← Κύπρος

Αστυνομία ν. Μαρίνος Ζαχαρίου, Αρ. Υπόθεσης:8775/04, 4 Αυγούστου 2005

Αστυνομία ν. Μαρίνος Ζαχαρίου, Αρ. Υπόθεσης:8775/04, 4 Αυγούστου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:8775/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Μαρίνος Ζαχαρίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 4 Αυγούστου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα ΄Αντρη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. της υπέρβασης του ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 6
(2)
(3)και 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85 και 166/87, των Περί Μέτρων και Σταθμών Νόμων 19/74 και 48/85 και των Κ.Δ.Π. 277/87 και ΚΔΠ 17/76, του Νόμου 47
(1)/97 και του Νόμου 80
(1)/
  1. Οι κατηγορίες ανατρέχουν, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες τους, στις 22.09.2003 στη Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΑΑΤ 837 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο οδηγούσε το πιο πάνω όχημα με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 100 χαω αντί 50 χαω. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αν. Λοχία 838, Σίμο Μιλιώτη (ΜΚ1), τον αστυφύλακα 2060, Ονούφριο Παπακώστα (ΜΚ2) και τον Χαράλαμπο Ελευθερίου (ΜΚ3) Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1, είναι ειδικευμένος φωτογράφος της αστυνομίας. Στις 22.09.03 η ώρα 0145 μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος που συνέβη στη Λεωφόρο Φανερωμένης και στην παρουσία και καθ΄ υπόδειξη του εξεταστή, ΜΚ2 πήρε αριθμό φωτογραφιών. Στις 24.09.03 η ώρα 13:45 μετέβη ξανά στη σκηνή και έλαβε δύο φωτογραφίες του δρόμου κατά τη διάρκεια της μέρας. Από τα αναλλοίωτα αρνητικά έγιναν φωτογραφικές μεγεθύνσεις. Κατέθεσε δέσμη επτά φωτογραφιών και ευρετήριο (Τεκμήριο 2) και υιοθέτησε το ευρετήριο του. Στην φωτογραφία 6 οι κώνοι και το κιγκλίδωμα ήταν διαφορετικοί από τη νύχτα του δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Ο φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός. Τα φωτάκια που φαίνονται στην φωτογραφία 2 είναι ηλεκτρικοί λαμπτήρες. Η άσπρη γραμμή στην ίδια φωτογραφία βρίσκεται στο 1/3 του δρόμου. Στη φωτογραφία 1 φαίνονται τα φώτα του «Cineplex», 100μ. από τους κώνους. Ο ΜΚ2, κατέθεσε ότι στις 22.09.03 η ώρα 0020 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που συνέβη στη Λεωφόρο Φανερωμένης παρά το αρτοποιείο «Περσέας» στο οποίο ενέχονταν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΑΑΤ 837 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και ο πεζός Χαράλαμπος Ελευθερίου (ΜΚ3). Ο τελευταίος βρισκόταν ξαπλωμένος στην άσφαλτο, αφού είχε τραυματιστεί,. Ο κατηγορούμενος ήταν παρών και συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε ο ΜΚ2, το οποίο υπέγραψε. Το σημείο σύγκρουσης Χ υποδείχθη στο ΜΚ2 από τον κατηγορούμενο και με αυτό συμφώνησε ο πεζός. Ο δρόμος είναι άσφαλτος, καλή επιφάνειας, πλάτους 8.20μ. Ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Η ορατότητα του κατηγορουμένου σύμφωνα με την πορεία του ήταν μέχρι τα φώτα τροχαίας του «Cineplex», περίπου 150-200μ. Στο δρόμο διεξάγονταν οδικά έργα και ο φωτισμός δεν ήταν αρκετός. Από τη σύγκρουση στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου βούλωσε το μπροστινό καπό, έσπασε η γρίλια και θρυματίστηκε μερικώς ο μπροστινός ανεμοθώρακας. Ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 5 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  2. Από το πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο 7, ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 4 το οποίο επεξήγησε στο Δικαστήριο. Με το γράμμα Α και Α1 φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και η τελική του θέση, αντίστοιχα. Με το γράμμα Β φαίνεται η πορεία του ΜΚ
  3. Με το γράμμα Δ, οι κώνοι. Με το Γ και Γι τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, μήκους 18.05μ. (δεξιού τροχού) και 18.85μ (αριστερού τροχού), αντίστοιχα. Το όριο ταχύτητας είναι 50χαω. Σύμφωνα με την πορεία του ο κατηγορούμενος έπρεπε να οδηγεί στην αριστερή λωρίδα. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι πριν από τους κώνους δεν υπήρχε άσπρη διαχωριστική γραμμή. Στο πρόχειρο σχέδιο φαίνεται να υπάρχει αλλά ακολούθως το διόρθωσε με βάση τα μέτρα. Η ορατότητα ήταν αρκετή 150-200μ., από το σημείο σύγκρουσης μέχρι τα φώτα τροχαίας, όπως την υπολόγισε «με το μάτι», αφού δεν έκανε οποιοδήποτε τεστ. Την ορατότητα που είχε ο κατηγορούμενος σε σχέση με τον πεζό δεν ήταν σε θέση να την αναφέρει. Ο φωτισμός δεν ήταν αρκετός αφού δεν υπήρχε στη Λεωφόρο Φανερωμένης. Ο φωτισμός προέρχετο από τα φώτα του «Cineplex», το Φούρνο «Περσέας» και από προβολείς στον παράλληλο δρόμο. Οι κώνοι ήταν στο κέντρο του δρόμου. Η δεξιά λωρίδα έχει πλάτος 8.20μ. και η αριστερή 7.30μ. Σε σημείο κοντινό, 100-150μ. υπάρχει διάβαση πεζών. Δεν μπορεί κάποιος να θεωρήσει πως η μέση του δρόμου είναι δεξιά από τους κώνους, λόγω του ότι ο δρόμος είναι αρκετά πλατύς και στα κιγκλιδώματα υπήρχαν κορδέλες και κάποιος μπορούσε να καταλάβει ότι μεταξύ κώνων και κιγκλιδωμάτων είναι η λωρίδα η αριστερή. Φαίνεται και στις φωτογραφίες, (Φωτογραφία 2). Σε ερώτηση αν υπήρχε δεύτερη λωρίδα για την πορεία δεξιά ανέφερε ότι γίνονταν μετά δύο οι λωρίδες. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι στις 21.09.03 πήγε σινεμά με την αρραβωνιαστικιά του, Μαρία στο «Κ Cineplex». Στάθμευσε το αυτοκίνητο του μπροστά από την Υπεραγορά «Φθηνή Γωνιά», απέναντι σχεδόν από το σινεμά και από εκεί περπάτησαν. Γύρω στα μεσάνυχτα ξεκίνησαν περπατητοί προς το αυτοκίνητο, χρησιμοποιώντας το μικρό δρόμο που είναι παράλληλος της Λεωφόρου. Κατά μήκος της Λεωφόρου υπήρχαν κάγκελα στην άκρη. Στα κάγκελα υπήρχε άνοιγμα και από εκεί πέρασαν για να διασταυρώσουν τη Λεωφόρο. Αφού στάθηκαν στην άκρη του δρόμου, κοίταξε δύο φορές δεξιά και αριστερά και αφού διαπίστωσε ότι ο δρόμος μέχρι τη μέση ήταν καθαρός άρχισαν να περπατούν προς τη μέση του δρόμου με γοργό βήμα. Όταν έφθασαν στη μέση του δρόμου εκεί ακριβώς που υπήρχαν οι κώνοι σταμάτησε για να ελέγξει τον υπόλοιπο δρόμο για να διασταυρώσουν. Η Μαρία ήταν περίπου μισό μέτρο πίσω του. Έλεγξε μόνο τα αυτοκίνητα στα αριστερά του από τα φώτα τροχαίας προς το μέρος του και είδε ότι ερχόταν ένα αυτοκίνητο το οποίο περίμενε να περάσει. Όταν τον πλησίασε αντελήφθηκε πως ήταν σκυβαλοφόρο. Έκανε μικρή κίνηση προς τα μπροστά περιμένοντας το να περάσει για να διασταυρώσουν. Εντελώς ξαφνικά όπως περίμενε το σκυβαλοφόρο να περάσει χωρίς να ακούσει ή να δει οτιδήποτε ένιωσε το κορμί του να πετάγεται στον αέρα και κατέληξε ανάσκελα στην άσφαλτο. Συμφώνησε με το σχέδιο, δεν πήγε στη σκηνή. Φορούσε γκρίζα φανέλα και τζιν παντελόνι. Συμφώνησε με τις πορείες του Τεκμηρίου 4 και το σημείο Χ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η πορεία του ήταν από το σημείο Ε προς το Δ όπου στάθηκαν, και μετά προς το σημείο 3.20 του Τεκμηρίου
  4. Μετά από τους κώνους προχώρησε μισό βήμα μπροστά. Σε υποβολή ότι προχώρησε αρκετά και αυτό φαίνεται από το σημείο Χ, απάντησε «που φαίνεται τούτο;». Αρνήθηκε πως το σημείο σύγκρουσης ήταν το Χ, η σύγκρουση έγινε ακριβώς πάνω στους κώνους. Ακολούθως ανέφερε πως η σύγκρουση έγινε μισό μέτρο μετά τους κώνους. Όταν έφθασε στους κώνους αναμένοντας να φθάσει αυτοκίνητο από αριστερά του και στην αναμονή ο κατηγορούμενος ήρθε ξαφνικά και τον κτύπησε, μισό μέτρο από τους κώνους. Δεν έλεγξε δεξιά του. Σε ερώτηση γιατί προχώρησε μισό μέτρο απάντησε πως κινήθηκε για να διασταυρώσει. Δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση που υπήρχε πιο πριν γιατί ήταν πολύ μακριά από εκεί που βρισκόταν. Μετά από το συμβάν το έμαθε πως υπήρχε. Σε υποβολή πως εισήλθε στο δρόμο χωρίς να ελέγξει και ότι αν έλεγχε το δρόμο θα έβλεπε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ανέφερε πως το αυτοκίνητο ήταν πολύ μακριά, φαίνονταν τα φώτα του. Δεν μπορούσε να πει πόσο μακριά. Ήταν σίγουρος πως μπορούσε να διασταυρώσει. Δέχθηκε πως κοίταξε και δεξιά εκτός από αριστερά. Σε υποβολή ότι ενώ είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου εισήλθε αιφνίδια στο δρόμο απάντησε πως ο δρόμος ήταν καθαρός, ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση. Η ορατότητα δεν ήταν άσχημη. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί ανώμοτη δήλωση με βάση την οποία υιοθέτησε την κατάθεση του, Τεκμήριο
  5. Είπε επίσης τα ακόλουθα «το απλά το ότι έτρεχα με 100 χαω το αναφέρω στην κατάθεση μου δεν είδα το μιλίμετρο απλά το υπολόγισα». Στο Τεκμήριο 5, ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι στις 22.09.2003 γύρω στις 11:55 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΑAΤ 837 στη Λεωφόρο Φανερωμένης προς τα Φώτα Τροχαίας του Σίνεπλεξ. Λόγω του ότι ήταν εκνευρισμένος για προσωπικούς λόγους, ανέπτυξε ταχύτητα και έτρεχε με ταχύτητα περίπου 100-110 χαω. Καθώς οδηγούσε είδε κώνους στη μέση του δρόμου και οδήγησε το αυτοκίνητο του δεξιά διότι θα έστριβε δεξιά από τα Φώτα του Σίνεπλεξ. Σε απόσταση περίπου 15μ. πριν τους κώνους είδε στη μέση του δρόμου ακριβώς πίσω από τους κώνους δύο άτομα περπατούν κανονικά προς το Φούρνο Περσέας. Μόλις τους αντελήφθηκε πάτησε στόπερ. Καθώς είχε πατημένο το στόπερ είδε το πρώτο άτομο που είχε 1μ. περίπου διαφορά από το δεύτερο να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και να σταματά. Δεν πρόλαβε να σταματήσει και τον κτύπησε. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της αστυνομίας. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση στο εδώλιο, η μαρτυρία του ήταν θετική και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ότι οι φωτογραφίες 1-7 του Τεκμηρίου 2 απεικονίζουν τη σκηνή του δυστυχήματος, την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης του. Αποδέχομαι το εύρημα του ότι ο δρόμος δεν φωτίζεται ικανοποιητικά. Δεν αποδέχομαι όμως τη θέση του ότι η άσπρη γραμμή στη φωτογραφία 2 είναι στο 1/3 του δρόμου αφού η θέση του δεν έχει τεκμηριωθεί με οποιεσδήποτε μετρήσεις. Ο ΜΚ2 δεν μπορώ να πω πως δεν μου έκανε καλή εντύπωση, έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 4 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως τα πιο κάτω σημεία της μαρτυρίας του για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω: Δεν αποδέχομαι τον καθορισμό της ορατότητας του κατηγορουμένου σε 100-150μ. μέχρι τα Φώτα του Σίνεπλεξ σύμφωνα με την πορεία του ως παντελώς ατεκμηρίωτη αφού όπως ο ίδιος ο ΜΚ2 ανέφερε ο υπολογισμός έγινε με το μάτι. Παρέμεινε δε άγνωστο από ποιο σημείο έγινε ο πιο πάνω υπολογισμός. Το ζητούμενο όμως δεν ήταν το πιο πάνω αλλά η ορατότητα του κατηγορουμένου σε σχέση με τον πεζό, ΜΚ
  6. Δέχθηκε ο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του πως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πόση ήταν η εν λόγω ορατότητα ούτε να συσχετίσει το ζήτημα ορατότητας με τον υφιστάμενο φωτισμό που ήταν κατά την άποψη του ανεπαρκής. Δεν αποδέχομαι ούτε τη θέση του ΜΚ2 ότι σύμφωνα με την πορεία του ο κατηγορούμενος έπρεπε να οδηγεί στην αριστερή λωρίδα. Όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του, δηλαδή ότι κάποιος μπορούσε, λόγω του ότι ο δρόμος είναι αρκετά πλατύς και στα κιγκλιδώματα υπήρχαν κορδέλες, να καταλάβει ότι μεταξύ των κώνων και κιγκλιδωμάτων είναι η αριστερή λωρίδα (βλ. φωτογραφία 2, Τεκμηρίου 2) δεν οδηγούν σε τέτοιο συμπέρασμα. Γιατί έπρεπε κάποιος να καταλάβει κάτι τέτοιο; Ο ΜΚ2 δεν επεξήγησε. Ούτε από τη φωτογραφία 2 προκύπτει κάτι τέτοιο. Εξάλλου δεν φαίνεται να υπήρχε οποιαδήποτε προσωρινή ή άλλη σήμανση ως προς τις ενδεδειγμένες πορείες των οχημάτων ειδικότερα ενόψει των οδικών έργων. Δεν υπήρχε, περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του ΜΚ2 άσπρη διαχωριστική γραμμή πριν τους κώνους. Εκτός από τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του μάρτυρα η μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα ευρήματα του και τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 4 δεν έχουν κλονιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του και τα αποδέχομαι στο σύνολο τους. Συναφώς αναφέρω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του ΜΚ2 το ανώτατο όριο ταχύτητας στη Λεωφόρο Φανερωμένης είναι 50 χαω. Ο ΜΚ3 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από αντιφάσεις και ασάφειες. Επισημαίνω καταρχήν ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ΜΚ3 ανέφερε ότι όταν έφθασε στους κώνους έλεγξε μόνο τα αυτοκίνητα στα αριστερά του, από όπου περίμενε ένα σκυβαλοφόρο να περάσει, χωρίς να κάνει αναφορά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του ανέφερε για πρώτη φορά ότι έλεγξε το δρόμο και δεξιά του όπου είχε δει το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, το οποίο ήταν πολύ μακριά. Πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΚ
  7. Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει όμως και άλλη ουσιαστική ασυνέπεια στη μαρτυρία του. Αφού στα αριστερά του περνούσε σκυβαλοφόρο και ενώ το περίμενε να περάσει ξαφνικά κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που ερχόταν στα δεξιά του που πήγε το σκυβαλοφόρο; Δεν έπρεπε λογικά να εμπλακεί στο δυστύχημα; Αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα η πιο πάνω εκδοχή του ΜΚ
  8. Πέραν των πιο πάνω σημειώνω ότι ενώ ο ΜΚ3 κατά την κυρίως εξέταση του συμφώνησε με το σημείο Χ του Τεκμηρίου 4 (το οποίο βρίσκεται 2.50μ. από τους κώνους) κατά την αντεξέταση του ανέτρεψε το πιο πάνω σημείο. Η σύγκρουση έγινε ακριβώς πάνω στους κώνους, είπε αρχικά, ενώ ακολούθως μισό μέτρο μπροστά από τους κώνους. Ενδεικτικό της ασυνέπειας που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του ήταν το ότι σε ερώτηση γιατί δεν χρησιμοποίησε υφιστάμενη κοντινή διάβαση απάντησε πως ήταν μακριά. Προσθέτοντας πως μετά έμαθε πως υπήρχε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ
  9. Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 5 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω πως πρέπει να αποδοθεί βαρύτητα στη δήλωση του Τεκμηρίου 5 ότι η ταχύτητα του κατηγορουμένου ήταν περίπου 100-110 χαω. Πλην της πιο πάνω δήλωσης δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 5 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στα αδικήματα ή να περιέχει οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου σε σχέση με την ταχύτητα του κατά την άποψη μου αποτελεί ύστερη του σκέψη, δεν υποστηρίζεται από ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου και δεν είναι ικανή να δημιουργήσει οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με την ενοχή του (βλ μεταξύ άλλων Anastasiades V Republic
(1997)2 C.L.R. 97 σελ. 210-211 και Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ του Γ. Κακογιάννη σελ. 253 παράγραφος 11-42). Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ασφαλή ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος, και ιδιαίτερα την πορεία που ακολουθούσε ο ΜΚ3 πριν την σύγκρουση, αφού ο ΜΚ3 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Οι αποδεκτές μετρήσεις και τα αποδεκτά ευρήματα των ΜΚ1 και 2 οι οποίοι δεν ήταν παρόντες κατά το δυστύχημα δεν μπορούν να αποκαλύψουν πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνη Παπαϊωάννου V Nίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 11744 ημερομηνίας 15.06.05). ΄Οσο αφορά τη δεύτερη κατηγορία με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας καταλήγω ότι η ταχύτητα του κατηγορουμένου ήταν περίπου 100-110 χαω αμέσως πριν το δυστύχημα. Κατηγορία αρ. 1 Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Στην παρούσα υπόθεση ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων των ΜΚ1 και ΜΚ2 και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές η οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Ελλείπει άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες σύγκρουσης του κατηγορουμένου με τον πεζό, ΜΚ3. Επίσης ελλείπει θετική μαρτυρία σε σχέση με την πορεία του θύματος που να δικαιολογεί συμπέρασμα σε σχέση με την εν λόγω πορεία με τη βεβαιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Γ. Ε. V Σάζος
(2001)2 ΑΑΔ18). Περαιτέρω ελλείπει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος παρεξέκλινε της πορείας του ούτως ώστε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από αυτόν να δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι ήταν αμελής. Η ταχύτητα του κατηγορουμένου από μόνη της δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια (βλ. Ανδρέας Θεοδούλου Μιχαήλ V Ηλία Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. 11376, 09.11.04 και Αιμίλιου Κωνσταντίνου V Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7795 ημερομηνίας 17.06.05). Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχουν αποδειχθεί. Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Κατηγορία αρ. 2 Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κατηγορία 2 που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.