνητο Γ στο Τεκμήριο
  7. Αρνήθηκε πως το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν σταματημένο. Δεν γνωρίζει αν ήταν σταματημένο ή αν έτρεχε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Σε υποβολή πως υπήρχαν 2.50μ. μεταξύ του οχήματος της Κατηγορουμένης και του οχήματος Δ απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει την απόσταση. Σε ερώτηση αν είχε αρκετό χώρο να περάσει με άνεση απάντησε πως δεν είχε χώρο για να περάσουν 2 αυτοκίνητα. Αρνήθηκε πως η ταχύτητα του ήταν μεγαλύτερη από 20 χαω. Ο ΜΚ3 κατέθεσε ότι τη μέρα του δυστυχήματος οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Μυστρά και ακολουθούσε το όχημα του ΜΚ2 σε απόσταση 3μ. με ταχύτητα 40 χαω, την ίδια με του ΜΚ
  8. Είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης να βγαίνει από το Νοσοκομείο προς τα κάτω χωρίς να κάνει αλτ για να ελέγξει το δρόμο. Ο ΜΚ2 πάτησε στόπερ αλλά το αυτοκίνητο του πήγε τριφτό και συγκρούσθηκε με της Κατηγορουμένης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως κατά τη σύγκρουση ήταν περίπου 3μ. από το αυτοκίνητο του ΜΚ
  9. Τα ίχνη του ΜΚ2 ήταν λίγα, δεν ήταν 8μ. Είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης κατά τη σύγκρουση. Δεν το είδε προηγουμένως. Το είδε δευτερόλεπτα προηγουμένως να κατεβαίνει από την πάροδο. Η σύγκρουση δεν ήταν βίαιη. Ο ίδιος σταμάτησε απλά, δεν χρειάστηκαν στόπερ. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης την κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση της. Η Κατηγορουμένη επέλεξε να μην πει οτιδήποτε, υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο 4 και κάλεσε 1 μάρτυρα υπεράσπισης, τον Πανίκο Σταυράκη (ΜΥ1). Ο ΜΥ1 τη μέρα του δυστυχήματος βρισκόταν απέναντι από την έξοδο του Νοσοκομείου και ετοιμαζόταν να διασταυρώσει για να πάει απέναντι. Δεξιά είδε να έρχεται το αυτοκίνητο του ΜΚ2 και είδε το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης σταματημένο μπροστά από την έξοδο. Το αυτοκίνητο του ΜΚ2 βρισκόταν 30-40μ. περίπου από αυτό της Κατηγορουμένης, απόσταση και κάλυπταν τα ίχνη τροχοπέδησης. Το τελευταίο ήταν ευθυγραμμισμένο με το αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο στα αριστερά του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν διασταύρωσε γιατί είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ2 στα δεξιά του. Το όχημα της Κατηγορουμένης δεν βρισκόταν σε κίνηση. Πίσω από το όχημα του ΜΚ2 δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο. Στην κατάθεση της, Τεκμήριο 4, η Κατηγορουμένη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όταν βγήκε από το κάγκελο του Νοσοκομείου πρόσεξε ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes στην αριστερή γωνιά το οποίο της εμπόδιζε την ορατότητα προς τα αριστερά. Προχώρησε μέχρι το σημείο όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο αυτό, έκανε αλτ και κοίταξε δεξιά και αριστερά. Δεξιά δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο. Αριστερά μέχρι την ώρα που εισήλθε ο δρόμος ήταν καθαρός. Στο βάθος φάνηκε ένα αυτοκίνητο να έρχεται προς το μέρος της. ΄Οταν αντιλήφθηκε ότι σε όλη την αριστερή μεριά του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα προχώρησε λίγο περισσότερο από το μπροστινό μέρος του Mercedes, σταμάτησε και περίμενε να δει την αντίδραση του άλλου αυτοκινήτου το οποίο έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Ο οδηγός την είδε και αρχικά δεν έκανε καμιά προσπάθεια για να σταματήσει, μετά αντέδρασε πατώντας τα στόπερ του και πήγε και την κτύπησε βίαια στην μπροστινή μεριά, σπρώχνοντας την προς τα πίσω και λοξά εγκλωβίζοντας την στο Mercedes. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. ΄Εχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο αρ. 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως τη μαρτυρία του ότι η ορατότητα από την έξοδο του Νοσοκομείου προς την πορεία του ΜΚ2 ήταν 19.10μ αφού ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως στον πιο πάνω υπολογισμό δεν λήφθηκε υπόψη το δεδομένο των σταθμευμένων αυτοκινήτων το οποίο περιορίζει την ορατότητα. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ούτε σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης Χ αφού ήταν ελλιπής και ανεπαρκής ως προς το επιστημονικό της περιεχόμενο. Ο ΜΚ1 δεν έχει παραθέσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα σε σχέση με το εν λόγω σημείο. Γιατί η «γωνίωση» έδειχνε ότι εκεί έγινε η σύγκρουση; Δεν νομίζω ότι μπορεί με βάση μόνο το πιο πάνω στοιχείο να καθοριστεί το σημείο σύγκρουσης όταν μάλιστα ο ΜΚ1 δεν βρήκε τίποτε άλλο εκεί. (βλ. Ασπρής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 694). Εν πάση περιπτώσει ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά την αντεξέταση του με ακρίβεια από που μέτρησε για να καταλήξει στο σημείο Χ. Ούτε η θέση του ΜΚ1 ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του ΜΚ2 «δεν ήταν αρκετά» ώστε να υποδηλούν ταχύτητα πέραν του ορίου μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν έχει τεκμηριώσει την πιο πάνω θέση του με ίχνος επιστημονικής μαρτυρίας. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία η μαρτυρία του ΜΚ1 όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2 δεν έχει κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση φιλαλήθους μάρτυρα. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και αντιφατική. Καταρχήν αναφέρω πως η μαρτυρία του ήταν αντιφατική όσον αφορά την κίνηση και θέση του αυτοκινήτου του πριν το δυστύχημα. Η θέση του πως πριν εφαρμόσει τα φρένα του οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου δεν συνάδει με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του τα οποία εκκινούν 60 εκ. δεξιότερα από τη μέση του δρόμου Ούτε και η θέση του ως προς το ότι δεν υπήρχε χώρος να περάσουν 2 αυτοκίνητα συνάδει με το Τεκμήριο 2. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση,
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1388). Περαιτέρω, ενώ ο ΜΚ2 αρχικά αρνήθηκε πως το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν σταθμευμένο ακολούθως ανέτρεψε την πιο πάνω θέση του αφού, όπως είπε, δεν γνώριζε. Η δε θέση του ΜΚ2 ότι αποκλείεται να τον ακολουθούσε άλλο όχημα 3μ. πίσω του, ότι η ταχύτητα του ήταν 20-30 χαω και ότι η σύγκρουση ήταν βίαιη παρουσιάζει αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Ούτε ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Αυτό αντανακλάται στη μαρτυρία του και τις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του αλλά και στις αντιφάσεις που υπάρχουν στην ένορκη μαρτυρία του. Πέραν των αντιφάσεων της μαρτυρίας του με αυτή του ΜΚ2 που σημειώνω πιο πάνω, η μαρτυρία του όσον αφορά το πότε είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο της Κατηγορουμένης ήταν ασαφής και αντιφατική. Η δε μαρτυρία του ότι τα ίχνη του ΜΚ2 δεν ήταν 8μ. δεν αντέχει τον έλεγχο της πραγματικής μαρτυρίας. Η θέση του πως ενώ ακολουθούσε το ΜΚ2 σε απόσταση 3μ. με την ίδια ταχύτητα με αυτή του ΜΚ2 ο ίδιος δεν χρειάστηκε να εφαρμόσει τα φρένα του στερείται πειστικότητας και αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα. ΄Ετσι κρινόμενη η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα. Ούτε ο ΜΥ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του ΜΚ2 κάλυπταν απόσταση 30-40μ. δεν αντέχει στον έλεγχο της πραγματικής μαρτυρίας. Παρέμεινε άγνωστη στο τέλος της μαρτυρίας του η απόσταση από την οποία παρατήρησε τη σύγκρουση, η δε μαρτυρία του στο σύνολο της δεν ήταν βοηθητική όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ήταν ασαφής ως προς τις διάφορες αποστάσεις αλλά και την ακριβή πορεία του ΜΚ
  2. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 4 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον της Κατηγορουμένης. ΄Εχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος αφού οι ΜΚ2, 3 και ο ΜΥ1 έχουν κριθεί αναξιόπιστοι. Ελλείπει, περαιτέρω, αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το ακριβές σημείο σύγκρουσης. Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68. Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό. Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του, δικαίωμα που οριοθετεί και το αντίστοιχο καθήκον που υπέχουν οδηγοί που προσεγγίζουν την κύρια αρτηρία από πάροδο, να αφίστανται από κάθε ενέργεια που το παραβιάζει. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Τα αποδεκτά ευρήματα και οι αποδεκτές μετρήσεις του ΜΚ1 από μόνα τους δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση. (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013) Συνοψίζοντας, αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη αφού η Κατηγορούμενη δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.