Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κωνσταντίνας Ανδρέου, Αρ. Υπ.: 1636/05, 20 Σεπτεμβρίου 2005 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2005:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Ε. Δ. Αρ. Υπ.: 1636/05 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Κωνσταντίνας Ανδρέου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 20 Σεπτεμβρίου 2005 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Ιωάννου Για την Κατηγορουμένη: κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορουμένη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Η κατηγορουμένη αντιμετωπίζει συνολικά δεκαπέντε κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 90
(1), 91Α
(3)και 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.134
(1)/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων η κατηγορουμένη από την 1/11/2003 μέχρι την 1/1/2005 παρέλειψε να καταβάλει το ποσό των ΛΚ50 για κάθε μήνα, ποσό το οποίο διατάχθηκε να καταβάλλει δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 6/7/2001 και το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 5159/
- Τα πιο κάτω αποτελούν παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: 1) Η κατηγορουμένη είναι η εξ αποφάσεως χρεώστης στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αρ. 5159/00 με εξ αποφάσεως πιστωτή τους παραπονουμένους. 2) Στις 6/7/01 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην παρουσία της κατηγορουμένης στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής διάταγμα καταβολής από την κατηγορουμένη του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων ύψους ΛΚ50 από 1/8/01 μέχρι εξοφλήσεως και κάθε επόμενης δόσης την πρώτην μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι πλήρους εξόφλησης. 3) Η κατηγορουμένη παρέλειψε να καταβάλει τις μηνιαίες δώσεις από 1/11/03 μέχρι και την 1/01/05 και περαιτέρω το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί αλλά και δεν εξοφλείτο αν καταβάλλοντο όλες οι δόσεις από 1/11/03-1/01/
- 4) Η οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης έχει αλλάξει προς το δυσμενέστερο από τον Οκτώβριο του 2003, ήτοι έχει εκδοθεί διαζύγιο και έχει διαζευχθεί με το σύζυγο της, είναι μητέρα δύο ανηλίκων θυγατέρων, δεν λαμβάνει κανένα επίδομα διατροφής και απώλεσε την εργασία της. 5) Η κατηγορουμένη δεν ειδοποίησε το Δικαστήριο ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική της κατάσταση προς το δυσμενέστερο ούτε και το κοινοποίησε στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου.
- Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης και αφού επεξήγησε σ' αυτή τα δικαιώματα της δυνάμει του άρθρου 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτή επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. 5. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αλλά τα άρθρα 91Α
(3), 91(β)
(1)και 91(β)
(3)του πιο πάνω Νόμου είναι αντισυνταγματικά και ειδικότερα προσκρούουν στα άρθρα 12.4, 12.5 (β) και 30.3(β). Η επιχειρηματολογία του ουσιαστικά εστιάστηκε στο γεγονός ότι η κατηγορουμένη ενόψει της υπεράσπισης που προβλέπει το άρθρο 91 (Β) 3 (β) η κατηγορουμένη παρά το γεγονός ότι απέδειξε ότι μεταβλήθηκε η οικονομική της κατάσταση, δεν μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση της καθότι δεν ειδοποίησε το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Τα πιο πάνω προσκρούουν στο τεκμήριο της αθωώτητας και περαιτέρω τίθενται περιορισμοί στην προβολή των ισχυρισμών της ως επίσης, ενόψει των προνοιών του συγκεκριμένου άρθρου δεν υπάρχει χρόνος και διευκολύνσεις για την προπαρασκευή της υπεράσπισης της. 6. Το άρθρο 91Α
(1)έχει ως εξής: «91Α
(1)Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη- (α) Οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ή (β) οποιαδήποτε μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, Εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη.» Το άρθρο 91Α
(3)έχει ως εξής: «
(3)Πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται και οποιαδήποτε παράλειψη καταβολής από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90.» Το άρθρο 91Β
(1)έχει ως εξής: «91(Β)-
(1)Εξ αποφάσεως οφειλέτης ο οποίος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης κατά την έννοια του άρθρου 91 Α διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δώδεκα μηνών ή με χρηματική ποινή χιλίων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές, χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Δικαστηρίου προς έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.» Το άρθρο 91Β
(3)έχει ως εξής: «
(3)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο εάν αποδείξει- (α) Προκειμένου περί κατηγορίας για καταδολευτική μεταβίβαση ή επιβάρυνση ότι η εν λόγω πράξη έγινε προς συγγενικό πρόσωπο ή προς αγοραστή με καλή πίστη και χωρίς πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τον πιστωτή στην είσπραξη του οφειλόμενου σε αυτόν εξ αποφάσεως χρέους ή (β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή.» 7.
- Θα πρέπει κατ' αρχήν να εξεταστεί εάν με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως έχουν διατυπωθεί πιο πάνω, αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Τα συστατικά στοιχεία είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις. (β) Παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης. 7.
- Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως εκτίθενται στην παράγραφο 3 ανωτέρω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. 7.
- Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η οικονομική κατάσταση της κατηγορουμένης έχει αλλάξει προς το δυσμενέστερο από τον Οκτώβριο του 2003, εντούτοις όμως η κατηγορουμένη δεν έχει ειδοποιήσει γι' αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή όπως επιβάλει το άρθρο 91Β
(3)(β). Στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Κωστάκης Κουρέας και Υιοι Λτδ, Ποιν. Εφ. 7849 και 7859, ημερ. 21/6/05 αναφέρθηκε ότι η πιο πάνω ειδοποίηση δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο είτε από την αίτηση του εξ αποφάσεως οφειλέτη προς το Δικαστήριο, για ακύρωση, αναστολή ή τροποποίηση του διατάγματος λόγω αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης είτε από την αίτηση του εξ αποφάσεως οφειλέτη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 91
(2)που εισήχθηκε στο Κεφ. 6 με το Ν.58
(1)/03 για αναστολή, τροποποίηση ή ακύρωση διατάγματος ή εντάλματος που εκδίδεται κατά εφαρμογή του άρθρου 91
(1)λόγω αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης ή λόγω άλλης εύλογης αιτίας μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή του διατάγματος ή του εντάλματος που δεν του επιτρέπει να καταβάλλει το ποσό του διατάγματος ή του εντάλματος. 7.4. Ενόψει της παράλειψης της κατηγορουμένης να ειδοποιήσει ότι μεταβλήθηκε η οικονομική της κατάσταση, η υπεράσπιση που θέτει το άρθρο 91Β
(3)(β) δεν μπορεί να επιτύχει παρά το γεγονός ότι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η οικονομική της κατάσταση έχει αλλάξει προς το δυσμενέστερο όπως περιγράφεται πιο πάνω. 8.
- Έχοντας υπόψη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στον απαιτούμενο βαθμό, θα προχωρήσω να εξετάσω τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου της κατηγορουμένης αφού το άρθρο 144 του Συντάγματος το οποίο καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο ορίζει ότι εξετάζονται παρεπιπτώντος σε αστική ή ποινική διαδικασία θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυση τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' εφαρμογή της διάταξης πάγια είναι η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Αχιλλέα Η. Δημητρίου, Ποιν. Εφ. 7305, ημερ. 27/1/03, και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες στις σελ. 5 και 6). 8.
- Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd v. Αστυνομίας και Λαπέρτα v. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 7279 και 7280, ημερ. 9/7/02 στην σελ. 8 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. «Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, δ.). Τις παραθέτουμε:
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (βλ. και Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ v. Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62).
- Το άρθρο 12 παρ. 4 του Συντάγματος καθορίζει το τεκμήριο της αθωώτητας. Σύμφωνα μ΄ αυτό "ο κατηγορούμενος δι΄ αδίκημα τι θεωρείται αθώος, μέχρι ου αποδεχθεί ένοχος συμφώνως προς τον νόμον". Επίσης το άρθρο 6.
- της σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών καθορίζει και πάλι το πιο πάνω θεμελιώδες δικαίωμα με τον ίδιο τρόπο.
- Η εγγύηση του τεκμηρίου της αθωώτητας είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές της σύμβασης. Το δικαίωμα του τεκμηρίου της αθωώτητας είναι πολυδιάστατο και έχει πολλά αποτελέσματα, σχετικά και απόλυτα. Η πιο προφανής και πιο γνωστή εφαρμογή του είναι η αρχή in dubio pro reo: ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα στο πλεονέκτημα της αμφιβολίας. Αυτή η αρχή υποδηλώνει ότι το βάρος της απόδειξης ανήκει, πάνω απ΄ όλα στον κατήγορο και ότι κάθε αμφιβολία σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία χρειάζεται να είναι προς όφελος της υπεράσπισης. Το δικαίωμα του τεκμηρίου της αθωώτητας αφορά αποκλειστικά ένα πρόσωπο κατηγορούμενο για μια αξιόποινη πράξη (βλ. Απόφαση Tre Traktorer Aktiebolag της 7ης Ιουλίου 1989, Σειρά Α, αρ. 159, σελ. 19, παρ. 46.)
- Στην υπόθεση Barnera, Messegue και Jabardo (ημερ. 6/12/88, Σειρά Α, αρ. 146, σελ. .33, παρ. 77) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάνθηκε σχετικά με τα κριτήρια που διέπουν την εφαρμογή του δικαιώματος του τεκμηρίου αθωώτητας, αξιώνει ανάμεσα στα άλλα, ότι εκπληρώνοντας τα καθήκοντά τους τα μέλη του Δικαστηρίου, δεν ξεκινούν με την προσχηματισμένη ιδέα ότι ο κατηγορούμενος εκτέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, το βάρος της απόδειξης επιβαρύνει την κατήγορο και η αμφιβολία είναι προς όφελος του κατηγορουμένου. Εκτός αυτού, ανήκει σε αυτόν (τον κατήγορο) να υποδείξει στον ενδιαφερόμενο ποιες κατηγορίες θα αντιμετωπίσει - για να του δώσει την ευκαιρία να προετοιμάσει και να παρουσιάσει την υπεράσπισή του αναλόγως - και να παρέχει επαρκείς αποδείξεις προκειμένου να στηρίξει μια δήλωση κατηγορίας.
- Στην υπόθεση Minelli (25/3/83, Σειρά Α, αρ. 62) το Δικαστήριο κατέληξε σε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.
- Σ΄ αυτήν την υπόθεση ο αιτητής ήταν εναγόμενος για δυσφήμιση. Παρά το γεγονός ότι είχε απαγγελθεί η παραγραφή, όσον αφορά την ποινική, το Δικαστήριο διέταξε να υποβληθεί ο αιτητής σε ορισμένες δικαστικές δαπάνες και να αποζημιώσει τους ενάγοντες από τα δικαστικά έξοδα. Το Δικαστήριο κατέληξε σε παραβίαση του τεκμηρίου αθωώτητας και δήλωσε ότι το άρθρο 6.
- διέπει το σύνολο της ποινικής διαδικασίας, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, κι όχι μόνο την εξέταση του βάσιμου της κατηγορίας. Το τεκμήριο αθωώτητας παραβλέπεται εάν, χωρίς προηγούμενη νόμιμη στοιχειοθέτηση της ενοχής ενός κατηγορουμένου και χωρίς ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να ασκήσει τα δικαιώματα υπεράσπισης, μια δικαστική απόφαση που τον αφορά αντανακλά το αίσθημα ότι είναι ένοχος.
- Στην υπόθεση Allenet de Ribemont (10/2/95, Σειρά Α, αρ. 308) το Δικαστήριο εκτίμησε ότι υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου αθωώτητας από το γεγονός ότι ο Υπουργός Εσωτερικών και ο Αξιωματικός της Αστυνομίας που ήταν υπεύθυνος για την διεξαγωγή της ποινικής έρευνας, στο φάκελλό του δήλωσαν ότι είναι ένοχος σε μια συνέντευξη τύπου, που οργανώθηκε λίγο μετά την σύλληψή του και πριν την απαγγελία της κατηγορίας.
- Στην υπόθεση Lutz (25/8/87, Σειρά Α, αρ. 123, σελ.11, παρ.16) ο αιτητής αρνήθηκε να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και τις δαπάνες που προέκυπταν από την απόφαση του κράτους να αναστείλει μια κανονιστική διαδικασία που στρεφόταν εναντίον του για λόγους παραγραφής, περιμένοντας την προσφυγή που είχε υποβάλει κατά ενός προστίμου. Το Εθνικό Δικαστήριο αρνήθηκε να διατάξει στο κράτος να πληρώσει τα έξοδα και τις δαπάνες του αιτητή, για τον λόγο ότι ο ενδιαφερόμενος θα είχε πολύ πιθανόν καταδικασθεί. Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι τα γεγονότα ήταν διαφορετικά από την υπόθεση Minelli επισημαίνοντας ότι στο γερμανικό δίκαιο τα εθνικά Δικαστήρια ήταν υποχρεωμένα να λάβουν ειδικότερα υπόψη το βάρος του τεκμηρίου εναντίον ενός προσώπου, οι υφιστάμενες δαπάνες του οποίου, συνεπεία αναστολής μιας αγωγής αποτελούν αντικείμενο αξιολόγησης.
- Στην υπόθεση Χ. ν. U.K. 42 CD 135 ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα ότι γνώριζε ότι αποζούσε από τα κέρδη πορνείας κατά παράβαση του άρθρου 31 του Sexual Offences Act. Ισχυρίστηκε ότι το εδάφιο 2 του πιο πάνω άρθρου, το οποίο προνοούσε ότι άνδρας ο οποίος συζούσε με πόρνη ή ότι συστηματικά συναναστρέφεται με πόρνη ή ότι ασκούσε έλεγχο ή επηρέαζε τις κινήσεις πόρνης με τέτοιο τρόπο που φανερώνει ότι παρείχε συνδρομή, παρακινεί ή εξαναγκάζει την άσκηση πορνείας με άλλους θα τεκμαίρεται ότι ζει από τα κέρδη πορνείας εκτός κι αν αποδείξει το αντίθετο, παραβιάζει το τεκμήριο της αθωώτητας. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό ανέφερε ότι το τεκμήριο που δημιουργείται από το νόμο δεν είναι ούτε ανατρέψιμο αλλά ούτε και μη εύλογο.
- Καθοδηγητική απόφαση αναφορικά με το τεκμήριο της αθωώτητας Salabiaku v. France
(1988)13 EHR R
- Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι σημαντική για τις κατευθύνσεις που έδωσε. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "
- As the Government and the Commission have pointed out, in principle the Contracting States remain free to apply the criminal law to an act where it is not carried out in the normal exercise of one of the rights protected under the Convention (Engel and Others judgment of 8 June 1976, Series A, no.22, p.34, para.81) and, accordingly, to define the constituent elements of the resulting offence. In particular, and again in principle, the Contracting States may, under certain conditions, penalize a simple or objective fact as such, irrespective of whether it results from criminal intent or from negligence. Examples of such offences may be found in the laws of the Contracting States. "28... Presumptions of fact or of law operate in every legal system, Clearly, the Convention does not prohibit such presumptions in principle. It does, however, require the Contracting States to remain within certain limits in this respect as regards criminal law. If, as the Commission would appear to consider (paragraph 64 of the report), paragraph 2 Article 6 (art. 6-2) merely laid down a guarantee to be respected by the courts in the conduct of legal proceedings, its requirements would in practice overlap with the duty of impartiality imposed in paragraph 1 (art. 6-1). Above all, the national legislature would be free to strip the trial court of any genuine power of assessment and deprive the presumption of innocence of its substance, if the words "according to law" were construed exclusively with reference to domestic law. Such a situation could not be reconciled with the object and purpose of Article 6 (art.6), which, by protecting the right to a fair trial and in particular the right to be presume innocent, is intended to enshrine the fundamental principle of the rule of law (see, inter alia, the Sunday Times judgment of 26 April 1979, Series A, no.30, p.34, para.55)." Article 6 para. 2 (art.6-2) does not therefore regard presumptions of fact or of law provided for in the criminal law with indifference. It requires States to confine them within reasonable limits which take into account the importance of what is at stake and maintain the rights of the defence."
- To House of Lords στην υπόθεση Sheldrake v. Director of Public Prosecutions, Attorney General´s Reference (No.4 of 2002) [2004] UKHL 43 ανέφερε ότι από τις υποθέσεις Χ v. U.K. (ανωτέρω), Salabiaku ως επίσης και από άλλες υποθέσεις όπως αυτές αναφέρονται στις παρ.8 μέχρι και 20 (στην υπόθεση Sheldrake) μπορούν να εξαχθούν ορισμένες αρχές. Στην παρ. 21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "
- From this body of authority certain principles may be derived. The overriding concern is that a trial should be fair, and the presumption of innocence is a fundamental right directed to that end. The convention does not outlaw presumptions of fact or law but requires that these should be kept within reasonable limits and should not be arbitrary. It is open to states to define the constituent elements of a criminal offence, excluding the requirement of mens rea. But the substance and effect of any presumption adverse to a defendant must be examined, and must be reasonable. Relevant to any judgment on reasonableness or proportionality will be the opportunity given to the defendant to rebut the presumption, maintenance of the right of the defence, flexibility in application of the presumption, retention by the court of a power to assess the evidence, the importance of what is at stake and the difficulty which a prosecutor may face in the absence of a presumption. Security concerns to not absolve member states from their duty to observe basic standards of fairness. The justifiability of any infringement of the presumption of innocence cannot be resolved by any rule of thumb, but on examination of all the facts and circumstances of the particular provision as applied in the particular case. Σε ελεύθερη μετάφραση: "Από το περιεχόμενο αυτών των αυθεντιών, ορισμένες αρχές μπορούν να εξαχθούν. Πρωταρχικό μέλημα είναι ότι η δίκη πρέπει να είναι δίκαιη και το τεκμήριο της αθωώτητας είναι θεμελιώδες δικαίωμα που οδηγεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Η συνθήκη δεν απαγορεύει τεκμήρια γεγονότων ή νόμου αλλά απαιτεί ότι αυτά πρέπει να περιορίζονται μέσα σε εύλογα όρια και δεν πρέπει να είναι αυθαίρετα. Τα κράτη είναι ελεύθερα να καθορίσουν τα συστατικά στοιχείο ενός ποινικού αδικήματος, με εξαίρεση την προϋπόθεση της ένοχης σκέψης. Αλλά η ουσία και το αποτέλεσμα του κάθε τεκμηρίου που μετατίθεται στον κατηγορούμενο πρέπει να εξετασθεί και πρέπει να είναι εύλογο. Σχετικά με οποιανδήποτε δικαστική κρίση σχετικά με το εύλογο ή την αναλογικότητα του, θα είναι η ευκαιρία που δίνεται στον κατηγορούμενο να ανατρέψει το τεκμήριο, διατήρηση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, ευελιξία στην εφαρμογή του τεκμηρίου, διατήρηση από το δικαστήριο της εξουσίας να αξιολογεί την μαρτυρία, η σημασία αυτού που διακινδυνεύεται και η δυσκολία που μπορεί θα αντιμετωπίσει ο κατήγορος στην απουσία του τεκμηρίου. Οι ανησυχίες για την ασφάλεια δεν απαλλάσσει τα κράτη-μέλη από το καθήκον τους να τηρούν βασικά δίκαια επίπεδα. Η αιτιολόγηση οποιασδήποτε παραβίασης του τεκμηρίου της αθωώτητας δεν μπορεί να επιληθεί με οποιονδήποτε εμπειρικό κανόνα, αλλά στην εξέταση όλων των γεγονότων και των περιστάσεων της συγκεκριμένης πρόνοιας όπως εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη απόφαση." 18.
- Πριν προχωρήσω να εξετάσω, κατά πόσον είναι αντισυνταγματικός ή όχι ο εν λόγω Νόμος θα ήθελα να αναφέρω τα ακόλουθα: 18.
- Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως το εξ αποφάσεως χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη (βλ. Άρθρο 90 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 134
(1)/99). Το άρθρο 91 του πιο πάνω Νόμου, προέβλεπε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης στην καταβολή πέραν των τριών δόσεων ή σε περίπτωση καθυστέρησης λιγοτέρων δόσεων, όταν με αυτές εξοφλείται το εξ αποφάσεως χρέος, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν αίτησης δια κλήσεως από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή να διατάξει όπως το ποσό των εν λόγω δόσεων και τα έξοδα εισπραχθούν ως χρηματική ποινή που επεβλήθηκε σε ποινική υπόθεση, εκτός εάν ο εξ αποφάσεως οφειλέτης αποδείξει εύλογη αιτία για την καθυστέρηση. Το άρθρο 91 παρείχε το δικαίωμα στον εξ αποφάσεων οφειλέτη να αποδείξει εύλογη αιτία για την καθυστέρηση. Το εν λόγω άρθρο καταργήθηκε στις 15/6/05 με τον Νόμο 66
(1)/04. Σκοπός της κατάργησης του άρθρου 91 ήταν να μην φυλακίζονται οι εξ αποφάσεως οφειλέτες. Να σημειωθεί όμως ότι δεν καταργήθηκε το άρθρο 91Α
(3)και 91Β
(1)με το οποίο ποινικοποιείται η παράλειψη καταβολής από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο διατάχθηκε να πληρώνει με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90. 19. Εάν κάποιος συγκρίνει το άρθρο 91 του πιο πάνω Νόμου με τα άρθρα 91 Α
(3)και 91Β
(1)και 3β θα διαπιστώσει τις ακόλουθες διαφορές: (α) Στην πολιτική διαδικασία για να υπέβαλλε αίτηση δια κλήσεως στο Δικαστήριο, ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα έπρεπε ο εξ αποφάσεως οφειλέτης να καθυστερούσε την καταβολή πέραν των τριών δόσεων (βλ. Άρθρο 91). Ενώ στο ποινικό αδίκημα που δημιουργούν τα άρθρα 91Α
(3)και 91Β
(1)και 3β όταν καθυστερήσει έστω και μία δόση ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει ποινική υπόθεση εναντίον του. (β) Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης στα πλαίσια αίτησης δυνάμει του άρθρου 91 είχε την ευχέρεια να αποδείξει εύλογη αιτία για την καθυστέρηση. Ενώ στο ποινικό αδίκημα όπως καθορίζεται από τα πιο πάνω άρθρα, εφ΄ όσον αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης θα πρέπει να αποδείξει την υπεράσπιση του άρθρου 91Β
(3)(β) με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων δηλαδή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση και ότι έχει ειδοποιήσει γι΄ αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Και όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Ευαγγέλου ανωτέρω από το Ανώτατο Δικαστήριο, η εν λόγω ειδοποίηση δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο, είτε από την αίτηση που προβλέπεται κατ΄ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 90
(2)για ακύρωση, αναστολή και τροποποίηση του Διατάγματος, είτε από αίτηση, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 91
(2)που εισήχθηκε στο Κεφ. 6 με το Νόμο 58
(1)/03 για αναστολή, τροποποίηση ή ακύρωση Διατάγματος ή Εντάλματος. Όπως διαφαίνεται στην Αστική διαδικασία ο εξ αποφάσεως οφειλέτης μπορούσε να προβάλλει τους ισχυρισμούς του και να αποδείξει εύλογη αιτία για την καθυστέρηση, ενώ στο Ποινικό αδίκημα μπορεί να προβάλει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει μεταβληθεί με την επιπρόσθετη πράξη ότι θα ειδοποιήσει σχετικά το Δικαστήριο και κοινοποιήσει στον εξ αποφάσεως πιστωτή την εν λόγω μεταβολή, όπως έχει ερμηνευθεί στην πιο πάνω απόφαση.
- Στην προκειμένη περίπτωση ο Νομοθέτης θεώρησε ως πράξη καταδολίευσης την παράλειψη του εξ αποφάσεως οφειλέτη της καταβολής του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων που διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου
- Η καταδολίευση ενέχει το στοιχείο του δόλου. Ο κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος καταδολίευσης εφόσον ο κατήγορος αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και πιο συγκεκριμένα α) ότι εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις και β) παράλειψη καταβολής οποιασδήποτε δόσης και εφόσον ο κατηγορούμενος αποτύχει να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπεράσπιση που τίθεται στο άρθρο 91Β(3β). Το άρθρο 91Β(3β) προβλέπει τα ακόλουθα: "91Β...
(3)σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου 1 αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο εάν αποδείξει - (α) ... (β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι΄ αυτό το δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή."
- Όπως διαφαίνεται από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου εφ όσον ο κατήγορος αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ακόμη εάν o κατηγορούμενος αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση μεταβλήθηκε εφ όσον αυτός δεν ειδοποιήσει γι΄ αυτό το δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή δηλαδή με αίτηση όπως επεξηγείται πιο πάνω και όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Ευαγγέλου, η υπεράσπιση του δεν θα επιτύχει και θα κριθεί ένοχος για αδίκημα καταδολίευσης.
- Όπως έχω ήδη προαναφέρει επαφίεται στον Νομοθέτη να ποινικοποιήσει μία πράξη ή μία παράλειψη και να καθορίσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εξαιρώντας σε κάποια απ΄ αυτά την απόδειξη της ένοχης σκέψης. Αποτελεί συνταγματική πρόνοια ότι ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί ένοχος σύμφωνα με το νόμο (βλ. Άρθρο 12, παρ. 4 του Συντάγματος και 6 παρ. 2 της Συνθήκης). Η Συνθήκη δεν αποκλείει τεκμήρια περί τα πράγματα ή το δίκαιο. Εκείνο που απαιτείται είναι αυτά τα τεκμήρια να περιορίζονται σε εύλογα όρια και δεν πρέπει να είναι αυθαίρετα. Η ουσία και το αποτέλεσμα του κάθε τεκμηρίου που μετατίθεται στον κατηγορούμενο, όχι μόνον πρέπει να εξετάζεται, αλλά θα πρέπει να είναι και εύλογο. Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η δυνατότητα του κατηγορουμένου να ανατρέψει το τεκμήριο, διατήρηση των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, ευελιξία στην εφαρμογή του τεκμηρίου, διατήρηση από το δικαστήριο της εξουσίας να αξιολογεί την μαρτυρία ως επίσης και των δυσκολιών που μπορεί να αντιμετωπίσει ο κατήγορος στην απουσία του τεκμηρίου. Θα πρέπει επίσης να γίνεται εξέταση όλων των γεγονότων και των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.
- Στην προκειμένη περίπτωση ο κατήγορος απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η οικονομική της κατηγορουμένης κατάσταση μεταβλήθηκε προς το δυσμενέστερο. Παρά ταύτα όμως δεν κατάφερε να αποδείξει την υπεράσπιση που θέτει το άρθρο 91 Β(3β) καθότι δεν ειδοποίησε το Δικαστήριο σε σχέση με αυτό με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Όπως έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση Ευαγγέλου ανωτέρω η φράση πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται "στο άρθρο 91Α
(3)υποδηλώνει απλώς ότι η κατάταξη της παράλειψης πληρωμής ως αξιόποινης τελεί υπό την αίρεση του άρθρου 91 Β(3β)". Επίσης στην εν λόγω υπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι η ειδοποίηση που απαιτεί το εν λόγω άρθρο δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο είτε από αίτηση για ακύρωση ή τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος είτε από την αίτηση συμφώνως των προνοιών του άρθρου 91
(2)που εισήχθηκε στο Κεφ. 6, με το Νόμο 58
(1)/
- Έχοντας υπόψιν μου το περιεχόμενο των διατάξεων 91Α
(3), 91Β
(1)(3β) κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο περιορισμός που τίθεται στην υπεράσπιση του άρθρου 91Β(3β) και ειδικότερα περί ειδοποίησης του Δικαστηρίου και κοινοποίησης στον εξ αποφάσεως πιστωτή του γεγονότος ότι μεταβλήθηκε η οικονομική κατάσταση δεν είναι μή εύλογος. Το τεκμήριο είναι ανατρέψιμο νοουμένου ότι ο εξ' αποφάσεως πιστωτής υποβάλει αίτηση για τροποποίηση, ακύρωση ή αναστολή του διατάγματος ως αναφέρεται πιο πάνω. Δεν τίθεται στον κατηγορούμενο οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός αναφορικά με τον χρόνο υποβολής τέτοιας αίτησης. Επίσης έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες η κατηγορουμένη είχε επαρκή χρόνο για προπαρασκευή της υπεράσπισης της και μπορούσε να προβάλει τους ισχυρισμούς της νοουμένου ότι θα υπέβαλε αίτηση στο Δικαστήριο για ακύρωση ή τροποποίηση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Δεν θα ασχοληθώ με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω τα πιο πάνω άρθρα δεν αντίκεινται στα άρθρα 12.4, 12.5(Β) και 30.3(β) του Συντάγματος. 25. Συνακόλουθα η κατηγορουμένη βρίσκεται ένοχη στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο