Αστυνομία ν. Χριστάκη Ι. Χρυστοστόμου, Αρ. Υπόθεσης:10970/04, 05 Αυγούστου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10970/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Χριστάκη Ι. Χρυστοστόμου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 05 Αυγούστου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα Χριστίάνα Ερωτοκρίτου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την εξής κατηγορία: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- Η κατηγορία ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της, στις 21.03.2004 στη Μοσφιλωτή της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής ΕAΡ 468 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 276 Μ. Κυριάκου (ΜΚ1) και τον Samson Silva (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 21.03.2004 μετέβη στη σκηνή δυστυχήματος που συνέβη στο δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού παρά τη διασταύρωση Μοσφιλωτής. Εκεί βρισκόταν ο ΜΚ2, οδηγός της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής ΒΒΒ 214 και ο κατηγορούμενος, οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΕΑΡ 468, που ήταν τα ενεχόμενα οχήματα στο δυστύχημα. Έλαβε διάφορα μέτρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο
- Το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου είχε κτύπημα στην αριστερή πλευρά στο φτερό του και η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος. Ο δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, με όριο 65 χαω και είναι σταυροδρόμι. Στο δρόμο υπάρχουν ευδιάκριτες γραμμές. Η ορατότητα του κατηγορουμένου ήταν καλή, μπορούσε να δει το άλλο όχημα από απόσταση 50μ. από το σημείο που σταμάτησε, λόγω όμως του γεγονότος ότι από απέναντι του υπήρχε το όχημα του Γεώργιου Αντωνίου η ορατότητα του ήταν περιορισμένη. Το σημείο σύγκρουσης υπεδείχθη από τον κατηγορούμενο και τον Αντωνίου και αργότερα από το ΜΚ2 στο πρόχειρο σχέδιο. Ο καιρός ήταν αίθριος. Δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή. Στις 21.03.2004 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τεκμήριο 4 και τον κατηγόρησε γραπτώς, τεκμήριο
- Στο τεκμήριο 5 ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Από το τεκμήριο 2 ετοίμασε τελικό σχέδιο, τεκμήριο 3 και υιοθέτησε το ευρετήριο του. Με την ένδειξη Α φαίνεται η πορεία του κατηγορουμένου και Α1 η τελική του θέση, με την ένδειξη Β η πορεία του ΜΚ2 και Βι η τελική του θέση, με την ένδειξη Γ η πορεία του αυτοκινήτου HΕN 799 που οδηγούσε ο Αντωνίου. Με το Χ φαίνεται το σημείο σύγκρουσης. Στο σημείο Χ κατέληξε λόγω των τελικών θέσεων των οχημάτων του κατηγορουμένου και του ΜΚ
- Υπήρχε κτύπημα της μοτοσυκλέτας στο όχημα του κατηγορουμένου όπως ήταν και τα δύο στις τελικές τους θέσεις. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στη σκηνή βρισκόταν και ο Γιώργος Μιχαήλ Αντωνίου, οδηγός του οχήματος Γ. Σε ερώτηση αν ο Αντωνίου του ανέφερε ότι οδηγούσε με κατεύθυνση από Λεμεσό προς Λευκωσία και ενώ κόντεψε στη διασταύρωση ελάττωσε ταχύτητα και έκανε νόημα στο κατηγορούμενο να περάσει για να στρίψει προς Σια απάντησε θετικά. Θετικά απάντησε και σε σχέση με το αν ο Αντωνίου του είπε ότι είδε ξαφνικά από τα αριστερά του μια μοτοσυκλέτα να τον προσπερνά και να συγκρούεται με το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου. Κατάθεσε την κατάθεση του Αντωνίου ως τεκμήριο
- Η μοτοσυκλέτα του ΜΚ2 ήταν αγωνιστική, ύψους 1.20μ, είναι πιο χαμηλή από ένα σαλούν που έχει ύψος 1.60μ. Σε ερώτηση αν μπροστά από το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν ακινητοποιημένο το όχημα Γ (του Αντωνίου) και η μοτοσυκλέτα ήταν δίπλα, θα μπορούσε να τη δει ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά. Η απόσταση του Χ από τη διαχωριστική γραμμή είναι 1.70μ. Δεν έκανε ενέργειες για να διαπιστώσει την ορατότητα της μοτοσυκλέτας. Στη σκηνή δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης ή άλλα ενδεχόμενα αποτρεπτικά μέτρα. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 21.03.2004 ενώ οδηγούσε στον παλαιό δρόμο προς Λευκωσία πλησίασε ένα σταυροδρόμι. Δεν υπήρχε μπροστά του αυτοκίνητο και ο δρόμος από την απέναντι λωρίδα ήταν ελεύθερος. Ερχόταν ένα αυτοκίνητο που δεν έδειχνε ότι θα στρίψει, απότομα άρχισε να στρίβει μπαίνοντας στη λωρίδα του. Δεν μπορούσε να αντιδράσει. Συγκρούστηκε στην πόρτα του αυτοκινήτου. Ο ΜΚ2 πήγε ευθεία και είδε τον κατηγορούμενο απέναντι του, πήγε να στρίψει, και ο ΜΚ2 νόμισε πως σταμάτησε αλλά πέρασε μονομιάς. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα. Σε ερώτηση σε ποιο σημείο δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. «Πάω ευθεία», είπε χαρακτηριστικά. Σε ερώτηση αν οδηγούσε δίπλα στα αυτοκίνητα στην αριστερή πλευρά απάντησε πως δεν είδε σταματημένα αυτοκίνητα. Πίσω του υπήρχε αυτοκίνητο, το ένιωθε αλλά δεν γύρισε να μετρήσει. Σε ερώτηση ποιο σημείο κρατούσε απάντησε τη μέση του δρόμου. «Έκαμαν το δρόμο για να πάεις μες στη μέση» όπως χαρακτηριστικά είπε. Όταν είδε την πρώτη φορά το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν σταματημένο στην δεξιά λωρίδα. Σε ερώτηση αν είχε κλίση απάντησε πως ήταν σταματημένο και ήθελε να στρίψει. Κατάλαβε πως θα έστριβε αφού έκανε φλας με τα φώτα του. Την πρώτη φορά ήταν 25μ. περίπου μακριά. Σε ερώτηση όταν ξεκίνησε ο κατηγορούμενος να στρίβει πόση απόσταση τους χώριζε απάντησε «εκείνος που γύριζε να μπει μέσα δεν ήταν με ταχύτητα εγώ είχα ταχύτητα και πέρασα». Αρνήθηκε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν μπήκε απότομα στο δρόμο. Δεν υπήρχε αυτοκίνητο δίπλα του. Σε υποβολή πως σύμφωνα με τον Αντωνίου ο ΜΚ2 οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και προσπερνούσε από αριστερά απάντησε επί λέξει: «αφού εκείνος λαλεί έτσι δεν έχω πρόβλημα εγώ» Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μην πει οτιδήποτε και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στο Τεκμήριο 4, ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι στις 21.03.2004 γύρω στις 13:30 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΕAΡ 468 προς Λευκωσία στον παλαιό δρόμο με κατεύθυνση την Κοφίνου. Στη διασταύρωση σταμάτησε δείχνοντας με το δείκτη του ότι θα έστριβε δεξιά προς τη Σιά. Στην αντίθετη λωρίδα σταμάτησε κάποιο αυτοκίνητο που έδειχνε με το δείκτη του ότι θα έστριβε προς Μοσφιλωτή. Ενώ ο κατηγορούμενος περίμενε, ο άλλος οδηγός του άναψε τα φώτα δείχνοντας του και με το χέρι του να περάσει. Άρχισε να στρίβει δεξιά και όταν έστριψε και το αυτοκίνητο του ήταν σχεδόν ολόκληρο στην άλλη λωρίδα πρόσεξε ότι από απέναντι του στα αριστερά δίπλα από το άλλο αυτοκίνητο προς το παγκέτο του δρόμου ερχόταν μια μοτοσυκλέτα μεγάλη η οποία ήρθε ολόισια πάνω του κτυπώντας στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του εκεί που ενώνεται το φτερό με την πόρτα του συνοδηγού Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους και καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με τα τεκμήρια 2 και 3 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα όσον αφορά τις μετρήσεις του στα τεκμήρια 2 και 3, τις ζημιές στα δύο οχήματα καθώς και τα ευρήματα του, στην ολότητα τους. Εξάλλου η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία παρέμεινε ακλόνητη. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα σε σχέση με τις δηλώσεις του αυτόπτη μάρτυρα Αντωνίου και το περιεχόμενο της κατάθεσης που έλαβε από αυτόν, τεκμήριο 6, κρίνω ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό. Παρέμεινε άγνωστο στο δικαστήριο γιατί ο Αντωνίου δεν κλητεύθηκε στην παρούσα διαδικασία είτε από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση. Πέραν τούτου διατηρώ αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια της μεταφοράς των δηλώσεων του Αντωνίου από το ΜΚ1 ο οποίος δέχθηκε υποβολή ότι ο Αντωνίου του είπε πως έκανε νόημα στον κατηγορούμενο να στρίψει ενώ στο τεκμήριο 6 δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο (βλ. άρθρο 27 του Νόμου 32(Ι)/04). Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση, σίγουρα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και άφησε μια πολύ πτωχή εικόνα. Η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης, ασυνάρτητη και αντιφατική. Αυτό αντανακλάται ιδιαίτερα έντονα στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν έδειχνε πως θα έστριβε και πως άρχισε να στρίβει απότομα, κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν σταματημένο στη λωρίδα του και ότι ο ΜΚ2 είχε αντιληφθεί την πρόθεση του να στρίψει αφού έκανε «φλας» με τα φώτα του. Πρόσθεσε δε πως το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν έστριψε με ταχύτητα, αρνούμενος στη συνέχεια πως ο κατηγορούμενος δεν μπήκε απότομα στο δρόμο. Πέραν των πιο πάνω ουσιαστικών αντιφάσεων στη μαρτυρία του ΜΚ2 ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με σαφήνεια οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες που περιέβαλλαν το δυστύχημα, π.χ. αν τον ακολουθούσαν άλλα οχήματα, αν υπήρχε δίπλα του αυτοκίνητο, σε πόση απόσταση είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου να στρίβει. Η δε απάντηση του όταν του υπεβλήθηκε πως σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα προσπερνώντας από αριστερά είναι ενδεικτική της ποιότητας της μαρτυρίας του. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ
- Aναφορικά με το Τεκμήριο αρ. 4 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan, 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 4 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνης Παπαϊωάννου V Νίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 11744 ημερομηνίας 15.06.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο