Αστυνομία ν. Kώστας Τρισελιώτης, Αρ. Υποθέσεως: 9382/04, 13 Σεπτεμβρίου, 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 9382/04 Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Kώστας Τρισελιώτης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 13 Σεπτεμβρίου, 2005. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Δημητρίου Κατηγορούμενος: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8 και 19
(1)
(4)του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 και του Νόμου 80(Ι)/
- Τo αδίκημα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ανατρέχει στις 6/3/2004 στη Λεωφόρο Φανερωμένης στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας όπου ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΒΒ881 μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες. Τον αστυφύλακα 517 Α. Ανδρέου (ΜΚ1) και το Δ. Κασιουρή (ΜΚ2). Όλη η μαρτυρία που δόθηκε είναι ενώπιον μου. Συνοπτικά οι μάρτυρες ανέφεραν τα ακόλουθα: Ο ΜΚ1 Α. κατέθεσε ότι στις 6.3.2004 επισκέφθηκε τη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος στη Λεωφόρο Φανερωμένης παρά την οδό Ιερώνυμου Βαρλαάμ στο οποίο ενέχονταν τα αυτοκίνητα με αρ. εγγραφής ΚΒΒ881 που οδηγούσε ο κατηγορούμενος και ΚΗΕ223 που οδηγούσε ο Δημήτρης Κασιουρής (ΜΚ2) - οι οποίοι μεταφέρθηκαν στις Πρώτες Βοήθειες. Με τη βοήθεια του Αστ. 3107 Γ. Σκουρή ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, Τεκμήριο 2 αφού έλαβε τις αναγκαίες μετρήσεις. Αργότερα στη σκηνή ο ΜΚ2 του υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης το οποίο σημείωσε στο Τεκμήριο
- Ο ΜΚ2 συμφώνησε και υπέγραψε το Τεκμήριο
- ΄Ελαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 και τον κατηγόρησε γραπτώς, Τεκμήριο
- Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την κατηγορία και αρνήθηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 2 αφού διαφώνησε με αυτό. Με βάση το Τεκμήριο 2 ο ΜΚ1 ετοίμασε τελικό, Τεκμήριο
- Και στα δύο αυτοκίνητα υπήρχαν ζημιές στο μπροστινό δεξί μέρος. Στο Τεκμήριο 3 με το γράμμα Α φαίνεται η πορεία του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου σύμφωνα με το ΜΚ2, Β η πορεία του ΜΚ2, Β2 η τελική του θέση, Χ το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ΜΚ
- Το Α2 είναι η πορεία του Κατηγορουμένου σύμφωνα με τον ίδιο. Με το Β1 φαίνονται τα ίχνη στην άσφαλτο σπασμένου μπροστινού δεξιού ελαστικού του αυτοκινήτου του ΜΚ
- Με το Α1 φαίνεται η τελική θέση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 2 (πρόχειρο) η νοητή ευθεία είχε ως βάση τη γραμμή άλτ, στην οδό Βαρλαάμ ενώ στο Τεκμήριο 3 τη νοητή προέκταση της οδού Βαρλαάμ. Διαφώνησε πως τα 2 σχέδια ήταν διαφορετικά. Συμφώνησε πως η προέκταση της νοητής ευθείας του κέντρου της Λεωφ. Φανερωμένης, Ν, καταλήγει στο Τεκμήριο 2 στο κέντρο του Α1 ενώ στο Τεκμ. 3 στη δεξιά μεριά του Α
- Διαφώνησε πως υπήρχαν διαφορές στα 2 Τεκμήρια. Η μεταφορά του αυτοκινήτου στο Τεκμήριο 3 διαφέρει από το πρόχειρο αφού στο πρόχειρο οι μετρήσεις γίνονται με το μάτι, δεν χρησιμοποιούνται ρίγες. Συμφώνησε πως με βάση το Τεκμ. 2 το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου (Α1) βρίσκεται μερικά εκατοστά στη δεξιά μεριά του δρόμου ενώ με βάση το Τεκμ. 3, 1μ. Στη σκηνή δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να υποδηλεί το σημείο Χ και ο ίδιος δεν διαπίστωσε το σημείο σύγκρουσης. Δεν είναι ειδικός στην αναπαράσταση δυστυχημάτων. Αρνήθηκε πως ήταν εμπειρογνώμονας. Διαφώνησε πως σύμφωνα με τη θέση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου το αυτοκίνητο θα κτυπιώταν αριστερά, αντί δεξιά που ήταν οι ζημιές. Σύμφωνα με το ΜΚ1 το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου βρέθηκε ευθεία αφού περιστράφηκε. Είναι θέμα κοινής λογικής. Ανάλογα με τη δύναμη μπορεί το αυτοκίνητο να περιστραφεί ακόμη και 2 φορές. Διαφώνησε με τη θέση ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στη θέση Ν προς την αριστερή λωρίδα και όχι στη δεξιά λωρίδα. Σύμφωνα με το ΜΚ1 το ίχνος Β1 αρχίζει με λογική συνέχεια από το σημείο Χ που του υπεδείχθη. Είναι πιο λογική η συνέχεια του παρά από το σημείο Ν παρά το γεγονόςότι υπάρχει κενό μεταξύ του των δύο σημείων και των ιχνών. Δέχθηκε το σημείο σύγκρουσης που του υπεδείχθη από το ΜΚ
- Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι στις 6.3.04 κατευθυνόταν από το στάδιο Γ.Σ.Ζ. προς τη "Φθηνή Γωνιά". Εισήλθε στη Λεωφ. Φανερωμένης κρατώντας το μέσο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, με ταχύτητα γύρω στα 50-60 χαω. Από απέναντί του είδε ένα αυτοκίνητο κόκκινο να κινείται προς τον ίδιο και σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει πάροδος αριστερά σε σχέση με την πορεία του (δεξιά δηλ. σε σχέση με του άλλου οχήματος) να σταματά για να στρίψει στην πάροδο. Δεν έβαλε το τραφικέϊτορ του. ΄Οταν σταμάτησε κρατούσε μέρος της λωρίδας του ΜΚ2 αλλά χωρούσε το ΜΚ2 να περάσει. Καθώς ο ΜΚ2 τον πλησίασε το αυτοκίνητο έκανε μια κίνηση για να στρίψει, 1 μέτρο περίπου και ο ΜΚ2 δεν πρόλαβε ούτε να πατήσει στόπερ αλλά μόνο να κινηθεί προς τα αριστερά για να μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση η οποία ήταν σχεδόν μετωπική. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου. Το σημείο σύγκρουσης ήταν στη δική του λωρίδα. Η πορεία του ήταν η πορεία Β στο Τεκμ. 3 και το σημείο σύγκρουσης το Χ. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Υπήρχαν 7 μ. από το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Δεν οδήγησε στην αριστερή μεριά γιατί δικαιούται να διεκδικήσει όλη τη λωρίδα. Είδε τον Κατηγορούμενο στα 70 μ. να ελαττώνει και να έχει κάποια κλίση και υποψιάστηκε πως θα έστριβε δεξιά. Ο Κατηγορούμενος σταμάτησε αφού κινήθηκε λίγο και τοποθέτησε ελάχιστα λοξά το αυτοκίνητό του. Ο ίδιος ήταν σε απόσταση 30 μ. Το αυτοκίνητο ήταν ½ μ. μέσα στο δρόμο περίπου. Οδηγούσε στη δεξιά μεριά της λωρίδας του όχι τελείως δεξιά αλλά δέχθηκε πως οδηγούσε μέχρι το σημείο Ν. Δέχθηκε πως το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ήταν το Χ (1 μέτρο εντός της λωρίδας του). Σε ερώτηση αν αποκλείει το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου να ήταν στο κέντρο του δρόμου απάντησε ότι έστω και ελάχιστα ήταν στη λωρίδα του. Σε υποβολή πως ο Κατηγορούμενος ήταν στο σημείο Ν του Τεκμ. 2 απάντησε πως υπολογίζει πως ήταν μεταξύ του Ν και του Χ, τοποθετώντας το δικό του σημείο Ν στο Τεκμ. 2 πάνω στη νοητή προέκταση της διαχωριστικής γραμμής του δρόμου. Στο Ν ο Κατηγορούμενος έστριψε και η σύγκρουση συνεχίστηκε στο Χ, 1 μ. μετά το Ν. Επανεξεταζόμενος ανέφερε πως η σύγκρουση δεν έγινε στο Ν. Το Ν ήταν η πρώτη φορά που σταμάτησε ο Κατηγορούμενος. Ο κ. Δημητρίου στο τέλος της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ενώ η κα Πίπη εισηγήθηκε το αντίθετο. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης συνοψίζονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. H απαλλαγή του Κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνον όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής λόγω απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιόν του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που επεδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλ. Ευγένειος Παναγιώτου ω. Αστυνομίας,
