Αστυνομία ν. Γεώργιου Χ" Γρηγορίου, Αρ. Υπόθεσης: 11686/04, 8 Aυγούστου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11686/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Γεώργιου Χ" Γρηγορίου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 8 Aυγούστου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κα Άντρη Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- Το αδίκημα ανατρέχει, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του, στις 16.07.2004 στην οδό Τεύκρου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΒ 260 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, τον αστυφύλακα 3024 Μ. Καβαλιέρου (ΜΚ1), και τον Κώστα Ευτυχίου (ΜΚ2). Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 στις 16.07.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη στην οδό Τεύκρου στη Λάρνακα. Στο δυστύχημα ενέχονταν τα αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής ΕΗΒ 260 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος (διπλοκάμπινο), ΕΕΕ 216 που οδηγούσε ο ΜΚ2 και ΚΗC 743 με οδηγό το Γιώργο Κουννά. Τα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές τους θέσεις και οι τρεις οδηγοί ήταν παρόντες. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο το οποίο οι 3 οδηγοί υπέγραψαν. Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν υπέστη ζημιά. Στο αυτοκίνητο του ΜΚ2 βούλωσε το αριστερό μπροστινό φτερό, η αριστερή μπροστινή γωνιά του προφυλακτήρα και έσπασε το τραφικέιτορ (αριστερό μπροστινό). Στο ΚΗC 743 βούλωσε το δεξί πίσω φτερό, η πίσω δεξιά γωνιά του προφυλακτήρα, η δεξιά πίσω πόρτα και υπήρχαν εκδορές στην μπροστινή δεξιά πόρτα. Ο δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, ήταν ξηρός. Ο καιρός ήταν αίθριος. Η ορατότητα και των δύο οδηγών ήταν πέραν των 100μ. Η σύγκρουση έγινε μεταξύ του οχήματος του ΜΚ2 και του ΚΗC
- Το σημείο σύγκρουσης (πρώτο κτύπημα) ήταν εμφανές αφού το ΚΗC 743 ήταν σταθμευμένο. Ακολούθησε τριβή στο σταθμευμένο όχημα. Από το πρόχειρο σχέδιο ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο 2 το οποίο επεξήγησε. Η πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου φαίνεται με το γράμμα Α και η τελική του θέση με το Α1, η πορεία του ΜΚ2 με το Β και η τελική του θέση με το Β
- Με το γράμμα Γ φαίνεται η θέση του σταθμευμένου ΚΗC
- Το Χ είναι το σημείο σύγκρουσης. Έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 3 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Προτεραιότητα έχει το όχημα Β αφού το Α σταματά στην πάροδο. Στην περίπτωση σταθμευμένου Γ στην πορεία του Β, ο Β ελαττώνει και κινείται δεξιά με προσοχή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως δεν είναι ειδικευμένος στη διερεύνηση δυστυχημάτων. Η ορατότητα του κατηγορουμένου μετρήθηκε από εκεί που έπρεπε να σταματήσει, το σήμα «Στοπ». Νομίζει πως του αναφέρθηκε ότι στη δεξιά πλευρά της οδού Τεύκρου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα και σε τέτοια περίπτωση ο ορατότητα του Κατηγορουμένου μειώνεται. Σήμα αλτ δεν υπήρχε. Στο Τεκμήριο 2 η απόσταση μεταξύ του Χ και του μπροστινού δεξιού μέρους του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου (Α1) είναι 2.80μ. Το πλάτος του οχήματος B είναι 1.60μ. Δέχθηκε πως ο ΜΚ2 μπορούσε να περάσει μέσα από αυτή την απόσταση. Δέχθηκε πως το Α1 είχε σχεδόν ευθυγραμμίσει στο δρόμο. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι σε κάποιο σημείο της οδού Τεύκρου ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΕΕΕ 716 το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου βγήκε από την πάροδο απότομα όπως πλησίαζε. Για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση κινήθηκε αριστερά και συγκρούστηκε ελαφριά με σταθμευμένο όχημα στα αριστερά. Το όχημα του Κατηγορούμενου βγήκε σχεδόν στη μέση του δρόμου, χωρίς να σταματήσει. Το είδε ξαφνικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα στη δεξιά μεριά της οδού. Ο ίδιος κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Είδε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου στα 10μ. Δεν πρόλαβε να πατήσει φρένα. Άλλαξε πορεία για να μην κτυπήσουν. Σε ερώτηση αν κρατούσε τη μέση του δρόμου αφού θα συγκρούετο, σύμφωνα με την εκδοχή του, μετωπικά απάντησε «πως μπορώ να κρατώ τη μέση του δρόμου». Το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου δεν ήταν απέναντι του αλλά σχεδόν η πορεία του οδηγού ήταν στο μέσο του δρόμου για να κοιτάζει αριστερά. Το αυτοκίνητο είχε κλίση προς αριστερά. Η ορατότητα του ήταν 40-50μ. Αρνήθηκε πως δεν κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 κρατούσε κανονικά την αριστερή λωρίδα. Σε υποβολή πως ο Κατηγορούμενος δεν είχε ορατότητα λόγω των σταθμευμένων οχημάτων και παρά ταύτα ο ΜΚ2 έτρεχε και δεν κατάφερε να σταματήσει απάντησε «μάλιστα». Αφού το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να υιοθετήσει το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην αστυνομία και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Στο Τεκμήριο 3 ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι στις 16.7.04 οδηγούσε στην πάροδο που οδηγεί προς την οδό Τεύκρου. Φθάνοντας στο αλτ σταμάτησε, έλεγξε το δρόμο. Μπαίνοντας στο δρόμο και στρίβοντας αριστερά πάτησε αμέσως φρένο γιατί από αριστερά του και εξ΄ αντιθέτως ερχόταν ένα όχημα με μεγάλη ταχύτητα κρατώντας τη μέση του δρόμου. Το τελευταίο δεν σταμάτησε πίσω από το σταθμευμένο και έστριψε απότομα αριστερά κτυπώντας στο σταθμευμένο όχημα. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή όλους τους μάρτυρες την ώρα που κατέθεταν ενώπιον μου καθώς και τις αντιδράσεις τους την ώρα που κατέθεταν. Ο ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση και έθεσε τόσο κατά την προφορική του μαρτυρία όσο και με το Τεκμήριο 2 τα δικά του ευρήματα και μου έδωσε την εικόνα του αμερόληπτου εξεταστή του δυστυχήματος. Δεν αποδέχομαι όμως το μέρος της μαρτυρίας του κατά την κυρίως εξέταση του σε σχέση με την ορατότητα του Κατηγορουμένου αφού η θέση του μάρτυρα ότι η ορατότητα ήταν πέραν των 100μ. τέθηκε γενικά και αόριστα. Παρέμεινε άγνωστος ο ακριβής τρόπος μέτρησης της ορατότητας και από που μετρήθηκε η ορατότητα. Η θέση του μάρτυρα ότι η ορατότητα μετρήθηκε από το σήμα στοπ, εκεί δηλαδή που κατά το μάρτυρα έπρεπε να σταματήσει ο Κατηγορούμενος παρέμεινε ατεκμηρίωτη ιδιαίτερα έχοντας υπόψη τη θέση του μάρτυρα κατά την αντεξέταση του ότι υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα που μείωναν την ορατότητα του Κατηγορούμενου στη δεξιά λωρίδα του δρόμου καθώς και τη θέση του πως δεν υπήρχε σήμα αλτ. Πλην του πιο πάνω μέρους αποδέχομαι τη μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα όσον αφορά τις μετρήσεις του στο Τεκμήριο 2, τις ζημιές στα οχήματα καθώς και τα ευρήματα του, στην ολότητα τους. Εξάλλου η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του ΜΚ1 η οποία παρέμεινε ακλόνητη. Ο ΜΚ2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση, σίγουρα δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και άφησε μία πολύ πτωχή εικόνα. Αυτό αντανακλάται ιδιαίτερα στις απαντήσεις του κατά την αντεξέταση του. Καταρχήν αναφέρω πως η θέση του, όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία του, πως για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου κινήθηκε αριστερά βρίσκεται σε αντίφαση με τη θέση του πως κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Πως θα συγκρουόταν μετωπικά με το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου το οποίο σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 βρισκόταν στη δεξιά λωρίδα, αν ο ίδιος βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα; Η δε θέση του πως το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρισκόταν στη μέση του δρόμου ενώ ο ίδιος στην αριστερή λωρίδα, και όχι στη μέση, δεν συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και τη μαρτυρία του ΜΚ1 ότι υπήρχε χώρος να περάσει ο ΜΚ2 μεταξύ του σταθμευμένου οχήματος στα αριστερά του και του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Σύμφωνα με τη νομολογία η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ασφαλή οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και να είναι αποκαλυπτική των συνθηκών και της εξέλιξης των πραγμάτων μιας σύγκρουσης. (βλ. Γ. Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Χαραλάμπους ν. Καϊφάς
(1986)1 ΑΑΔ 278). Σημειώνω περαιτέρω πως ο ΜΚ2 δέχθηκε υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι έτρεχε και δεν κατάφερε να σταματήσει, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν είχε ορατότητα λόγω των σταθμευμένων οχημάτων. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΚ2 καθίσταται αναξιόπιστη και απορριπτέα και δεν την αποδέχομαι πλην του μέρους της μαρτυρίας του ότι στη δεξιά λωρίδα υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα η οποία συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1 την οποία έχω αποδεχθεί. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3 υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να δώσει στην κατάθεση ενός Κατηγορουμένου (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 στην οποία υιοθετήθηκε η αγγλική υπόθεση Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Duncan (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται και όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορουμένου. Δεν βρίσκω ότι στο Τεκμήριο 3 υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή ότι περιέχεται οποιαδήποτε δήλωση ενάντια στο συμφέρον του Κατηγορούμενου. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις περιστάσεις του υπό κρίση δυστυχήματος. Δεν υπάρχει ενώπιον μου άμεση αξιόπιστη μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος αφού ο ΜΚ2 έχει κριθεί αναξιόπιστος. Ο ΜΚ1 τα ευρήματα και τις μετρήσεις του οποίου έχω αποδεχτεί - πλην τη μέτρηση της ορατότητας - δεν ήταν παρών κατά το δυστύχημα και η μαρτυρία του από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως επεσυνέβηκε το δυστύχημα. Σύμφωνα με τη νομολογία είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να μετατραπεί σε εμπειρογνώμονα ή να προβαίνει σε υποθετικά ευρήματα για το πως έγινε μια σύγκρουση (βλ. Γ.Ε. ν. Πότση
(2000)2 ΑΑΔ 252 και Μαυρίδης ν. Dharanghji
(1990)1 AAΔ 1013, Αντώνης Παπαϊωάννου V Νικολάου Νίκου, Πολιτική Έφεση 11744, ημερομηνίας 15.06.2005). Αυτό που προκύπτει από την ισχύουσα νομολογία είναι πως το καθήκον του οδηγού καθορίζεται ως «καθήκον επίδειξης συνήθους επιμέλειας προς άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο τα οποία θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει ότι υπήρχε πιθανότητα να επηρεασθούν.» (βλ. Costas Ioannou Triftarides v. The Police
(1968)2 CLR 140, και επίσης Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68). Στην υπόθεση Charalambous v. Police
(1982)2 AAΔ 134, λέχθηκε ότι το κριτήριο βάση του οποίου αποφασίζεται αν κάποιος οδηγός υπήρξε αμελής είναι κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει παρέκκλιση από το επίπεδο συμπεριφοράς που αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό). Σύμφωνα με την νομολογία οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα στη χρήση του. Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξυπτερά ν. Κυπριανού,
(1997)1 ΑΑΔ (Γ) 1696, Κουμή ν. Χίνη,
(2000)1 ΑΑΔ (Α) 383). Η παράλειψη ενός οδηγού να σταματήσει πριν διασταυρώσει κύριο δρόμο και η μη άσκηση καλής παρατηρητικότητας αποτελούν, όπως κρίθηκε νομολογιακά αμελείς πράξεις, (βλ. Χριστοδούλου ν. Μπίλλη,
(1998)1 Α.Α.Δ 164, Constantinou v. Katsouris a.a.
(1975)1 C.L.R. 188). Συνοψίζοντας αναφέρω πως όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 στις σελίδες 365-366 «η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη». Συνεπώς, ενόψει της μη ύπαρξης ευρημάτων, πέραν των αποδεκτών μετρήσεων και ευρημάτων του ΜΚ1, αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την κατηγορία αφού ο Κατηγορούμενος δικαιούται το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Συνεπώς ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο