← Κύπρος

Αστυνομία ν. Σωτήρης Προδρόμου, Αρ. Υπόθεσης: 7597/04, 02 Αυγούστου 2005

Αστυνομία ν. Σωτήρης Προδρόμου, Αρ. Υπόθεσης: 7597/04, 02 Αυγούστου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7597/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Σωτήρης Προδρόμου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 02 Αυγούστου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κος Bάσος Θεοδώρου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 7

(1)και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Της αδικαιολόγητης παρακώλυσης της τροχαίας ή άλλης κίνησης σε οδό με μηχανοκίνητο όχημα, κατά παράβαση των Κανονισμών 58(Ι)(ζ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεων Κανονισμών 1984 (ΚΔΠ 66/84) που θεσπίστηκαν με βάση το άρθρο 5 του Νόμου 86/72 και Νόμος 47
(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών ο κατηγορούμενος στις 06.03.2004 στο δρόμο Καλού Χωριού - Αεροδρομίου (Χ.Π.) Μενεού της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΜΕ 838 επικινδύνως δια το κοινό δηλαδή ανέκοπτε την πορεία του αυτοκινήτου ΑΒΝ 405 που οδηγούσε ο Ντίνος Ζαχαριάδης από τη Λάρνακα με ελιγμούς και εγκατέλειψε το πιο πάνω όχημα στην πιο πάνω αναφερόμενη οδό κατά τρόπο που ήταν δυνατό να παρακωλύσει αδικαιολόγητα την τροχαία ή άλλη κίνηση. Για να αποδείξει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας. Τον αστυφύλακα 2176 Ι. Μιχαηλίδη (ΜΚ1) και τον Ντίνο Ζαχαριάδη (ΜΚ2). Οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατάθεσε ότι μετά από πληροφορία στις 06.03.04 μετέβη στα Φώτα Τροχαίας Μενεού όπου βρήκε το ΜΚ2 μέσα στο αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΑΒΝ 405 το οποίο βρισκόταν σταματημένο στη μέση του δρόμου, ο οποίος του ανέφερε τι είχε προηγηθεί. Στο χώρο προσήλθαν ακολούθως ο κατηγορούμενος και ο Τάσος Αναστάση με το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΜΕ
  2. Στις 14.03.04 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 2 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  3. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Η τροχαία κίνηση ήταν κανονική, το όριο ταχύτητας ήταν 50 χαω. Ο δρόμος είναι ο αυτοκινητόδρομος Καλού Χωριού προς Φώτα Δρομολαξιάς ο οποίος ακολούθως είναι διπλής κατεύθυνσης μέχρι το αεροδρόμιο. Είναι πολυσύχναστος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο δρόμος Φώτων Τροχαίας Μενεού προς αεροδρόμιο αποτελείται από δύο λωρίδες. Ο χώρος στον οποίο ήταν σταματημένο το αυτοκίνητο του ΜΚ2 ήταν λίγα μέτρα μετά από τα Φώτα Μενεού. Υπήρχε κίνηση που διοχετευόταν παρά την ύπαρξη του αυτοκινήτου. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 06.03.04 γύρω στις 19:00 - 19:30 οδηγούσε το βαν με αρ. εγγραφής ΑΒΝ 405 στο δρόμο από κυκλικό κόμβο Καλού Χωριού προς το αεροδρόμιο στην αριστερή λωρίδα. Πρόσεξε από το δεξί του καθρεφτάκι να τον πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα ένα κόκκινο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΜΕ 838 αναβοσβήνοντας τα φώτα του. Το κόκκινο αυτοκίνητο αφού τον προσπέρασε μπήκε μπροστά του στην αριστερή λωρίδα, ανέκοψε απότομα ταχύτητα, είδε τα στοπ-λάιτς του που άναψαν. Ο ΜΚ2 κοιτάζοντας το μιλιοδείκτη του είδε πως έδειχνε 40 χαω. Όταν το αυτοκίνητο μπήκε μπροστά του είδε το συνοδηγό να ανοίγει την αριστερή πόρτα, να βγάζει το κορμί του έξω από το αυτοκίνητο, κρατώντας με το ένα χέρι την πόρτα ανοικτή και με το άλλο να του κάνει σινιάλο φωνάζοντας του να σταματήσει. Για να το αποφύγει προσπάθησε να το προσπεράσει από τα δεξιά αλλά ο οδηγός του αυτοκινήτου κινείτο και αυτός δεξιά για να μην τον αφήσει να τον προσπεράσει. Η κατάσταση συνέχισε μέχρι τα Φώτα της Δρομολαξιάς πριν τα οποία πήρε τηλέφωνο το 199 αναφέροντας το γεγονός. Kατά τη διαδρομή μέχρι τα Φώτα ο οδηγός του κόκκινου αυτοκινήτου οδηγούσε zικ-zακ, δηλαδή δεξιά και αριστερά, σε δύο-τρία σημεία ο οδηγός τον πλεύριζε από τα δεξιά και ο συνοδηγός του έκανε νοήματα να σταματήσει με τα χέρια του, βρίζοντας τον. Όταν πλησίασαν στο τέλος του αυτοκινητόδρομου όπου οι δύο λωρίδες γίνονται μία το κόκκινο αυτοκίνητο μπήκε μπροστά του. Ο ΜΚ2 ελάττωσε ταχύτητα σταματώντας στο κόκκινο φως. Ακολούθως συνέχισε την πορεία του ακολουθώντας το κόκκινο αυτοκίνητο προς τα Φώτα Μενεού. Από τα Φώτα τα δύο αυτοκίνητα κατευθύνθηκαν προς αεροδρόμιο. Σε σημείο 100μ. μετά τα Φώτα ο οδηγός του κόκκινου αυτοκινήτου σταμάτησε απότομα στο μέσο του δρόμου αναγκάζοντας το ΜΚ2 να σταματήσει πίσω του. Από το αυτοκίνητο κατέβηκαν τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο συνοδηγός. Ο ΜΚ2 ακολούθως περιέγραψε περιστατικό επίθεσης και εξύβρισης από το συνοδηγό του οχήματος. Ο ΜΚ2 εκλιπαρώντας του έλεγε «αν έκανα λάθος συγνώμη». Ακολούθως οι πιο πάνω μπήκαν στο κόκκινο αυτοκίνητο και έφυγαν. Μετά από ένα λεπτό ήρθε στο μέρος η αστυνομία και ακολούθως οι οδηγός και συνοδηγός του αυτοκινήτου. Στον αυτοκινητόδρομο προκλήθηκε πυκνή τροχαία κίνηση αφού τον ακολουθούσαν περί τα 30 αυτοκίνητα που δεν μπορούσαν να τον προσπεράσουν. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του κόκκινου αυτοκινήτου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν είδε τα φώτα του κατηγορουμένου να αναβοσβήνουν σκέφτηκε ότι ή κάτι υπήρχε στο αυτοκίνητο του ή κάποιο λάθος μπορεί να έκανε. Ο κατηγορούμενος ερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Σε ερώτηση αν σκέφτηκε ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να τον προσπεράσει ανέφερε ότι ήταν στην κανονική λωρίδα του. Σε υποβολή πως παρόλο που ο κατηγορούμενος του αναβόσβηνε τα φώτα προσπαθούσε να προσπεράσει το προπορευόμενο του όχημα με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του κατηγορουμένου απάντησε αρνητικά. Υπήρχε αυτοκίνητο μπροστά του αλλά δεν θα προσπερνούσε. Σε υποβολή πως ανέκοψε την πορεία του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να κινδυνεύσει να συγκρουσθεί με τη διαχωριστική νησίδα, όταν τον προσπέρασε, παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος του αναβόσβηνε τα φώτα και πως όταν τον προσπέρασε ο κατηγορούμενος μπήκε μπροστά του, απάντησε πως όταν ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε μπήκε μπροστά του, διερωτώμενος γιατί πήγαινε zικ-zακ. Αρνήθηκε πως ανέκοψε την πορεία του κατηγορουμένου. Βρέθηκε μπροστά του σαν σίφουνας, σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αρνήθηκε πως όλα αυτά τα λέει για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι ανέκοψε την πορεία του κατηγορουμένου. 40 χαω ήταν η ταχύτητα του όταν ο κατηγορούμενος μπήκε μπροστά του απότομα. Αρνήθηκε πως ο κατηγορούμενος δεν πήγαινε zικ-zακ. Σε ερώτηση αν στα Φώτα Μενεού μπήκαν άλλα αυτοκίνητα μπροστά απάντησε ότι έκοψε την κυκλοφορία ο κατηγορούμενος. Δεν θυμόταν αν μπήκε άλλο αυτοκίνητο μπροστά. Αρνήθηκε πως μπορούσε να προσπεράσει εκεί που ήταν το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Από αριστερά μπορεί να προσπέρασαν τον κατηγορούμενο άλλα αυτοκίνητα. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 06.03.04 οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΜΕ 838 με συνοδηγό το φίλο του Τάσο γύρω στις 19:00-19:30 στο δρόμο Καλού Χωριού προς Δρομολαξιά. Σε κάποιο σημείο του δρόμου οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα και προσπαθούσε να προσπεράσει δύο αυτοκίνητα στα αριστερά του, ένα από τα οποία ήταν αυτό του ΜΚ
  4. Την ώρα που βρισκόταν στο πλάι του ΜΚ2, ο ΜΚ2 δεν τον είδε και έκανε απότομη κίνηση για να προσπεράσει. Ο κατηγορούμενος το αντιλήφθηκε και πάτησε στόπερ, μόλις που πρόλαβε να μην συγκρουστεί στη διαχωριστική νησίδα. Ο ΜΚ2 τον αντιλήφθηκε και έπιασε αριστερά. Ο κατηγορούμενος τον προσπέρασε και μπήκε λίγα μέτρα μπροστά του παίρνοντας την κανονική λωρίδα. Δεν μπήκε απότομα μπροστά. Την ώρα που προσπέρασαν το ΜΚ2 ο συνοδηγός του, του ένεψε να κάνει σιγά και ο ΜΚ2 τους έβρισε. Μετά από ένα λεπτό ο ΜΚ2 τους προσπέρασε πριν τα φώτα Δρομολαξιάς. Μετά τα φώτα Δρομολαξιάς τον προσπέρασαν οι ίδιοι και τους έκανε άσεμνη χειρονομία κρατώντας στα χέρια του το κινητό του. Πριν τα φώτα Μενεού ο κατηγορούμενος έστριψε και σταμάτησαν σε χωράφι για να ζητήσουν το λόγο από το ΜΚ
  5. Έβαλαν τα φώτα κινδύνου και πέρασαν έξι-επτά αυτοκίνητα. Όταν τους είδε ο ΜΚ1 σταμάτησε στη λωρίδα που βρισκόταν. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έφυγε και επιστρέφοντας είδε αστυνομία και σταμάτησε. Οδηγούσε με ταχύτητα 100χαω. Δεν πήγαινε zικ-zακ στο δρόμο γιατί «θα υπήρχε πρόβλημα από την Πάφο». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το βαν μπήκε απότομα με απότομη στροφή στη λωρίδα του την ώρα που το προσπερνούσε. Δεν είχε προλάβει να προσπεράσει. Το όχημα του το σταμάτησε με πίεση από τον συνοδηγό του για να ζητήσουν το λόγο από το ΜΚ
  6. Σταμάτησε πλαγίως στο χωράφι έξω από το δρόμο. Αρνήθηκε πως σταμάτησε στη μέση του δρόμου. Αρνήθηκε πως οδηγούσε επικίνδυνα. Δεν είχε λόγο να κάνει zικ-zακ, από την Πάφο δεν είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Στο τέλος ο μάρτυρας ζήτησε και συγνώμη. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο και μου έδωσε την εικόνα φιλαλήθους μάρτυρα. Η μαρτυρία του ήταν τυπική, ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε χωρίς ίχνος δισταγμού, η δε μαρτυρία του ήταν σταθερή και σαφής. Η μαρτυρία του σε κανένα στάδιο δεν έχει κλονιστεί αφού δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε αντίφαση σε αυτά που κατάθεσε. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία να αποδεχθώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο μάρτυρας σε ερωτήσεις της υπεράσπισης δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια κάποιες αποστάσεις επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του, αφού οι εν λόγω αποστάσεις δεν αφορούσαν ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας του. Εξάλλου, έχοντας υπόψη τις συνθήκες που περιέγραψε ο ΜΚ2 δεν νομίζω να ήταν λογικό να αναμενόταν να καθορίσει με ακρίβεια οποιεσδήποτε αποστάσεις. Σημειώνω, περαιτέρω, πως δεν θεωρώ ότι ο ΜΚ2 είχε οποιοδήποτε λόγο ούτε έχει καταδειχθεί ενώπιον μου οποιοσδήποτε λόγος να δημιουργήσει αυτή την υπόθεση από μόνος του. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του όσον αφορά τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ήταν ασαφής, παράλογη και αντιφατική. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η θέση του κατηγορουμένου ότι προσπερνώντας το ΜΚ2 για πρώτη φορά και ενώ ο τελευταίος βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα ο συνοδηγός του κατηγορουμένου του έκανε νόημα να «κάνει σιγά» δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και ανθρώπινη πείρα. Παρέμεινε αδιευκρίνιστος ο σκοπός τέτοιου σήματος. Αφού σύμφωνα με τον κατηγορούμενο προσπέρασε κανονικά το ΜΚ2, ο οποίος βρισκόταν ήδη στην αριστερή λωρίδα, τι έννοια είχε να του γίνει τέτοιο σήμα; Κρίνω περαιτέρω ότι η θέση του κατηγορουμένου ότι ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο ο ΜΚ2 τους έκανε άσεμνη χειρονομία, αλλά και ότι αφού τον προσπέρασαν και οι ίδιοι σταμάτησαν σε χωράφι ο ΜΚ2 σταμάτησε από μόνος του στη μέση της λωρίδας του στερείται πειστικότητας. Η δε δικαιολογία που έδωσε σε σχέση με το ότι δεν είχε λόγο να πηγαίνει zικ-zακ κατά την αντεξέταση του ήταν νεφελώδης και ενδεικτική της ποιότητας της μαρτυρίας του. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι ο ΜΚ2 ζήτησε συγνώμη κάτι το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στην ενώπιον μου μαρτυρία. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ενώ ο κατηγορούμενος στο Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι είχε σταματήσει το αυτοκίνητο του στο αριστερό παγκέτο του δρόμου στο Δικαστήριο ανέφερε ότι σταμάτησε σε χωράφι. Η δε θέση του κατηγορουμένου που εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του ότι ο ΜΚ2 έπλασε την ιστορία για να δικαιολογήσει την κατά τον κατηγορούμενο ανακοπή του αυτοκινήτου του, στην οποία εστιάστηκε η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, παρέμεινε μετέωρη. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση έχοντας δεχθεί τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 βρίσκω ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως τα κατέθεσαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2, καταλήγω σε ανάλογα ευρήματα και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Κατηγορία αρ. 1 Αναφορικά με τη νομική πτυχή του θέματος αναφέρω πως το άρθρο 7
(1)του Νόμου 86/72 δεν καθορίζει τι συνιστά αλόγιστη ή επικίνδυνη οδήγηση αφήνοντας το θέμα στο Δικαστήριο να το ερμηνεύσει ως θέμα πραγματικό, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις, όπως η φύση, η κατάσταση και χρήση της οδού, ο όγκος της τροχαίας που υπάρχει στο δεδομένο χρόνο ή που λογικά θα αναμένετο να υπάρχει. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 επεξηγήθηκε ότι για την επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται η απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού. Λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 238: «Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού και στην αγγλική απόφαση R v. Gosney
(1971)55 Cr. Αpp. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «the fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving... Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of driving and the relevant circumstances of the case». Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Εφεση Αρ. 6753, ημερ. 23.2.2000, λέχθηκε με αναφορά στην R v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R v. Gosney (ανωτέρω), σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία». Σε σχέση με την απερίσκεπτη οδήγηση σχετική είναι η υπόθεση R v. Lawrence
(1981)1 All. E. R. 974. Στην απόφαση αυτή, αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη (mens rea) υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (βλέπε επίσης R v. Reid
(1992)3 ALL ER 673) ΄Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία κρίνω ότι η οδήγηση του Κατηγορούμενου αναμφίβολα συνιστά επικίνδυνη οδήγηση. Η επικινδυνότητα της οδήγησης του επικεντρώνεται στο γεγονός ότι ενώ προπορευόταν του αυτοκινήτου του ΜΚ2 και ο τελευταίος προσπαθούσε να τον προσπεράσει από τη δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου ο κατηγορούμενος κινείτο προς τα δεξιά εμποδίζοντας το ΜΚ2 να προσπεράσει, επανερχόμενος ακολούθως αριστερά. Η zικ-zακ κίνηση ήταν επαναλαμβανόμενη, ενώ σε δύο-τρία σημεία ο κατηγορούμενος πλεύριζε το ΜΚ2 ενώ ο συνοδηγός του έκανε στον τελευταίο νοήματα να σταματήσει. Τα πιο πάνω έλαβαν χώρα στον πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο κυκλικού-κόμβου Καλού Χωριού προς Δρομολαξιά. Η οδική αυτή συμπεριφορά εγκυμονούσε ορατούς και σοβαρούς κινδύνους τόσο για τον ίδιο και για το συνεπιβάτη του, όσο και για το ΜΚ2 αλλά και για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον αυτοκινητόδρομο. Απείχε δε κατά πολύ από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 1 την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Κατηγορία αρ. 2 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(1)(ζ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών: «Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως- (ζ) μη εγκαταλείπη το όχημα χωρίς προηγουμένως να λάβη τας αναγκαίας προφυλάξεις ώστε τούτο να μη δύναται να τεθή εν κινήσει κατά την απουσία αυτού, προς τούτοις δε όπως μη εγκαταλείπη εφ΄ οιασδήποτε οδού κατά τρόπον δυνάμενον να παρακωλύση αδικαιολογήτως την επί της οδού τροχαίαν ή ετέραν κίνησιν.» Η παρακώλυση μπορεί να αφορά φυσική πραγματική παρακώλυση (actual physical obstruction) μίας απαραίτητης λωρίδας κυκλοφορίας ή αδικαιολόγητη χρήση του δικαιώματος στάθμευσης ακόμη και αν υπάρχει αρκετός χώρος για τη διοχέτευση της υπόλοιπης τροχαίας (Βλ. σύγγραμμα Wilkinsοη´ s Road Traffic Offences, 10η έκδοση, σελ 325). Στην υπόθεση Nagy V Weston
(1965)1 ALL ER 78 αποφασίστηκε ότι το κατά πόσο η παρακώλυση είναι εύλογη είναι θέμα πραγματικό που εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας της παρακώλυσης, του χώρου όπου έγινε, του λόγου για τον οποίο έγινε και του κατά πόσο προκλήθηκε πραγματική ή ενδεχόμενη παρακώλυση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματα και τη νομολογία κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η στάθμευση του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου στη μέση της αριστερής λωρίδας του διπλής κυκλοφορίας δρόμου αποτελούσε παρακώλυση της τροχαίας κίνησης. Κρίνω περαιτέρω ότι η εν λόγω παρακώλυση ήταν αδικαιολόγητη. Ο σκοπός της ύπαρξης του δρόμου είναι η διέλευση των αυτοκινήτων προς τον προορισμό τους και όχι η κατά το δοκούν στάθμευση σε αυτόν. Καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία αρ. 2 την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.