(2000)2 ΑΑΔ 191). Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν μια εξήγηση, αλλιώς ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. (βλ. The Police v. Kallenos
(1980)1 J.S.C σελ. 145, Απόφαση Ε. Δ. Λευκωσίας Γ. Νικολάου Ε.Δ. όπως ήταν τότε). Από τη μαρτυρία που συνοπτικά παρέθεσα πιο πάνω η απόδειξη των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας στηρίζεται στο σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 2 και 3 και στη μαρτυρία του ΜΚ
- ΄Ετσι, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η μαρτυρία αυτή αντικειμενικά θεωρούμενη είναι τέτοια που να αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Θα σχολιάσω πρώτα τη μαρτυρία του ΜΚ2 που είναι η μόνη άμεση μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας ανέτρεψε κατά την αντεξέτασή του όχι μόνο τη θέση του δικού του αυτοκινήτου πριν τη σύγκρουση και τη θέση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου αλλά και το σημείο σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων. Συγκεκριμένα, ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως ο ίδιος κινείτο στη μέση της αριστερής λωρίδας και ο Κατηγορούμενος σταμάτησε εντός της αριστερής λωρίδας για να στρίψει δεξιά και προχωρώντας 1 μ. επήλθε η σύγκρουση στο σημείο Χ του Τεκμ. 3 εντός της αριστερής λωρίδας (1 μ.), στην αντεξέτασή του ανέφερε ότι τα δύο αυτοκίνητα συγκρούσθηκαν αρχικά σε σημείο που ο ίδιος σημείωσε στο Τεκμ. 3, στο κέντρο του δρόμου - συγκεκριμένα στη νοητή προέκταση της διαχωριστικής γραμμής - όπου είχε σταματήσει ο Κατηγορούμενος και μέχρι το οποίο οδηγούσε ο ίδιος. Οι πιο πάνω αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΚ2 είναι κατά την άποψή μου θεμελιακές. Η μαρτυρία του ΜΚ1 συνίστατο ουσιαστικά στην κατάθεση των Τεκμηρίων 2 και
- Σημειώνω εδώ ότι μεταξύ των δύο Τεκμηρίων προκύπτουν διαφορές κυρίως σε σχέση με την τελική θέση του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου τις οποίες απέδωσε στο γεγονός ότι στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμ. 2) οι μετρήσεις γίνονται με το μάτι και όχι με τη ρίγα παρά το ότι στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως έλαβε για την ετοιμασία του σχεδίου όλες τις αναγκαίες μετρήσεις. Πέραν των πιο πάνω οι θεωρίες που ανέπτυξε ο ΜΚ1 σε σχέση με τα ίχνη τροχοπέδησης σε συνδυασμό με το σημείο σύγκρουσης καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο σύμφωνα με τη θέση του συνέβη το δυστύχημα πέραν του γεγονότος ότι στερούντο οποιουδήποτε επιστημονικού υπόβαθρου, είχαν ταυτόχρονα ως υπόβαθρο το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο ΜΚ2 το οποίο, όπως αναφέρω πιο πάνω, ο τελευταίος ανέτρεψε στο Δικαστήριο. Συνεκτιμώντας συνεπώς την πιο πάνω μαρτυρία και τις αρχές που αναδύονται μέσα από τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω, κρίνω πως από τη μία δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αλλά και οι αντιφάσεις των ΜΚ1 και 2 και οι διαφορές μεταξύ των Τεκμηρίων 2 και 3 από την άλλη καθιστούν τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αντινομική σε τέτοιο βαθμό που κανένα Δικαστήριο δε θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο