← Κύπρος

Αστυνομία ν. Ανδρέα Τουμάζου, Αρ. Υπόθεσης:13035/04, 5 Αυγούστου 2005

Αστυνομία ν. Ανδρέα Τουμάζου, Αρ. Υπόθεσης:13035/04, 5 Αυγούστου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13035/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Ανδρέα Τουμάζου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 5 Αυγούστου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα Κατερίνα Μηνά Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την εξής κατηγορία: 1. της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19

(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
  1. Η κατηγορία ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της, στις 26.05.2004 στο δρόμο Αλεθρικού - Αγγλισίδων της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής CAX 461 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον αστυφύλακα 1154 Ν. Ιγνατίου (ΜΚ1), τον Ανδρέα Αγγελή (ΜΚ2) και τον Ηλία Γεωργιάδη (ΜΚ3). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 κατέθεσε ότι στις 26.05.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος που συνέβη στο δρόμο Αλεθρικού - Αγγλισίδων όπου βρίσκονταν τα τρία οχήματα που είχαν εμπλακεί, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής CAX 461 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, το ΧΚ 682 που οδηγούσε ο ΜΚ3 και το ΕΑΧ 559 που οδηγούσε ο ΜΚ
  2. Καθ΄ υπόδειξη των τριών οδηγών σημείωσε το σημείο σύγκρουσης μεταξύ του οχήματος του κατηγορουμένου και του ΜΚ3 στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα. Στις 30.05.2004 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
  3. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέκτηκε την κατηγορία. Από το δυστύχημα προκλήθηκαν οι ακόλουθες ζημιές: Στο όχημα το ΜΚ2 στη δεξιά πόρτα οδηγού, δεξί μικρό φανάρι και δεξί φτερό. Στο όχημα του κατηγορουμένου στην αριστερή πλευρά από μπροστά μέχρι την πόρτα του συνοδηγού, στο σημείο πάνω από τον αριστερό τροχό και στο δεξί φτερό. Στο όχημα το ΜΚ3 σε όλο το μπροστινό μέρος και τη δεξιά πλευρά όλη εκτός από την πόρτα του οδηγού και αριστερά από μπροστά μέχρι την πόρτα του συνοδηγού. Ο δρόμος ήταν διπλής κατεύθυνσης με όριο ταχύτητας 80 χαω, ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα στεγνό. Στο τελικό σχέδιο (Τεκμήριο 2) που ετοίμασε με βάση το πρόχειρο ο χωματόδρομος που φαίνεται οδηγεί σε χωράφια. Με το γράμμα Γ φαίνεται το σταθμευμένο όχημα του ΜΚ2 στην τελική του θέση. Με το γράμμα Α και Α1 η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου και η τελική του θέση, αντίστοιχα και με το γράμμα Β και Β1 η πορεία και η τελική θέση του αυτοκινήτου του ΜΚ3, αντίστοιχα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν μέτρησε την ορατότητα των δύο οδηγών αλλά ήταν αρκετή. Στο σημείο της σύγκρουσης ήταν το «κάτσιμο μεταξύ δύο κατηφόρων, ήταν ελαφρώς κατήφορος από την πορεία του κατηγορουμένου και πιο μεγάλο από την πορεία του ΜΚ3». Σε υποβολή ότι η ορατότητα του ΜΚ3 ήταν απεριόριστη, γύρω στα 80μ. απάντησε πως ήταν γύρω στα 100μ. Αρνήθηκε πως ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να δει το όχημα του ΜΚ3 λόγω του δρόμου και της ταχύτητας του, έχοντας υπόψη την κατάθεση του τελευταίου, τις μετρήσεις και τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του. (24.30μ. και 21.00μ. δεξιού και αριστερού τροχού, αντίστοιχα). Δεν προέβη σε τεστ τροχοπέδησης γιατί από την κατάθεση του ΜΚ3 δεν προέκυπτε υπόνοια υπερβολικής ταχύτητας. Δέχθηκε πως ο ΜΚ3 είπε στην κατάθεση του ότι δεν οδηγούσε άνω των 90 χαω (αντί 80 χαω που είναι το όριο) αλλά όπως χαρακτηριστικά είπε «δεν είναι βέβαιο, δεν είχε κοιτάξει το μιλίμετρο του πόσο έτρεχε ακριβώς και υπολόγισε την ταχύτητα από ότι έβλεπε μπροστά του». Με τα στοιχεία που είχε δεν μπορούσε να προβεί σε τεστ τροχοπέδησης ή άλλη εξέταση. Αρνήθηκε πως δεν έγιναν σωστά οι μετρήσεις. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η ώρα 17:15 ήταν σταθμευμένος στο σημείο Γ του Τεκμηρίου 2 με σκοπό να στρίψει αριστερά με κατεύθυνση προς Αλεθρικό. Δεξιά του δεν υπήρχε κανένα όχημα ενώ στα αριστερά είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου να κάνει σήμα για να στρίψει δεξιά, ελαττώνοντας ταχύτητα. Παρακολούθησε τον κατηγορούμενο να στρίβει προς τα δεξιά και να εισέρχεται στο χωματόδρομο έχοντας 3μ. περίπου απόσταση από τον ίδιο. Όταν το όχημα του κατηγορουμένου ήταν περίπου το 1/3 εντός του χωματόδρομου άκουσε δυνατά φρένα από τα δεξιά του, κοίταξε δεξιά και είδε ένα αυτοκίνητο κόκκινο να κινείται προς Αλεθρικό, φρενάροντας σε απόσταση 20μ. και σε κλάσματα δευτερολέπτου να κτυπά στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου που μετακινήθηκε με δύναμη κτυπώντας στο δικό του όχημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έβλεπε το όχημα το κατηγορουμένου έτοιμο να στρίψει. Το όχημα του ΜΚ3 αρχικά κοιτάζοντας δεξιά δεν το είχε δει. Το είδε με τη σύγκρουση. Σχεδόν το μισό όχημα του κατηγορουμένου είχε στρίψει όταν έγινε η σύγκρουση. Ο ΜΚ3 κατέθεσε (Τεκμήριο 6) ότι στις 26.05.2004 οδηγούσε το αυτοκίνητο του στο δρόμο Αγγλισίδων - Αλεθρικού. Δεν έτρεχε περισσότερο από 90 χαω. Πέρασε το ανήφορο και τη στιγμή που βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο και ο δρόμος κατηφόριζε είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση, στη λωρίδα του, να κάνει σήμα ότι θα στρίψει δεξιά και για 3-4 δευτερόλεπτα να είναι σταματημένο. Ο ΜΚ3 δεν ελάττωσε ταχύτητα μέσα σε εκείνα τα δευτερόλεπτα. Ξαφνικά, έχοντας πλησιάσει τον κατηγορούμενο στα 30μ. ο κατηγορούμενος κινήθηκε δεξιά ανακόπτοντας του την πορεία. Μόλις το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου μπήκε στη λωρίδα του, ο ΜΚ3 πάτησε φρένο έχοντας το συνεχώς πατημένο μέχρι που συγκρούστηκαν, στη δική του λωρίδα. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε πως η ταχύτητα αυξάνεται στον κατήφορο. Αρνήθηκε πως οδηγούσε με ταχύτητα πέραν των 90 χαω. Πήγαινε 90 χαω έβλεπε το «κοντέρ» Πάτησε φρένα στα 25-30μ. Τελευταία στιγμή πρόσεξε πως ο κατηγορούμενος «πάει να στρίψει». Μισό αυτοκίνητο και περισσότερο ήταν στη λωρίδα του. Είχε βγει σιγά σιγά. Αρνήθηκε πως το 1/3 του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου βρισκόταν στο χωματόδρομο όταν συγκρούσθηκαν αφού οι ζημιές το οχήματος του κατηγορουμένου ήταν στην μπροστινή μεριά. Το αυτοκίνητο ήταν το μισό στη δική του λωρίδα και το μισό στη λωρίδα του ΜΚ
  4. Μπορεί το πιο μεγάλο μέρος του να ήταν στη λωρίδα του ΜΚ3 αλλά δεν ήταν στο χωματόδρομο. Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι σε κάποιο σημείο του δρόμου Αλεθρικού - Αγγλισίδων ήθελε να στρίψει δεξιά σε χωματόδρομο. Πλησιάζοντας το στρίψιμο ελάττωσε ταχύτητα κοιτάζοντας προς το σταθμευμένο όχημα. Δεν σταμάτησε εντελώς. Μπροστά του ο δρόμος ήταν καθαρός. Έστριψε δεξιά και μπήκε στην άλλη λωρίδα. Όταν το μπροστινό μέρος του οχήματος του είχε φθάσει στην άκρη του δρόμου άκουσε φρένα και κόρνα. Κοίταξε αριστερά και είδε σε απόσταση 40μ. περίπου το όχημα του ΜΚ3 να κατευθύνεται προς τα πάνω του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δεν πάτησε φρένο ούτε πετρέλαιο. Το όχημα του μετακινήθηκε προς τα δεξιά και συγκρούστηκε με το μαύρο διπλοκάμπινο. Διαφώνησε με το σχεδιάγραμμα του αστυνομικού αφού πιστεύει πως τα ίχνη ήταν 10μ. περισσότερα. Τα ίχνη δεν μετρήθηκαν σωστά, το ανέφερε στον αστυνομικό στη σκηνή. Έχει εκπαίδευση χωρομέτρη και σχεδιαστή, εργαζόταν στο Τμήμα Χωρομετρίας. Η απόσταση της ορατότητας μέχρι την κορυφή του βουνού είναι 80μ. από τις Αγγλισίδες. Δεν είχε το χρόνο με την ταχύτητα του κατηγορουμένου να στρίψει. Έστριψε γιατί δεν υπήρχε όχημα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν σταμάτησε εντελώς γιατί ο δρόμος ήταν ελεύθερος. Είδε για πρώτη φορά το όχημα του ΜΚ3 την ώρα που έστριψε. Τον άκουσε να κορνάρει και τον είδε 40μ. από του όχημα του. Όταν τον είδε σχεδόν η μισή μηχανή του αυτοκινήτου του ήταν έξω από την άσφαλτο. Συνέχισε να οδηγεί όταν τον είδε για να βγει. Η ταχύτητα του ΜΚ3 δεν του επέτρεπε να κάνει κάτι για να αποφύγει το δυστύχημα. Οποιοσδήποτε στη θέση του θα συγχιζόταν. Αρνήθηκε πως δεν ήταν προσεκτικός και δεν αντελήφθηκε το ΜΚ3, εξάλλου ούτε ο ΜΚ2 τον αντελήφθηκε. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο ΜΚ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με την ορατότητα των δύο οδηγών αφού τέθηκε αόριστα και παντελώς ατεκμηρίωτα. Εξάλλου όπως ο ίδιος είχε προαναφέρει δεν προέβη σε οποιεσδήποτε μετρήσεις σε σχέση με την ορατότητα του κατηγορουμένου και του ΜΚ
  5. Δεν αποδέχομαι ούτε το μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ1 σε σχέση με τη θέση του ότι από την κατάθεση του ΜΚ3, Τεκμήριο 6 δεν προέκυπτε υπόνοια για υπερβολική ταχύτητα αφού ανατράπηκε στη συνέχεια από τον ίδιο όταν δέχθηκε ότι ο ΜΚ3 αναφέρει στο Τεκμήριο 6 ότι οδηγούσε με 10 χαω πέραν του ανωτάτου ορίου. Πλην των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2, τη θέση του σημείου Χ στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, τις ζημιές στα 3 οχήματα καθώς και τα ευρήματα του, στην ολότητα τους. Εξάλλου η μαρτυρία του ΜΚ1 όσον αφορά τα πιο πάνω δεν κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέταση του. Οφείλω όμως εδώ να σημειώσω η μαρτυρία του ΜΚ1 παρουσιάζει κάποια κενά σε σχέση με τις μετρήσεις του οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην ευχερέστερη αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ουσιαστική παράλειψη μέτρησης της απόστασης του σημείου Χ από τη συμβολή του δρόμου Αλεθρικού - Αγγλισίδων με το χωματόδρομο, της ορατότητας και της απόστασης του σημείου σύγκρουσης από το ανήφορο από το οποίο κατηφόρισε ο ΜΚ
  6. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση, σίγουρα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και άφησε μια πολύ πτωχή εικόνα. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και αντιφατική. Ενδεικτικά αναφέρω πως ενώ στην κυρίως στην εξέταση του τοποθέτησε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου το 1/3 εντός του χωματόδρομου, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι σχεδόν το μισό όχημα του κατηγορουμένου είχε στρίψει. Η δε θέση του πως είδε τον ΜΚ3 για πρώτη φορά στα 20μ. στα δεξιά του ενώ προηγουμένως καθόλου στερείται πειστικότητας και αντίκειται στη λογική και την ανθρώπινη πείρα (ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης και κάποιας απόστασης σκέψης του ΜΚ3). Σημειώνω, περαιτέρω, πως η μαρτυρία του ΜΚ2 παρουσιάζει ουσιαστικές αντιφάσεις με τη μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν είχε εισέλθει στο χωματόδρομο, ότι ο ίδιος είδε το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ενώ βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του ανήφορου, ότι ο κατηγορούμενος είχε σταματήσει προτού στρίψει (ενώ ο ΜΚ3 αναφέρει απλώς πως ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα) Ούτε ο ΜΚ3 μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση του μάρτυρα της αλήθειας. Αυτό αντανακλάτο έντονα στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του. Πλήν των αντιφάσεων που σημειώνω πιο πάνω μεταξύ της μαρτυρίας του και του ΜΚ2 η μαρτυρία του ΜΚ3 διέπετο από ασάφεια καθώς και αντιφατικότητα. Η θέση του ΜΚ3, κατά την κυρίως εξέταση του, ότι ο κατηγορούμενος έστριψε δεξιά ξαφνικά πέραν του γεγονότος ότι δεν συνάδει με την οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου την οποία ο ίδιος περιγράφει κατά την κυρίως εξέταση του δεν συνάδει ούτε με τη θέση του κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος πρόσεξε τον κατηγορούμενο «τελευταία στιγμή». Η δε μαρτυρία πως είδε τον κατηγορούμενο να στρίβει στα 30μ. και ότι πάτησε φρένα στα 25-30μ. δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, συγκεκριμένα τα ίχνη τροχοπέδησης του Τεκμηρίου 2, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι προηγήθηκε της εφαρμογής των φρένων του η ανάλογη απόσταση σκέψης. Σημειώνω εδώ πως η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης (Βλ. Γ.Ε. V Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252). Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 Ούτε ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση και δεν μου έδωσε την εντύπωση μάρτυρα της αλήθειας. Η μαρτυρία του ήταν ασαφής και αντιφατική τόσο ως προς τη θέση του αυτοκινήτου του κατή τη σύγκρουση, όσο και ως προς την κίνηση του, ουσιαστικά δηλαδή σημεία της υπόθεσης. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ3 το αυτοκίνητο του είχε φθάσει στην άκρη του δρόμου, κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως «σχεδόν η μισή μηχανή του αυτοκινήτου του ήταν έξω από την άσφαλτο». Ενώ δε στην κυρίως εξέταση του ανέφερε πως όταν είδε το αυτοκίνητο του ΜΚ3 δεν πάτησε ούτε φρένο ούτε πετρέλαιο κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως όταν είδε το ΜΚ3 συνέχισε την πορεία του. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του κατηγορουμένου καθίσταται απορριπτέα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού οι ΜΚ2, ΜΚ3 και ο κατηγορούμενος έχουν κριθεί αναξιόπιστοι. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί - πλην του υπολογισμού του σε σχέση με την ορατότητα - δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνης Παπαϊωάννου V Νίκου Νικολάου, Πολιτική Έφεση αρ. 11744 ημερομηνίας 15.06.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αρ. 1 αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία αρ. 1. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.